Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 13

Chapter 1315 wordsPublic domain

Εν τούτοις η προσγενομένη εις τον βασιλέα των Βουλγάρων προσβολή ήτο τοιαύτη, ώστε αδύνατον απέβαινεν εις αυτόν να μη ζητήση εκδίκησιν, ιδόντα προτιμώμενον τον Βρυέννιον και εν τη κηδεμονία του θρόνου και εις τον της θυγατρός του γάμον. Όπως δε εκδικηθή ταχύτερον και ευχερέστερον, συνεμάχησε μετά του ασπονδοτέρου των Φράγκων εχθρού, του δεσπότου της Ηπείρου Θεοδώρου, εις τον αδελφόν του οποίου Μανουήλ, προς πλείω παγίωσιν της συμμαχίας, εξέδωκε και την θυγατέρα αυτού Μαρίαν εις γάμον. Ήλπιζε δε ότι διά της αρωγής του Θεοδώρου ήθελεν επιφέρει πληγήν καιρίαν εις τους περιυβρίσαντας τοσούτον απρεπώς αυτόν· αλλ' η απιστία του συμμάχου τούτου, τα πάντα εις τον βωμόν της φιλοδοξίας θύοντος, τον ηνάγκασε ν' αναβάλη μεν την εκπλήρωσιν της εκδικήσεώς του, να στρέψη δε τα όπλα κατ' αυτού του ιδίου συγγενούς και συμμάχου του. Ο Θεόδωρος, «ανήρ θρασύτερος, κατά την έκφρασιν του Ακροπολίτου, και ατακτότερον φερόμενος ου μόνον εν βασιλείοις, αλλά και εν πάσιν απλώς τοις πολιτικοίς και θαμά παραβαίνων τους όρκους και παρασπονδών τοις εν γειτόνων» αποσπάσας του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως την Θεσσαλονίκην, Αδριανούπολιν και όλας τα μέχρις Έβρου Θρακικάς πόλεις ηθέλησε, μεταχειριζόμενος ως μέσον την συνθήκην και την συγγένειαν όπως απογυμνώση εκείνους προς ούς συνεβάλετο, να παρεκτείνη τας κτήσεις του και προς την Βουλγαρίαν. Συναγαγών λοιπόν πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Γερμανών, ούς τω είχε πέμψει προς υπηρεσίαν του ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, κατηυθύνθη, ηγούμενος αυτού, προς την Αδριανούπολιν· τούτο πληροφορηθείς ο Ασάν και υποπτεύων τους δολίους του Θεοδώρου σκοπούς, συνέλεξε και αυτός εκ του προχείρου όσους αν εδυνήθη στρατιώτας, οίς προσετέθησαν και ωσεί χίλιοι Κουμάνοι, και εστρατοπέδευσε προς την παρά τω Έβρω Κλοκοτινίτζαν. Βεβαίως ο στρατός αυτού ήτο ασυγκρίτως ολιγαριθμότερος του εχθρικού, αλλ' είχεν υπέρ εαυτού το δίκαιον, διά τούτο άμα πληροφορηθείς την προσέγγισιν του Θεοδώρου τολμηρώς προέβη προς συνάντησιν αυτού πλήρης θάρρους και οργής. Όπως δε εμπνεύση τα αισθήματα ταύτα και εις τους στρατιώτας τους, απηώρησεν εις ιστόν, δίκην σημαίας, την έγγραφον συνθήκην, ήν αναίδην ο εχθρός παρεβίαζε, και υπό την σημαίαν ταύτην προσεκάλεσε τους Ηπειρώτας αυτού εις τον αγώνα. Συναντηθέντες λοιπόν οι δύο εχθροί, κατ' Απρίλιον του 1230, συνεπλάκησαν, και μετά βραχυχρόνιον μεν, αλλ' αιματηράν και πολύστονον μάχην, ηττήθη κατά κράτος ο Θεόδωρος, και ο μεν στρατός του οικτρώς κατεστράφη, αυτός δε ο ίδιος μετά των αρχηγών και λογάδων του έπεσαν αιχμάλωτοι, άπαν δε το στρατόπεδόν του περιήλθεν ως λεία εις τας χείρας του νικητού. Βεβαίως αν ήτο έτερός τις εις την θέσιν του Ασάν φρικωδώς ήθελεν εκδικηθή τον Θεόδωρον διά την δολιότητα μεθ' ής προσεφέρθη· αλλ' αυτός φιλανθρωπότερον προς το αλωθέν πλήθος διατεθειμένος, τους μεν πλείστους των αιχμαλώτων, και ιδία τους χυδαιοτέρους και σύγκλυδας, ηλευθέρωσε και προς τας εαυτών απέπεμψε πατρίδας, εκράτησε δε μόνον τον Θεόδωρον και τους αρχηγούς, οίς όμως επεδαψίλευσε πάσαν περιποίησιν. Έπραττε δε ταύτα ουχί μόνον εξ αισθημάτων φιλανθρωπίας εμπνεόμενος, αλλά και εξ αυτού του ιδίου συμφέροντος ελαυνόμενος, διότι επιθυμών να δεσπόση των λαών, προπαρεσκεύαζεν αυτούς διά της αγαθότητος και ηπιότητας εις υποταγήν· τούτο δε και επέτυχε, διότι μετά την νίκην εκείνην προβάς εκυρίευσεν αναιμωτί την Αδριανούπολιν, το Διδυμότοιχον, το Βολερόν άπαν, τας Σέρρας, την Πελαγονίαν, την Πρίλεπαν και τα πέριξ τούτων. Εξέτεινε δε συνάμα τας καταδρομάς αυτού διά Θεσσαλίας άχρις Ηπείρου, εκυρίευσε το Έλβανον και ελήισε την μέχρις Ιλλυρικού χώραν, ουχί διά πυρός και μαχαίρας, ως οι προκάτοχοι αυτού, ουδ' εντρυφών εις τα αίματα των κατοίκων, αλλ' ηπίως και αβλαβώς. Τοιουτοτρόπως προσείλκυσε των πάντων την αγάπην, θαυμαστός και μακάριος τοις πάσι λογιζόμενος (140).

