Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 14

Chapter 1419 wordsPublic domain

Εν τούτοις η αποτυχία αύτη αντί να απελπίση τους δύο βασιλείς (και ακολουθούμεν τους αυτούς ιστορικούς θαυμάζοντες το μεγαλόψυχον του Ιωάννου και του Ασάν ουδόλως αποθαρρυνθέντων εκ της τοιαύτης ριζικής καταστροφής) τουναντίον εξήψε την οργήν αυτών, προς εκδίκησιν ασπαιρόντων. Συνέλεξαν λοιπόν νέον στρατόν και διήνυσαν τον χειμώνα εις νέαν προπαρασκευαζόμενοι κατά της Κωνσταντινουπόλεως προσβολήν, εις δε τον στόλον προσέθηκε και ο Ασάν είκοσι πέντε γαλέρας, και ούτος εγένετο ο πρώτος φανείς εν τω Ευξείνω Πόντω ναυτικός εξοπλισμός των Βουλγάρων. Η φήμη των προπαρασκευών τούτων κατετάραξεν, ως εικός, τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, εις τον οποίον η προηγουμένη επιτυχία ωμοίαζε προς νίκην Καδμείαν· διότι οσονδήποτε μεγάλη και αν υποτεθή η προσγενομένη τοις Γραικοίς και τοις Βουλγάροις βλάβη, ουδόλως όμως εδύνατο να εξισωθή προς ήν υπέστησαν οι Φράγκοι, ο μικρός των οποίων αριθμός έτι μάλλον ηλαττώθη, και οι ολίγοι πόροι επαισθητώς ωλιγόστευσαν. Ταύτα αναλογιζόμενος ο Βρυέννιος απηυθύνθη και πάλιν προς τους ηγεμόνας, προς ούς είχε γράψει και πρότερον, ικετεύων αυτούς να επιταχύνωσι την αποστολήν των επικουριών, άς τω υπεσχέθησαν· έγραψε δε και προς τον Πάπαν αγγέλλων αυτώ την τε προγεγονυίαν νίκην του και τον κίνδυνον υφ' ού ηπειλείτο. Ο Γρηγόριος εστράφη προς τον Βήλαν Δ' βασιλέα της Ουγγαρίας, όστις, καθό γειτνιάζων περισσότερον προς την Κωνσταντινούπολιν, ηδύνατο ευχερέστερον να συνδράμη αυτήν· όπως δε τον πείση καθώς και τους λαούς του να δράμωσι προς βοήθειαν της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας, ηνέωξε τους θησαυρούς των συγχωροχαρτίων και παρέσχε πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ελάμβανον μέρος εις την κατά των Γραικών σταυροφορίαν. Ταυτοχρόνως δ' έγραψε προς τους αρχιεπισκόπους Γράνης και Κολόζης, προσκαλών αυτούς να επιταχύνωσι διά των προτροπών των την αποστολήν της επικουρίας. Οποίον αποτέλεσμα επέφεραν αι Παπικαί αύται προτροπαί, περί τούτου ουδέν οι ιστορικοί των τότε χρόνων αναφέρουσι· φαίνεται όμως ότι ο πόλεμος έληξε πριν ή επέλθη τοιούτον.

Εν τούτοις ο Βατάτζης και ο Ασάν, αρξαμένου του έαρος του 1236, ηγούμενοι πολυαρίθμου στρατού και στόλου εκ τριακοσίων πλοίων ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν και επολιόρκησαν αυτήν, ο Βρυέννιος διέκειτο εις αθλίαν κατάστασιν, διότι αι δυνάμεις του ουχί μόνον να αποκρούσωσιν, αλλ' ουδέ να αντιστώσι προς τους δύο συμμάχους ήσαν επαρκείς. Ήθελε λοιπόν αναγκασθή να παραιτήση την Κωνσταντινούπολιν, ει μη έσπευδε προς βοήθειάν του ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας, όστις καταλιπών την διοίκησιν του Κράτους του εις τον αδελφόν του Γουλλιέλμον, ανεχώρησεν εκείθεν μετά έξ πλοίων πολεμικών, εκατόν ιπποτών, τριακοσίων πελταστών και πεντακοσίων τοξοτών, μεθ' ών ετόλμησε να προσβάλη τον Γραικικόν στόλον. Αφ' ετέρου οι Ενετοί εξοπλίσαντες εκκαίδεκα πλοία υπό την αρχηγίαν του Ιωάννου Μικιέλη προσέβαλον επίσης τον στόλον εκείνον, βοηθούς έχοντες και τους Πισσαίους και Γενουηνσίους· ώστε τα πλοία του Ιωάννου υπό των διαφόρων τούτων εθνών καταπολεμούμενα, μέρος μεν κατεστράφησαν μέρος δ' ετράπησαν εις φυγήν, συμπαρασύροντα και τον στρατόν της ξηράς. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης και ο Ασάν αποτυχόντες και κατά την νέαν ταύτην απόπειραν, έλυσαν την πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως και απεσύρθησαν εις τα ίδια (152).

