Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών
Part 17
Ολίγας ημέρας εν τη πόλει εκείνη προσκαρτερήσας ο βασιλεύς και υπό του χειμώνος κατεπειγόμενος ν' αναχωρήση κατέλιπεν εν μεν τη Θεσσαλονίκη φρούραρχον τον μέγαν δομέστικον Ανδρόνικον Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, εν δε τω Μελενίκω, ταις Σέρραις και τοις περιχώροις τον τούτου υιόν Μιχαήλ Κομνηνόν, και κατακλείσας τον τέως δεσπότην της Θεσσαλονίκης Δημήτριον εις το φρούριον των Λεντιανών, επέστρεψε κατά μήνα Δεκέμβριον του 1246 εις Ασίαν· αποθανόντος δε μετ' ου πολύ του Ανδρονίκου Κομνηνού, ο Βατάτζης ενεπιστεύθη την διοίκησιν της Θεσσαλονίκης εις τον Θεόδωρον Φιλήν. Μετά δε την άλωσιν της Θεσσαλονίκης ο αυτοκράτωρ επιθυμεί όπως υπό το σκήπτρόν του υποτάξη και τας μήπω κυψάσας χώρας, όσας κατείχον ο δεσπότης Θεόδωρος Άγγελος και οι Φράγκοι.
Παραχειμάσας ο Βατάτζης εις Νυμφαίον ήρεν, έαρος φανέντος, εκείθεν, προτιθέμενος να προσβάλη τη Τζουρουλόν και την Βιζύην. Διαπεραιωθείς λοιπόν τον Ελλήσποντον, πρώτον μεν αφίκετο εις Τζουρουλόν, ήν ήρχεν ο Ανζώ δε-Καχιέ, σύζυγος Ευδοκίας της αδελφής της αποθανούσης αυτού γυναικός Ειρήνης. Ο Ανζώ επαιρόμενος επί τη συγενεία ταύτη ήλπισεν ότι ο Βατάτζης δεν θέλει κυριεύσει την πόλιν· καταλιπών όθεν την σύζυγον αυτού Ευδοκίαν, αυτός εξήλθε της Τζουρουλού. Αλλ' ο Βατάτζης πολιορκήσας και αλώσας την πόλιν, την μεν γυναικαδέλφην αυτού απέπεμψεν εις Κωνσταντινούπολιν, τους δε φρουρούς του άστεως απέλυσεν. Εκυρίευσε δ' επίσης εντός μικρού και την Βιζύην (183).
Ενώ ο Βατάτζης επεξέτεινε τας κτήσεις αυτού, ο Βαλδουίνος μετά την εν Λουγδούνω σύνοδον εις Παρισίους διαμένων, εξηκολούθει επαιτών χρηματικάς και στρατιωτικάς επικουρίας παρά των ηγεμόνων της Ευρώπης υπέρ της τα λοίσθια πνεούσης αυτοκρατορίας του· αλλ' η φήμη των τεραστίων του Βατάτζη επιτυχιών τον έπεισεν όπως επανέλθη όσω τάχιον εις το κράτος του. Πριν δε ή αναχωρήση εκ Γαλλίας, μετέβη εις την κομητείαν του Ναμούρ και συνεφώνησε μετά των οικείων του ότι αν αυτός ή τα τέκνα του ήθελον αποβιώσει άνευ κληρονόμων, τοιαύτη ήθελε θεωρείσθαι η αδελφή του Μαργαρίτα κόμησσα του Βιανδέν, και ταύτης θανούσης, η αδελφή του Ελισσάβετ, κυρία του Μονταγού, και μετά την αποβίωσιν αυτής η τρίτη αδελφή του Αγνή, ηγεμονίς της Αχαΐας. Εκ Γαλλίας μετέβη εις Αγγλίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του Ερρίκου Γ'. διατρίψας δ' εκεί ολίγον χρόνον επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, κατά Οκτώβριον 1248. Άμα δ' επανελθών εις την πρωτεύουσαν έπεμψεν εις Γαλλίαν την σύζυγόν του Μαρίαν, δους αυτή πλήρη εξουσίαν να υποθηκεύση άπαντα τα κτήματά του όπως εξοφλήση διάφορα ποσά, τα οποία είχε δανεισθή (184).
ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ', καί τοι απασχολημένος περί πολλά σπουδαιότερα αντικείμενα, δεν απηξίου προσοχής και την κατάστασιν της Ελληνικής εκκλησίας. Βλέπων ότι ενόσω υφίστατο η θρησκευτική διαίρεσις μεταξύ Γραικών και Φράγκων, αδύνατον ήτο να παγιωθή η εξουσία αυτών εν τη Ανατολή, πάσαν κατέβαλλε προσπάθειαν όπως καταπαύση το σχίσμα εκείνο των δύο εκκλησιών. Από του 1247 είχεν ήδη αποστείλει ως έξαρχον αυτού κατά την Ανατολήν, την Ελλάδα, την Αρμενίαν, την Τουρκίαν, το Ικόνιον και την Βαβυλώνα τον μοναχόν Λαυρέντιον, εις όν ενετείλατο να περιορίση όσω εδύνατο τας κατά των Γραικών βιαιοπραγίας των Φράγκων, και χύση βάλσαμον παρηγορίας και λήθης εις όσα ούτοι υπ' εκείνον υπέστησαν. Ο Λαυρέντιος ελθών εις Νίκαιαν συνδιελέχθη προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον πείση να συνεργασθή μετ' αυτού περί της ενώσεως των εκκλησιών, τας αυτάς δε προσπαθείας κατέβαλε και παρά τω των Αρμενίων πατριάρχη· μετεχειρίσθη δε ως όργανον και παρά τω Βατάτζη την βασίλισσαν της Ουγγαρίας και σύζυγον του γαμβρού αυτού Βήλα, ίνα τον πείση ν' αποβάλη το ορθόδοξον θρήσκευμα και ενωθή μετά της δυτικής εκκλησίας. Ο αυτοκράτωρ εμπαίζων τον Πάπαν και θέλων να επωφεληθή της περιστάσεως όπως παρεμποδίση τας περιμενομένας εις Κωνσταντινούπολιν ες Εσπερίας επικουρίας, έδειξε προθυμίαν τινά όπως συντελέση εις την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Αλλ' ηγεμών τοσούτω αγέρωχος και γενναίος εδύνατο ποτέ κατά βάθος να επιθυμήση τοιαύτην ένωσιν, εν άλλαις λέξεσιν, υποταγήν τυφλήν, οίαν ηννόει ο Ρωμαίος ποντίφιξ (185).
Κατά τους χρόνους τούτους (1250) ηλώθη και το άστυ της νήσου Ρόδου υπό των Γενουηνσίων νύκτωρ δι' απάτης· διότι απόντος του διοικητού της νήσου Ιωάννου Γαβαλλά περί τα μέρη της Νικομηδείας, οι Γενουήνσιοι πέμψαντες στόλον κατέλαβον αυτό. Ο αυτοκράτωρ γνους το γενόμενον έπεμψε κατ' αυτών τον επί του κεράσματος δούκα Ιωάννην τον Καντακουζηνόν, όστις ελθών μετ' ολίγων δυνάμεων, τας οποίας εδυνήθη να συναγάγη, προσέβαλε τους Γενουηνσίους και κατέλαβε δύο φρούρια, το Φιλέρημον και το Λικτόν, λαβών δε μετά τινα χρόνον επικουρίαν παρά του βασιλέως κατηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν της νήσου και επολιόρκησε τους Γενουηνσίους, οίτινες εξελάσαντες τους εγχωρίους και ευρόντες αφθονίαν τροφών ήσαν εις κατάστασιν επί πολύν χρόνον ν' αντιστώσι πολιορκούμενοι. Αλλ' όμως ήθελον επί τέλους αναγκαστή να παραδοθώσιν, ει μη τοις ήρχετο επικουρία τις έξωθεν πάντως απροσδόκητος. Ο της Αχαΐας πρίγγηψ Βιλλαρδουίνος και ο Δουξ της Βουργουνδίας Ούγος αναγόμενοι εις την Συρίαν, όπως φέρωσιν επικουρίαν εις τους εκεί Φράγκους, και αράξαντες εν τη Ρόδω, παρεχώρησαν εις τους πολιορκουμένους πλέον των εκατόν ιπποτών, η δε νέα αύτη επικουρία ηνάγκασε τον Καντακουζηνόν να αποχωρήση εκ του άστεως και καταφύγη προς το φρούριον Φιλέρημον. Οι ιππόται καταλείποντες τότε εις την φρούρησιν της πόλεως τους πεζούς, εξήρχοντο εις τα περίχωρα και εισεκόμιζον πολλάς τροφάς, ώστε μετ' ου πολύ επήλθεν εις τους στρατιώτας του Καντακουζηνού σπάνις των επιτηδείων. Εν τούτοις ο Βασιλεύς Ιωάννης καταλαβών το Νύμφαιον, και στόλον αξιόλογον εν τη Σμύρνη συσκευασάμενος, τριήρεις τε ιππαγωγούς οικονομήσας, εξαπέστειλεν αυτάς εις Ρόδον, υπό τον πρωτοσέβαστον Θεόδωρον Κοντοστέφανον, εις όν έδωκεν οδηγίας εγγράφους περί του τι έμελλε να πράξη. Αφικόμενος λοιπόν ούτος εις Ρόδον κατετρόπωσε τους Φράγκους, συναντήσας δε εις τους αγρούς ληιζομένους τους εκατόν ιππότας, ούς ο Βιλλαρδουίνος και ο Ούγος κατέλιπον, επέρασεν αυτούς εν ονόματι μαχαίρας. Τοιουτοτρόπως οι Γενουήνσιοι στερηθέντες των επικούρων εκείνων κατεκλείσθησαν εις την πόλιν και πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν επί τω όρω ότι ο βασιλεύς ήθελε φεισθή της ζωής αυτών· ώστε και πάλιν η Ρόδος περιήλθεν υπό την εξουσίαν του Βατάτζη (186).
