Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 19

Chapter 1996 wordsPublic domain

Η ανικανότης και αδράνεια του Βαλδουίνου επήνεγκαν τον μαρασμόν εις των Εσπερίων την ανδρίαν και ενεργητικότητα. Τα πάντα κατέρρεον εν Κωνσταντινουπόλει, ενώ τουναντίον οι Γραικοί εκδιωχθέντες της πατρίδος των, εμηχανώντο αδιαλείπτως πώς ήτο δυνατόν να την ανακτήσωσιν, Η πτώσις του κράτους αυτών εξήγειρε το αρχαίον θάρρος των, και εντυχόντες ηγεμόνας, οίοι ήσαν ο Βατάτζης και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, εκαραδόκουν εκδίκησιν κατά των αρπάγων της πατρικής των κληρονομιάς· ιδίως δε ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ επέσπευδε την λύσιν του δράματος, προπαρασκευαζόμενος δραστηρίως όπως προσβάλη τους Φράγκους. Πριν δ' ή επιχειρήση τούτο πέμψας τον Καίσαρα Αλέξιον Στρατηγόπουλον μετά στρατού προς τας δυτικάς επαρχίας, ίνα περιστείλη τον αυθάδη δεσπότην της Ηπείρου, όστις πάλιν ήρε σημαίαν ανταρσίας, τον διέταξε να εξετάση διερχόμενος του Βυζαντίου εις τίνα κατάστασιν διετέλει η Κωνσταντινούπολις, χωρίς όμως ουδέν να πράξη κατ' αυτής, είτε διότι δεν είχε μεθ' εαυτού αρκούσας δυνάμεις, είτε διότι η προς τους Φράγκους συνθήκη δεν είχεν έτι λήξει. Διαπεραιωσάμενος λοιπόν ο Καίσαρ την Προποντίδα, εστρατοπέδευσε περί το Ρήγιον ένθα προσήλθον αυτώ τινες εκ των εγχωρίων, κατά χρείαν άλωνος και καρπών, συλλογής έξω της πόλεως διαιτώμενοι. Τούτους λοιπόν ηρώτησεν ο Καίσαρ περί της καταστάσεως των Φράγκων, περί της δυνάμεως και εν γένει περί των κατ' αυτούς· εκείνοι δε φύσει αποστρεφόμενοι τους Φράγκους και επιθυμούντες μάλλον να ζώσι μετά των ομοφύλων ή μετά των ξένων, εξέθηκαν καταλεπτώς την δεινήν θέσιν των κρατούντων, και συνεφώνησαν μετ' αυτού να τω προδώσωσι την πόλιν εν ώρα νυκτός. Το τοιούτο δεν ήτο δύσκολον, διότι ο Βαλδουίνος ασυνέτως φερόμενος είχε πέμψει τον ολιγάριθμον στόλον και στρατόν του προς πολιορκίαν της χιλίους σταδίους απεχούσης της Κωνσταντινουπόλεως νήσου Δαφνοισίας, πειθομένος εις τους λόγους του νεωστί ελθόντος ποτεστάτου των Ενετών Μάρκου Γραδενίγου, όστις έλεγεν ότι δεν έπρεπε να μένωσιν άπρακτοι εις την πόλιν, αλλά τουναντίον ώφειλον διά προσβολών και επιθέσεων κατά των πολεμίων, να αποθαρρύνωσιν αυτούς (211).

