Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών
Part 18
Αποδούς ο Θεόδωρος τας νενομισμένας τιμάς τω πατρί αυτού και καθεσθείς επί ασπίδος, ως ήτο έθιμον, και υπό πάντων αυτοκράτωρ φημισθείς, ανεχώρησεν εκ Νυμφαίου και μετέβη εις Φιλαδέλφειαν· ολίγας δε ημέρας μείνας εκεί, μέχρις ού ανανεώση την προς τον Σουλτάνον του Ικονίου συνθήκην, απάρας, τη 29 Νοεμβρίου 1255, κατηυνθύνθη εις την πρωτεύουσαν του κράτους του την Νίκαιαν, όπως στεφθή αυτοκράτωρ· αλλ' επειδή η πατριαρχική έδρα ην κενή μετά τον θάνατον του Μανουήλ, μικρόν προ του βασιλέως Ιωάννου τελευτήσαντος, ο Θεόδωρος κατά πρώτον μεν επρότεινεν ως διάδοχον εκείνου τον Νικηφόρον Βλεμμύδην, ού εμνήσθημεν ήδη εν τοις προηγουμένοις, μη συγκατατιθεμένου δε τούτου να δεχθή την πατριαρχικήν αξίαν, εξελέχθη ως τοιούτος ο μοναχός Αρσένιος, όστις ήνυε τον ασκητικόν βίον εις έν των παρά την Απολλωνιάδα λίμνην ασκητηρίων, και ήτο ανήρ περιφανής μεν την καθ' εαυτόν αρετήν, τον δε τρόπον απλούς και οπωσούν λόγιος. Χειροτονηθείς λοιπόν ο Αρσένιος πατριάρχης, έστεψε παραχρήμα αυτοκράτορα τον Θεόδωρον, σπεύδοντα όπως απέλθη της Νικαίας διά να εκστρατεύση κατά των Βουλγάρων (195).
Αιτίαν δε της εκστρατείας παρέσχεν ο βασιλεύς αυτών Μιχαήλ, όστις μαθών τον θάνατον του Βατάτζη παριδών την συγγένειαν μεθ' ής συνεδέετο προς τον Θεόδωρον, ού ήτο γυναικάδελφος, έθετο κατά νουν να ανακτήση όσα ο αποβιώσας αυτοκράτωρ είχεν αφαιρέσει από τους Βουλγάρους. Παρατηρήσας λοιπόν ότι αι προς δυσμάς επαρχίαι ήσαν γυμναί στρατευμάτων, εξώρμησεν εκ του Αίμου, και τον Έβρον διαπεράσας, εκυρίευσεν εντός ολίγων ημερών πολλάς πόλεις, καθόσον οι της χώρας ταύτης κάτοικοι, Βούλγαροι όντες, απεδιοπομπούντο τους Γραικούς, άτε αλλογλώσσους, και προσέφευγον εις τους ομοφύλους αυτών. Τούτου ένεκα οι υπό του Βατάτζη τεταγμένοι φρουροί, αδυνατούντες ν' αντιστώσι και προς τους στρατιώτας του Μιχαήλ και προς τους κατοίκους συνάμα, κατέλιπον εις την διάκρισιν του εχθρού τας πόλεις και τα φρούρια, οι μεν παραδιδόμενοι, οι δε φεύγοντες, άμα εμάνθανον την προσέγγισιν αυτών. Τοιουτοτρόπως εντός μικρού οι Βούλγαροι εγένοντο κύριοι του Στενιμάχου, της Πριστίτζας, του Κριτζιμού, της Τζεπαίνης, των Αχριδών, των Ούστρων, του Περπερακίου, της Κρυβούντος, και πλείστων άλλων μερών· αι δε επιτυχίαι των αύται μεγεθυνόμεναι υπό της φήμης ετάρασσον τους εν Νικαία και έθλιβον καιρίως τον βασιλέα, βλέποντα την βασιλείαν αυτού προοιμιαζομένην διά της απωλείας τοσούτων χωρών.