Δις μέχρι τούδε ο Βαλδουίνος είχε μεταβή εις Εσπερίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν των ομοφύλων υπέρ του ευρωτιώντος θρόνου του, χωρίς κατ' ουδέν να παραλλάξη την κατάστασιν αυτού, είτε διότι οι ηγεμόνες και ο Πάπας δεν συνέδραμον αυτόν αποτελεσματικώς, είτε διότι αυτός ήτο ανίκανος όπως χρησιμοποιήση την συνδρομήν εκείνων. Απεφάσισε λοιπόν και τρίτον να απέλθη εις Ευρώπην, καταλείπων τοποτηρητήν αυτού τον Φίλιππον δε-Τουσή και συνοδευόμενος υπό του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου του εκ Πλακεντίας, τον οποίον μικρόν μετέπειτα εν Μεδιολάνοις αποβιώσαντα αντεκατέστησεν ο υπό του Ιννοκεντίου διορισθείς Παντολέων Ιουστινιάνης ευγενής Ενετός. Ο Πάπας διορίσας αυτόν ηθέλησε να κολακεύση τους Ενετούς, οίτινες μόνοι σχεδόν συνέδραμον μετά ζήλου την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· προς τούτο δε τω έδωκε και τον τίτλον εξάρχου Ρωμανίας, τον οποίον τω επεκύρωσεν οψιαίτερον ο Πάπας Αλέξανδρος Δ'. Όπως δε δυνηθή να επαρκέση εις τας ανάγκας του στρατού, τω επέτρεψε να εκποιήση ή υποθηκεύση τα κτήματα της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησίας αντί του ποσού χιλίων μαρκών χρυσίου (187).
Αι περιοδείαι του Βατάτζη ήταν πάντη διάφοροι των του Βαλδουίνου, διότι έκαστον βήμα αυτού ήτο και μία κατάκτησις. Ο μεγαλοφυής ούτος ανήρ σκοπόν είχε να ανακτήση ό,τι οι προκάτοχοι αυτού απώλεσαν, και ανορθώση το τεταπεινωμένον και δεδουλωμένον Βυζαντινόν Κράτος. Όπως δε δυνηθή να στρέψη απάσας αυτού τας δυνάμεις κατά των Φράγκων, συνέθετο ειρήνην μετά των Τούρκων του Ικονίου, κατέστρεψε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης, υπέταξε μέρος της Βουλγαρίας και εταπείνωσε τον βασιλέα αυτής, μόνοι δε οι δεσπόται της Ηπείρου Θεόδωρος ο Τυφλός και Μιχαήλ ο Νόθος ηδύναντο κατά τι να απασχολήσωσιν αυτόν· αλλά και την δυσχέρειαν ταύτην υπερενίκησεν ο Βατάτζης, διότι του Μιχαήλ πέμψαντος πρέσβεις και ζητήσαντος παρ' αυτού υπέρ του πρωτοτόκου υιού του Νικηφόρου την εγγονήν του Μαρίαν εις γάμον, ο Βατάτζης ενέδωκε προθύμως εις την πρότασιν ταύτην. Παραλαβούσα λοιπόν τον Νικηφόρον η του Μιχαήλ σύζυγος Θεοδώρα μετέβη εις την πόλιν των Πηγών ένθα ήτο και ο Βατάτζης μετά της εγγονής αυτού, εκεί δε ετελέσθη η μνηστεία των παίδων, μεθ' ό η Θεοδώρα επέστρεψεν εις τα ίδια, εγγύας λαβούσα ότι ο γάμος αυτών γενήσεται μετά έν έτος (188).