Καίτοι ο Μιχαήλ ρητώς απηγόρευσεν εις τον Στρατηγόπουλον να επιχειρήση τι κατά της Κωνσταντινουπόλεως, ούτος όμως πληροφορούμενος εκ των καταθέσεων των χωρικών την μεγάλην ασθένειαν των εν Κωνσταντινουπόλει, και παροτρυνόμενος υπό του αρχηγού των εθελοντών Κουτριτζάκου, απεφάσισε να προσπαθήση την άλωσιν, πεποιθώς ότι η επιτυχία ηδύνατο να δικαιολογήση την παρακοήν αυτού. Προέβη λοιπόν μετά βραδύτητος ως διά να δείξη ότι σκοπόν είχε να κατασκοπεύση μόνον την πόλιν. Ο στρατός του αδιαλείπτως επαυξανόμενος εκ της προελεύσεως επικουριών, ηρίθμει εικοσιπεντακισχιλίους περίπου μαχητάς, ενθουσιωδώς πάντας επιζητούντας την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ' ο Στρατηγόπουλος, ίνα μη καταπλήξη τους κατοίκους, ολίγους μόνον παρέλαβε μεθ' εαυτού, και την επιούσαν νύκτα εστρατοπέδευσε παρά τα τείχη αυτά της Κωνσταντινουπόλεως. Οι πρόσκοποί του συνέλαβον τότε γέροντά τινα, όστις προσαχθείς ενώπιον του Καίσαρος, ηρωτήθη πόθεν έρχεται και πού πορεύεται· αποκριθέντος δε του γέροντος εκ της πόλεως, τότε ο Καίσαρ τον ηρώτησεν εκ νέου πώς νυκτός ούσης και των θυρών κεκλεισμένων εξήλθε. Δειλιάσας δε ο γέρων είπεν· «Έστιν οπή υποκεκρυμμένη, κύριέ μου, τη γη, ην ουδείς οίδεν, ει μη εγώ, ην και έκπαλαι γινώσκω, και όταν βούλωμαι εξέρχομαι και εισέρχομαι ανεμποδίστως.» Ωφεληθείς εκ της ανακαλύψεως ταύτης ο Στρατηγόπουλος απεφάσισε να εισαγάγη τον στρατόν του εκ της οπής εκείνης· προωρίσας λοιπόν πεντήκοντά που άνδρας, τους τολμηροτέρους, να εισαχθώσι διά της οπής, τους διέταξεν άμα εισέλθωσιν εις την πόλιν να θραύσωσι διά πελέκεων την παρακειμένην θύραν, ίνα δι' αυτής εισελάση ο επίλοιπος στρατός. Την ταχθείσαν λοιπόν προς τούτο νύκτα, οι πεντήκοντα στρατιώται εισήλθον εις το υπόγειον, ο δε Στρατηγόπουλος έξωθεν περιέμενε την ώραν όπως εφορμήση διά της ανοιγομένης πύλης. Πολύς χρόνος παρήλθεν ήδη και ούτος ήρξατο απελπιζόμενος περί της επιτυχίας, ότε αίφνης η πύλη διά πελέκεων ηνεώχθη και φωνή ένδοθεν ηκούσθη, «Νίκη εις τους δύο αυτοκράτορας Μιχαήλ και Ιωάννην». Τότε οι του Στρατηγοπούλου στρατιώται ορμήσαντες κατέλαβον την πόλιν· ανώνυμος δέ τις χρονογράφος ιδού πώς εκτίθησι τα κατά την άλωσιν εκείνην (212).

Εισήλθαν ουν μέχρι ναού της Πηγής Θεοτόκου Μετά γε του στρατεύματος, νυκτός επεισελθούσης, Τον Κουτριτζάκην εν χερσί φέρων τον προρρηθέντα, Όν και προσέταξεν ευθύς άνδρας πεντακοσίους Καθωπλισμένους εισελθείν από των υδραγώγων, Τους ωμοκότας συν αυτοίς ελθείν έσω προστάξας. Οίτινες εισπηδήσαντες ως λέοντες αυτίκα Εισήλθαν ένδον πόλεως, ακώλυτον ευρόντες Την είσοδον, και προς Πηγήν ήλθαν την πόλιν τάχει. Ην δ' αύτη πύλη πρότερον κλεισθείσα προς Λατίνων Λίθοις μεγάλοις και μοχλοίς στερροίς ασφαλισθείσα. Όθεν καταχαλάσαντες την ενδοτέραν ύλην Ποιούσιν ανεμπόδιστον είσοδον τοις Ρωμαίοις, Άνωθεν ευφημήσαντες τον άνακτα Ρωμαίων.

Η ηώς ήρξατο ήδη να υποφώσκη και οι Κουμάνοι, οίτινες απήρτιζον μέγα μέρος του στρατού, παρεσκευάζοντο, κατά τα έθιμα αυτών, να λαφυραγωγήσωσι την πόλιν, αλλ' ο Καίσαρ απέτρεψεν αυτούς του σκοπού των τούτου. Εν τούτοις οι κάτοικοι εξυπνήσαντες υπό των κραυγών και αγνοούντες τι συνέβαινεν, ηρώτων αλλήλους εκ των παραθύρων τι εσήμαινεν ο θόρυβος εκείνος. Ο Στρατηγόπουλος εκ μακράς πείρας γνωρίζων τους κινδύνους, ούς δύναται να διατρέξη στρατός εισελαύνων νικηφόρος εκ μεγάλη πόλει, προυχώρει πάντοτε μετά περισκέψεως, περιμένων το φως της ημέρας ίνα οδηγηθή κάλλιον περί του πρακτέου. Εν τω σκότει διέκρινε σώμα τι Φράγκων, ού η αστράπτουσα πανοπλία εμεγάλυνε τον αριθμόν μη έχον δε στρατιώτας ικανούς όπως αντεπεξέλθη κατά των εχθρών τούτων, διετέλει εις απορίαν, ότε οι εν τη πόλει Γραικοί επέπεσαν κατά των περιτρόμων Φράγκων και διεσκόρπισαν τήδε κακείσε αυτούς. Τότε ήρξατο η διαρπαγή της πόλεως, παντού δε όπου απηντώντο Φράγκοι έπιπταν θύματα ελεεινά. Ο Βαλδουίνος εξεγερθείς εκ του γενικού εκείνου θορύβου και πληροφορηθείς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως απεφάσισε διά της φυγής να εύρη την σωτηρίαν· εξελθών λοιπόν εκ των ανακτόρων των Βλαχερνών, έρριψε καθ' οδόν το στέμμα και το ξίφος του, και εμβάς είς τινα λέμβον ανήχθη προς την θάλασσαν, ένθα τον παρέλαβον οι εκ Δαφνοισίας επιστρέφοντες στρατιώται του. Τα δε βασιλικά αυτού εμβλήματα συναγαγόντες εν τη οδώ οι Γραικοί ανήρτησαν εις μακρόν ακόντιον και περιέφερον δίκην τροπαίου καθ' άπασαν την πόλιν.