Την οικτράν ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων θέλων να καταπαύση ο Θεόδωρος, συνήθροισε τους εν τέλει και τους εις στρατηγούς τεταγμένους, συν οίς ήσαν και οι προς πάππου αυτού θείοι, Μανουήλ και Μιχαήλ, όπως διασκεφθώσι περί του πρακτέου. Και οι μεν περισσότεροι έλεγον ότι ο βασιλεύς έπρεπε να διαπεράση τον Ελλήσποντον και να στήση την των Βουλγάρων ορμήν, οι δε του βασιλέως θείοι, εις τους οποίους εκείνος είχε μεγίστην υπόληψιν και σέβας διά τε την ηλικίαν και διά την τάξιν αυτών, ισχυρίζοντο τουναντίον, ότι μεγάλη αφροσύνη ήθελεν είσθαι αν ο βασιλεύς διεπέρα προς δυσμάς και εισήλαυνεν εις τόπον εχθρικόν, ένθα ουδέ συνδρομήν, ουδέ τροφάς ήθελεν ευρεί, ενώ αφ' ετέρου ο στρατός όν είχεν ήτο τοσούτον ολιγάριθμος, ώστε ουδέ συνοδείαν βασιλέως εδύνατο να απαρτίση, και ο χειμών εκώλυε την συνάθροισιν πλειοτέρων στρατιωτών· προσέθετον δε ότι η άνευ μεγάλου αποτελέσματος προσωπική εκστρατεία του βασιλέως ήθελεν έχει ολέθρια αποτελέσματα, εξασφαλίζουσα τοις εχθροίς τας κατακτήσεις αυτών και ενθαρρύνουσα αυτούς εις άλλας μεγαλειτέρας. Και ταύτα μεν έλεγον αυτοί· ο δε μέγας δομέστικος Γεώργιος Μουζάλων, και έτεροι ειδήμονες των πολεμικών, κατεπολέμησαν εντόνως την γνώμην ταύτην ισχυριζόμενοι ότι ο Θεόδωρος έπρεπε να βαδίση αμέσως κατά των εχθρών, εμπνέων απ' αρχής έτι της βασιλείας του πεποίθησιν εις τους υπηκόους του και τρόμον εις τους εναντίους, υπερισχυσάσης λοιπόν της πλειονοψηφίας, προς ήν συνετάσσετο και ο Βασιλεύς, προσλαβών ούτος όσας εδυνήθη δυνάμεις, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, καταλιπών εις την Έω τον μέγα δομέστικον (196).
Ταχείαν την πορείαν αυτού ποιούμενος ο Θεόδωρος αφίκετο εντός ολίγου εις Αδριανούπολιν, ένθα μίαν ημέραν μόνην μείνας, εξήλθε την επιούσαν προς συνάντησιν του εχθρού. Ιδών δε τον στρατόν αυτού είς των Βουλγάρων κατάσκοπος, δραμών εξήγγειλε την έλευσιν αυτού προς τον βασιλέα Μιχαήλ, όστις εστρατοπεδεύετο περί τον Έβρον· η δε φήμη αύτη διασπαρείσα παρά τοις Βουλγάροις, επροξένησε μέγαν τρόμον εις αυτούς. Αλλά και ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς πού κατεσκήνουν οι ενάντιοι επέσπευσε την πορείαν αυτού όπως τους προσβάλη, και προκαταλαβών τινάς των προσκόπων του εφόνευσεν αυτούς· όσοι δε ηδυνήθησαν να διαφύγωσιν, επιστρέψαντες δρομαίοι προς τους συστρατιώτας των ανήγγειλαν την έλευσιν του βασιλέως, πολλαπλασιάζοντες απείρως τον στρατόν αυτού και διηγούμενοι όσα φαντασία πυρέσσουσα εκ φόβου δύναται να πλάση. Τότε οι Βούλγαροι, τρόμω συσχεθέντες και νομίζοντες ότι καταδιώκονται υπό απειροπληθούς στρατιάς, ετράπησαν εις άτακτον φυγήν διά των δασών καταδρυπτόμενοι υπό των κλάδων των δένδρων και πληγωνόμενοι, βυθιζόμενοι δε εις τέλματα και πλείστα άλλα υφιστάμενοι. Ελθών ο αυτοκράτωρ όπου ήσαν οι εχθροί εσκηνωμένοι και μη ευρών αυτούς, ελυπήθη μεν, αλλά επροχώρησεν επί την Βερόην, ήν κυριεύσας εφωδιάσθη διά πολλών τροφών και επιτηδείων· ήθελε δε και μέχρις Αίμου προβή, ει μη εκωλύετο υπό σφοδρού χειμώνος, ενσκήψαντος τότε και καταστήσαντος τας οδούς αβάτους. Μείνας λοιπόν έξ ημέρας εις Βερόην και άπαντα τα εν αυτή ανθρώπους και κτήνη λείαν ποιησάμενος, επέστρεψεν, εις Αδριανούπολιν (197).
