Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 16

Chapter 1616 wordsPublic domain

Τω καιρώ εκείνω ήρξαντο αι επιδρομαί των Ταρτάρων Μογγόλων, οίτινες διελθόντες αλληλοδιαδόχως την Ρωσσίαν, Πολωνίαν, Σιλεσίαν, Μοραυίαν, Κρακοβίαν, Ουγγαρίαν, Βοσνίαν, Σερβίαν και Βουλγαρίαν, έλαβον την προς την Κωνσταντινούπολιν άγουσαν οδόν, πανταχού καταλείποντες ίχνη δυσεξάλειπτα της θηριώδους και καταστρεπτικής διαβάσεώς των. Τρόμος πανικός κατέλαβεν άπασαν την Ευρώπην, και οι ηγεμόνες αυτής έστρεφον βλέμματα απηλπισμένα προς τας αγρίας εκείνας ορδάς. Πανταχού διετάχθησαν παρακλήσεις επ' εκκλησίαις και νηστείαις· ο Πάπας έπεμψε μοναχούς όπως τους κατηχήση και τοις εμπνεύση αισθήματα Ευαγγελικής αγάπης. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος προσεκάλει άπασαν την Ευρώπην υπέρ της απειλουμένης Γερμανίας, Λευκή δε η μήτηρ Λουδοβίκου του Αγίου έτρεμεν υπέρ της Γαλλίας. Τα πάντα εν γένει διετέλουν εις τρόμον και απόγνωσιν, και μόνη η παρήγορος θρησκεία ενέπνεεν ελπίδας εις τους καταπεπονημένους ηγεμόνας. «Ελπίσωμεν εις την θείαν Πρόνοιαν, έλεγεν ο Λουδοβίκος, αν οι βάρβαροι επελθόντες μας προσβάλωσιν ή ημείς θέλομεν πέμψει αυτούς εις τον άδην, ή εκείνοι ημάς εις τον παράδεισον.» (174)

Ενώ η Ευρώπη διετέλει υπό το κράτος του τρόμου, σώμα Μογγόλων επιδραμόν εις τας χώρας του Σουλτάνου του Ικονίου Ιαθατίνη και νικήσας αυτόν, ελήισε την Καππαδοκίαν και την Καισάρειαν και ηπείλει να καταστρέψη ολόκληρον αυτού το κράτος. Αφ' ετέρου ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Βαλδουίνος στερούμενος χρημάτων και στρατιωτών, προς δε αποσπασθέντων απ' αυτού και των Κουμάνων, διετέλει εις δεινήν θέσιν, μη έχων πώς να πολεμήση προς τον Βατάτζην. Η ανάγκη λοιπόν προσεκάλει τον τε Βαλδουίνον και τον Σουλτάνον να ενωθώσιν αμοιβαίως, και πρώτος ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως εξέθηκεν εις τον Ιαθατίνην την ανάγκην της προς αλλήλους συνδρομής. Ο Ιαθατίνης εδέχθη την πρότασιν, και όπως ενισχύση την συμμαχίαν ταύτην, εζήτησε παρά του Βαλδουίνου εις γάμον μίαν των συγγενών αυτού υποσχόμενος ότι θέλει τη επιτρέψει να τηρή το θρήσκευμα αυτής και ότι θέλει οικοδομηθεί ανά μίαν εκκλησίαν εις εκάστην των πόλεων του κράτους του. Ο Βαλδουίνος προθύμως παραδεχθείς τας προτάσεις ταύτας, έπεμψεν εις Γαλλίαν τον ιππότην Ερρίκον Βέριον ίνα φέρη την ανεψιάν αυτού, θυγατέρα της αδελφής του Ελισσάβετ και του Εύδου, κόμητος της Μονταίγης όπως την εκδώση εις τον Σουλτάνον Ιαθατίνην. Αλλ' όμως ο Βατάτζης, όστις τότε ήτο εις Νύμφαιον και κατεσκόπευε μετά προσοχής τας πράξεις του Βαλδουίνου, μαθών τούτο εδυνήθη να διαλύση την γενομένην συνθήκην και να λάβη αυτός το πρόσωπον του Φράγκου αυτοκράτορος. Επέτυχε δε τούτο καθόσον ο Σουλτάνος βλέπων την μεγάλην ασθένειαν του Βαλδουίνου, προυτίμα φυσικώ τω λόγω την συμμαχίαν ευσθενεστέρου και μεγαλεπιβολωτέρου ηγεμόνος, όντος άλλως τε εγγύτερον του κινδύνου και μάλλον ενδιαφερομένου εις την αποσόβησιν του κοινού εχθρού. Οι δύο λοιπόν ηγεμόνες συνήλθον εν τω παρά τω Μαιάνδρω ποταμώ άστει της Τριπόλεως· εκεί δ' οι του Σουλτάνου υπηρέται ειργάσαντο εκ του αυτοσχεδίου γέφυραν ξυλίνην διά της οποίας διελθόντες τον ποταμόν οι ηγεμόνες εδεξιώσαντο αλλήλους· έπειτα δε συνωμολόγησαν εν έτει 1243 προς αλλήλους συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν, την οποίαν ενόρκως παρεδέχθησαν, υποσχόμενοι αλλήλοις πάσαν αντίληψιν και συνδρομήν. Τοιουτοτρόπως ανταλλάξαντες διάφορα δώρα εκατέρωθεν απήλθον ο μεν Βατάτζης προς την Φιλαδέλφειαν, ο δε Σουλτάνος εις το Ικόνιον, ένθα ήσαν τα ανάκτορα αυτού (175).