Οι συνεχείς ούτοι δονισμοί τοσούτον εξησθένησαν τους Φράγκους, ώστε ευρέθησαν μετ' ου πολύ εκείνοι εστερημένοι και χρημάτων και των λοιπών επιτηδείων καθ' ολοκληρίαν· διηγούνται δε ότι ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, θυσιάσας κατά τας παρελθούσας περιστάσεις τας προσόδους αυτού υπέρ του κράτους, εις τοσαύτην διετέλει ένδειαν, ώστε απηυθύνθη προς τον Πάπαν, εκλιπαρών αυτόν να τω αποστείλη τα προς ζωάρκειάν του. Ο Πάπας έγραψε προς τον πρίγγιπα της Αχαΐας και προς τους επισκόπους του Μωρέως, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον πατριάρχην. Αφ' ετέρου ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, φοβούμενος νέαν τινα προσβολήν, επεκαλέσθη εντονώτερον την συνδρομήν των Χριστιανών ηγεμόνων, και επειδή αι μέχρι τούδε επικλήσεις του ουδέν έσχον αποτέλεσμα, έκρινεν εύλογον να στείλη προς εκείνους τον Βαλδουίνον, όστις είχε και να διεκδικήση την πατρικήν του κληρονομίαν, ήν τω είχον καταλάβει τινές των συγγενών του. ο χρονογράφος Νάγγιος ιστορεί ότι μετά του Βαλδουίνου ο αυτοκράτωρ απέστειλε και τους τρεις υιούς του Αλφόνσον, Ιωάννην και Λουδοβίκον· έτεροι δε προσθέτουσιν ότι και ο ίδιος μετέβη προσωπικώς, αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης.

Αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Βαλδουίνος μετά του Ιωάννου Πετούνη, μετέβη εις Ρώμην, ένθα ο Πάπας τον υπεδέξατο μετά πλείστης όσης φιλοφροσύνης· μη αρκούμενος δε ν' ανανεώση τας υπέρ αυτού προκλήσεις προς τους επισκόπους Γαλλίας, Αγγλίας και Ουγγαρίας, εξέδωκε θέσπισμα δι' ού οι εις Κωνσταντινούπολιν μεταβαίνοντες ως υπέρμαχοι αυτής, εξισούντο κατά την απολαυήν των πνευματικών δωρεών προς όσους ήθελον εκστρατεύσει επί την Αγίαν Γην. Προέβη δε ο Πάπας επί τοσούτον, ώστε και προς αυτόν τον Βατάτζην έγραψε προτρέπων αυτόν να παύση τον προς τους Φράγκους πόλεμον, και ενών τας δυνάμεις αυτού με τας εκείνων να συνεκστρατεύση προς απελευθέρωσιν της Αγίας Γης. Επειδή δε, ως προείπομεν, ο Βαλδουίνος προυτίθετο να διεκδικήση δικαιώματα κληρονομικά, έγραψε και περί του αντικειμένου τούτου ο Πάπας προς τους επισκόπους της Γαλλίας, προσκαλών αυτούς να αναγκάσωσιν επί ποινή αφορισμού τους κρατούντας παρανόμως κτήματα του Βαλδουίνου, όπως τω αποδώσωσιν αυτά (153).

Αναχωρήσας εκ Ρώμης ο Βαλδουίνος μετέβη εις Παρισίους παρά τω βασιλεί Λουδοβίκω, τω επικαλουμένω Αγίω, όστις στενώτατος αυτών συγγενής ων, τον υπεδέχθη μετ' ανοικτών αγκαλών και τον παρεμύθησεν, υποσχόμενος αυτώ πάσαν την δυνατήν συνδρομήν. Τη μεσολαβήσει του Λουδοβίκου τω απεδόθησαν αι εν Γαλλία κτήσεις του εις Κουρτεναίην και αλλαχού, και παρά της κομήσσης Φλάνδρας Ιωάννας αι εις Φλάνδραν και Αινώ. Μόνη η αδελφή του Μαργαρίτα, ήτις είχε νυμφευθή τον κόμητα του Βιανδέν, και μετά τον θάνατον του αδελφού της Φιλίππου κατέλαβε την κομητείαν του Ναμούρ, ήν από ενδεκαετίας ήδη ενέμετο, ηρνήσατο ου μόνον να τω αποδώση ταύτην, αλλά και να τον αναγνωρίση ως αδελφόν της· εκβιασθείσα όμως ενόπλως ηναγκάσθη να αναθέση την λύσιν της διαφοράς εις την κόμησσαν της Φλάνδρας, ήτις, ερευνήσασα τα καθέκαστα, απεφάνθη ότι η Μαργαρίτα ώφειλε να παραδώση το Ναμούρ εις τον Βαλδουίνον, λαμβάνουσα όμως παρ' αυτού ως έξοδα πολέμου και αμοιβήν της επιστασίας της επτακισχιλίας λίβρας. Τοιουτοτρόπως ανεκτήσατο εν βραχεί πάσαν την κληρονομίαν αυτού (154).

