Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 15

Chapter 1523 wordsPublic domain

Αι τοσαύται γενόμεναι προπαρασκευαί εν τη Εσπερία διηυθύνοντο κυρίως κατά του Βατάτζη, αλλά και ο Ασάν δεν ήτο ολιγώτερον εκείνου επίφοβος και μισητός, αφότου μάλιστα εμπαίξας δι' απατηλών υποσχέσεων των Πάπαν εφείλκυσε την οργήν αυτού. Ο Γρηγόριος, μένεα πνέων κατ' αυτού, διότι αφού υπεσχέθη ν' αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του και να συμμαχήση τοις Φράγκοις κατά των Γραικών, ουχί μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά τουναντίον και θερμός υπέρμαχος του Βατάτζη κατά των Φράγκων ανεδείχθη, απεφάσισε παντοιοτρόπως να τον καταστρέψη. Απηυθύνθη λοιπόν προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας Βήλαν, και, πείσας τον Βαλδουίνον να παραιτηθή πάσης επί της Βουλγαρίας αξιώσεως, υπεσχέθη εις αυτόν το στέμμα της Βουλγαρίας, ως αν ήτο κύριος να διαθέτη τα στέμματα των διαφόρων κρατών κατ' αρέσκειαν, και προς τούτο προυκήρυξεν εις Ουγγαρίαν σταυροφορίαν γενικήν κατά του Ασάν. Ο Βήλας κατά πρώτον εφάνη διστάζων ν' αναδεχθή τοιούτον αγώνα, διότι επίδοξος διάδοχος του Βουλγαρικού θρόνου ήτο ο υιός της αδελφής του και δεν εδύνατο να προσβάλη τον Ασάν χωρίς να γείνη πολέμιος του συμμάχου και γαμβρού αυτού Βατάτζη του οποίου, ως γνωστόν, η σύζυγος Ειρήνη ήτο αδελφή της συζύγου του Ασάν Μαρίας· αλλά το αίσθημα του εγωισμού και της φιλοδοξίας υπερίσχυσε και τοιουτοτρόπως ήρξαντο αι διαπραγματεύσεις επί του αντικειμένου τούτου, ο Βήλας εζήτει ου μόνον βασιλεύς των Βουλγάρων, αλλά και έξαρχος παπικός ο ίδιος να αναγνωρισθή, εζήτει προσέτι να τω επιτραπή όπως προπορεύηται αυτού εν τη εκστρατεία ο σταυρός, και να αναδεχθή ο Πάπας την προστασίαν του βασιλείου του κατά την απουσίαν αυτού, εμποδίζων διά των όπλων του πνεύματος πάντα όστις ήθελε τολμήσει να τον προσβάλη. Τα δύο τελευταία αιτήματα του Βήλα ήσαν ευπρόσδεκτα, αλλά το πρώτον απήντησε πολλάς δυσχερείας, διότι οι Πάπαι, οίτινες τόσον ευκόλως κατεπάτουν τα δικαιώματα των ηγεμόνων, ήσαν πολύ ζηλότυποι εις όσα απέβλεπον τα ίδιά των δικαιώματα. Εν τούτοις μη θέλων ο Γρηγόριος να δυσαρεστήση τον βασιλέα της Ουγγαρίας, τω επρότεινε να διορίση έξαρχον, οίον αν επίσκοπον εκείνος εξέλεγε, και τούτο όπως διατηρήση την αξιοπρέπειαν της εκκλησίας, ήτις δεν παρείχε τίτλους εκκλησιαστικούς εις κοσμικούς ηγεμόνας. Αλλ' όμως αι τοσαύται προσπάθειαι έμειναν άνευ αποτελέσματος, διότι ο Ασάν φοβηθείς την κατ' αυτού σταυροφορίαν, ειρήνευσε μετά του Βήλα και των Φράγκων εις τους οποίους επέτρεψε το επιόν έτος την διά του κράτους του διάβασιν (162).