Εν τούτοις οι κατά της Δαφνοισίας μετά του Γραδενίγου μεταβάντες Φράγκοι μηδέν ισχύσαντες να πράξωσιν, επέστρεφον αμέριμνοι προς την Κωνσταντινούπολιν· ελθόντες όμως μέχρι του ναού του αρχιστρατήγου των ουρανίων δυνάμεων Μιχαήλ και πληροφορηθέντες την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ώρμησαν ίνα εισέλθωσιν εις αυτήν· αλλ' ο Στρατηγόπουλος, όστις ήτο έτοιμος όπως τους αντικρούση, δεν τοις επέτρεψε την είσοδον. Τότε ο Ιωάννης Φύλαξ, αξιωματικός του Βαλδουίνου, βλέπων ότι αφεύκτως όλοι οι Φράγκοι ήθελον απολεσθή, πέμψας ειδοποίησεν αυτούς να τρέξωσι προς το παράλιον ίνα σωθώσιν εν τοις πλοίοις. Όπως δε εκβιάση αυτούς προς τούτο, έθηκε πυρ εις διαφόρους οίκους, και αι φλόγες διαδοθείσαι ενέσπειρον την φρίκην και τον τρόμον τοις πάσιν. Άνδρες μετά γυναικών, νέοι μετά γερόντων αναμίξ έτρεχον προς την θάλασσαν, και τείνοντας προς τους εν τοις πλοίοις χείρας ικέτιδας, παρεκάλουν αυτούς να τους δεχθώσιν εις το τελευταίον τούτο άσυλον. Οι εκ του στόλου βλέποντες τους δυστυχείς ομοφύλους των δακρυχέοντας, έσπευδον να τους παραλάβωσιν· αλλά μη προφθάνοντες να επιβιβάσωσι τοσούτους εις τα πλοία των και φοβούμενοι μη οι Γραικοί επιπεσόντες διαπεράσωσιν αυτούς εν στόματι μαχαίρας έπεμψαν πρέσβεις προς τον Στρατηγόπουλον, εκλιπαρούντες αυτόν να επιτρέψη την φυγήν εις τους ατυχείς συμπατριώτας των. Ο Καίσαρ συγκατένευσε, και οι Φράγκοι επιβάντες των πλοίων μετά του Βαλδουίνου απέπλευσαν προς την Εύβοιαν· αλλά πριν ή φθάσωσιν εκεί, οι πλείστοι εγένοντο θύματα της πείνης. Εκείθεν ο έκπτωτος αυτοκράτωρ μετέβη αλληλοδιαδόχως εις Αθήνας, εις Σικελίαν, εις Ρώμην παρά τω Ουρβανώ, κακείθεν εις Γαλλίαν, ένθα ευρισκόμενος, τω 1266, εδωρήσατο προς τον Ούγον, δούκα της Βουργουνδίας, το βασίλειον της Θεσσαλονίκης.

Τοιουτοτρόπως έπεσε τη 25 Ιουλίου 1261 η γελοιώδης εν Ανατολή αυτοκρατορία των Φράγκων, πεντήκοντα επτά έτη, τρεις μήνας και δεκατρείς ημέρας διαρκέσασα. Βεβαίως έπρεπε να δοθή μάθημα αυστηρόν προς τους εν Βυζαντίω, αποβαλόντας πάσαν αρετήν και παν γενναίον αίσθημα· το δε μάθημα τούτο ην η υπό τους Φράγκους υποδούλωσίς των. Αν εξ αυτού ωφελήθησαν ή όχι, τούτο δεν ανήκει ενταύθα να εξετάσωμεν. Οι λαοί συνήθως εισίν επιλήσμονες των ευτυχημάτων και των δυστυχημάτων, ολιγίστους δ' εσωφρόνισαν αι της τύχης δοκιμασίαι. Η υπό του Στρατηγοπούλου άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως δύναται να θεωρηθή μάλλον ως έργον της θείας Προνοίας, διότι αύτη εκυριεύθη, του Καίσαρος όντος άνευ στρατού, άνευ μηχανημάτων, χωρίς καν κατά νουν να έχη τούτο.