Αλλά το της παροιμίας «στρεβλόν ξύλον ου ποτ' ορθόν, και ο Αιθίωψ ουκ οίδε λευκαίνεσθαι» φαίνεται ότι επηλήθευεν επί του Μιχαήλ, διότι το άστατον και παλίμβουλον αυτού ουδέ ο φόβος, ουδέ η προταθείσα συγγένεια επέτυχε μεταβάλη. Μεταχειριζόμενος λοιπόν σύμβουλον τον θείον αυτού Άγγελον εφώρμησεν εις αποστασίαν κατά του βασιλέως, υπερέβη την οικείαν χώραν και επέδραμεν εις τας προς δυσμάς πόλεις, αίτινες ανήκον εις τον Βατάτζην. Ταύτα πληροφορηθείς ούτος, ελθόντος του έαρος, συνήθροισε πολυπληθή στρατόν και διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, πολλούς μεν και άλλους έχων στρατηγούς, ανώτερον δε πάντων καταστήσας τον Νικηφόρον Ταρχανιώτην, και καταλαβών την Θεσσαλονίκην, εστρατοπέδευσε προ των Βοδηνών, έδρας Θεοδώρου του Τυφλού. Ούτος, πληροφορηθείς την έλευσιν του στρατού του Βατάτζη, καταλιπών την πόλιν έφυγε προς τον ανεψιόν αυτού· ο δε βασιλεύς κυριεύσας τα Βοδηνά έστησε τας σκηνάς του παρά τη λίμνη του Οστροβού, ένθεν εξαπέστειλε κατά των χωρών του δεσπότου τους στρατηγούς του Αλέξιον Στρατηγόπουλον, Μιχαήλ Παλαιολόγον, Ιωάννην Μακρηνόν, και Γουδέλην Τύραννον όπως λαφυραγωγώσι τα πέριξ και ει που τύχωσι τα στρατεύματα αυτού να τα προσβάλωσι, και αν δυνηθώσι, να πορθήσωσι και αυτήν την πρωτεύουσάν του. Και εκείνοι μεν ελαφυραγώγουν τας χώρας του Μιχαήλ και λείαν πολλήν έφερον, αλλ' ο βασιλεύς μένων άπρακτος ηγανάκτει, δυσηρεστείτο δε και το στράτευμα, διότι ο καιρός ήτο χειμέριος και ώφειλον να πορίζωνται τα χρειώδη εκ Βερροίας διά καμήλων και ημιόνων. Εν τοιαύτη δυσχερεί θέσει διατελούντι τω Βατάτζη, επήλθεν ανέλπιστος επίκουρος, ο Θεόδωρος Πετραλείφας, ού η μεν αδελφή ην σύζυγος Θεοδώρου του Τυφλού, η δε γυνή, θυγάτηρ Δημητρίου του Τορνίκη, στενού φίλου του αυτοκράτορος, και όστις τοιουτοτρόπως ενείχετο και εις των δύο τας μερίδας. Ο Πετραλείφας ούτος φρούραρχος της Καστορίας επ' ονόματι του Μιχαήλ ων, ελθών προς τον αυτοκράτορα τω παρέδωκεν αυτήν, το δε παράδειγμα της Καστορίας εμιμήθησαν αι δύο Δεαβόλεις και άπασα σχεδόν η Αλβανία. Ο Μιχαήλ ταραχθείς εκ της προδοσίας ταύτης, ήτις του αφήρει μέγα μέρος των κρατών του απεφάσισε να διατηρήση τα επίλοιπα, προτείνων ειρήνην διά πρέσβεων του μητροπολίτου Ναυπάκτου και Ξηρού, του επ' αδελφή γαμβρού αυτού Μαλισσηνού και του Λαμπέτου. Ο Βατάτζης εδέχθη τας προτάσεις, αλλ' επέβαλεν όρους λίαν βαρείς, τους οποίους όμως ο Μιχαήλ ηναγκάσθη να παραδεχθή· διά δε της συνθήκης ταύτης ο Πρίλαπος, ο Βελεσός και το φρούριον της Κρόας περιήλθαν εις τον αυτοκράτορα. Παραχειμάσας δ' ούτος εν τοις Βοδηνοίς και καταλιπών στρατηγούς Αλέξιον τον Ραούλ και Μιχαήλ Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, απήλθεν εις Άχριδα, κακείθεν εις Δεάβολιν και εις Καστορίαν (189).