Καθ' όν χρόνον ο Βαλδουίνος ησχολείτο περί την ανάκτησιν των δικαιωμάτων του, οι Γάλλοι άρχοντες, επόμενοι εις τας προτροπάς του Πάπα, παρεσκευάζοντο όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν· μεταξύ δε των λαβόντων τον σταυρόν εις την κατά των Χριστιανών ταύτην σταυροφορίαν διεκρίνοντο ο Πέτρος Δρέξιος κόμης Βρετάνης, ο Ούγος Δ' δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος Β' κόμης Βαρίου, ο Ραούλ Νέσλιος, κόμης Σοασώνος, ο Ιωάννης κόμης Μακώνος, ο Ιωάννης κόμης Φορέτου και Νεβερσίας, ο Ριχάρδος Σωμόντιος, ο Ανζώ Λελίλιος, ο Ιμβέρτος δε-Βωζώ και πολλοί άλλοι βαρώνοι και κύριοι. Ητοιμάζοντο δε ούτοι ν' αναχωρήσωσιν εκ Γαλλίας κατά Μάρτιον του 4237, ότε ανηγγέλθη προς αυτούς ο θάνατος του αυτοκράτορος Βρυεννίου. Ο δυστυχής ούτος αυτοκράτωρ εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν είχε περιέλθει, ώστε δεν ετόλμα να στείλη εκτός της Κωνσταντινουπόλεως προς εύρεσιν ζωοτροφιών· ένεκα δε τούτου μέγας λιμός επεκράτει εν αυτή. Προς επίμετρον δε του κακού, πολλοί των ιπποτών και αρχόντων Φράγκων μη δυνάμενοι ν' αντιστώσι προς τας αλλεπαλλήλους κακουχίας, επέστρεφον κρυφίως εις τας πατρίδας των, εγκαταλείποντες άνευ βοηθών τον αυτοκράτορά των. Κατά πόσον δε συμβιβάζεται η κατάστασις αύτη προς τας νίκας, εφ' αίς μεγαλαυχούσι τοσούτον οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, περί τούτου έκαστος κρινέτω.

Ο θάνατος του Ιωάννου Βρυεννίου ιστορείται παρά τινων συνοδευόμενος με περιστάσεις μυθώδεις άμα τε και λίαν περιέργους. Διηγούνται δηλονότι ότι παρακαλέσας πολλάκις τον Θεόν να προγνωρίση την ημέραν του θανάτου αυτού, εισηκούσθη, και ενώ μίαν νύκτα εκοιμάτο, είδε κατ' όναρ σεβάμιον γέροντα, κρατούντα εν χερσίν ιμάτιον των Φραγκισκανών μοναχών μετά σχοινίου και σανδαλίων, όστις τω είπεν ότι κατά θείαν βούλησιν ώφειλε να αποθάνη φέρων το ιμάτιον αυτό. Παραπλησίας οράσεις λευχειμονούντων αγγέλων είδεν επί τρεις έτι νύκτας· εξαγγείλας λοιπόν ταύτα εις τον πνευματικόν του, ονομαζόμενον Άγγελον, τον ηρώτησε περί του πρακτέου, εκείνος δε τω απεκρίθη ότι τοιαύτας οράσεις είδε και αυτός καθ' ύπνους, και επομένως τεκμαίρεται ότι το τέρμα του Βρυεννίου έσεται προσεχές. Και όντως μετά τινας ημέρας ο αυτοκράτωρ κατελήφθη υπό τριταίου πυρεττού, διαρκούντος του οποίου, έλαβε το ιμάτιον των μοναχών Φραγκισκανών, συνεχώς επαναλαμβάνων, «Ω γλυκύτατε Ιησού! είθε αφού έζησα μεγαλοπρεπώς, ημφιεσμένος ενδύματα πολυτελή εν τω κόσμω τούτω, είθε, καθώς εύχομαι περιπαθώς, να αποθάνω μιμούμενος εν τω ενδύματι τούτω την αγίαν σου πτωχίαν και ταπεινοσύνην.» Όπως ποτ' αν η, ο Βρυέννιος είνε γνωστόν ότι απεβίωσε την εικοστήν τρίτην ή, κατά τον Δαρού, την 20 Μαρτίου 1237, εις ηλικίαν ογδοήκοντα εννέα ετών, και αφού οκτώ έτη έφερε τον τίτλον αυτοκράτορος (155).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ.

ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ Β'.

Έκτος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως 1239-1272.

Η βασιλεία του Ιωάννου Βρυεννίου δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτον ευτυχής· επέτυχεν όμως να διατηρήση την σκιάν της εν τη Έω Φραγκικής κυριαρχίας, διά τούτο ο θάνατος αυτού ενέσπειρε μεγίστην εις τα πνεύματα ταραχήν καθόσον πολλοί ήσαν οι επικείμενοι κίνδυνοι. Η Κωνσταντινούπολις είχεν έλλειψιν και στρατιωτών και αργύρου και τροφών· η προ πολλού αναμενομένη επικουρία δεν είχε φθάσει, ο Βαλδουίνος ήτο απών, οι εχθροί ήσαν προ των πυλών της πόλεως, τα πάντα τέλος διέκειντο εν αθλία καταστάσει. Τούτο βλέποντες οι εν Κωνσταντινουπόλει βαρώνοι, άμα εξήγγειλον τω εν τη Εσπερία Βαλδουίνω και τω Πάπα τον θάνατον του Βρυεννίου, προέβησαν εις τον διορισμόν τοποτηρητού του αυτοκράτορος· ως τοιούτον δ' εξελέξαντο τον Ανζώ δε-Καχιέ, γόνον αρχαίας οικογενείας της Πικκαρδίας, και κύριον της παρά την θάλασσαν του Αγίου Βαλερίου χώρας Καχιέ. Ην δε ούτος λείψανον των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως κατακτητών, και έχαιρεν ένεκα μεν της ηλικίας και πολυπειρίας αυτού μεγίστην υπόληψιν παρά τοις Φράγκοις, ένεκα δε του γάμου αυτού μετ' Ευδοκίας της θυγατρός του Λασκάρεως και το των Γραικών σέβας.

Ο θάνατος του Βρυεννίου υπήρξεν όντως ζημία επαισθητή διά τους Φράγκους, αύτη όμως εμετριάσθη ένεκα της διχονοίας, ήτις ενέσκηψε μεταξύ των δύο θανασίμων εχθρών του κράτους του, εις την οποίαν φαίνεται συνετέλεσεν εμμέσως και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας, όστις επόμενος, τω πατρικώ παραδείγματι, έτρεφεν ου σμικράν συμπάθειαν προς τους Φράγκους. Της δε διχονοίας ταύτης αίτιος εγένετο ο Ασάν, όστις μεταμεληθείς δι' ήν μετά του Βατάτζη συνωμολόγησε συμμαχίαν, εκ φόβου μη ούτος αποδιώξας τους Φράγκους στρέψη τα όπλα του και κατά των ανέκαθεν τοις Βυζαντινούς υποτεταγμένων Βουλγάρων, εζήτει περίστασιν όπως διαλύση την συμμαχίαν ταύτην και αποσπάση την θυγατέρα του Ελένην των χειρών της αυτοκρατείρας Ειρήνης, παρ' ή διέτριβε παιδευομένη, μέχρις ού φθάνουσα εις νόμιμον ηλικίαν ήθελε παραδοθή εις τον σύζυγόν της. Προς τούτο λοιπόν πέμψας πρέσβεις προς τον Βατάτζην τω παρήγγειλεν ότι, επειδή πολύ επεθύμησε αυτός τε και η σύζυγος του να ίδωσι την θυγατέρα των, τον παρεκάλουν να την πέμψη προς αυτούς και άμα την περιεπτύσσοντο, ήθελον την αποστείλει εκ νέου εις τον πενθερόν της. Ο Βατάτζης υπώπτευσε μεν την απιστίαν· αλλά μη επιθυμών να παράσχη αφορμήν δυσαρεσκείας, έστειλε την θυγατέρα προς τον Ασάν, προαγγείλας αυτώ ότι εάν κρατήση την κόρην και την αποστερήση του νομίμου συζύγου της, υπάρχει Θεός τα πάντα εφορών και αυστηρώς τιμωρών τους παραβαίνοντας τους όρκους και τας συνθήκας. Εναντίον όμως πάντων τούτων ο Ασάν λαβών την θυγατέρα αυτού ανεχώρησε προς το Τύρνοβον και απέπεμψε τους ελθόντας προς αυτόν εις συνοδείαν εκείνης. Η Ελένη έκλαιε πικρώς, αποδυρομένη τον χωρισμόν της Ειρήνης και του συζύγου αυτής, αλλ' ο Ασάν ραπίσας αυτήν την ηνάγκασε να παύση θρηνούσα (156).