Του αυτοκράτορος διατρίβοντος εν Μετεωρίω ή ταχύπτερος φήμη έσπευσε να εξαγγείλη πανταχού το απροσδόκητον γεγονός. Ήτο νυξ και ο αυτοκράτωρ εκοιμάτο, όταν ελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως δρομαίος τις, εζήτει να ομιλήση προς αυτόν περί σπουδαιοτάτου αντικειμένου. Οι φυλακές αντέστησαν προ την αίτησίν του λέγοντες ότι ο βασιλεύς κοιμάται, εκείνος δε επιθυμών, ει δυνατόν, να γείνη δεκτός παρ' αυτώ, έδραμε προς το μέγαρον της του αυτοκράτορος αδελφής Ευλογίας και εξήγγειλεν αυτή την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεώς. Η Ευλογία σπεύσασα προς τον Μιχαήλ τον εξύπνησε κραυγάζουσα, «Κατέσχες, ω βασιλεύ, την Κωνσταντινούπολιν.» Ο αυτοκράτωρ νομίζων ότι ονειρώττει, ουδέν προς ταύτα απεκρίνετο, αλλ' ότε η αδελφή του σείουσα αυτόν τω έλεγεν, «Ανάστηθι, βασιλεύ, ο γαρ Χριστός επεχαρίσατό σοι την Κωνσταντινούπολιν,» αναστάς της κλίνης και τας χείρας εις ουρανόν ανατείνας, «Τούτον μεν τον λόγον, είπεν, ω αδελφή, και αυτός δέχομαι όν δε λόγον το πρώτον είπες ως της Κωνσταντινουπόλεως κεκράτηκα, ουδαμώς αποδέχομαι. Πώς γαρ εκ του Μετεωρίου εγκρατής γενοίμην της Κωνσταντίνου; Αλλ' ουδέ στράτευμα κατ' αυτής αξιόλογον πέπομφα· το δε ράω ταύτα είναι Θεώ και αυτός ξυνομολογώ και θάττον αν τα μικρού και αδύνατα τοις οίς αν βούλοιτο παρασχείν καθέστηκε δυνατός.» Ταύτα ειπών συνεκάλεσε πάντας τους εντέλει και εξαγγείλας αυτοίς το λεγόμενον τους ηρώτησεν αν το πιστεύωσιν ως αληθές. Και πολλοί μεν παρεδέχοντο αυτό ως αληθές, έτεροι δε εδυσπίστουν, πάντες δε διέκειντο εν μεγίστη ανησυχία μέχρις ού την επιούσαν, ελθών απεσταλμένος παρά του Καίσαρος Στρατηγοπούλου, διεπίστωσεν αυτοίς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, και εκόμισε και τα του Βαλδουίνου ηγεμονικά σύμβολα, την μαργάροις δηλαδή πεποικιλμένην και υπέρ την κεφαλήν λίθον κόκκινον έχουσαν καλύπτραν του, τα κοκκοβαφή πέδιλά του και την κοκκοβαφές προκάλυμμα ενδεδυμένην σπάθην του.

Απάρας εκ Μετεωρίου ο αυτοκράτωρ διήλθε τον Ελλήσποντον και αφικόμενος τη 14 Αυγούστου προ της Κωνσταντινουπόλεως, εσκήνωσεν εις το μοναστήριον του Κοσμιδίου όπως εισέλθη την επομένην ημέραν εις την πόλιν εν πάση τη βασιλική μεγαλοπρεπεία. Και όντως, την επιούσαν ο εν απουσία του εις Έφεσον διατρίβοντος πατριάρχου Αρσενίου αναπληρών αυτόν μητροπολίτης Κυζίκου, Γεώργιος ο Κλειδάς, ήνοιξε την Χρυσήν πύλην· αφού δε απήγγειλεν ευχήν τινα, προηγουμένης της εικόνος της Παναγίας Οδηγητρίας, και του αυτοκράτορος πεζού επομένου μετά πάντων των εν τέλει και πολυαρίθμου λαού, εισήλθον εις την πόλιν και κατηυθύνθησαν εις την του Στουδίου μονήν, ένθα κατέλιπον την εικόνα, ιππεύσας δε τότε ο βασιλεύς μετέβη εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και αφού εκεί ηυχαρίστησε τω Θεώ επί τη δωρεά, ής τον κατηξίωσε, κατηυθύνθη εις τα ανάκτορα, του λαού ενθουσιωδώς προσαγορεύοντος και επευφημούντος αυτόν· μετά τινας δ' ημέρας εστέφθη και δεύτερον, ελθόντος εξ Εφέσου του Πατριάρχου Αρσενίου, αυτοκράτωρ ουχί πλέον της Νικαίας, αλλά της Κωνσταντινουπόλεως.