Ενώ ο αυτοκράτωρ διέτριβε περί την Οστροβόν, Νικόλαος ο Μαγκλαβίτης, εκείνος όστις επρόδωκε προς αυτόν το Μελένικον, κατήγγειλε τον Μιχαήλ Παλαιολόγον ως συνωμοτούντα κατ' αυτού· αλλ' επειδή τότε δεν ήτο καιρός εύθετος όπως εξετασθώσι τοιαύτα πράγματα, άλλων σπουδαιοτέρων επικειμένων, ο Βατάτζης ανέβαλε την έρευναν, και περιωρίσθη να περικυκλώση τον Μιχαήλ υπό κατασκόπων. Οτε δ' επανήλθεν εκ της περιοδείας του εις Φιλίππους, υπ' ουδενός περισπώμενος, απεφάσισε να διευκρινίση την υπόθεσιν, διορίσας δικαστάς όπως διεξαγάγωσι τα κατ' αυτήν. Ο Μαγκλαβίτης προσήγαγε δύο αξιωματικούς, ών ο είς ελθών τω απεκάλυψε τα κατά τον Μιχαήλ και κατήγγειλε τον έτερον ως ειπόντα αυτώ ότι οι Παλαιολόγοι ήσαν προωρισμέναι διά την αυτοκρατορίαν, και ότι τούτο ουδόλως ην αδύνατον, καθόσον ο Μιχαήλ νυμφευόμενος Θάμαρ την αδελφήν του Καλλιμάνου, τη συνδρομή των Βουλγάρων ήθελεν ανέλθει επί τον θρόνον. Προς ταύτα ο έτερος των αξιωματικών απήντησεν ή θέλων να σώση τον Μιχαήλ ή εξ αληθείας, ότι είπε μεν πραγματικώς τους λόγους τούτους, αλλ' ουδόλως ενείχετο εις αυτούς ο Μιχαήλ, διότι τους είπεν εξ εαυτού. Επιμένοντος του κατηγόρου ελλείψει μαρτύρων, απεφασίσθη να λυθή το ζήτημα, κατά τα τότε ήθη, διά μονομαχίας· εισελθόντες λοιπόν εις το στάδιον αμφότεροι έφιπποι προσέβαλαν αλλήλους, αλλ' επί τέλους ο κατηγορούμενος ηττήθη και απερρίφθη του ίππου τραυματισθείς. Συλλαβόντες πάλιν αυτόν οι στρατιώται, εντολή του αυτοκράτορος, τον ηρώτησαν την αλήθειαν· αλλ' επειδή και, ήδη επέμενεν ότι ουδόλως ο Μιχαήλ ενέχεται εις την ομιλίαν εκείνην κατεδικάσθη εις θάνατον. Αγόμενος δε εις τον τόπον της καταδίκης, έχων τας χείρας δεδεμένας όπισθεν και τους οφθαμούς λινώ υφάσματι κεκαλυμμένους, προσεκλήθη και τρίτον να ομολογήση την αλήθειαν· επειδή όμως και προ του θανάτου, απήντησεν ότι προυτίμα να αποθάνη μάλλον ή διά συκοφαντίας να εξαγοράση την ζωήν του, ο αυτοκράτωρ διέταξε να μη φονεύσωσιν αυτόν, αλλά να τον καθείρξωσιν εις φυλακήν.
Τοιουτοτρόπως οι δικασταί απορούντες περί του πρακτέου συνέλαβαν τον Μιχαήλ και ήρξαντο να ανακρίνωσιν αυτόν· επειδή όμως και εκείνος διεμαρτύρετο περί της αθωότητος αυτού, οι δικασταί προς εξέλεγξιν δήθεν της αληθείας, τω επέβαλον την διά μύδρου απόδειξιν, τουτέστιν επί ωρισμένον χρόνον να κρατήση εις την χείρα του σίδηρον πεπυρακτωμένον. Αλλ' ο Μιχαήλ ηρνήσατο να παραδεχθή την βάσανον ταύτην, ειπών, «Ει μεν τις ην ο κατ' εμού τι κατηγορών, προς εκείνον αν εμαχεσάμην και απέδειξα ψεύδεσθαι· κατηγόρου δε μη παρόντος υπέρ τίνος κρίνομαι; Ει δε θαυματουργήσαι με θέλετε, αλλ' εγώ ουκ ειμι τοιούτος ώστε και τερατοποιίας εργάζεσθαι· σίδηρος δε πεπυρακτωμένος, ει εν χερί ανθρώπου ζωού όντος εμπέσοι, ουκ οίδα πως αν ου καύσειεν αυτήν, ει μήπου τις έξεσται τω Φειδία εκ λίθου ή τω Πραξιτέλει ή και από χαλκού είργασται.» Παρών τότε ο μητροπολίτης της Φιλαδελφείας Φωκάς, παραλαβών κατά μόνας τον Μιχαήλ προσεπάθησε να τον πείση όπως υποβληθή εις την βάσανον ταύτην. «Ευγενής μεν ανήρ είσαι συ, τω είπε, και εξ ευγενών κατάγεσαι· πρέπει λοιπόν υπέρ της σης υπολήψεως και