Ο βασιλεύς των Βουλγάρων διαλύσας ούτω την προς τον Βατάτζην συμμαχίαν, ηθέλησε να πραγματοποιήση τοιαύτην μετά των Φράγκων, όπερ επεζήτουν και εκείνοι ένεκα της μεγάλης ανάγκης, εις ήν είχον περιέλθει· όπως δε δείξη ότι έπραττε τούτο ουχί προσπεποιημένως, επρότεινε να παραιτήση την Ελληνικήν θρησκείαν, να εγκολπωθή τον καθολικισμόν και να υποβληθή ως και οι λοιποί Λατίνοι εις την εξουσίαν της Ρωμαϊκής εκκλησίας. Προς τούτο έγραψε τω Πάπα Γρηγορίω Θ' παρακαλών αυτόν να στείλη ένα έξαρχον εις το βασίλειόν του διά να αποκαταστήση εν αυτώ την αληθή θρησκείαν, και μεθ' ού να συνδιασκεφθή σπουδαίως περί του κράτους και περί της πόλεως του Κωνσταντίνου. Ο Πάπας εδέξατο την κομίζουσαν την επιστολήν ταύτην επιτροπήν μετά μεγίστης χαράς, παρουσιαζομένης αυτώ περιστάσεως προσφόρου όπως φέρη εις την εκκλησίαν του λαόν πολυάριθμον, εχθρόν τέως αμείλικτον των Φράγκων. Τω έπεμψε λοιπόν ως έξαρχον τον επίσκοπον Περουγίας, έχοντα βοηθόν τον επίσκοπον Βόσνης, και δι' επιστολής, ήν τω έγραψε, τον προσεκάλεσε να συνδράμη πάση δυνάμει τον αυτοκράτορα όπως επαναφέρη τους Γραικούς εις την υποταγήν. Ταυτοχρόνως έγραψε προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας και προς τον αρχιεπίσκοπον Καλόζης όπως συντελέσωσιν εις την σταυροφορίαν υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, και προς τους επισκόπους της Βουλγαρίας όπως ενισχύσωσι τον βασιλέα των εις τον όσιον και θεοφιλή αυτού σκοπόν. Η επιστολή του Γρηγορίου προς τον Ασάν, γεγραμμένη τη 21 Μαΐου 1237, δεικνύει ότι καθ' όν χρόνον εγράφη, η είδησις της αποβιώσεως του Βρυεννίου δεν είχεν εισέτι περιέλθει εις Ρώμην, καθόσον προσκαλεί τον βασιλέα των Βουλγάρων να συνδράμη τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως (157).