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος ελάμβανε καθ' εκάστην τας πλέον δυσαρέστους περί Κωνσταντινουπόλεως ειδήσεις πασχούσης και στέρησιν τροφών και έλλειψιν πολεμιστών, ένεκα του οποίου οι του Βατάτζη στρατιώται περιτρέχοντες τας πέριξ χώρας, έσπειρον τον τρόμον και την φρίκην μέχρι και αυτών των τειχών της πόλεως, χωρίς ουδεμίαν να απαντώσιν αντίστασιν. Ταύτα λοιπόν μανθάνων ο Βαλδουίνος απεφάσισε να πέμψη κατά Μάρτιον του 1238 πολυαρίθμους πολεμιστάς εις Κωνσταντινούπολιν υπό την οδηγίαν του Ιωάννου Πετούνη, τον οποίον ο Βρυέννιος τω είχε δώσει ως Μέντορα κατά την εις Ιταλίαν αναχώρησίν του. Ο γενναίος ούτος μαχητής έλαβε την εις Ιταλίαν άγουσαν οδόν, προτιθέμενος να επιβιβασθή επί πλοίων εν Ενετία και μεταβή διαπόντιος εις Κωνσταντινούπολιν, όπως αποφύγη τας προσβολάς του Βατάτζη και των Βουλγάρου, οίτινες ήσαν διεσπαρμένοι καθ' άπασαν την μεταξύ χώραν· γεγονός τι όμως απροσδόκητον επελθόν, εματαίωσε τας του Πετούνη προθέσεις. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, όστις ήτο θανάσιμος εχθρός του Ιωάννου Βρυεννίου, και κατά συνέπειαν και του Βαλδουίνου, έτι δε μάλλον του Πάπα, μεθ' ού διέκειτο εις φανερόν πόλεμον, δραξάμενος της περιστάσεως ηθέλησε να εκμηδενίση το σχέδιον εκείνο, όπερ ο Γρηγόριος περί τοσούτου εποιείτο· άμα λοιπόν ο Πετούνης διήλθε τας Άλπεις, τω απηγόρευσε να διαβή διά του κράτους του, απειλών εν εναντία περιπτώσει ότι διά των όπλων θέλει του εμποδίσει την διάβασιν. Ο Πετούνης εκπλαγής γενόμενος εκ της απειλής ταύτης του αυτοκράτορος, ήλθεν εις συνέντευξιν μετ' αυτού, και παντοιοτρόπως προσεπάθησε να τον πείση, όπως τω επιτρέψη την διάβασιν· και εκάμφθη μεν ο Φριδερίκος, επιτρέψας τούτο, απήτησεν όμως ίνα ο Πετούνης μένη παρ' αυτώ ως όμηρος διά την καλήν διαγωγήν την οποίαν οι σταυροφόροι ήθελον τηρήσει διερχόμενοι διά του κράτους του. Μάτην ο Πετούνης προσέφερεν εις τον αυτοκράτορα μέγιστον ποσόν χρημάτων διά να παραιτηθή του όρου τούτου, προφασιζόμενος ότι ο στρατός του άνευ αρχηγού μένων ήθελε διασκορπισθή. Ο Φριδερίκος επέμεινεν εις τον όρον αυτόν και επειδή είχεν αξιώσεις επί της Φραγκικής αυτοκρατορίας, απήτησε παρά του Βαλδουίνου να τον αναγνωρίση ως κυρίαρχον, διότι άλλως θέλει τον αναγκάσει διά των όπλων· του δε Βαλδουίνου μη συγκατανεύσαντος εις τούτο, απηγόρευσεν αυστηρώς την διά του κράτους του διάβασιν των σταυροφόρων, ο Πάπας σφοδρώς λυπούμενος επί ταις εχθροπραξίαις ταύταις, αίτινες εματαίουν τοσούτους αγώνας και προσπαθείας, δι' επιστολών προσεπάθησε να τω υποδείξη πόσον ατόπως προσεφέρετο προς άπασαν την Χριστιανοσύνην, της οποίας εφαίνετο πολέμιος· αλλ' ο Φριδερίκος περιφρονών και τον Πάπαν και τας επιστολάς του, επέμεινεν ακραδάντως εις τας αξιώσεις του. Ο δε Βαλδουίνος βλέπων ότι εκτός του Ασάν και Βατάτζη ανεφαίνετο τρίτος εχθρός, όν ώφειλε να πολεμήση, επέστρεψεν εις Ιταλίαν όπως συμβουλευθή τον Πάπαν και συσκεφθώσι περί του πρακτέου. Εν τούτοις οι εν Ενετία συνελθόντες στρατιώται όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν διεσπάρησαν ελλείψει στρατηγού, ο δε Πετούνης ασθενήσας μετ' ου πολύ και αποβιώσας, υπήρξεν ο τελευταίος ιππότης εκ των αρχαίων κατακτητών.