πίστεως και υπέρ του γένους σου να πράξης ό,τι δέον. Διότι, αφού δεν υπάρχει έλεγχος μαρτύρων, καθήκον έχεις διά μύδρου να αποδείξης την αλήθειαν.» Προς ταύτα δε ο Μιχαήλ απήντησε. «Τη αληθεία, δέσποτα, αγνοώ, πώς η τοιαύτη βάσανος καλείται αγία. Άνθρωπος αμαρτωλός ειμί εγώ και τερατουργίας να πράξω δεν δύναται, αν όμως με συμβουλεύης να πράξω τοιαύτας, συ μητροπολίτης ων και άνθρωπος του Θεού, ένδυσαι την ιεράν σου στολήν και εκπύρωσον τον σίδηρον διά των χειρών σου, αίτινες καθ' εκάστην άπτονται του θείου σώματος και αίματος του Σωτήρος, και έμβαλον διά των ξερών σου χειρών τον σίδηρον εις την εμήν χείρα· Τότε θαρρώ επί τον δεσπότην Χριστόν, ότι θέλει παραβλέψει τας αμαρτίας μου και διαπράξει θαύμα υπέρ της αληθείας.» Την πρότασιν ταύτην του Μιχαήλ ουδόλως εύρε καλήν ο μητροπολίτης· υπολαβών λοιπόν είπε προς αυτόν, «Ω καλέ νεανία, τούτο δεν είνε της ημετέρας καταστάσεως, ούτε της εκκλησιαστικής παραδόσεως, αλλ' ούτε των θείων και ιερών κανόνων· τουναντίον είνε νόμος βαρβαρικός και προσταγή μόνον του βασιλέως ενεργείται.» Τότε ο Μιχαήλ μειδιάσας είπε προς των μητροπολίτην, «Ω μέγιστε ιεράρχα του Θεού, ει μεν και εγώ εκ βαρβάρων εγενόμην και ήθεσι βαρβαρικοίς εξεπαιδευόμην, προθύμως ήθελον υποβληθή εις τους νόμους τούτους, και βαρβαρικώς ήθελον εκτίσει την δίκην μου· αλλ' επειδή είμαι Ρωμαίος και εκ Ρωμαίων εγεννήθην, πρέπει κατά τους Ρωμαϊκούς νόμους και κατά τας παραδόσεις να διεξαχθή η δίκη μου.» Οι λόγοι ούτοι νεανίου, μόλις το εικοστόν έβδομον της ηλικίας έτος διανύοντος, εξέπληξαν πάντας τους παρόντας, πάντες δε και Γραικοί και Φράγκοι παρίστων προς τον Βασιλέα την αθωότητα του Μιχαήλ, όστις ήτο τοις πάσιν αγαπητός, διότι εις μεν τους νέους ήτο ηδύς και προσηνής, μέσω δε των γερόντων γηραιός διά την σύνεσιν. Η θεία πρόνοια ήτις τον προώρισε να αναβή εις την βασίλειον περιωπήν, εδοκίμασεν αυτόν τω των βασάνων πυρί και τω διά πείρας χωνευτηρίω, ίνα μη εις τον θρόνον αναβάς ευκόλως πιστεύη εις διαβολάς και συκοφαντίας, μηδέ αποφασίζη ταχέως πριν ή καλώς σκεφθή. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ τω παρέσχε συγγνώμην και μετ' ου πολύ τον ετίμησε δι' απάσης αυτού της εμπιστοσύνης· λέγεται μάλιστα ότι προυτίθετο να τον συνάψη μετά της εγγονής αυτού Ειρήνης, ει μη εκωλύετο υπό της συγγενείας, ήν αύτη είχε προς τον Μιχαήλ (190).
Περατώσας ούτω τα της υποθέσεως ταύτης ο αυτοκράτωρ μετέβη εις την Ανατολήν, τρέφων πάντοτε υπονοίας και δυσπιστίας προς τον Μιχαήλ· θέλων δε να καταπαύση τας υπονοίας ταύτας, χωρίς να προσβάλη και το περιφανές του γένους του, απέστειλεν αυτόν προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον συμβουλεύση και δι' όρκου τον εμπεδώση εις την προς τον βασιλέα πίστιν και υποταγήν. Τούτου δε γενομένου, επέτρεψε τω Μιχαήλ να φανή εις την αυλήν, και όπως περιπλέον τον προσελκύση εις εαυτόν, τω εξέδωκεν εις γάμον την ανεψιάν αυτού Θεοδώραν, θυγατέρα του Ιωάννου Δούκα και Ευδοκίας της του Αγγέλου Ιωάννου, ήτις νεωτάτη χηρεύσασα, ησπάσατο τον μοναστικόν βίον και διήνυσεν αυτόν εν οσιότητι και αρετή (191).