Το αποτέλεσμα της συμμαχίας ταύτης εφάνη ου μετά πολύ, διότι ο Ασάν συλλέξας ισχυρόν στρατόν, τον ωδήγησεν αυτός ο ίδιος εις Θράκην, μετ' αυτού δε ηνώθησαν και οι Φράγκοι μετά πολλών μισθοφόρων Σκυθών, ούς είλκυσαν προς εαυτούς διά χρημάτων και πολλών υποσχέσεων, και κατηυθύνθησαν κατά του Βατάτζη, όστις ηυρίσκετο τότε πλησίον της Τζουρουλού. Φρουρός δε της πόλεως ταύτης παρά του βασιλέως τεταγμένος ήτο ο Νικηφόρος Ταρχανιώτης, όστις τότε μεν υπήρχεν επί της τραπέζης του βασιλέως, ύστερον δ' ετιμήθη τω του μεγάλου δομεστίκου τίτλω· ήτο δε γαμβρός του Δομεστίκου Παλαιολόγου εκ της πρώτης αυτού θυγατρός Μαρίας. «Ην δε ο Ταρχανιώτης ούτος, λέγει ο Ακροπολίτης, και στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός, και πολλής επαπολαύων της παρά Θεού αντιλήψεως, καθώς και μέχρι τούδε επέγνωσται μάλιστα· και γαρ εδόκει τοις πολλοίς ευτυχία κατορθούμενος τα πολλά ή ευανδρία και στρατηγία των εναντίων περιγενόμενος.» Των Φράγκων λοιπόν αρξαμένων την πολιορκίαν της πόλεως, διά μηχανημάτων και ελεπόλεων (157α), δι' ών ηδύναντο υψηλότερα και ευμεγεθέστερα τείχη να κρημνίσωσιν, ο Ταρχανιώτης ανέπτυξε πάσαν αυτού την στρατηγικήν, διότι αντιμηχανώμενος κατά των έξωθεν μηχανημάτων, παρέλυε τας ενεργείας των πολιορκούντων και εματαίου τους σκοπούς αυτών. Αλλ' όμως ο βασιλεύς Ιωάννης διέκειτο εις μεγάλην αμηχανίαν, όχι τόσον διότι έμελλε τάχιον ή βράδιον να πέση η Τζουρουλός, αλλά διότι έβλεπεν ότι, πιπτούσης αυτής, παρελύοντο πάντες οι εν τη δύσει αγώνες αυτού. Ευτυχώς η θεία πρόνοια, ήτις ματαιοί τας βουλάς των ασεβών, απήλλαξε τάχιστα τον Βατάτζην της τοιαύτης μερίμνης, διότι ενώ οι εν Τζουρουλώ πολιορκούμενοι διετέλουν εις τον έσχατον κίνδυνον, αίφνης επληροφορήθη ο Ασάν ότι η σύζυγος αυτού Μαρία απεβίωσε, συγχρόνως δε ότι απέθανον ό τε υιός του και ο του Τυρνόβου επίσκοπος. Τούτο λοιπόν θεομηνίαν εκλαβών ο Ασάν, έκχυσε παραχρήμα τας ελεπόλεις και απήλθεν εις τα ίδια· οι δε Φράγκοι, μόνοι εγκαταλειφθέντες και μη έχοντες τοσαύτας δυνάμεις, ώστε να ελπίσωσι την της πόλεως άλωσιν, λύσαντες την πολιορκίαν επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Διά τοιούτου λοιπόν ανελπίστου τρόπου ηλευθερώθη η Τζουρουλός και οι εν αυτή κάτοικοι της Φραγκικής δυναστείας. (158) Ο δε Ασάν υπολαβών ότι τα προεκτεθέντα δυστυχήματα τω συνέβησαν ένεκα της επιορκίας και ασεβείας αυτού, μεταμεληθείς έπεμψε πρέσβεις προς τον Βατάτζην, εαυτόν τε εξουθενών της κακίστης πράξεως και τας συνθήκας ανακαλούμενος και συγγνώμην διά την απιστίαν αυτού ζητών. Ο Βατάτζης και η Ειρήνη ευχαρίστως δραξάμενοι της περιστάσεως, εδέξαντο μετά τιμής την πρεσβείαν των Βουλγάρων και εμπεδώσαντες δι' όρκων νέων τας προτέρας αυτών συνθήκας, συνήψαν νέαν μετά του Ασάν συμμαχιών τοιουτοτρόπως δε οι μεν σκοποί και αι ελπίδες του Πάπα Γρηγορίου και των Φράγκων εμηδενίσθησαν, η δε του Ασάν θυγάτηρ Ελένη εστάλη και πάλιν εις Νίκαιαν προς τον πενθερόν αυτής.