Εξασφαλίσας διά της συνθήκης ταύτης ο αυτοκράτωρ τα ανατολικά όρια του κράτους του και μικρόν φοβούμενος τους Φράγκους απεσύρθη εις Λάμψακον, και εκεί επεδόθη εις την εσωτερικήν ανάπτυξιν των υπηκόων του, οίτινες μετά τους αδιαλείπτους εκείνους πολέμους είχον βεβαίως ανάγκην ου σμικράν αναπαύσεως. Οποία δε ευδαιμονία επήλθε κατά το διάστημα της ειρήνης ταύτης, εξιστορεί ο Βυζαντινός ιστοριογράφος Νικηφόρος ο Γρηγοράς διά των εξής. «Άδειαν γαρ οι Ρωμαίοι, λέγει, και ανακωχήν των μακρών ειληφότες πολέμων, εις την των οικείων κτημάτων και πραγμάτων επέδωκαν επιμέλειαν· αυτός τε γαρ ο βασιλεύς τοσούτο μέρος αποτεμομένος γης, όση τε αρόσιμος και όση προς αμπελουργίαν εύθετος, όσην εξαρκείν έκρινεν ες τε βασιλικήν τράπεζαν και εις όσα η ευεργετούσα και διαρκώς χορηγούσα γνώμη του βασιλέως παρεκελεύετο (γηροτροφεία δε ήσαν ταύτα και πτωχοτροφεία και όσα τους εκ παντοίων νοσημάτων εθεράπευον τραυματίας), επιμελητάς τε τούτοις επιστήσας, οπόσοι καλώς γεωργείν τε και αμπελουργείν ίσασι, πολλήν τε και άφθονον την των καρπών ετήσιον ήθροιζε χορηγίαν, ου μόνον δε, αλλά και ίππων και βοών και ποιμνίων, ομού τε και συών αγέλας προσεκτήσατο επί τούτοις και παντοίων ορνίθων ημερών είδη, εξ ών πολύχους ο των γεννωμένων πορισμός εφαίνετο καθ' έκαστον ενιαυτόν. Τούτο δε και τοις άλλοις παρήνει ποιείν, όσοι τε των γένει προσηκόντων και όσοι των άλλοις ευγενών ήσαν, ίν' έκαστος οίκοθεν έχων της χρείας το διαρκές, μήτι χείρα τοις ιδιώταις και ασθενεστέροις επάγη πλεονεκτούσαν, και άμα καθαρεύουσα η Ρωμαίων τελέως εντεύθεν αδικημάτων η πολιτεία. Και μέντοι και χρόνων ολίγων αι πάντων αποθήκαι βρίθουσαι τοις καρποίς εωρώντο, αι τε οδοί και αγυιαί και πάσα μάνδρα και σηκός εστενοχωρούντο τοις κτήνεσι και οπόσαι των ορνίθων ήσαν αγέλαι.» Κατ' ευτυχίαν του Βατάτζη επήλθεν εις τους Τούρκους λιμός ισχυρός και σπάνις μεγίστη των χρειωδών, δι' όπερ αι οδοί πάσαι ήσαν μεσταί των του έθνους εκείνου, κατερχομένων εις το κράτος του ίν' αγοράσωσι τροφάς, και φερόντων ως αντάλλαγμα, άργυρον, χρυσόν, υφάσματα και έτερα πολυτελή είδη. «Και τούτω τω τρόπω, προστίθησιν ο αυτός συγγραφεύς, τάχιστα οι Ρωμαίων οίκοι πλούτου βαρβαρβαρικού πλήρεις κατέστησαν, πολλού δε πλέον τα βασιλικά ταμεία ήδη τη των χρημάτων έβριθον δαψιλείας και ίν' εν βραχεί παραστήσω το παν, οι ταις των ορνίθων αγέλαις επιστατούντες οπόσα τίκτοιεν αύται ωά ανά παν συναθροίζοντες έτος επίπρασκον ως ολίγου χρόνου προς των συναχθέντων εντεύθεν χρημάτων στέφανον κατασκευασθήναι τη βασιλίδι, λίθοις και μαργάροις λίαν πολυτελέσι διηνθισμένον, αν και ωάτον ο βασιλεύς επωνόμασε, διά, το εκ της των ωών πράσεως κατασκευάσθαι αυτόν.» Μη αρκούμενος εις την εσωτερικήν ταύτην, ανάπτυξιν των υπηκόων του, επειδή έβλεπεν ότι πολύς πλούτος εκενούτο μάτην εκ των ταμείων των εις τα εξ αλλοδαπών εθνών ενδύματα, όσα εκ Βαβυλωνίου και Ασσυρίου σηριακού κατεσκευάζοντο και παρά των Ιταλών επιτηδείως εξυφαίνοντο, διέταξεν ίνα ουδείς των υπηκόων του μεταχειρίζηται αυτά επί ποινή ατιμώσεως, αλλά μόνον να μεταχειρίζονται εκείνα όσα η χώρα γεωργεί, και αι χείρες των κατασκευάζουσι, διά δε του διατάγματος τούτου περιεστάλη η πολυτέλεια και ο πλούτος έμενεν εις τα ίδια (176).