Οι Βούλγαροι κύριοι σχεδόν απάσης της Μακεδονίας όντες, εξετείνοντο μέχρι της πόλεως Αχριδού· ο δε αυτοκράτωρ πέμψας εις Μακεδονίαν πολλά στρατιωτικά αποσπάσματα υπό διαφόρους στρατηγούς εκυρίευσεν άνευ δυσκολίας τας πλείστας των πόλεων, άς οι Βούλγαροι είχον κατακτήσει, διότι εκείνοι εις μόνην την αγγελίαν της προσεγγίσεως των Γραικών ετρέποντο εις φυγήν. Τοιουτοτρόπως ο Θεόδωρος ανέκτησεν άπαντα τα εις το όρος της Ροδόπης κείμενα φρούρια, προς δε την Περιστίτζην, το Στενίμαχον, τον Κρυτζιμόν και την Τζέπαιναν, ένθα ηναγκάσθη να διαχειμάση διότι ένεκα των βροχών δεν εδύνατο να προχωρήση. Επιλάμψαντος δε του έαρος, εμήνυσεν εις τους εν Σέρραις εστρατοπεδευμένους Αλέξιον Στρατηγόπουλον και Κωνσταντίνον Τορνίκην, να έλθωσιν εις Τζέπαιναν· και έλαβον μεν εκείνοι την προς την πόλιν ταύτην άγουσαν οδόν, αλλ' αίφνης, ενώ επορεύοντο, ακούσαντες τον ήχον των κερατινών συβοτών τινών Βουλγάρων και υπολαβόντες ότι κρύπτονται εχθροί όπως τους προσβάλωσιν, ετράπησαν εις φυγήν, καταλιπόντες εις τους συβότας εκείνους πάσαν την αποσκευήν και τους πλείστους των ίππων των. Θυμού διά ταύτα εμπλησθείς ο βασιλεύς τους προσέταξε να σπεύσωσι την εις Τζέπαιναν άφιξίν των, αν δεν ήθελον να υποκαύσωσι την οργήν του· αλλ' εκείνοι τον τρόμον εν τη καρδία έτι έχοντες προυτίμησαν να εκτεθώσιν εις την οργήν του βασιλέως μάλλον ή εις το ξίφος των Βουλγάρων.
Κατά τον αυτόν χρόνον συνέβη και γεγονός τι πολλήν επαπειλήσαν εις τους Γραικούς βλάβην. Ο Δραγωτάς, αυτός εκείνος όστις προ δεκαετίας παρέδωκεν εις τον Βατάτζην την πόλιν των Σερρών, άρχων ήδη του παρά το Μελένικον στρατεύματος, δυσανασχετών κατά του αυτοκράτορος, το μεν διά το φιλοβούλγαρον αυτού φρόνημα, το δε διότι δήθεν δεν αντημείφθη καλώς παρ' εκείνου διά τας προς τον πατέρα του εκδουλεύσεις, απεφάσισε να παραδώση τοις Βουλγάροις το Μελένικον. Συναγαγών λοιπόν τους στρατιώτας και άλλους εκ των περιχώρων παρεκάθησε του Μελενίκου το άστυ, όπερ εφρούρουν Θεόδωρος ο Νεςόγγιος και Ιωάννης ο Άγγελος, και προσεπάθει να κυριεύση αυτό. Οι πολιορκούμενοι, ολίγοι όντες, επέμενον ευθαρσώς τιτρώσκοντες διά βελών και τόξων τους έξωθεν· αλλ' έπασχον έλλειψιν ύδατος, και ήθελον βεβαίως αναγκασθή να παραδοθώσιν, ει μη ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς την επιβουλήν ήρχετο εις συνδρομήν των μετά πολυαρίθμου στρατού. Αφικόμενος δ' εντός δώδεκα ημερών εις Σέρρας και διανυκτερεύσας εκεί την νύκτα, έλαβε την επιούσαν την προς το Μελένικον άγουσαν οδόν· αλλ' επειδή επληροφορήθη ότι εις Ροπώλιον, ένθεν έμελλε να διέλθη και όπου ρέει ο ποταμός Στρυμών μεταξύ δύο ορέων συγκλειόμενος, εφρούρουν ικανοί Βούλγαροι, ο δε χώρος ην στενώτατος και παρέχων προς διάβασιν πλείστας δυσχερείας ου μόνον εκ της στενότητος αυτού, αλλά και εκ των φραγμών, ούς κατεσκεύασαν οι Βούλγαροι, εβράδυνε την πορείαν αυτού μέχρις ού πέμψας διά των δασών αποσπάσματα στρατιωτών του προσέβαλεν εξαπίνης εκ των υψωμάτων και εξεδίωξε τους εχθρούς μετά μεγίστης αυτών ζημίας. Ο Δραγωτάς ελθών όπως ενισχύση τους εκεί φρουρούντας, εφονεύθη καταπατηθείς κατά την τροπήν υπό των ίππων, ο δε βασιλεύς εισήλθεν εις την πόλιν ένθα υπό του λαού εγένετο δεκτός μετά πολλού ενθουσιασμού.