Ο Ασάν μετά τον θάνατον της πρώτης αυτού συζύγου ήλθεν εις δεύτερον γάμον μετά Ειρήνης της θυγατρός Αγγέλου Θεοδώρου, του άλλοτε δεσπότου της Ηπείρου. Ο δυστυχής ούτος, εστερημένος των οφθαλμών αυτού, διέτριβε παρά τη αυλή του Ασάν, ζων εν πάση ανέσει και τιμή μετά της οικογενείας του· είχε δε δύο υιούς, Ιωάννην και Δημήτριον και δύο θυγατέρας, Άνναν και Ειρήνην, ής, ερασθείς διά το έξοχον αυτής κάλλος ο Ασάν, εγένετο σύζυγος. Ένεκα λοιπόν του συγγενικού δεσμού ο Ασάν ου μόνον απέλυσε πάσης φρουρήσεως τον Θεόδωρον, αλλ' ηθέλησε να τον αποκαταστήση άρχοντα της Θεσσαλονίκης και πάσης ής ήρχε πρότερον χώρας. Προς τούτο δε παρεχώρησεν αυτώ επικουρίαν στρατιωτών, αλλ' εκείνος επειδή δεν εδύνατο φανερώς να κινήση πόλεμον κατά του αδελφού αυτού Μανουήλ, όστις εκράτει της Θεσσαλονίκης, απεφάσισε να καταλάβη αυτήν διά στρατηγήματος. Αμφιεσθείς ιμάτια επαίτου και εισελθών απαρατήρητος εις την πόλιν, εγνωρίσθη πρός τινας, τους οποίους ότε ήτο δεσπότης είχεν ευεργετήσει, και συνεργοίς αυτοίς της συνωμοσίας χρησάμενος, εγένετο εγκρατής εντός βραχέως χρόνου της τε Θεσσαλονίκης και των πέριξ πόλεων και κωμών, τον δε αδελφόν Μανουήλ συλλαβών έπεμψε προς τους Τούρκους εις Αττάλειαν, οίτινες όμως ου μόνον δεν τον εκακοποίησαν, αλλά και ελεύθερον τον άφησαν να υπάγη προς τον Βατάτζην, όπως παραπονεθή κατά του αδελφού του. Ο Βατάτζης ασμένως τούτον υποδεξιωθείς και διά την συγγένειαν μεθ' ής συνεδέετο προς αυτόν, και διότι ήτο έκπαλαι δεσπότης, τω έδωκε χρήματα και έξ τριήρεις, μεθ' ών εκείνος εκυρίευσε τα Φάρσαλα, την Λάρισσαν και την Πλαταμώνα· άρχων δε των χωρών τούτων γενόμενος, σπονδάς εποιήσατο μετά των αδελφών αυτού Κωνσταντίνου και Θεοδώρου, οίτινες εις συνάφειαν προς τους Φράγκους όντες έπεισαν και αυτόν να φανή αχάριστος, συνθηκολογών μετά των πριγγίπων της Αχαΐας και του Μωρέως κατά του ευεργέτου αυτού Βατάτζη· αλλά μεταμεληθείς εντός μικρού διά την διαγωγήν του ταύτην και περιφρονούμενος υπ' αυτών έτι των συμμάχων του, απεβίωσε πριν ή φθάσας επανορθώση το σφάλμα του. (159) ο δε Θεόδωρος μη θέλων να ονομάζηται βασιλεύς της Θεσσαλονίκης διά το των οφθαλμών πάθος, ωνόμασε βασιλέα τον υιόν αυτού Ιωάννην, ερυθροίς πεδίλοις τους πόδας του υποδήσας και ερυθροίς γράμμασι επιτρέψας αυτόν να υπογράφη.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος διατρέχων την Γαλλίαν και επικαλούμενος την συνδρομήν των αρχόντων υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως επέτυχε, χάρις εις τα παπικά θεσπίσματα, να παρασκευάση περί τας εξήκοντα χιλιάδας πολεμιστών, ετοίμων να μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν όπως υποστηρίξωσι τον ετοιμόρροπον θρόνον αυτού. Μόνος ο κόμης της Βρετάνης είχε στρατολογήσει μυρίους πεζούς και δισχιλίους ιππείς· ο κόμης του Βαρίου προσέφερεν εκατόν λογάδας ιππότας, πάντες δε συλλήβδην οι άρχοντες προσέφερον αναλόγως στρατιώτας και χρήματα, όσιον το έργον νομίζοντες και ψυχωφελές ένεκα των παπικών συγχωροχαρτίων. Εκ Γαλλίας ο Βαλδουίνος μετέβη εις Αγγλίαν, όπως πείση τον βασιλέα αυτής Ερρίκον Γ' να συντελέση ομοίως εις την ένδοξον εκείνην επιχείρησιν· έμεινεν όμως έκπληκτος, όταν φθάσας εις Δούβρον, εύρεν απεσταλμένους του βασιλέως εκείνου, οίτινες εξ ονόματός του τω είπον ότι δεν τω επέτρεπε το να εισέλθη εις το κράτος χωρίς προηγουμένως να ζητήση την άδειάν του, διότι τούτο εδείκνυε περιφρόνησιν και αξιόμεμπτον αδιαφορίαν. Ο Βαλδουίνος, περίλυπος εκ τούτου, ητοιμάζετο να επανέλθη εις Γαλλίαν, ότε ο Ερρίκος τω διεμήνυσεν εκ δευτέρου ότι επειδή ήλθεν ως φίλος, άνευ όπλων και στρατού, τω επέτρεπε να διέλθη το κράτος του, αποδιδομένης αυτώ πάσης τιμής. Αφορμή της κακής ταύτης υποδοχής λέγεται ότι υπήρξε το κατά του Ιωάννου Βρυεννίου μίσος των Άγγλων, διότι ούτος ελθών άλλοτε εις Αγγλίαν όπως ζητήση επικουρίας διά την επί την Αγίαν Γην εκστρατείαν, αφού έλαβε τοιαύτας, συνεμάχησε μετέπειτα υπέρ του Αυγούστου Φιλίππου κατά των Άγγλων. Εν τούτοις η θέσις εις ήν ο Βαλδουίνος διετέλει, δεν τω επέτρεπε να φαίνηται τόσον ακριβόλογος, δι' όπερ δεχθείς την πρόσκλησιν του βασιλέως Ερρίκου, μετέβη τον Μάιον του 1238 εις Λονδίνον, και εκείθεν εις Βοσδόκην, ένθα συνηντήθη μετά του βασιλέως και μετά του αδελφού αυτού κόμητος της Κορνουαλίας, οίτινες τον εδέχθησαν μετά πάσης τιμής. Μετά βραχυχρόνιον δε διατριβήν εν Αγγλία επέστρεψεν εις Γαλλίαν, φέρων μεθ' εαυτού επτακοσίας σχεδόν μάρκας αργυρίου, τας οποίας οι δύο αδελφοί εκείνοι τω προσέφερον όπως επαρκέση εις τας πολεμικάς αυτού προπαρασκευάς (160).