Εν τούτοις η μεταξύ Βατάτζη και Βαλδουίνου διετής ανακωχή ήγγιζεν εις το τέρμα της· ο δε δεύτερος, καίτοι πολλών πολλαχόθεν αποσταλεισών αυτώ επικουριών, υπήρχε πάλιν ανίκανος ν' αντιστή κατ' εχθρού τοσούτον δραστηρίου και πολυμηχάνου, οίος ην ο Βατάτζης. Απεφάσισε λοιπόν να μεταβή πάλιν εις Ιταλίαν διά να επικαλεσθή εκ νέου την συνδρομήν του υπερτάτου της Ρώμης ποντίφικος. Ο Πάπας κατείχετο υπό μεγίστου ζήλου υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως προς ήν έπεμψε και μέρος των χρημάτων, άτινα ήσαν προωρισμένα διά την επί την Παλαιστίνην εκστρατείαν, έγραψε δε και προς διαφόρους ηγεμόνας, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον Βαλδουίνον· αλλ' ούτος ησθάνετο ότι ο Πάπας ην ανίσχυρος όπως τον συνδράμη αποτελεσματικώς, ενόσω διετέλει εις πόλεμον προς τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Φριδερίκον. Οι της Ρώμης ιεράρχαι ανέκαθεν συγχέοντες τα πνευματικά προς τα κοσμικά, και παραβαίνοντες ρητήν εντολήν εκείνου, όν ηξίουν ότι αντεπροσώπευον επί της γης, προυτίμων την εκ του κόσμου τούτου βασιλείαν της επηγγελμένης παρά του Σωτήρος· διά τούτο ο Πάπας Ιννοκέντιος αναβάς επί τον παπικόν θρόνον, τρεις ταυτοχρόνως υπεστήριξε σταυροφορίας, την μεν υπέρ της Παλαιστίνης κατά των Μωαμεθανών, την δε υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως κατά των Γραικών και την τρίτην υπέρ εαυτού κατά του αυτοκράτορος της Γερμανίας. Τον διαμερισμόν λοιπόν ως ειπείν τούτον της ενεργείας του Πάπα βλέπων ο Βαλδουίνος έκρινεν ατελέσφορον πάσαν αυτώ υπισχνουμένην ή και παρεχομένην συνδρομήν, δι' όπερ αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως εν έτει 1244, μετέβη παρά τη αυλή του Φριδερίκου και αντιλήπτορα προσλαβών τον κόμητα της Τολώσης Ραϋμόνδον επέτυχε να ειρηνεύση τους τέως διαμαχομένους, του Πάπα υποβληθέντας εις την διαιτησίαν αυτού επί τινων αντικειμένων· αλλ' η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσεν, ο δε Πάπας αποσυρθείς εκ Ρώμης μετέβη πρώτον, μεν εις Γενούην, είτα δε εις Λούγδουνον της Γαλλίας, εν ώ συνεκάλεσε σύνοδον όπως συσκεφθώσι πάντες πώς ηδύναντο να συνδράμωσι την Αγίαν Γην και την Παλαιστίνην, πώς να εμποδίσωσι τας εισβολάς των Τατάρων, πώς τέλος να συμβιβάσωσι τον Πάπαν προς τον Φριδερίκον.