Ευγνωμονών ο Μιχαήλ προς τον Καίσαρα Στρατηγόπουλον, όστις απέδωσεν αυτώ τοσούτον απροσδοκήτως και θαυμασίως την πρωτεύουσαν του κράτους, τω απένειμε τιμάς, αίτινες έως τότε εις μόνον τους ηγεμόνας εδίδοντο. Τω επέτρεψε δηλονότι να περιέλθη άπασαν την πόλιν εν άρματι θριαμβευτικώ, φέρων επί την κεφαλήν στέμμα αυτοκρατορικόν, διέταξε δε συνάμα εις τας δεήσεις και τας λοιπάς δημοσίας προσφωνήσεις το όνομα αυτού να προσφωνήται μετά το του αυτοκράτορος. Αλλά την πράξιν ταύτην, υπό επαινετού αισθήματος ευγνωμοσύνης εμπνεομένην, ημαύρωσεν ο Μιχαήλ δι' ετέρας σκληράς και απανθρώπου, διατάξας επιόρκως να εξορύξωσι τους οφθαλμούς του γνησίου διαδόχου του θρόνου και επιτροπευομένου αυτού Ιωάννου του υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως, ού ένεκα ο πατριάρχης Αρσένιος υπέβαλεν αυτόν αφορισμώ φρικώδει. Τοιαύτη πράξις δεν ήτο εκ των ασυνήθων κατά τους χρόνους εκείνους.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος, φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως, μετέβη εις Ιταλίαν και ήρξατο επικαλούμενος την συνδρομήν του Πάπα και των λοιπών ηγεμόνων υπέρ της ανακτήσεως της απωλεσθείσης αυτοκρατορίας του. Η Ιταλία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Καστιλλία αντήχησαν εκ των ικεσιών και παραπόνων αυτού, ουδαμού όμως εύρε τοσαύτην συμπάθειαν, όσον εν τη καρδία του Πάπα. Ο Ουρβανός Δ' εκ του ύψους του Καπιτωλίου προσεκάλει τους λαούς εις νέαν σταυροφορίαν, διατάσσων στρατολογίας, αφορίζων τους Γενουηνσίους ως φίλους του Μιχαήλ, εξορκίζων τον βασιλέα της Γαλλίας να σπεύση προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως και ουδέν ενί λόγω παραμελών προς τον σκοπόν τούτον. Αλλά και ο Μιχαήλ βλέπων τον επικείμενον εκ του συνασπισμού εκείνου κίνδυνον, έπεμψε πρέσβεις προς τον Ουρβανόν, οίτινες κατά μεν τον Παχυμέρην, έτυχον κακίστης υποδοχής, κατά δε τον Φραντζήν, εγένοντο παρά του Πάπα δεκτοί ευμενώς. Ο τελευταίος ούτος ιστορικός αφηγείται ότι και η ένωσις των εκκλησιών συνεφωνήθη τότε επί τρισίν όροις, «πρώτον επί τη αναγνωρίσει της υπεροχής του Πάπα, δεύτερον επί τη προσφυγή εις αυτόν ως εις ανέκκλητον δικαστήριον και τρίτον επί τω πρωτεύειν αυτόν εν πάσιν.» ο δε ανώνυμος χρονογράφος της αλώσεως, ιδού πώς διηγείται τούτο. (213)

Γράφει τω Πάπα δουλικώς, ως μέλος εστι τούτου, Υιός δε μάλλον ευπειθής φρονών τα των Λατίνων. Στείλας αρχιδιάκονας τους πρώτους των του κλήρου Έχοντας λόγον μέγιστον Ελληνικής παιδείας, Ο Μετοχίτης, μετ' αυτόν ο Μελιτηνιώτης, Οίτινες καθυπέκυψαν πρώτον τοις λόγοις Πάπα· Και βασιλεί τω Μιχαήλ είπον φρονείν ωσαύτως· Ο Πάπας παρ' ελπίδα δε ταύτα μαθών, το τάχος Καρδιναλίους έστειλε προς τον Παλαιολόγον, Τον Άνακτα τον Μιχαήλ, μνήμην ποιήσαι τούτου· Προς τε τον μέγιστον ναόν της του Θεού Σοφίας, Και τα πρωτεία τον αυτόν μετά τιμής διδόναι. Κατά τεσσάρων ουν αυτός Πατριαρχών των Θείων Έχειν πολλήν την δύναμιν έκκλητον του ποιήσαι Καθυπογράψαι βασιλεί ζητήσας τρία ταύτα Μνήμην, πρωτείον, έκκλητον, ός βασιλεύς αυτίκα, Προσέταξεν υπ' άμβωνος μνήμην γενέσθαι Πάπα, Ειπείν δε και Λατινικώς το θείον του Σωτήρος Μέγιστον Ευαγγέλιον τη μυστική θυσία Ο Πάπας πάλιν Μιχαήλ απέδωκε το κράτος.