Διαμείνας ημέρας τινάς εις Μελένικον ο Θεόδωρος μέχρις ού παγιώση την τάξιν και τιμωρήση τους ενόχους, απάρας μετέβη εις Θεσσαλονίκην, και εκείθεν τον Βαρδάριον διαπεράσας, ελθών εστρατοπέδευσε παρά τα Βοδηνά, ένθα ηναγκάσθη να διακαρτερήση μικρόν όπως αναλάβη εκ νοσήματος εδρικού, υπό του οποίου, επιδημίου όντος, έπαθον και οι στρατιώται του. Εκ Βοδηνών μετέβη εις Πρίλαπον, όπου μηχανάς προσλαβόμενος και ελεπόλεις κατασκευάσας, επροχώρησε προς την Βελεσόν, ίνα πολιορκήση αυτήν· αλλ' οι κάτοικοι περίτρομοι γενόμενοι εκ της ελεύσεως του αυτοκράτορος παρεδόθησαν εν ακαρεί, επί τω όρω της ελευθέρας εκ της πόλεως εξόδου μετά των όπλων και των πραγμάτων αυτών. Εκείθεν έλαβε την προς τας Σέρρας άγουσαν οδόν, διερχόμενος χώρας ανοίκους και ανύδρους· αφικόμενος δε εις την πόλιν ταύτην έλαβε γραφάς του μεγάλου δομεστίκου Μουζάλωνος εξαγγέλλοντος αυτώ ότι στίφος Τατάρων διέτρεχε την Καππαδοκίαν, ενσπείρον τον τρόμον πανταχού άχρις αυτής της Νικαίας. Ταύτα πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ έδραμε προς βοήθειαν των απειλουμένων χωρών αλλά μόλις αφίκετο εις Έβρον επληροφορήθη ότι τα παρά του Μουζάλωνος γραφόμενα αυτώ δεν είχοντο αληθείας, τότε δε αναστείλας την ταχύτητα της πορείας αυτού οδοιπόρει σχολαιότερον, και τους συνήθεις εποιείτο βασιλικούς σταθμούς. Παρακλίνας δε της προς ανατολάς πορείας του, μετέβη εις Διδυμότοιχον, κακείθεν εις Αδριανούπολιν, ώστε εξ όσων πόλεων και φρουρίων οι Βούλγαροι είχον μετά την αποβίωσιν του Βατάτζη κυριεύσει, δεν τοις έμενον πλέον ειμή δύο, έν φρούριον σμικρότατον εν τοις βουνοίς κείμενον της Αχριδού, Πάτμος καλούμενον, το oποίον και αυτό μετ' ου πολύ εκυρίευσεν ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός Δούκας, και το άστυ της Τζεπαίνης, κείμενον μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, ένθα ρέει ο ποταμός Έβρος. Κατά του τελευταίου τούτου εκίνησεν ο Θεόδωρος εξ Αδριανουπόλεως· αλλ' αφικόμενος εις Μακρολιβάδα κατελήφθη υπό τοσούτον σφοδρού χειμώνος, ώστε ευρέθη εις λίαν δεινήν θέσιν, άτε τροφών στερούμενος και τους πολεμίους εγγύς έχων. Εν τοιαύτη καταστάσει διατελών ο αυτοκράτωρ, προσεκάλεσεν εις διάσκεψιν τους στρατηγούς αυτού, οίτινες όλοι σχεδόν εγνωμοδότησαν ότι έπρεπε να επιστρέψωσιν εις Αδριανούπολιν· αλλ' εκείνος, καίτοι μη απορρίψας την γνώμην των στρατηγών ποοέτεινεν όμως αντί να οπισθοχωρήσωσιν εις Αδριανούπολιν, να προχωρήσωσιν εις Στενίμαχον, διότι η εκ Μακρολιβάδος εις τας δύο πόλεις απόστασις ήτο η αυτή, και τροφαί υπήρχον εις αμφοτέρας εξίσου άφθονοι, ενώ αφ' ετέρου δεν ήθελε δείξει εις τους εχθρούς ότι αναγκάζεται εκ δειλίας να οπισθοχωρήση. Τοιουτοτρόπως κατηυθύνθη εις Διδυμότοιχον και μικρόν εκεί διαμείνας διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον· εις Λάμψακον δε πανηγυρίσας την εορτήν της του Χριστού γεννήσεως διήνυσεν εις Νύμφαιον το επίλοιπον του χειμώνος (198).
Το επιόν έτος ο Θεόδωρος ηγούμενος πολυαρίθμου στρατού εξεστράτευσε κατά των Βουλγάρων, τους οποίους προσβαλών εις Βιζύην ενίκησε μετά μεγίστης ζημίας, ο δε ηγεμών αυτών βλέπων ότι δεν δύναται ν' αντιστή προς αντίπαλον τοσούτο τολμηρόν και ακάματον, χρησάμενος τη μεσολαβήσει του πενθερού του Ούρου εζήτησεν ειρήνην, ήτις και εγένετο δεκτή, παραχωρηθείσης τω αυτοκράτορι της Τζεπαίνης (199).