Η σύνοδος αύτη συνήλθε τη 25 Ιουνίου 1240 εν τη μητροπόλει του Λουγδούνου. Ο Πάπας επιτέλεσας μεγαλοπρεπή δοξολογίαν κατέλαβε την πρωτοκαθεδρίαν έχων δεξιόθεν μεν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον, αριστερόθεν δε διαφόρους ηγεμόνας και απέναντι τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, τον της Αντιοχείας και τον Ακυιλίας, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος, λαβών πρώτος τον λόγον, εξέθηκε διά μακρών την αθλίαν κατάστασιν της εκκλησίας του, ήτις εκ τριάκοντα υποκειμένων αύτη επισκόπων, μόλις είχε πλέον τρεις, των ασπόνδων της Ρωμαϊκής εκκλησίας εχθρών, των Γραικών, εκτεινάντων τας κατακτήσεις αυτών μέχρι προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Μετά ταύτα ο Πάπας αφώρισε τον Φριδερίκον, την συμμαχίαν, ήν ούτος συνέθετο προς τον Βατάτζην και την συγγένειαν, ήν συνήψεν εκδούς εις ένα σχισματικόν (οίος ήτο ο Βατάτζης) την θυγατέρα του εις γάμον. Επομένως συσκεψάμενοι περί των μέσων δι' ών ηδύναντο να συνδράμωσι την Κωνσταντινούπολιν, απεφάσισαν ώστε, οι μεν άρχοντες οι έχοντες προσόδους και μη διαμένοντες εις τας κτήσεις των άνευ ευλόγου αιτίας ώφειλον να προσφέρωσιν αύτη το ήμισυ των εισοδημάτων των, το δε τρίτον όσοι διέμενον και ών η πρόσοδος υπερέβαινε τας εκατόν μάρκας αργυρίου, και το δέκατον η Ρωμαϊκή εκκλησία. Μη αρκούμενος δ' ο Πάπας εις μόνας ταύτας τας συνδρομάς διέταξε βραδύτερον ώστε όλα τα κακώς αποκτηθέντα εκ δόλου, τόκου αδίκου ή άλλως πώς χρήματα, όλα τα κληροδοτήματα όσα κατελείποντο εις την διάθεσιν των εκτελεστών της διαθήκης υπέρ αγαθοεργών σκοπών, και όλα τα δι' άφεσιν αμαρτιών προσφερόμενα ελέη, να δοθώσι προς ανακούφισιν της εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορίας. Της συνόδου ληξάσης, ο Πάπας συνοδευόμενος μεταξύ άλλων υπό του αυτοκράτορος και του πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως μετέβη εις την μονήν του Κλουνή, ένθα ετέλεσε την ευχαριστήριον ιεροπραξίαν, παρόντος του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου μετά της μητρός και του αδελφού του κόμητος του Αρτοά, του υιού του βασιλέως της Αρραγωνίας και άλλων, ο δε αυτοκράτωρ καθ' όλον αυτό το έτος έμεινεν εις την αυλήν του Λουδοβίκου, επικαλούμενος την συνδρομήν της Ευρώπης υπέρ της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας του (177).

Βαρέως υπέμεινεν ο Βατάτζης την της συζύγου αυτού Ειρήνης στέρησιν· παρελθόντος όμως χρόνου τινος, ήλθεν εις δεύτερον γάμον μετά Άννης της θυγατρός του αυτοκράτορος της Γερμανίας και αδελφής Μανφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας· επειδή δε αύτη ην πολύ νέα την ηλικίαν, ο πατήρ της τη έδωκε συν πολλαίς άλλαις υπηρετρίαις ως τροφόν και παιδαγωγόν γυναίκα τινα καλουμένην Μαρκεσίνην, της οποίας η καλλονή του προσώπου και των οφθαλμών ήτο σαγήνη, ήν δυσκόλως εδύνατό τις να αποφύγη. Η γυνή αύτη διά φίλτρων και καταδέσμων ερωτικών και διά των χαρίτων αυτής εξέκαυσε προς τον έρωτά της τον βασιλέα επί τοσούτον, ώστε παρορών εκείνος την νόμιμον αυτού σύζυγον Άνναν και όλως προσηλωμένος εις την Μαρκεσίνην, τη επέτρεψε να φέρη και τα βασιλικά σύμβολα, πέδιλα