Ο Βαλδουίνος ιδών ματαιουμένας εκ μέρους του Πάπα τας ελπίδας του, απηυθύνθη εις τους διαφόρους βασιλείς, καθικετεύων αυτούς να τον συνδράμωσι προς ανάκτησιν της αυτοκρατορίας του. Μεταβάς εις την εν Ιταλία πόλιν Βιτέρβην, διά πράξεως γενομένης, τη 27 Μαΐου 1267, παρεχώρηοεν εις Κάρολον τον Ανδεγαυϊνόν, βασιλέα της Νεαπόλεως, όπως προσλάβη αυτόν σύμμαχον πλείστας χώρας εν Ελλάδι και την κυριότητα πασών των κείθεν του Ελλησπόντου Ελληνίδων νήσων, πλην της Λέσβου, Σάμου, Κω και Χίου, άς επεφύλαξε δι' αυτόν και τους απογόνους του. Επί της χρυσής σφραγίδος, ήτις υπάρχει ανηρτημένη εις την μέχρι του νυν σωζομένην παραχωρητήριον ταύτην πράξιν εικονίζεται ένθεν μεν ο αυτοκράτωρ καθήμενος και κρατών τη μεν δεξιά σκήπτρον, τη δε αριστερά την σταυροφόρον σφαίραν, κύκλω δε έχων τας λέξεις BALDVINVS DEI CRATIA IMPERATOT ROMANIE SEMPER AYGVSTVS, Ένθεν δε ο αυτοκράτωρ κρατών έφιππος τη δεξιά σκήπτρον και κύκλω αι λέξεις ΒΑΛΔΟΙΝΟΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ Ο ΦΛΑΝΔΡΑΣ. Αλλά και μετά τας παραχωρήσεις ταύτας, μηδέν κατoρθώσας, απεβίωσεν εκ της θλίψεως αυτού εις Ιταλίαν τω 1273, εις ηλικίαν πεντήκοντα πέντε ετών, καταλιπών εκ της συζύγου αυτού Μαρίας της Βρυεννίου ένα υιόν ονόματι Φίλιππον τον Β' (214).

Ο Φίλιππος ούτος κληρονομήσας τάς τε δυσπραγίας και τας επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως αξιώσεις του πατρός του, απαλλαγείς των χειρών των Ενετών, παρ' οίς έμενεν ως ενέχυρον διά τα χρήματα, άτινα εκείνοι είχον δανείσει προς τον πατέρα του Βαλδουίνον, κατέφυγε παρά τω εξαδέλφω του βασιλεί της Καστιλλίας Αλφόνσω, όστις τον ανέδειξεν ιππότην. Νυμφευθείς Βεατρίκην την θυγατέρα Καρόλου του βασιλέως της Σικελίας, έλαβε παρά του πενθερού αυτού την άδειαν να στρατολογήση εν τω κράτει του προς ανάκτησιν του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ' ενώ συλλέξας ικανάς δυνάμεις ητοιμάζετο να πλεύση δι' Ενετικών πλοίων εις Ανατολήν, επελθόντος του μεταξύ Σικελίας και Αραγωνίας πολέμου, ο βασιλεύς Κάρολος ηναγκάσθη να εμποδίση την εκ του κράτους του αναχώρησιν των στρατολογηθέντων, διότι και ο ίδιος είχε χρείαν αυτών. Τοιουτοτρόπως ο Φίλιππος, ιδών ματαιουμένας τας προσπαθείας του, ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον, αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, και απεβίωσε μεταξύ του 1285 και 1288.

Αποθανών ο Φίλιππος κατέλιπε μίαν θυγατέρα την Αικατερίνην, ήτις κληρονομήσασα τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα του πατρός της και τον τίτλον αυτοκρατείρας, μετεβίβασεν αυτά διά του εν έτει 1301 γενομένου γάμου της εις τον Κάρολον Κόμητα του Βαλουά, αδελφόν του βασιλέως της Γαλλίας Φιλίππου του Καλού, όστις προσέλαβε τίτλον επιδόξου αυτοκράτορος. Θανούσης δε κατά Ιανουάριον του 1308 της Αικατερίνης, τα δικαιώματα αυτής μετεβιβάσθησαν εις την ομώνυμον αυτής θυγατέρα Αικατερίνην την Βαλουά, ήτις εν τη κοιτίδι έτι είχε μνηστευθή προς Ούγον τον υιόν Ροβέρτου του δουκός της Βουργουνδίας, επί τη ελπίδι αμοιβαίας μεταξύ Καρόλου και Ροβέρτου συνδρομής προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλά ματαιωθέντος του γάμου τούτου, τη προσπαθεία του Πάπα Κλήμεντος, η Αικατερίνη ενυμφεύθη οψιαίτερον Φίλιππον τον πρίγγιπα του Τάραντος υιόν δε Καρόλου Β', του βασιλέως της Σικελίας, εις όν μετεβιβάσθησαν τα τε δικαιώματα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και ο επίτιμος τίτλος του αυτοκράτορος. Συμφώνως προς τα ιδανικά αυτού δικαιώματα ο Φίλιππος διά διπλώματος, εκδοθέντος τη 24 Μαΐου 1315 εν Νεαπόλει διά χειρός Ροβέρτου Πονσιακού εδωρήσατο εις τον κύριον της Χίου Μαρτίνον Ζαχαρίαν Κάστρον και τους απογόνους του διαφόρους νήσους και χώρας της μικράς Ασίας, επί τω όρω να ομολογήση υποτέλειαν προς τον επίτιμον αυτοκράτορα και να τον συνδράμη μετά πεντακοσίων ανδρών προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως. Συγχρόνως τω παρέσχε πάσας τας βασιλικάς προνομίας, οίον να φέρη στέμμα και σκήπτρον, να πίνη εις χρυσούν ποτήριον, να υποδύεται βλαυτία ερυθρά εντός τε και εκτός των ανακτόρων της Κωνσταντινουπόλεως, ήν δεν εξουσίαζε μεν, αλλ' ήλπιζε να ανακτήση, και άλλα τοιαύτα (215). Απεβίωσε δε τη 26 Δεκεμβρίου 1332 εν Νεαπόλει καταλιπών ως διάδοχον του κενού τίτλου αυτού τον υιόν του Ροβέρτον.