Αι αδιάλειπτοι εκστρατείαι, εις άς ηναγκάζετο να καθυποβάληται ο Θεόδωρος, εκλόνισαν μεγάλως την άλλως ακροσφαλή υγείαν του. Το φρικώδες της επιληψίας πάθος ήρξατο ήδη μαστίζον αυτόν, μάτην δε κατέφυγεν εις της ιατρικής την δύναμιν όπως εξαλείψη νόσον, ήτις ήτο αυτώ κληρονομική. Αι δυνάμεις του από ημέρας εις ημέραν εξηντλούντο, αι δε προσβολαί της επιληψίας συνεχέστερον επανελαμβάνοντο, ώστε ο Θεόδωρος αποκαμών ήδη εις το άνθος έτι της ηλικίας του, απεβίωσε κατ' Αύγουστον του 1259 τριάκοντα και επτά ετών ων, και μετά τριών ετών και δέκα μηνών αυτοκρατορίαν, και ετάφη όπου και ο πατήρ αυτού εν τη των Σωσάνδρων μονή. Κατέλιπε δε θανών ένα υιόν, Ιωάννην καλούμενον, το όγδοον της ηλικίας αυτού έτος διανύοντα, και τέσσαρας θυγατέρας (200).
Ο Θεόδωρος αποθνήσκων κατέστησε διά διαθήκης επίτροπον της βασιλείας διά την ενηλικιότητα του υιού αυτού, τον δομέστικον Γεώργιον Μουζάλωνα· αλλ' ο ανήρ ούτος δεν απελάμβανε την συμπάθειαν του λαού και ιδία των της πρώτης τυγχανόντων τάξεως, διότι αλαζονία και σκληρότητι φερόμενος, ούς μεν καθείρξε και ετύφλωσεν, ούς δε αλλεοτρόπως ητίμασε. Συνωμοσία λοιπόν εσχεδιάσθη κατ' αυτού, ής προεξήρχον οι δυσαρεστημένοι, Αλέξιος Στρατηγόπουλος, Κωνσταντίνος Τορνίκης, Θεόδωρος Φιλής, Γεώργιος Ζαγαρομμάτης, Νικηφόρος Αλυάττης και έτεροι, και ο θάνατος του επιτρόπου απεφασίσθη. Ενώ λοιπόν την εννάτην μετά την αποβίωσιν του Θεοδώρου ημέραν ο Μουζάλων εν τη μονή των Σωσάνδρων ετέλει το μνημόσυνον εκείνου, εφορμήσαντες κατ' αυτού οι συνωμόται τον κατέσφαξαν μετά πάσης της οικογενείας του, και τοιουτοτρόπως ο αυτοκρατορικός θρόνος έμεινε σχεδόν κενός, του Ιωάννου αφήλικος έτι όντος (201).
Μετά τον φόνον του Μουζάλωνος συνελθόντες οι στρατηγοί και οι εν τέλει, εσκέφθησαν ότι ώφειλον να εκλέξωσι τοποτηρητήν της αυτοκρατορίας, άνδρα ακμαίον και ικανόν, ως τοιούτον δε έκριναν τον Μιχαήλ Κομνηνόν, υιόν του Ανδρονίκου Παλαιολόγου και μέγαν δομέστικον όντα. Τούτον λοιπόν περιβαλόντες το πρώτον δι' αξιώματος δεσποτικού, μικρόν μετά ταύτα και αυτοκράτορα ανηγόρευσαν, του πατριάρχου Αρσενίου στέψαντος αυτόν κατά Ιανουάριον του 1260 εν Νικαία. Αλλ' ενώ οι Γραικοί αυτοκράτορες, ανακτώντες τας επαρχίας των, διεδέχοντο αλλήλους, τι συνέβαιναν εν Κωνσταντινουπόλει; Τι έπραττεν ο Βαλδουίνος; (202)
Ο τον Πάπαν Ιννοκέντιον διαδεξάμενος Αλέξανδρος Δ'. αναβαίνων επί τον παπικόν θρόνον δεν ελησμόνησε τας υπέρ ενώσεως των δύο εκκλησιών και τας υπέρ του Βαλδουίνου προσπαθείας του προκατόχου αυτού. Ενώ λοιπόν αφ' ενός εξελιπάρει την Ευρώπην να συνδράμη την καταρρέουσαν Φραγκικήν αυτοκρατορίαν, αφ' ετέρου έπεμπε προς τον Θεόδωρον τον επίσκοπον Ορβιέτου όπως προτρέψη αυτόν εις την ένωσιν. Ο Θεόδωρος απησχολημένος ων κατά το βραχύ διάστημα της βασιλείας του εις τον προς τους Βουλγάρους πόλεμον, ουδεμίαν προσοχήν παρέσχεν εις τους λόγους του επισκόπου εκείνου, διά την αυτήν δε αιτίαν ουδέ εις ρήξιν ήλθε προς τους Φράγκους· αλλ' αι επιδρομαί και αι λεηλασίαι άς οι Γραικοί εποιούντο εις τας χώρας εκείνων, εις τοσαύτην έκπτωσιν κατήντησαν την Κωνσταντινούπολιν, ώστε ο πατριάρχης αυτής Ιουστινιάνης, πάσχων δεινήν ένδειαν ηναγκάσθη να γράψη προς τον Πάπαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του· εκείνος δε κατά Ιούλιον του 1257 διέταξε τους επισκόπους του Μωρέως να πέμψωσι βοηθείας προς τον πειναλέον πατριάρχην. Το γεγονός τούτο δεικνύει άριστα την οικτράν κατάστασιν, εις ήν διετέλει η εν τη Ανατολή Φραγκική δυναστεία (203).