Η βραδύτης της αποστολής επικουρίας εις Κωνσταντινούπολιν, εξήντλησεν ολοσχερώς τους πόρους αυτής. Πάσα και δημοσία και ιδιωτική περιουσία είχε δαπανηθή, ο δε τοποτηρητής του αυτοκράτορος, αφού κατήντησε να αφαιρέση τον μόλυβδον από τας σκέπας των εκκλησιών διά να κόψη νόμισμα, απεφάσισε να υποθηκεύση και αυτά τα τιμαλφή λείψανα της Χριστιανικής ευσεβείας. Ο εξ ακανθών στέφανος, δι' ού περιεβλήθη ο του κόσμου Λυτρωτής, εσώζετο εν τοις ανακτόροις του Βυζαντίου φέρων έτι τα ίχνη των φρικτών Εκείνου παθημάτων· τούτον λοιπόν τον στέφανον μη απολειφθέντος πλέον ετέρου τινός, απεφάσισεν ο τοποτηρητής να ενεχυριάση αντί της ποσότητος τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εβδομήκοντα πέντε υπερπύρων πρός τινας Ενετούς επί συμφωνία, αν εντός ωρισμένου χρόνου δεν αποδώση το δάνειον, να λαμβάνωσιν εκείνοι εις την κατοχήν των αυτόν· εγένετο δε η συνθήκη αύτη τη 4 Σεπτεμβρίου 1238. Ο Βαλδουίνος πληροφορηθείς την σύμβασιν ταύτην προσέφυγε προς τον βασιλέα Λουδοβίκον, όστις παρέλαβε τον στέφανον αποτίων τα προς τους Ενετούς οφειλόμενα. Κατά Δεκέμβριον λοιπόν του αυτού έτους ο στέφανος ούτος επιβιβασθείς εις πλοίον Γαλλικόν μετεκομίσθη εις Ενετίαν και εκείθεν εις Παρισίους, ένθα κατετέθη μετά πλείστης όσης επισημότητος και πομπής εις την εκκλησίαν την επ' ονόματι της Παναγίας τιμωμένην. ο Βατάτζης πληροφορηθείς την πώλησιν ταύτην του στεφάνου έστειλε πλοία όπως αρπάσωσιν αυτόν, αλλά δυστυχώς δεν επέτυχον ταύτα να συναντήσωσι το κομίζον εκείνον πλοίον· ο δέ Λουδοβίκος εδωρήσατο διά τον στέφανον δεκακισχιλίας λίβρας εις τον Βαλδουίνον, γενομένης και δαπάνης ετέρων δισχιλίων διά την μεταφοράν αυτού (163).

Η δεινή θέσις εις ήν περιήλθεν η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως ηνάγκασε τον Βαλδουίνον να επισπεύση την εις το κράτος του επάνοδον, μετά των στρατιωτών, ούς εν τη Δύσει είχε συλλέξει. Τοιουτοτρόπως αυτός μεν παρεσκευάζετο όπως απέλθη, ο δε Πάπας, παρά τω οποίω κατέλιπεν αντιπρόσωπον αυτού τον Ιωάννην Βαλενσιανόν, ησχολείτο ανενδότως όπως πείση τους σταυροφόρους Γάλλους να αναστείλωσι την εις Συρίαν μετάβασίν των και στρέψωσι τα όπλα των πρώτον κατά του Βατάτζη. Εκ τούτων πολλοί μεν επείσθησαν εις του Πάπα τας παρακελεύσεις, έτεροι όμως επέμενον εις το αρχικόν σχέδιόν των της επί την αγίαν Γην εκστρατείας, μεμψιμοιρούντες μάλιστα κατ' αυτού διότι παρενέλαβε προσκόμματα εις την εκπλήρωσιν του σκοπού των και διότι διέθετε άλλως πως παρ' όπως ανέκαθεν ήσαν προωρισμένα τα διά την σταυροφορίαν συλλεχθέντα χρήματα. Μετά των τελευταίων τούτων ήσαν ο Θιβώτος βασιλεύς της Ναβάρρας, ο Ούγγος δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος κόμης Βαρίου, ο Aμωρή κόμης Μοντφόρτης, ο Ριχάρδος δε-Σαμόντιος, ο Ανζώ Δέλλιος, οι κόμητες Βενδόμης, Μακώνος, Φορέτης, Νεβερσίας και άλλοι, οίτινες βλέποντες του αυτοκράτορος Φριδερίκου την διαγωγήν και μη επιθυμούντες ν' αναλάβωσιν αγώνα, προς τον οποίον εκείνος εφέρετο τοσούτον δυσμενώς, εγκατέλιπον τον Βαλδουίνον και λαβόντες την εις Μασσαλίαν άγουσαν οδόν, επεβιβάσθησαν εκείθεν εις πλοία διά Παλαιστίνην, εναντίον της παπικής επιθυμίας (164).