Ενώ αφ' ενός ο Βαλδουίνος περιέτρεχε γην και θάλασσαν όπως συλλέξη όσω το δυνατόν πλείω στρατόν, αφ' ετέρου ο Πάπας δραστηρίως διενήργει παρά τοις Χριστιανοίς ηγεμόσιν όπως σπεύσωσιν εις βοήθειαν των εν Κωνσταντινουπόλει ομοφύλων των, υποδεικνύων ότι η παγίωσις αυτών εκεί ήθελε διευκολύνει και την ανάκτησιν της Αγίας Γης. Προς τούτο όλα τα χρήματα όσα είχον συλλεχθή διά την σκοπευομένην σταυροφορίαν διέτασσε να παραδοθώσι προς τον κόμητα του Μακώνος διά να χρησιμεύσωσιν εις μισθοδοσίαν των πολεμιστών· και επειδή επληροφορήθη παρά των εξάρχων, ούς είχε πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν μετά τινων νεοσύλλεκτοι, περί της μεγάλης ελλείψεως ζωοτροφιών ήτις υπήρχεν εκεί, και συνέπεια της οποίας πολλοί των Φράγκων ελειποτάκτουν, προσεκάλεσε τον κόμητα της Βρετάνης να αναστείλη την νεοσυλλεξίαν και να περιορισθή εις μόνον εξακισχιλίους πεζούς και χιλίους πεντακοσίους ιππείς, τω φόβω μη η έλλειψις τροφών και των λοιπών επιτηδείων τους αναγκάση να διασκορπισθώσιν εάν ήσαν εις μεγαλείτερον αριθμόν. Ταυτοχρόνως, έπεμψεν εις Μωρέα και εις το δουκάτον των Αθηνών τον ιδιαίτερον γραμματέα του διά να πείση τους εκκλησιαστικούς των Πατρών, της Κορίνθου και των Θηβών να προσφέρωσι το τρίτον των εισοδημάτων αυτών υπέρ του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον εκ της ησυχίας και δυνάμεως αυτού εξήρτητο απολύτως και η ιδική των ανάπαυσις· προσεκάλεσε δε και τον κόμημητα Παλατίνον της Ζακύνθου να συνδράμη την Κωνσταντινούπολιν διά τροφών, και τους αρχιεπισκόπους Λουγδούνων, Βεζανσώνος, Βούργης, Καμβραίας, Τούλης, Μέτζης, Λιέγης και Βερδούνης να προκηρύξωσιν εις τας επισκοπάς αυτών την κατά των σχισματικών Γραικών σταυροφορίαν, παραχωρουμένης πλήρους αφέσεως αμαρτιών εις τους μετασχόντας αυτής. Και ο τα τοιαύτα προκηρύττων ηξίου να θεωρήται επίτροπος επί της γης Εκείνου, όστις ότε είς των μαθητών του έσυρε την σπάθην διά να κτυπήση, ένα των εχθρών του, τον διέταξε να βάλη την μάχαιραν εις την θήκην, διότι οι μαχαίρα παίοντες εν μαχαίρα απολούνται! Τοιούτο ήτο το πνεύμα των χρόνων εκείνων, τοιαύτη ήτο η χριστιανική ηθική, υφ' ής ενεπνέοντο οι της Ρώμης ποντίφικες! (161)