δηλαδή κοκκοβαφή και εφεστρίδας τοιαύτας και χαλινά και να έχη και συνοδείαν, οίαν, ουδ' αυτή η βασιλίς. Βεβαίως η τοιαύτη κατάστασις έπρεπε να τω προσελκύση την κατάκρισιν και το μίσος των υπηκόων του· αλλ' η προς αυτούς αγαθότης του και αι ευποιίαι του περιέστελλον αυτούς και τους ηνάγκαζον να μετριάζωσι την αγανάκτησίν των. Και αυτός όμως ο Βατάτζης συναισθανόμενος το άτοπον της διαγωγής του εθλίβετο ενδομύχως και ετήκετο· αλλ' ο προς την Μαρκεσίνην έρως του ην ανώτερος παντός άλλου αισθήματος. Μια των ημερών η Μαρκεσίνη υπό της πολυπληθούς αυτής θεραπείας συνοδευομένη, εισήλθεν εις την κατά τα Ημάθια μονήν του αγίου Γρηγορίου καθ' ήν ώραν ετελείτο η θεία μυσταγωγία. Ο της μονής προϊστάμενος Νικηφόρος ο Βλεμμύδης, ιδών την γυναίκα ταύτην, ήν εν σωζομένη επιστολή του ονομάζει «ασελγή τε και φάρμακον, της οικουμένης το πρόσκομμα, το παγκόσμιον σκάνδαλον μετά του αυχένος και της οφρύος και του φρυάγματος,» πριν ή εισέλθη, εις τα πρόθυρα του ναού, διέταξε και έκλεισαν τας θύρας, κρίνων αμάρτημα να επιτρέψη αυτή όπως διά των βεβήλων και αθεμίτων ποδών της πατήση έδαφος ιερόν, και αποδιώξας αυτήν μετ' αισχύνης. Η Μαρκεσίνη θεωρήσασα την προσβολήν βαρείαν και σκληράν επέστρεψε προς τον βασιλέα οδυρομένη και επικαλουμένη την εκδίκησιν αυτού κατά του Βλευμμύδου· αλλ' ο βασιλεύς ένδακρυς γενόμενος, βύθιον στενάξας και πλήρης κατηφείας είπεν. «Ίνα τι με κολάζειν άνδρα δίκαιον συνωθείτε; Ει γαρ μοι προς βουλήσεως ην ατιμίας ομού και αισχύνης καθήσθαι εκτός, ακίβδηλον αν το της βασιλείας ετήρουν σεμνόν και αυτός· νυν δε τας αιτίας των εμών ύβρεων και της βασιλείας αυτής αυτός παρεχόμενος, προσηκούσας απολαμβάνω λοιπόν εντεύθεν τας αμοιβάς και των πονηρών σπερμάτων άξια τα γεώργια.» Και άδηλον μεν είνε μετά ταύτα αν η Μαρκεσίνη εξηκολούθησε μέχρι τέλους την αυτήν απολαύουσα παρά τη βασιλεί εύνοιαν· αλλ' ο Βλεμμύδης δικαιολογών την διαγωγήν του, εδημοσίευσεν εγκύκλιον επιστολήν πλήρη χριστιανικής αρετής και Ευαγγελικών παραγγελμάτων, τα οποία οφείλουσι να ρυθμίζωσι την διαγωγήν του καλού ποιμένος. (178)

Ενώ ο Βαλδουίνος, περιφερόμενος εις Ευρώπην επήτει υπέρ του καταρρέοντος θρόνου του την συνδρομήν των διαφόρων ηγεμόνων, ο Βατάτζης άγρυπνος πάντοτε όπως ωφελείται εκ των περιστάσεων, ιδών ότι ουδέν έχει να φοβήται εκ των Τατάρων, απησχολημένων όντων περί πολέμους άλλων εθνών, και καταλιπών εις το κράτος του τοποτηρητήν τον υιόν του Θεόδωρον διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, όπως επισκεφθή τας χώρας αυτού, αίτινες εξετείνοντο από του άστεως του καλουμένου Ζίχνα μέχρι των Σερρών. Αφικόμενος δε εις τα μέρη του Κισσού, διέβη τον ποταμόν Έβρον, τη 4 Σεπτεμβρίου 1246 και εξηκολούθει την πορείαν του, ότε έλαβε γραφήν του την δημόσιον της Αχριδού αρχήν κρατούντος ότι απεβίωσεν ο των Βουλγάρων Βασιλεύς Καλλιμάνος, ως μέν τινες έλεγον νόσω φυσική, ως δ' έτεροι, δηλητηριασθείς· και ότι διάδοχος αυτού ήτο ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ. Τούτο μαθών ο βασιλεύς παραμείψας την Χριστούπολιν έφθασεν εις Φιλιππούπολιν, και εκεί σκέψιν εποιήσατο μετά των στρατηγών του αν έπρεπε