Η αρχή αυτή δεν επροοιμίαζε βεβαίως καλόν τέλος· αλλ' ο Βαλδουίνος μηδόλως αποθαρρυνθείς, αφού διά τελευταίαν φοράν μετέβη εις Ρώμην ίνα συνεντευχθή προς τον Πάπαν, επέστρεψεν εις Γαλλίαν, και μη έχων χρήματα όπως διαπλεύση τον στρατόν του εδανείσθη παρά του βασιλέως Λουδοβίκου πεντήκοντα χιλιάδας λιβρών, προς εξασφάλισιν των οποίων υπεθήκευσεν αυτώ την κομητείαν του Ναμούρ, ήν ο βασιλεύς παρεχώρησεν εις τους ιππότας Τεμπλιέρους να την διοικώσι μέχρις ού ο Βαλδουίνος ήθελε τω αποτίσει τα οφειλόμενα, ιστορικοί τινες λέγουσιν ότι προς τη κομητεία του Ναμούρ υπεθήκευσε και την της Ωξέρης· αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης. Τέλος τακτοποιήσας τα οικιακά του πράγματα απεφάσισε να αναχωρήση, διερχόμενος διά Γερμανίας, της οποίας ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, τη επιμόνω αιτήσει του βασιλέως της Γαλλίας, τω επέτρεψε την διά της χώρας του διάβασιν διά χρυσοβούλου εκδοθέντος τη 7 Δεκεμβρίου 1238. Ταις προσπαθείαις του Πάπα και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας και ο τούτου αδελφός Καλομάνος δουξ Σκλαβουνίας και ο βασιλεύς αυτός της Βουλγαρίας Ασάν, όστις ου προ πολλού είχε συμμαχήσει μετά των Φράγκων, υπεσχέθησαν ου μόνον κατ' ουδέν να παρενοχλήσωσι τους σταυροφόρους διά των κρατών αυτών διερχομένους, αλλά τουναντίον και να τοις χορηγήσωσι πάσαν αντίληψιν. Ο Βαλδουίνος ηρίθμει εν ταις τάξεσιν αυτού εξηκοντακισχιλίους άνδρας, εν οίς ήσαν επτακισχίλιοι ιππόται μετά των ιπποκόμων αυτών και τριακοντακισχίλιοι έφιπποι τοξόται. Πολλοί δε διακεκριμένοι άρχοντες είχον ενωθή μετ' αυτού, οίοι ήσαν ο Θωμάς Μάρλιος κύριος του Κουσή, ο Ιμβέρτος κύριος του Βωζώ, ο Ζοσεράνδος κύριος του Βρασιών, ο άρχων του Βωμέζου, ο Γουλλιέλμος δε-Καχιέ, ο Βαρόνος δε-λα-Χαβερί και άλλοι· συνώδευσε δ' αυτόν ως Παπικός έξαρχος ο Βαλδουίνος Σενιγαλλίας και ο Βαρίνος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τον οποίον είχεν εκδιώξει ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος ότε εκυρίευσε την πόλιν ταύτην. Τοιουτοτρόπως αναχωρήσας ο αυτοκράτωρ μετά παντός του στρατού αυτού και διελθών την Ιταλίαν διά των υπωρειών των Άλπεων, αφίκετο εις το Οστρίκιον· κατελθών δε εις Ουγγαρίαν διεπέρασε τον Ίστρον, και διά της Βουλγαρίας έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν κατά Δεκέμβριον του 1239. Οι εν αυτή εδέξαντο τον Βαλδουίνον μετά μεγίστου ενθουσιασμού, και των πάντων ελπιζόντων παντός δεινού την απαλλαγήν, ούτος εστέφθη αυτοκράτωρ μετά της συνήθους επισημότητος εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας (165).