Ο Βαλδουίνος βλέπων εκ Κωνσταντινουπόλεως τα εν Νικαία επισυμβαίνοντα ουδέ τα μέσα, ουδέ την τόλμην εκέκτητο όπως επωφεληθή εξ αυτών. Ενόμισε δε ότι ο Μιχαήλ αυτοκράτωρ αναγορευθείς και έχων πλείστους παρ' εαυτώ αντιζήλους, ήθελε προτιμήσει την μετά των γειτόνων του ειρήνην μάλλον ή τον πόλεμον. Πέμψας λοιπόν προς αυτόν πρέσβεις τω συνεχάρη διά την επί τον θρόνον ανάβασίν του, και τω υπέβαλε προτάσεις παραλόγους, άς μόνον νικητής προς ηττηθέντα εδικαιούτο να προτείνη· διότι εζήτησε παρά του Μιχαήλ την εις αυτόν παραχώρησιν της Θεσσαλονίκης και απάσης της Μακεδονίας και Θράκης μέχρι Κωνσταντινουπόλεως. Ο αυτοκράτωρ ακούσας τας τοιαύτας παραλόγους απαιτήσεις των Φράγκων, μετά σαρκασμού απήντησε προς τους πρέσβεις του Βαλδουίνου, ειπών· «Η Θεσσαλονίκη είνε σχεδόν πατρίς μου, διότι εκεί ηγεμόνευεν ο εμός πατήρ, όστις, ως οίδατε, ην μέγας δομέστικος, εκεί απεβίωσε και εκεί ετάφη· πώς λοιπόν είνε δυνατόν να δώσω την πόλιν ταύτην;» οι πρέσβεις μη εννοήσαντες τον σαρκασμόν, υπέλαβον· «Λοιπόν τότε δος ημίν, ω βασιλεύ, την πόλιν των Σερρών μέχρι της Κωνσταντινουπόλεως.» Ο δε βασιλεύς απεκρίθη προς ταύτα· «Και πάλιν δεν μου ζητείτε μικρόν πράγμα, διότι η ηγεμονεία μου ήρξατο από της πόλεως εκείνης, ής ήμην στρατηγός, επομένως αγαπώ τας Σέρρας ως ετέραν πατρίδα μου, ώστε ουδέ την πόλιν ταύτην δύναμαι να δώσω.» «Έστω, αντείπον οι πρέσβεις, δος ημίν τουλάχιστον τα εκ Βολερού μέχρις ημών.» «Αλλ' ουδ' αυτά δύναμαι να δώσω, απεκρίθη ο αυτοκράτωρ, διότι πολλάκις, εκεί εθήρευσα και εγενόμην επιτήδειος κυνηγός, άλλως τε ο τόπος αυτός μοι αρέσκει διότι έχει πολλήν θήραν και επιθυμώ ενίοτε να φοιτώ προς κυνήγιον εν αυτώ.» Βλέποντες τέλος οι πρέσβεις την άρνησιν του βασιλέως, τω είπον. «Λοιπόν τι δώσεις ημίν;» Αποκριθείς δε προς ταύτα εκείνος, υπέλαβεν, «Εγώ μεν ουδέν δώσω ημίν· σεις όμως αν θέλητε την μετ' εμού ειρήνην πρέπει να μοι πληρώνητε φόρον ίσον προς το ποσόν, όπερ καρπούσθε εκ του εμπορίου της Κωνσταντινουπόλεως. Αν συγκατατίθησθε εις τούτο, καλώς· τουναντίον, ετοιμάσθητε εις πόλεμον (και γνωρίζετε, αφ' ότου είχον την ηγεμονείαν της Βιθυνίας και Ταρσίας, πώς πολεμώ εγώ) ο δε Θεός θέλει αποφασίσει περί της νίκης.» Τοιουτοτρόπως καταισχυνθέντες οι των Λατίνων πρέσβει επέστρεψαν άπρακτοι εις Κωνσταντινούπολιν (204). Πριν ή πραγματοποιήση την απειλήν