να προσβάλη τους Βουλγάρους, και αν ήτο δυνατόν να κυριεύση τας Σέρρας. Εκ τούτων τινές έλεγον ότι δεν έπρεπε να πράξη τοιούτο τι, διότι ήτο ανέτοιμος προς πόλεμον και ουδέ τας αναγκαίας μηχανάς είχε μεθ' εαυτού, ενώ το άστυ των Σερρών υπό ισχυρού τείχους περιφρουρούμενον απήτει και στρατόν πολυάριθμον προς πολιορκίαν και ελεπόλεις και άλλας μηχανάς· τουναντίον δε ο μέγας δομέστικος Ανδρέας Παλαιολόγος συνεβούλευσεν ότι έπρεπε να αποπειραθή την άλωσιν τον Σερρών, και ει μεν επετύγχανε, καλώς· άλλως ουδεμίαν ζημίαν ήθελε πάθει, καθόσον, οι Βούλγαροι υπό βρέφους αρχόμενοι, αδαούς πολέμων όντος, ήθελον επιζητήσει μάλλον των μαχών την ειρήνην. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον βασιλέα ως η αρίστη, και δη λαβών την προς Σέρρας άγουσαν οδόν, εστρατοπέδευσεν απέναντι της πόλεως ταύτης, προσπαθών, ελλείψει ικανού στρατού, να την κυριεύση διά στρατηγημάτων. Αι Σέρραι το πάλαι ήσαν πόλις μεγίστη και εύπορος, αλλ' αφ' ότου οι Βούλγαροι την κατέλαβον, απώλεσαν πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν, διά τούτο κατέστησαν κώμη απλή, και μόνη η ακρόπολις ήτο οπωσούν ηυτρεπισμένη και τετειχισμένη· ο ταύτης δε φρούραρχος ονομαζόμενος Δραγωτάς διέτριβε συνήθως εις Μελένικον. Επειδή λοιπόν η κάτω πόλις ην ατείχιστος, συναθροίσας ο βασιλεύς τους επί μισθώ τοις στρατιώταις δουλεύοντας, ούς κοινώς Τζουλούκωνας εκάλουν, τους έπεισε να εφορμήσωσι και κυριεύσωσι την πόλιν. Τούτου δε γενομένου ευκόλως, ιδών ο φρούραρχος Δραγωτάς ότι δεν δύναται ν' αντιστή κατά των Γραικών, πέμψας πρέσβεις προσέφερε την υποταγήν του εις τον βασιλέα· εκείνος δε ενδύσας αυτόν χλαίναν χρυσίω συνυφασμένην, και δους αυτώ ικανά χρήματα απέπεμψε προς το Μελένικον, όπως προπαρασκευάση και την της πόλεως εκείνης υποταγήν (179).

Αφικόμενος εις Μελένικον ο Δραγώτας ήρξατο προτρέπων τους κατοίκους κρυφίως όπως παραδώσωσι την πόλιν εις τον Βατάτζην, και επειδή ο ταύτης ηγεμών Νικόλαος Λιτοβόης ην κλινήρης, υπό δεινής κατεχόμενος ποδαλγίας, ο Δραγωτάς εδύνατο να ενεργή απροκαλύπτως τα κατά νουν· είς δε των επιφανεστέρων κατοίκων της πόλεως, Νικόλαος Μαγκλαβίτης τούνομα, ανήρ δραστήριος και πολυμήχανος, πληροφορηθείς τα γενόμενα, ηθέλησε να ωφεληθή αυτός αντί του Δραγωτά εκ της περιστάσεως. Συναθροίσας λοιπόν τον λαόν ήρξατο φανερώς τοιαύτα λέγων· «Πολλά μεν ημείς υπέστημεν κατά την βασιλείαν του αφήλικος Καλλιμάνου υπό των αρχόντων αυτού, ηλπίζομεν όμως πάντοτε ότι, αυτού ανδρωθέντος και ελθόντος εις κατάστασιν να διακρίνη το φαύλον από τον αγαθόν, ηθέλομεν ανταμειφθή δι' όσας κακοπαθείας υπέστημεν. Αλλά νυν ότε κακή μοίρα, εκείνου αποβιώσαντος, άλλο βρεφύλλιον ανέλαβε την των Βουλγάρων αρχήν, είημεν αν ανοητότεροι πάντων των ανθρώπων, ει συγκατενεύομεν πάλιν να υποστώμεν τα αυτά δεινά και να μείνωμεν αδέσποτοι, ενώ εκ της εκρρύθμου ταύτης καταστάσεως και τα πρότερα ημών δυστυχήματα επήγασαν, και όλα τα κακά συνήθως προέρχονται. Νομίζω λοιπόν καλόν αφού ο βασιλεύς των Ρωμαίων, ανήρ ευθύς, πιστός, δίκαιος και διακρίνων το εσθλόν από του φαύλου, ήλθεν ενταύθα, να παραδοθώμεν εις αυτόν, καθόσον μάλιστα ο τόπος ούτος ανήκεν