Και αληθώς έπρεπε να ελπίσωσι πολλά εκ της ελεύσεως του Βαλδουίνου και του πολυαρίθμου εκείνου στρατού· διότι εκτός της υλικής δυνάμεως, ήν ο αυτοκράτωρ τοις εκόμιζεν, είχε προσέτι περιποιήσει εαυτώ πολλούς συμμάχους, αποσπών αυτούς από του Βατάτζη. Οι Ούγγροι ήσαν φίλοι αυτού, ο Ασάν είχεν επίσης συμμαχήσει μετ' αυτού, οι Κουμάνοι, ηγουμένων των βασιλέων των Ιωνά και Σορονίου, εζήτησαν εις Κωνσταντινούπολιν την φιλίαν των Φράγκων, και ο πολεμικός ούτος λαός, ως εκ των προτέρων είδομεν, δεν ήτο μικρού λόγου επίκουρος. Διά τούτο ο Βαλδουίνος έσπευσε να παραδεχθή την συμμαχίαν αυτού, και πληρεξούσιοι διορισθέντες εκατέρωθεν συνωμολόγησαν ειρήνην και φιλίαν αδιάρρηκτον· μετά δε την συνομολόγησιν αυτής οι πληρεξούσιοι εκβαλόντες ολίγον αίμα εκ των φλεβών των, το προσέφερον αλλήλοις ίνα το πίωσιν, ως διά να δείξωσι τρόπον τινά ότι το αυτό αίμα εζωογόνει αμφοτέρους τους λαούς εις το εξής. Μετά την αιμοποσίαν ταύτην ταχθέντες εις δύο γραμμάς οι πληρεξούσιοι των συμβαλλομένων εθνών, κατέκοψαν μεληδόν διά των ξιφών κύνα, όν ηνάγκασαν να διέλθη εν τω μέσω των φωνούντες, «Ούτως απωλεσθήτω το έθνος εκείνο, όπερ παραβιάσει την ένορκον συμμαχίαν.» Τοιαύτη ήτο η συνθήκη την οποίαν οι Κουμάνοι συνέθεντο προς τους Φράγκους· όπως δε παγιώσωσιν αυτήν ηθέλησαν να συσφίγξωσι την συμμαχίαν των δι' ιδιαιτέρων δεσμών. Βαπτισθεισών λοιπόν των δύο θυγατέρων του Σορονίου, την μεν έλαβεν εις γυναίκα ο Γουλλιέλμος, υιός του Γοδοφρέδου Μερή, την δε ο Βαλδουίνος κόμης του Αινώ· την δε θυγατέρα Ιωνά, του ισχυροτέρου των δύο βασιλέων ενυμφεύθη ο Ναρζότος δε-Τουσή, όστις πρώτην σύζυγον έσχε την θυγατέρα του Βρανά (166).

Πρώτιστον έργον των Φράγκων, τοιουτοτρόπως υπό των Κουμάνων ενισχυθέντων, υπήρξεν η πολιορκία της Τζουρουλού, ής ο Βατάτζης υπήρχε κύριος, διορίσας εν αυτή φρούραρχον τον Χαρτουλάριον Ιωάννην Πετραλείφαν, άνδρα γενναίον και παιδιόθεν εξησκημένον περί τα πολεμικά. Και αντέταξε μεν ούτος προς τους πολυπληθείς εχθρούς και τας πολυποικίλους μηχανάς των μεγίστην καρτερίαν και ανδρίαν· αλλ' αναγκασθείς υπό των πολλών δυνάμεων των πολεμίων, συνάμα δε και υπό των προδοτών, οίτινες δεν λείπουσι πάντοτε κατά τοιαύτας περιστάσεις από τας πολιορκουμένας πόλεις, παρεδόθη. Οι δε Φράγκοι, χειρωσάμενοι την πόλιν, συνέλαβον τον Πετραλείφαν και τους συν αυτώ, και μεταγαγόντες εις Κωνσταντινούπολιν επώλησαν ως ανδράποδα προς τους οικείους των (167).

Ο Βατάτζης μη αισθανόμενος εαυτόν ικανόν όπως αντεπεξέλθη κατά των Φράγκων, πολιορκούντων την Τζουρουλόν, απεφάσισε να κατακτήση όσα μέρη τοις έμενον έτι κατά τα παράλια της Προποντίδος. Όπως δε επιτύχη ευχερέστερον τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να τους προσβάλη και διά ξηράς και διά θαλάσσης· λαβών λοιπόν αυτός την ηγεμονίαν του στρατού και από Νικομηδείας απάρας προσέβαλε και εκυρίευσε τον Χάρακα, την Δακίβυζαν και το του Νικητιάτου φρούριον, συσκευασάμενος δε τριήρεις ικανάς έθηκεν αυτάς υπό τας διαταγάς Ιφρέ του Αρμενίου, ανδρός ανικάνου και οκνηρού περί τα μάχιμα τελούντος, παύσας τον πρότερον την των τριήρεων στρατηγίαν περιεζωσμένον Μανουήλ Κοντοφρέ, άνδρα γενναίον και πολεμοχάρμην, διότι ούτος παρρησία και φιλαληθεία χρώμενος παρίστα εις τον αυτοκράτορα ότι αι θαλάσσιαι αυτού δυνάμεις ήσαν κατά πολύ των Φραγκικών υποδεέστεραι, και όλως ανίκανοι όπως ναυμαχήσωσι προς αυτάς. Ότι δε ο Κοντοφρές έλεγε τ' αληθή εγνώσθη εκ των υστέρων, διότι, ναυμαχίας γενομένης μεταξύ του Γραικικού στόλου εκ τριάκοντα πλοίων συγκειμένου και του των Φράγκων, όν τρισκαίδεκα μόνον νήες απήρτιζον, ο πρώτος ηττήθη αισχρώς, απολέσας δεκατρείς τριήρεις, τας οποίας οι εχθροί συν ανδράσι και όπλοις εκυρίευσαν και ως λάφυρα έφερον εις Κωνσταντινούπολιν (168).