Είχεν ήδη επιστρέψει εις Ρώμην ο παρά του Πάπα κατά την Ανατολήν πεμφθείς έξαρχος Λαυρέντιος, συνοδευόμενος υπό του κόμητος Αγγέλου και του μεγάλου διερμηνέως Θεοφυλάκτου εκ μέρους του Βατάτζη, και υπό των επισκοπών Κυζίκου και Σάρδεων, εκπροσωπούντων την Ελληνικήν Εκκλησίαν, όπως διαπραγματευθώσι μετά του Πάπα την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Είπομεν ανωτέρω ότι σκοπός του Πάπα, αεννάως επιζητούντος την ένωσιν, ήτο η παγίωσις της εν τη Ανατολή Φραγκικής κυριαρχίας, των Γραικών από εχθρών διά το ετερόθρησκον εις φίλους διά το ομόθρησκον μεταβαλλομένων· σκοπός δε του Βατάτζη, προθυμοποιουμένου να έλθη εις διαπραγμάτευσιν, ήτο να ματαιώση την αποστολήν εξ Ευρώπης επικουριών εις Κωνσταντινούπολιν, όπως εκδιώξη τους Φράγκους. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι εξ Ανατολής πρέσβεις εξέθηκαν ότι δύναται να επέλθη η ποθητή ένωσις επί τοις επομένοις όροις, να αναγνωρισθή ο Πάπας ως άκρος ποντίφιξ και ανώτερος των λοιπών πατριαρχών, και ως τοιούτω να τω αποδίδηται η δέουσα τιμή και υπόληψις· να έχη την πρωτοκαθεδρίαν εν ταις συνόδοις· να δύνανται οι εκ του Ελληνικού κλήρου, όσοι είχον παράπονα κατά των προϊσταμένων των, όπως αναφέρωνται προς αυτόν, αποφασίζοντα τελεσιδίκως, να ερωτώσι την γνώμην του, προκειμένων εκκλησιαστικών ζητημάτων, χωρίς όμως να πράττωσί τι εναντίον των αποφάσεων των πατέρων και των συνόδων κλ. Αλλ' εις ανταλλαγήν των παραχωρήσεων τούτων οι πρέσβεις απήτουν ν' αποδώση ο Πάπας την Κωνσταντινούπολιν εις τον Βατάτζην, και τα δικαιώματα της Πατριαρχείας εις τον Έλληνα Πατριάρχην, επιτρεπομένου όμως εις τον Λατίνον να φέρη ισοβίως τον τίτλον πατριάρχου. Αι προτάσεις αύται δεν ευηρέστησαν βεβαίως τω Πάπα, όστις ηρκέσθη να είπη ότι ήθελεν είσθαι άδικον, αν απεφάσιζέ τι κατά του Φράγκου αυτοκράτορος εν τη απουσία αυτού, αλλ' ότι επιθυμών διαπύρως την ένωσιν των δύο Εκκλησιών, ήθελε μεσολαβήσει όπως συμφιλιώση τους δύο ηγεμόνας, και ει τούτο απέβαινεν αδύνατον, υπέσχετο να δικαιώση εν πάση τη αμεροληψία κριτού τον Βατάτζην. Καθ όσον δ' αφώρα τους πατριάρχας προσέθηκεν, ότι το αντικείμενον τούτο μόνον διά συνόδου εδύνατο να λυθή, ότι ήθελε προσκαλέσει τοιαύτην και μέχρις ού η σύνοδος απεφαίνετο ενόμιζε καλόν έκαστος των πατριαρχών να ενέμενεν εις την ιδίαν θέσιν του· αν δ' ο Βατάτζης εγένετο κύριος της Κωνσταντινουπόλεως πριν της συγκροτήσεως της συνόδου, οι δύο πατριάρχαι εδύναντο να διαμοιρασθώσι την δικαιοδοσίαν της πόλεως (192).
Ο Ιννοκέντιος δεν επίστευσε τοσούτον εις τας υποσχέσεις του Βατάτζη, ώστε να παύση μεριμνών υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως και του Βαλδουίνου· τούτο δ' αποδείκνυται και εκ της σταυροφορίας, ήν εν έτει 1254, προυκήρυξεν υπέρ εκείνου (193). Αλλά και ο Βατάτζης ησχολείτο ανενδότως όπως υποσκάψη τον Φραγκικόν την Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, μηδενός μέσου προς τούτο φειδόμενος· ήθελε δ' επί τέλους επιτύχει τον σκοπόν αυτού, ει μη η αμείλικτος Άτροπος έκοπτε το νήμα της ζωής του, καθ' όν χρόνον ητοιμάζετο να επιφέρη το τελευταίον μόρσιμον τραύμα. Μετά την εκ Θεσσαλίας επάνοδόν του διήνυσεν έν έτος επισκεπτόμενος το κράτος αυτού, όπως θεραπεύση τας αταξίας, άς προυξένησε διετής εκείθεν απομάκρυνσίς του· επέστρεψε δε εις Νίκαιαν κατά Φεβρουάριον του 1255 καλώς έχων. Μια δε εσπέρα καθήμενος επί της κλίνης