έκπαλαι τοις Ρωμαίοις, και ημείς εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμενοι, εσμέν, καίτοι συγχρωτιθέντες τοις Βουλγάροις, καθαροί το γένος Ρωμαίοι. Άλλως τε και Βούλγαροι αν θεωρηθώμεν, ο των Ρωμαίων βασιλεύς δικαιούται αληθώς και εν ημίν· διότι ο υιός τούτου και βασιλεύς Θεόδωρος προς τον Βασιλέα των Βουλγάρου Ασάν είχε συγγένειαν, και νυν η του Ασάν θυγάτηρ δέσποινα παρά Ρωμαίοις και είνε και ονομάζεται. Ένεκα λοιπόν τούτον πάντων νομίζω δίκαιον να υποταχθώμεν και να κλίνωμεν τον αυχένα εις αυτόν· διότι ο ζυγός των φρονίμων και γηραιών βασιλέων είνε πολύ ελαφρότερος των έτι εν μείραξι διατελούντων.» Οι λόγοι ούτοι έπεισαν τους κατοίκους όπως υποταχθώσι τω Βατάτζη, και δη πέμψαντες πρέσβεις εσυνθηκολόγησαν προς αυτόν. Επιστρεψάντων δε των πρέσβεων μετά χρυσοβούλου υπέρ της πόλεως του Μελενίκου, υπέρ τους πεντακοσίους των κατοίκων εξήλθον όπως προσκυνήσωσι τον βασιλέα, περί τόπον Λαβίσδαν καλούμενον· εκείνος δε ιδών μακρόθεν αυτούς, πλήρης χαράς ανέκραξε· «Διά τίνος άρα μάχης υπετάξαμεν αυτούς; διά πόσων φαλάγγων ιππέων τους ενικήσαμεν; ορθόν λοιπόν είνε το υπό του αποστόλου Παύλου ειρημένον, «Ου του τρέχοντος, ουδέ του διώκοντος, αλλά του ευδοκούντος Θεού.» Μετά την υποταγήν δε ταύτην του Μελενίκου πολλαί χώραι και πόλεις περιήλθαν αναιμωτί υπό την εξουσίαν του βασιλέως, οίον ο Στενίμαχος και η Τζέπαινα και όσα παρέκειντο τω όρει της Ροδόπης προς μεσημβρίαν, προς βορράν δε το Στούμπιον, η Χοτοβός, το Βελεβούδιον, τα Σκοπία, η Βελεσός, η Νευστάπολις, η Πρόσακος και άπασα η μέχρι Πριλάπου και Πελαγονίας χώρα. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης «πολλών άστεων και χώρων πολλών εγεγόνει δεσπότης εν ακαρεί, μή τινος πολέμου γεγενημένου, μηδέ τινος πεσόντος εν μάχη, μηδέ χυθέντος αίματος, μηδέ ξίφους κατορχησαμένου σώματος, αλλ' ημέρως και γαληνώς, ώσπερ κλήρου τινός πατρόθεν τούτω προσήκοντος ανιδρωτί των τοιούτων απάντων κατήρξε» (180).

Διά της επαυξήσεως ταύτης του κράτους του προς μεσημβρίαν και προς δυσμάς ο Βατάτζης περιέζωσε πανταχόθεν ωσεί πολιορκών την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· παρεσκευάζετο δε, μεσούντος Νοεμβρίου του έτους 1215, να επανέλθη εις Νίκαιαν ότε της τύχης νέα εύνοια εμεγάλυνε περισσότερον το κράτος αυτού. Εν τοις προηγουμένως είπομεν ότι την Θεσσαλονίκην διώκει τίτλω δεσπότου ο Ιωάννης· αποβιώσαντος όμως αυτού μετ' ολίγον, ανέλαβε την εξουσίαν ο του Ιωάννου αδελφός Δημήτριος, «ατάσθαλον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, μειράκειον και παιδιαίς ενσχολάζειν προσήκον και μειράκειον αθύρμασι, μήτι γε ανδρών προΐστασθαι συνετών και πολιτείας κατάρχειν και νομίμως επιστατείν.» Την φαύλην αυτού διοίκησιν μη ανεχόμενοί τινες εκ των προκρίτων της Θεσσαλονίκης, ο Καμπανός Ιατρόπουλος, ο Σπαρτηνός, ο Κουτζουλάτος, ο Μιχαήλ Λάσκαρις, ο Τζυρίθων και άλλοι, συνώμοσαν όπως απαλλάξωσι τον τόπον του ατασθάλου εκείνου μείρακος· έπεμψαν λοιπόν πρέσβυν προς τον Βατάτζην τον Καμπανόν, λόγοι μεν εμπορίας, πράγματι δε όπως διαπραγματευθή μετ' εκείνου την παράδοσιν της Θεσσαλονίκης επί τω όρω της διά χρυσοβούλου επικυρώσεως