Κατά τον αυτόν περίπου χρόνου (1240) εφάνη προς το μέρος του βορρά κομήτης πωγωνίας, όστις διήρκεσε μήνας τρεις, εις διάφορα μέρη φαινόμενος. Κατά περίεργον δε σύμπτωσιν την εμφάνισιν του κομήτου τούτου παρηκολούθησεν η αποβίωσις πολλών επισήμων ανδρών, πρώτος δε τούτων ην ο των Βουλγάρων ηγεμών Ασάν, «ανήρ εν βαρβάροις άριστος αναφανείς, ως λέγει ο Ακροπολίτης, ουκ εν τοις οικείοις μόνον, αλλά γε δη και τοις αλλοτρίοις· εχρήσατο γαρ και φιλανθρωπότερον τοις προσερχομένοις αυτώ επήλυσι και μάλιστα τοις Ρωμαίοις, και φιλοτίμως αυτοίς παρείχε τα αιτηρέσια.» Μετ' αυτόν απεβίωσαν Ιωνάς ο βασιλεύς των Κουμάνων και ο γαμβρός αυτού Ναρζότος δε-Τουσή· επειδή δε ο Ιωνάς ην αβάπτιστος, τον ενεταφίασαν εκτός των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως, οκτώ δε ιπποκόμοι του και είκοσιν έξ ίπποι του απηγχονίσθησαν επί του τάφου αυτού κατά τα άγρια των Κουμάνων ήθη. Ο θάνατός του υπήρξε ζημία επαισθητή διά τους Φράγκους, διότι όχι μόνον αυτόν απώλεσαν, άνδρα πιστόν και γενναίον, αλλά και τον Σαρτόριον, όστις αποβιώσαντος του Ιωνά, απεσπάσθη αυτών και ηνώθη μετά του Βατάτζη. Συγγραφεύς τις (169) αναφέρει ότι κατ' αυτό το έτος, κοινοποιηθέντος εν Γαλλία του θανάτου του Βαλδουίνου, ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος πρίγγηψ της Αχαΐας μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, ίν' αναλάβη την αντιβασιλείαν του κράτους, διαρκούσης της ανηλικιότητος του υιού του Φιλίππου, τέλος προς τοις άλλοις απεβιώσεν η σύζυγος του Βατάτζη Ειρήνη, «γυνή σωφρονική τε και αρχική και πολύ το μεγαλείον επιδεικνυμένη το βασίλειον, χαίρουσα δε και λόγοις και σοφών ακροωμένη μεθ' ηδονής και τιμώσα τούτους υπερβαλλόντως,» και ο Μανουήλ Κομνηνός αδελφός του δεσπότου της Θεσσαλονίκης Θεοδώρου (170).

Ο στρατός των Φράγκων εστρατοπέδευεν έτι προ της Κωνσταντινουπόλεως, ότε Γουλλιέλμος ο εκ Βερώνης κύριος της Ευβοίας και υιός του Ραβανού Δελλά Κάρσερε ελθών επαρουσιάσθη εις τον αυτοκράτορα μετά της συζύγου αυτού Ελένης, ανεψιάς δε Δημητρίου του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, και τω εζήτησε να τον αναγνωρίση ως κληρονόμον εκ της συζύγου αυτού, του βασιλέως εκείνου. Ο Βαλδουίνος ουδεμίαν αντίρρησιν εποιήσατο εις τούτο και την 5 Μαΐου 1240 απέλυσε λόγον χρυσόβουλον, διά του οποίου ανεγνώριζε τον Γουλλιέλμον, βασιλέα της Θεσσαλονίκης· την δε αναγνώρισιν ταύτην επεκύρωσεν εκείνος παρά του Πάπα Ιννοκεντίου Δ' του διαδεξαμένου τον Γρηγόριον Θ'. Αλλά τα απλά έγγραφα ουδέν ίσχυον απέναντι της κλαγγής των όπλων, ήτις ηκούετο τότε καθ' άπασαν την Ανατολήν (171).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος μη επαρκών εις τας ιδίας αυτού δαπάνας, είχε δανεισθή μέγιστα ποσά παρά του πρίγγιπος της Αχαΐας, και επειδή δεν ηδύνατο να αποτίση αυτά, ηναγκάσθη να τω παραχωρήση την κομητείαν του Κουρτεναί· αλλ' όμως ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος, του οποίου η συγκατάθεσις ήτο αναγκαία εις την παραχώρησιν ταύτην, ηρνήσατο να αναγνωρίση τον Γουλλιέλμον ως κύριον του Κουρτεναί, και δι' επιστολής του ήλεγξε πικρώς τον Βαλδουίνον, διότι απεγυμνούτο τοιουτοτρόπως των πατρικών αυτού κληροδοτημάτων. Ο Βαλδουίνος απαντών εδικαιολόγησε την πράξιν του, προτείνων τας καταπειγούσας του κράτους ανάγκας, και όπως πείση αυτόν να έλθη εις βοήθειάν του, τω έπεμψε μέγα τεμάχιον του τιμίου Σταυρού, το ιμάτιον, όπερ έφερεν ο Χριστός, ότε υπήγαινεν εις το Καλβάριον, την αιχμήν της λόγχης, τον σπόγγον και τα άλλα όργανα του πάθους Του. Τα άγια ταύτα λείψανα αφίκοντο εις Παρισίους κατά την ημέραν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και εγένοντο δεκτά παρά του βασιλέως και της οικογενείας, μετά πλείστης όσης ευλαβείας και τιμής. Τοιουτοτρόπως η Κωνσταντινούπολις απεγυμνούτο μικρόν κατά μικρόν όλων των κειμηλίων με όσα η ευσέβεια και ο ζήλος των αυτοκρατόρων την είχε προικίσει (172).