του, αίφνης έπεσεν αναίσθητος, και έμεινεν ωσεί εννεός καταληφθείς υπό δεινής επιληψίας. Προσκληθέντες οι ιατροί μετεχειρίσθησαν πάντα όσα η τέχνη διδάσκει, αλλ' ουδέν τούτων ωφέλησε, διότι ο βασιλεύς έμεινεν εις την αυτήν κατάστασιν όλην εκείνην την νύκτα, την επιούσαν ημέραν και την ετέραν νύκτα· μόλις δε την τρίτην ημέραν συνήλθεν εις εαυτόν, αλλ' έκτοτε είχεν απωλέσει άπασαν αυτού την υγείαν, και νυν μεν πάσχων, νυν δ' ευρισκόμενος εις ανάρρωσιν, διήνυε βίον αβιώτον, πότε μεν εν τη οικία καταλαμβανόμενος υπό του πάθους, πότε δε εν ταις οδοίς, άλλοτε δε και εκ του ίππου καταπίπτων. Αναλαβών τας δυνάμεις αυτού ολίγον μετέβη προς ανάρρωσιν εις το Νύμφαιον την προ του πάσχα Κυριακήν των βαΐων εν έτει 1256. Εκεί διήλθε την εορτήν του πάσχα· αλλ' εν τούτοις η ασθένεια αυτού προώδευε, διότι άλλοτε μεν βαδίζων έπιπτεν άφωνος, άλλοτε δε ιππεύων και άλλοτε καθήμενος, οι δε οικείοι του περικυκλούντες αυτόν τον ενοσήλευον και τον επεριποιούντο, κρύπτοντες την νόσον του από τον λαόν. Επειδή όμως ουδεμίαν εύρισκεν ανακούφισιν εις την ιατρικήν, απεφάσισε να μεταβή εις Σμύρνην διά να προσκυνήση τω Χριστώ και καταφύγη εις την θείαν αυτού παντοδυναμίαν· αφικόμενος δ' εκεί εσκήνωσεν εν τοις Περικλύστροις, τόποι εγγύς της Σμύρνης κειμένω, χειροτερεύων μάλλον ή αναρρωνύων. Μη ευρίσκων δε και εκεί ανακούφισιν ηθέλησε να επιστρέψη εις το Νύμφαιον· αλλά πριν ή φθάση εις την χώραν ταύτην απεβίωσε καθ' οδόν, τη 30 Οκτωβρίου 1255, το εξηκοστόν δεύτερον έτος της ηλικίας του άγων, και το τριακοστόν τρίτον της αυτοκρατορίας του· ετάφη δε εις την μονήν των Σωσάνδρων, ήν αυτός ο ίδιος είχεν οικοδομήσει, και κατέλιπε διάδοχον του θρόνου τον υιόν αυτού Θεόδωρον (194).
Ο Ιωάννης Βατάτζης υπήρξεν είς των ενδοξοτέρων βασιλέων του μεσαίωνος· πολεμιστής ατρόμητος, αποφεύγων την αβεβαιότητα του πολέμου, αλλά μη δειλιών ενώπιον αυτού, εγνώριζε να ωφελήται εκ των περιστάσεων και να καταβάλλη τους εχθρούς διά στρατηγημάτων μάλλον ή διά των όπλων. Προσφιλής και ευεργετικός εις τους φίλους του, και γενναίος προς τους αντιπάλους του, επέτυχε να ανυψώση το κεχαυνωμένον έθνος του εις ικανήν δόξης περιωπήν, και παρασκευάση την πτώσιν της εν τη Ανατολή κυριαρχίας των Φράγκων, ήν όμως δεν ήτο πεπρωμένον να ίδη και αυτός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Έξωσις των Φράγκων εκ της Κωνσταντινουπόλεως.
25 Ιουλίου 1261.
Ο τον Βατάτζην διαδεξάμενος Θεόδωρος ο Λάσκαρις είχε λάβει παρά του πατρός αυτού αγωγήν αυστηράν και επιμεμελημένην· ήγε δε το τριακοστόν τρίτον της ηλικίας έτος ότε ανέβη επί τον θρόνον, και εκ της συζύγου αυτού Ελένης, θυγατρός του των Βουλγάρων βασιλέως Ασάν, εκέκτητο πολλά τέκνα. Καίτοι δε παιδιόθεν διεκρίνετο επί ποικίλαις αστυκαίς και στρατιωκαίς αρεταίς, ο πατήρ του όμως δεν ηθέλησε να τον αναγορεύση ζων, κατά τα τότε ειθισμένα, βασιλέα, το μεν, διότι, της νεότητος οξυρρόπου ούσης, εφοβείτο μη εκείνος υποπέση εις το θανάσιμον αμάρτημα της επάρσεως και της αλαζονίας, το δε, διότι εφοβείτο τας σαγήνας των κολάκων, οίτινες δεν λείπουσί ποτε να περιστοιχίζωσι τους βασιλείς, και μάλιστα όταν αυτοί ήνε νέοι, και εκμεταλλεύωνται την απειρίαν και, το ορμητικόν αυτών προς βλάβην των υπηκόων των. Δεν έλειπεν όμως ο Ιωάννης παρασκευάζων τον υιόν του εις το δυσβάστακτον και βαρύ φορτίον της βασιλείας, αυτός διδούς το παράδειγμα του χρηστού ηγεμόνος.