των αρχαίων εθών και δικαιωμάτων των κατοίκων. Παραχωρήσας το αιτούμενον ο βασιλεύς, απήρεν εκ Μελενίκου, του Καμπανού προαναχωρήσαντος, και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην· πέμψας δε πρέσβεις προς τον Δημήτριον τον προσεκάλεσε να έλθη παρ' αυτώ όπως τω προσφέρη τα σεβάσματά του· αλλ' ο Δημήτριος βασιζόμενος εις τας απατηλάς συμβουλάς των ιδίων συνδημοτών, απεφάσισε να μη υπακούση εις την πρόσκλησιν του Βατάτζη· οποίαι δε ήσαν αι σκευωρίαι, τας οποίας μετεχειρίζοντο όπως εξαπατήσωσιν οι περί αυτόν τον δυστυχή εκείνον δεσπότην μαρτυρεί, το εξής γεγονός. Επανελθόντα τον Καμπανόν εκ της προς τον Βατάτζην πρεσβείας, επρόδωσάν τινες προς τον Δημήτριον ως μετά των εχθρών αυτού συνεννοούμενον· προσκληθείς λοιπόν παρουσία αυτού εκατηγορείτο ότι ραδιουργεί τον λαόν και καταπροδίδει τον ηγεμόνα αυτού· μη έχων δέ τι προς ταύτα να αντείπη, εκινδύνευε να καταδικασθή εις θάνατον. Τούτο μαθών ο συμμύστης αυτού Σπαρτηνός έδραμεν εις τα ανάκτορα, και στραφείς πνευστιών προς τον Δημήτριον, «Τι ήκουσα, λέγει, δέσποτα, ότι ούτος είνε προδότης; Αλλ' αν τούτο αποδειχθή αληθές, μυρίων θανάτων άξιος είνε ο κακούργος.» Ο Δημήτριος πιστεύσας εις την προσπεποιημένην αγανάκτησιν του Σπαρτηνού, «Ναι, αποκρίνεται, κατηγορούσιν αυτού ότι είνε προδότης.» «Προδότης! » επιφωνεί ο Σπαρτηνός πλήρης οργής, και ορμήσας ερράπισε τον Καμπανόν επανειλημμένως· είτα δε αρπάσας αυτόν από του γένυος, «Εγώ, είπε, παραλαβών αυτόν εις τον οίκον μου θα τον αναγκάσω να ομολογήση την αλήθειαν.» Και λαβών αυτόν τον έφερεν εις τον οίκον του, ένθα τον εδεξιώθη λίαν φιλοφρόνως· απαιωρήσας δε ασκόν πλήρη αέρος ήρξατο να τύπτη αυτόν, του Καμπανού εκπέμποντος γοεράς κραυγάς. Αφού δε πολλάκις επανέλαβε τον αβλαβή τούτον τυμπανισμόν επανελθών προς τον Δημήτριον, «Δέσποτα, λέγει, όρκω σε πιστώσω το πράγμα· Μά τον σον και ημών απάντων Δημήτριον, τον κηδεμόνα της Θεσσαλονίκης και πολιούχον (ούτος δε ήτο ο των Θεσσαλονικέων όρκος) τοιούτος εστιν ο Καμπανός, οποίος ο Σπαρτηνός και ούτω διάκειται περί σε, καθάπερ δη και ο Σπαρτηνός, ών ανθρώπων απάντων πλέον σε φιλούντα επέγνως.» Τοιουτοτρόπως ο Καμπανός απηλλάγη της αποδιδομένης αυτώ κατηγορίας (181).

Εν τούτοις ο Βατάτζης αφικόμενος προ της Θεσσαλονίκης έπεμψε το δεύτερον πρέσβεις προς τον Δημήτριον προσκαλών αυτόν να έλθη εις το στρατόπεδόν του και να τω εξαποστείλη ζωοτροφίας· αρνουμένου δε του δεσπότου να υπακούση, ο αυτοκράτωρ έμεινεν επί τινας ημέρας προ της Θεσσαλονίκης περιμένων την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως των συνωμοτών. Και όντως μια των ημερών αι πύλαι της πόλεως ηνοίχθησαν αίφνης, ο δε Βατάτζης μετά των στρατιωτών του εφορμήσας κατέλαβεν αυτήν. Ο Δημήτριος ιδών την επιβουλήν κατέφυγεν εις την ακρόπολιν· η δε αδελφή του Ειρήνη και χήρα του Ασάν ελθούσα, και προ των ποδών του Βατάτζη πεσούσα, τον παρεκάλει να φεισθή του αφήλικος αυτής αδελφού και μη τον στερήση των οφθαλμών. Λαβούσα δε την υπόσχεσιν αυτού ότι δεν θέλει τον τυφλώσει, μετέβη παρά τω αδελφώ της και τον έπεισε να παραδοθή· τοιουτοτρόπως περιήλθε και η Θεσσαλονίκη υπό την εξουσίαν αυτού (182).