αυτού ταύτην ο Μιχαήλ εξαπέστειλε δυνάμεις υπό τον αδελφόν αυτού Ιωάννην Παλαιολόγον και άλλους στρατηγούς κατά του ομωνύμου αυτώ δεσπότου της Ηπείρους όστις βλέπων αφ' ενός μεν την ασθένειαν του Βαλδουίνου, αφ' ετέρου δε την ταραχώδη και ανώμαλον κατάστασιν της αυτοκρατορίας της Νικαίας, επαιρόμενος δε εις την συμμαχίαν των δύο γαμβρών αυτού Μαμφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας, και Γουλλιέλμου του πρίγγιπος Αχαΐας και Μωρέως, συνέλαβε την ελπίδα να γείνη αυτοκράτωρ, κυριεύων πρώτον μεν διαφόρους χώρας του αυτοκράτορος της Νικαίας, είτα δε και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Συμπλακέντων δε των δύο εχθρικών στρατών εν Αχριδώ, ο δεσπότης της Ηπείρου ηττήθη κατά κράτος, και συνεπεία της ήττης ταύτης άπασα σχεδόν η Θεσσαλία περιήλθεν εις την εξουσίαν του αυτοκράτορος, αιχμαλωτισθέντος κατά την μάχην ταύτην και του πρίγγιπος της Αχαΐας (205).
Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος μετά την αποβίωσιν του δεσπότου της Ηπείρου, έστρεψεν άπασαν αυτού την προσοχήν προς την Κωνσταντινούπολιν, μελετών να εκδιώξη εξ αυτής τους Φράγκους, διότι ενόσω δεν εγίνετο κύριος της περιφήμου εκείνης πόλεως, εν ή προ χιλίων ήδη ετών οι αυτοκράτορες είχον στήσει τον θρόνον των, ενόμιζεν ότι ήτο απλούς ηγεμονίσκος και μηδέν περιπλέον. Ανερρίπιζε δε τας ελπίδας του η μεγίστη παραλυσία, εις ήν περιήλθον οι Φράγκοι, και τον αρχικόν αυτών χαρακτήρα αποβαλόντες, και των πάντων έλλειψιν υφιστάμενοι. Ο Βαλδουίνος όστις είχε διανύσει τον βίον επαιτών συνδρομάς παρά των ηγεμόνων τας Ευρώπης, ουδέ στρατόν εκέκτητο πλέον, ουδέ χρήματα· εκ δε της αρχαίας λαμπρότητος της αυτοκρατορίας, δεν τω έμενον άλλο τι ειμή υπέρογκα χρέη. Όπως δε επαρκέση εις τας ανάγκας του οίκου του και των ολίγων στρατιωτών, οίτινες τω απελείποντο προς φρούρησιν της πόλεως, υπεχρεώθη να λάβη τον μόλυβδον των σκεπών των εκκλησιών και των ανακτόρων δια να κόψη νόμισμα (206). Αι ζωοτροφίαι έλειπον, και όπως πορισθή ξυλείαν προς θέρμανσιν, εδέησε να κρημνίση πολυαρίθμους οικίας ιδιωτών. Εις τοσαύτην ενί λόγω ανάγκην περιήλθεν, ώστε ίνα λάβη χρήματα παρά τινων Ενετών, ενεχυρίασε προς αυτούς τον μόνον υιόν του Φίλιππον, όστις αποσταλείς εις Ενετίαν έμεινεν εκεί πολύν έτι χρόνον και μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Γραικών (207).