Ο θάνατος του βασιλέως των Βουλγάρων Ασάν παρήλλαξεν επαισθητώς την κατάστασιν των Φράγκων, διότι ο Βατάτζης βλέπων ότι διεδέξατο αυτόν μειράκιον ενδεκαετές, τούνομα Καλλιμάνος, επομένως ανίκανον όπως βαστάση τας ηνίας του κράτους, έτι δε ολιγώτερον το βάρος του πολέμου, απεφάσισε να επωφεληθή εκ της ανηλικιότητος αυτού όπως κατακτήση την Βουλγαρίαν· ίνα δε μη τον αποτρέψωσι του σκοπού του οι Φράγκοι συνωμολόγησε μετ' αυτών διετή ανακωχήν. Έπεμψε δε και προς τον βασιλέα των Ούγγρων Βήλαν προτείνων αυτώ φιλίαν και την υπό τον Πάπαν ένωσιν των εκκλησιών. Ο Βήλας χαίρων επί ταις προτάσεσι ταύταις εξήγγειλεν εις Ρώμην τον του Βατάτζη σκοπόν· αλλ' ο Πάπας δυσπιστών προς τον αυτοκράτορα της Νικαίας, ενέπνευσε και προς τον Βήλαν την δυσπιστίαν ταύτην. Και απέτυχε μεν η μεταξύ των δύο τούτων ηγεμόνων συμμαχία, αλλ' ο Βήλας ουδέν παρενέβαλε πρόσκομμα και αυτό ιδίως επεθύμει ο Βατάτζης. Αφ' ετέρου ο μεγαλεπίβολος ούτος ηγεμών μη ανεχόμενος να φέρωσιν οι δεσπόται της Θεσσαλονίκης τον τίτλον του αυτοκράτορος, όστις ενόμιζεν ότι αυτώ μόνω ανήκε, διότι ήτο διάδοχος του Λασκάρεως και των νομίμων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων, απεφάσισε να ταπεινώση και τον φέροντα τον τίτλον εκείνον Ιωάννην τον Κομνηνόν, όστις διώκει τον τόπον ταις συμβουλαίς και τη πείρα του τυφλού πατρός του Θεοδώρου. Όπως δε ο Βατάτζης ευχερέστερον επιτύχη τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να αποσπάση από τον ανίκανον εκείνον και νωθρόν ηγεμόνα τον αόμματον Μέντορά του και προς τούτο κατέφυγεν εις το εξής στρατήγημα. Πέμψας πρέσβυν προς τον Θεόδωρον, τον προσεκάλεσε να έλθη εις Νίκαιαν όπως συσκεφθώσι περί των κοινή συμφερόντων· εκείνος δε μηδέν κακόν υπονοών προσήλθε προθύμως, και ο Ιωάννης τον ενέπλησε τιμών, θείον αυτόν ονομάζων και τη αυτού συγκαθίζων τραπέζη και των λοιπών φιλοφρονημάτων μεταδιδούς. Αφού δε τούτον έσχεν εις τας χείρας του, συναγαγών πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Σκυθών, τους οποίους διά δώρων και υποσχέσεων είχε προσελκύσει, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, έχων παραπλέοντα και τον στόλον αυτού υπό τον Κοντοφρέ Μανουήλ. Συνώδευον δε τον βασιλέα κατά την εκστρατείαν ταύτην άνδρες στρατηγικοί και πολυμήχανοι, ο Δημήτριος Τορνίκης, ο δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, ο πρωτοβεστιάριος Αλέξιος Ραούλ, ο επί της τραπέζης Νικηφόρος Ταρχανιώτης, ο πρωτοσέβαστος Κοντοστέφανος, ο μέγας χαρτουλάριος Πετραλείφας και άλλοι. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης μετά του στρατού αυτού παρελθών τα της Θράκης και Μακεδονίας χωρία, κατέλαβε την Χριστούπολιν και το φρούριον της Ρεντίνης, το oποίον οι φυλάσσοντες παρήτησαν έρημον, ιδόντες μακρόθεν τον στρατόν αυτού, και ελθών εστρατοπέδευσεν εις απόστασιν οκτώ σταδίων από της Θεσσαλονίκης, εις τόπον καλούμενον κήπον του Προβατά. Κατά της αχανούς εκείνης πόλεως, δεν ήτο βεβαίως δυνατόν να μεταχειρισθή ελεπόλεις και άλλα τοιαύτα πολεμικά μηχανήματα· διέταξεν όμως τους στρατιώτας αυτού και ιδίοις τους εις αρπαγήν προθυμοτάτους Σκύθας, να περιέρχωνται και ληίζωσι τα περίχωρα, όπως ει δυνατόν διά της καταστροφής και της πείνης αναγκάση τους εν τη πόλει να παραδοθώσιν· αλλά και οι πολιορκούμενοι δεν έμενον άπρακτοι, τουναντίον ανθίσταντο μετά πολλής καρτερίας, συνεχώς δ' εφορμώντες εκ της πόλεως επέπιπτον κατά του στρατού του βασιλέως και επέφερον αυτώ ζημίαν ου σμικράν.

Εν τούτοις ο Βατάτζης εξηκολούθει στενώτερον πολιορκών τους εν Θεσσαλονίκη ότε επληροφορήθη παρά του υιού αυτού Θεοδώρου, όν είχε καταλίπει περί τα μέρη των Πηγών, μετά του μυστικού συμβούλου Ιωάννου του Μουζάλωνος και του μεγάλου εταιριάρχου Μιχαήλ Λιβαδαρίου, ότι το έθνος των Τατάρων, ή, κατά τους Βυζαντινούς, των Ταχάρων, ελθόν εις πόλεμον προς τους Μουλσουμάνους του Ικονίου ενίκησεν αυτούς και ότι φόβος ήτο μη οι Βάρβαροι εκείνοι ήθελον εισβάλει εις την αυτοκρατορίαν της Νικαίας. Ταύτα μαθών ο Βατάτζης, εις ουδένα μεν ανεκοίνωσεν, απαγορεύσας επί ποινή θανάτου εις τον παρά του υιού του απεσταλμένον να μαρτυρήση τι των εν Ασία συμβαίνοντος, προσκαλέσας δ' εκ Νικαίας εις το στρατόπεδόν του τον Θεόδωρον, τω είπεν ότι ουχί εκ μίσους ή εκ κατακτητικών σκοπών προσέβαλε την Θεσσαλονίκην, διότι αμφότεροι εισι Γραικοί και επομένως εχθροί των Φράγκων, ότι, καίτοι το συμφέρον αμφοτέρων απαιτεί να ενωθώσι διά να προσβάλωσιν ομού τους κοινούς εχθρούς, υπάρχων όμως μόνος νόμιμος αυτοκράτωρ, κατ' ουδέν δύναται να ανεχθή έτερον αντιποιούμενον του ονόματος αυτού, και ότι δεν είνε συνέσεως έργον διά κενόν τίτλον ο Θεόδωρος να διακινδυνεύση πραγματικόν βασίλειον, ού ουδόλως τω διαφιλονικεί την κατοχήν. Ο Θεόδωρος, όστις ηγνόει την πραγματικήν αιτίαν υφ' ής ο Βατάτζης επεθύμει να λύση την πολιορκίαν και όστις ην άλλως τε λίαν ευγνώμων προς αυτόν διά τας τιμάς και τας φιλοφροσύνας, ών τον κατηξίωσεν εν Νικαία, εύρεν ευλόγους τας αιτιάσεις αυτού και πρέσβυς παρά τω υιώ του γενόμενος, έπεισεν αυτόν να ενδώση εις τας απαιτήσεις του αυτοκράτορος. Κατά συνέπειαν ο Ιωάννης ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον δεσπότου, απέβαλε τα ερυθρά πέδιλα και την περιμάργαρον πυραμίδα, εις ήν λίθος υπερεκάθητο κόκκινος, ως σύμβολον του βασιλικού αξιώματος, και ωρκίσθη υποταγήν προς τον αυτοκράτορα. Ούτος δε τυχών του ποθουμένου και εμπλήσας δωρεών τους περί τον Ιωάννην, ανεχώρησεν εκ Θεσσαλονίκης μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν (173).