Ο Ροβέρτος, ζώσης μεν της μητρός του αυτοκράτειρας Αικατερίνης ετιτλοφορείτο πρίγγηψ Αχαΐας και Τάραντος, δεσπότης Ρωμανίας, και κόμης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου· αλλά θανούσης τω 1346 εκείνης, έλαβεν οριστικώς τον τίτλον αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Μόλις όμως ενυμφεύθη Μαρίαν την Βουρβωνίδα, θυγατέρα Λουδοβίκου Α', του δουκός Βουρβώνος, επιδραμόντος του βασιλέως της Ουγγαρίας Λουδοβίκου εις Νεάπολιν, ηχμαλωτίσθη υπ' αυτού και απήχθη εις Ουγγαρίαν, ένθα έμεινεν επί πολύ καθειργμένος· απέθανε δε τη 10 Σεπτεμβρίου 1364 εις Νεάπολιν και ετάφη εις τον αυτόσε ναόν του Αγίου Γεωργίου, επί δε της επιταφίου πλακός του ανεγινώσκετο το επίγραμμα τόδε.

ILLVSTRI ROBERTI ANDEGAVENSI BYZANZIORYM IMPERATORI TARENTINORYMQUE PRINCIPI CAROLI VTRIVSQVE SICILIAE REGIS EX PHILIPPO FILIO NEPOTI AB ANNO MCCCL XIIII OSCVBE SACENTI VSQVEDVM ANNO MCCCCLXXI ANDREAE AGNESIS IVIVS TEMPLIPRAESIDIS PIETATE AC DILIGENTIA LOCVS DATVS EST.

Την 20 Μαΐου του 1366 απεβίωσεν εις Νεάπολιν και η σύζυγος αυτού αυτοκράτειρα Μαρία, επί του εν τη εκκλησία της Αγίας Κλαίρης τάφου της οποίας ανεγινώσκετο το εξής επίγραμμα.

ΗΙC JΑCΕΤ CORΡVS DΟΜΙΝΑΕ DΟΜΙΝΑΕ ΜΑRΙΑΕ DΕ FRΑΝCΙΑ ΙΜΡΕRΑΤRΙCΙS CΟΝSΤΑΝΤΙΝΟΡΟLIΤΑΝΑΕ AC DΥCISSAE DVRACΙΙ QVAΕ ΟΒIIΤ ΑΝΝO DΟMΙΝI ΜCCCLXVI DIΕ XX ΜΑΙΙ CVIVS ΑΝ. REQ. ΙΝ ΡΑCΕ ΑΜΕΝ.

Διάδοχος του Ροβέρτου εν τω τίτλω αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως εγένετο ο αδελφός αυτού Φίλιππος Γ', όστις άνευ τέκνων τελευτήσας, άγνωστον κατά τίνα εποχήν, κατέλιπε διάδοχον αυτού τον εκ της αδελφής του Μαργαρίτας ανεψιόν του Ιάκωβον Δε-Μπω, δούκα της Ανδρίης. Του επιτίμου τούτου αυτοκράτορος σώζεται δίπλωμά τι, εν έτει 1368 γεγραμμένον υπέρ Θωμά του επισκόπου Καστελενέτου και της εκκλησίας αυτού, εν τω οποίω φέρει εκείνος τίτλον αυτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως, δεσπότου Ρωμανίας και πρίγγιπος Αχαΐας και Τάραντος. Ενυμφεύθη δε Αγνήν την κόμησσαν Δουράσου, και αποβιώσας την 7 Ιουλίου 1383 εις Τάραντα εν τω άνθει της ηλικίας του, ετάφη εν τω αυτόσε ναώ της Αγίας Κατάλδης, ύστατος επίτιμος αυτοκράτωρ Φράγκος της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος.