Ο Μιχαήλ διελθών τον Ελλήσποντον εν Καλλιουπόλει, επιλάμψαντος του έαρος του 1260, εβάδισε κατά της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά πριν ή προσβάλη αυτήν, ηθέλησε βαθμηδόν να κυριεύση τα έξωθεν αυτής φρούρια, αρξάμενος από της Συλληβρίας, την οποίαν εν βραχεί ήλωσεν. Τοιουτοτρόπως δε κύριος γενόμενος της πόλεως εκείνης και πάντων των παρ' αυτή οχυρών θέσεων, διηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν ουχί εις τα ίδια αυτού στρατεύματα θαρρών, αλλά εις τους λόγους του Ανσώ, δε-Τουσσή, όστις αιχμαλωτισθείς μετά του Βιλαρδουίνου εν τη μάχη της Αχριδού, ηλευθερώθη μετά πολλών δώρων, υποσχεθείς εις τον αυτοκράτορα να παραδώση αυτώ την Κωνσταντινούπολιν άνευ αιματοχυσίας, διότι είχε, καθ' ά έλεγε, τον οίκον αυτού επί των τειχών της πόλεως, εις τρόπον ώστε ηδύνατο ευχερώς να τον εισαγάγη εντός. Ο Μιχαήλ εξαπατηθείς υπό των υποσχέσεων τούτων, έπεμψε στρατόν ίνα πολιορκήση τον Γαλατάν και απασχολήση εκεί όλας τας δυνάμεις των πολεμίων, ενώ αυτός διά της προδοσίας του Ανσώ ήλπιζε να εισέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και γείνη κύριος αυτής. Κατά την πολιορκίαν λοιπόν του Γαλατά πέμψας πρέσβεις προς τον Ανσώ τω υπέμνησε τας υποσχέσεις του, και εζήτει την εκπλήρωσιν αυτών· αλλ εκείνος, οτέ μεν διά τον ένα λόγον, οτέ δε διά τον άλλον, απέφευγε τούτο. Επί τέλους δε ρίψας το προσωπείον είπεν ότι ουδέν δύναται να πράξη, διότι ο βασιλεύς υποπτευθείς αυτόν, τον επετήρει αυστηρώς. Ο Μιχαήλ γνους την απάτην του εξηκολούθησε την πολιορκίαν του Γαλατά· αλλ' επειδή δεν είχε πλοία να διακόψη την μεταξύ αυτού και της Κωνσταντινουπόλεως συγκοινωνίαν, ηναγκάσθη να λύση την πολιορκίαν και ανακάμψη εις Ασίαν. Καθ' οδόν δε όντι, τω εστάλησαν παρά του Βαλδουίνου τρεις πρέσβεις ίνα τω ζητήσωσιν ειρήνην, την οποίαν όμως, κατά τον Παχυμέρην, ηρνήθη, ενώ, κατά τον Ακροπολίτην, εδέχθη επί έν έτος· όπως δε και αν έχη το πράγμα, η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσε (208).
Κατά την πολιορκίαν του Γαλατά, στρατιώται τινες, περιτρέχοντες τας πεδιάδας, εισήλθον εις την εκκλησίαν του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, ήτις ερειπιωθείσα, κατέστη καταφύγιον ποιμνίων εν ώρα χειμώνος· ενώ δε εθαύμαζον την διακρινομένην έτι του οικοδομήματος καλλονήν, παρετήρησαν είς τινα γωνίαν σκελετόν τινα καλώς προσηρμοσμένον, εις τας σιαγόνας του οποίου οι ποιμένες εκ βεβήλου αστειότητος είχον θέσει αυλόν ποιμενικόν· πλησιάσαντες δε ανέγνωσαν επί του τοίχου επίγραμμά τι εξ ού κατεδείκνυτο ότι αυτός ην ο σκελετός του αυτοκράτορος Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Ο Μιχαήλ, πληροφορηθείς τούτο, πέμψας παρέλαβε τον σκελετόν και καλύψας αυτόν διά πορφύρας τον μετέφερεν εις Συλλήβριαν, ένθα τον έθαψεν εις την μονήν του Σωτήρος (209).
Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ δεν έπαυε νυχθημερόν σκεπτόμενος περί των μέσων δι' ών ηδύνατο ν' ανακτήση την Κωνσταντινούπολιν. Οι Ενετοί και οι Γενουήνσιοι εκέκτηντο εν αυτή μεγάλα καταστήματα, έκπαλαι δε εις αντιζηλίαν διακείμενοι, είχον τω καιρώ εκείνω σφόδρας έριδας περί του εν Πτολεμαΐδι μοναστηρίου του Αγίου Σάββα, ού αμφότεροι ωκειοποιούντο την κατοχήν. Οι Ενετοί ενδιεφέροντο μεγάλως εις την διατήρησιν του Φραγκικού κράτους, διότι συμμετείχον των ωφελειών αυτού· τούτου δ' ένεκα, πιστοί μένοντες εις τον ατυχή Βαλδουίνον, πάσαν κατέβαλον προσπάθειαν όπως σώσωσιν αυτόν. Επωφελούμενος εκ της διαμάχης ταύτης των δύο δημοκρατιών ο αυτοκράτωρ συνωμολόγησε τη 13 Μαρτίου 1261 συνθήκην μετά των Γενουηνσίων, οίς παρεχώρει πολλάς ασυδοσίας και προνόμια, επί τω όρω ότι ήθελον ούτοι τω προσφέρει τριάκοντα πλοία επί ωρισμένη τιμή. Η συμμαχία αύτη απεστέρησε τον Βαλδουίνον της συνδρομής των τε Γενουηνσίων, οίτινες ηνώθησαν μετά των Γραικών, και των Ενετών, οίτινες ασχολούμενοι όπως αντικρούσωσι τας εν Πτολεμαΐδι προσβολάς των πολεμίων των, ηναγκάζοντο να παραμελήσωσι την υπεράσπισιν της Κωνσταντινουπόλεως (210).