Η τύχη των Φράγκων αυτοκρατόρων πραγματικών τε και επιτίμων της Κωνσταντινουπόλεως, εξ όσων ανωτέρω εξεθέσαμεν, δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτω επίζηλος· αν εξετάση τις όμως την τύχην και των λοιπών Βυζαντινών αυτοκρατόρων, θέλει πεισθή ότι ολίγιστοι αυτών μέχρι τέλους, διετέλεσαν ευτυχείς.

Από Αρκαδίου (395-408) μέχρι Κωνσταντίνου του Δραγάση (1453) η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως περιλαμβάνει περίοδον χιλίων πεντήκοντα οκτώ ετών, δύο μηνών και έξ ημερών, εννενήκοντα δε και είς αυτοκράτορες ήρξαν κατά την περίοδον ταύτην. Εκ τούτων τριάκοντα επτά εβασίλευσαν από ενός μέχρι πέντε ετών (τινές δε και ολίγους μόνον μήνας)· είκοσι και είς από έξ μέχρις επτά ετών εννέα από ένδεκα μέχρι δεκαπέντε· πέντε από δεκαέξ μέχρις είκοσι· τέσσαρες από είκοσιν ενός μέχρις είκοσι πέντε· δύο από είκοσιν έξ μέχρι τριάκοντα· πέντε από τριάκοντα μέχρι τριάκοντα πέντε· τρεις από τριάκοντα έξ μέχρι τεσσαράκοντα· είς από τεσσαράκοντα ενός μέχρι τεσσαράκοντα πέντε και τέσσαρες από τεσσαράκοντα έξ μέχρι πεντήκοντα.

Εκ των εννενήκοντα ενός αυτοκρατόρων, εις τους οποίους εάν προσθέσωμεν και τους μετασχόντας κατ' επιτροπείαν ή άλλως πώς του θρόνου, έχομεν εκατόν εννέα βασιλείς, είκοσιν απεβίωσαν διά βιαίου θανάτου φονευθέντες, δηλητηριασθέντες, πνιγέντες ή κατακρημνισθέντες από κιόνων, και δεκαοκτώ ετυφλώθησαν, ερινοτμήθησαν ή άλλως πώς ηκρωτηριάσθησαν· τρεις απεβίωσαν εκ πείνης· είς εβλήθη υπό κεραυνού· είς απεβίωσε πληγωθείς υπό δηλητηριασμένου βέλους· δύο απεβίωσαν παράφρονες· δώδεκα απέθανον εν ειρκτή ή εν μοναστηρίω· δώδεκα παρητήθησαν εκουσίως ή ακουσίως του θρόνου· τρεις απεβίωσαν εν πολέμω· είς ηχμαλωτίσθη, και οι λοιποί τριάκοντα έξ απέθανον επί της κλίνης των εξ ασθενείας ή γήρατος. Η απαρίθμησις δε αύτη εστίν ακριβής εικών της ιστορίας της Κωνσταντινουπόλεως.

ΤΕΛΟΣ

ΠΙΝΑΞ

Των της Κωνσταντινουπόλεως Φράγκων Αυτοκρατόρων, επιτίμων Αυτοκρατόρων, Αντιβασιλέων, παπικών Εξάρχων και Λατίνων Πατριαρχών.

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Βαλδουίνος A'. Ερρίκος. Πέτρος. Ροβέρτος. Ιωάννης Βρυέννιος. Βαλδουίνος Β'.

ΕΠΙΤΙΜΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Φίλιππος Α'. Αικατερίνη Α'. Κάρολος κόμης Βαλουά. Αικατερίνη Β'. Βαλουά. Φίλιππος Β'. πρίγκιψ Τάραντος. Ροβέρτος Β'. Φίλιππος Γ'. Ιάκωβος Δε-Μπω.

ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΣ

Ερρίκος κόμης Φλάνδρας. Κόνων Πετούνης. Ανσώ Δε-Καχιέ. Ναρζώ Δε-Τουσή. Φίλιππος Δε-Τουσή.

ΠΑΠΙΚΟΙ ΕΞΑΡΧΟΙ

Πέτρος Καπούης ο Καρδινάλιος. Σοφφρρέδος Καρδινάλιος. Βενέδικτος Καρδινάλιος Μάξιμος. Πελάγιος Καρδινάλιος. Νικόλαος επίσκοπος Ρηγίου.

ΛΑΤΙΝΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΑΙ.

Θωμάς Μοροζίνης. Γερβάσιος. Ματθαίος. Ιωάννης δ' Αβεβίλ. Σίμων. Νικόλαος. Παντολέων Ιουστινιανός. Ουγολίνος. Πέτρος. Λεονάρδος. Νικόλαος. Γότιος. Ροβέρτος. Ερρίκος. Γουλλιέλμος. Πέτρος Θωμάς. Παύλος. Ιάκωβος Βις. Βησσαρίων. Βαρθολομαίος Καρατζιόλος επίσκοπος Βαρίου

ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