Ο Θεόδωρος αιχμάλωτος μένων μετά των οικείων και αξιωματικών του καταστραφέντος στρατού του, εφρουρείτο μεν παρά του Ασάν, αλλά και εφιλοφρονείτο τα μέγιστα· επειδή όμως εφωράθη διενεργών συνωμοσίας κατά του βασιλέως των Βουλγάρων, εξετυφλώθη υπ' αυτού, απολέσας τοιουτοτρόπως διά παντός την ελπίδα του να δυνηθή να επανορθώση ήν υπέστη ζημίαν. Ο δε αδελφός αυτού Μανουήλ Άγγελος, όστις και δεσποτικώ αξιώματι υπό του αδελφού ετιμάτο, σωθείς διά φυγής όταν κατεστράφη ο του Θεοδώρου στρατός, μετέβη εις Θεσσαλονίκην και ανέλαβε την διοίκησιν αυτής, δεσπότης ονομαζόμενος και ερυθροίς γράμμασι τας γραφάς αυτού επικυρών, και κυριεύων ταύτης και των περί ταύτην· ανθ' ού καί τις πρέσβυς απεσταλμένος προς αυτόν παρά του Ασάν, τον έσκωψε διά τας βασιλικάς αυτού αξιώσεις, ειπών· «Εις σε επ' αληθείας αρμόζει το εις τον Χριστόν ψαλτωδούμενον «Σε τον βασιλέα, και δεσπότην.»» Εν τούτοις ο Μανουήλ θέλων να παγιώση την εξουσίαν αυτού εζήτησε την συμμαχίαν των γειτνιαζόντων πριγγίπων, και ιδία του Γοδοφρέδου Βιλαρδουίνου, πρίγγιπος της Αχαΐας, προς δε απηυθύνθη, ως είχε πράξει εν αρχή και ο αδελφός αυτού, προς τον Πάπαν, εκλιπαρών την προστασίαν αυτού, εναντίον της θελήσεως του Έλληνος Πατριάρχου Γερμανού, όστις τω έπεμψε τον Μητροπολίτην Αγκύρας, όπως τον αποτρέψη του σκοπού τούτου, και υποσχόμενος αυτώ την αναγνώρισιν της πνευματικής του Ρωμαίου ποντίφικος υπεροχήν. Τοιουτοτρόπως ο Μανουήλ εγένετο άρχων των προς τα δυτικά μέρη χωρών και πόλεων, μηδέ παρά των Βουλγάρων το παράπαν ενοχλούμενος, διότι είχε λάβει ως σύζυγον την εκ παλλακίδος θυγατέρα του Ασάν (141).

Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, μετά την υπογραφήν της συνθήκης της εκλογής του, ητοιμάζετο να μεταβή όπως λάβη κατοχήν του θρόνου, εφ' ήν ανήλθε χάρις εις την φήμην της ανδρίας και της πείρας του· αλλά πριν ή μεταβή εις Ανατολήν απεφάσισε να στρατολογήση στρατιώτας, και προς τούτο επεσκέψατο διαφόρους χώρας, μηδ' αυτών των Παρισίων εξαιρουμένων. Εκείθεν μεταβάς εις Ενετίαν ανενέωσε την μεταξύ των προκατόχων του και της Δημοκρατίας εκείνης ανέκαθεν υπάρχουσαν συμμαχίαν, και εζήτησε παρ' αυτής πλοία ίνα μετακομισθή διαπόντιος εις Κωνσταντινούπολιν, διότι μη έχων λαόν αξιόχρεων, καθ' ά λέγει ο Ακροπολίτης, δεν ετόλμα να υπάγη διά ξηράς. Αφ' ετέρου ο Πάπας δι' εγκυκλίων του προς τους χριστιανούς πρίγγιπας παρώτρυνεν αυτούς να παράσχωσι συνδρομήν· και στρατιώτας δι' έν τοσούτω ένδοξον έργον· η δε Ενετία συμμετέχουσα όλων των ωφελειών του Φραγκικού κράτους, τω προσέφερε δεκατέσσαρα πλοία πολεμικά και πολλά άλλα φορτηγά διά την μεταφοράν χιλίων διακοσίων ίππων και πεντακοσίων πεζών μετά ζωοτροφιών διά τρεις μήνας. Ταυτοχρόνως ο Πάπας έγραψε προς τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως Σίμωνα, εξαγγέλων αυτώ την προσεχή άφιξιν του Ιωάννου, και προσκαλών αυτόν να παροτρύνη τον λαόν, όπως διά πάσης τιμής υποδεχθή τον αυτοκράτορα. Τοιουτοτρόπως ο Βρυέννιος παρεσκευασμένος ανεχώρησεν εξ Ενετίας κατ' Αύγουστον ή Σεπτέμβριον του 1231 και αφικόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα περιεμενέτο ανυπομόνως, εστέφθη υπό του Πατριάρχου αυτοκράτωρ εν τη Αγία Σοφία μετά πασών των κατά τοιαύτας περιστάσεις διατυπώσεων (142).

Περιελθών εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον ο Βρυέννιος διέψευσε την ιδέαν, ήν είχον σχηματίσει οι λαοί περί της ανδρίας αυτού, ής τοσαύτα τέως παρέσχε τεκμήρια, διότι αντί να χρησιμοποιήση τους άνδρας ούς εξ Ιταλίας και Γαλλίας ήγαγε, και ανακτήση τας χώρας τας οποίας οι Γραικοί είχον αποσπάσει από την αυτοκρατορίαν, άφησε να παρέλθωσι δύο έτη χωρίς ουδέν κατά των εχθρών του να επιχειρήση, χωρίς, ενί λόγω, ουδέ πόλεμον ουδέ ειρήνην να ποιήση, αλλ' εγκαταλείπων τον στρατόν του να διαφθείρηται εν τη αεργία και τη τρυφή. Της απραξίας του ταύτης ο μεν Ακροπολίτης δίδωσι λόγον τον φόβον, όν είχε προς τον Βατάτζην, στρατηγικώτατον όντα και εις τας κατά των εχθρών μάχας ευμεθοδώτατον, έτεροι όμως αποδίδουσιν αυτήν εις την φιλαργυρίαν, σύνηθες των γερόντων ελάττωμα, υφ' ής κατείχετο και ο Βρυέννιος. Όπως ποτ' αν η, ο αυτοκράτωρ ούτος εφάνη λίαν αδρανής, και συγγνωστός μεν ήθελεν είσθαι αν προ πολλού επί του θρόνου καθήμενος και μετά βίον τρικυμιώδη και, παλυτάραχον εκοιμάτο επ’ αυτού· αλλ' αξιόμεμπτος θεωρείται διότι ανέβη επί του θρόνου όπως κοιμηθή.

Κατά το πρώτον έτος της αυτοκρατορίας του Βρυεννίου απεβίωσεν εν Κωνσταντινουπόλει ο Φράγκος Πατριάρχης αυτής Σίμων· ο δε Πάπας, μεινάσης επί όν έτος κενής της Πατριαρχικής έδρας, ανεβίβασεν επ' αυτήν τον εκ Πλακεντίας Νικόλαον, επίσκοπον Σπολέτου. Τότε δε συνέβη και σφοδρός εν Κωνσταντινουπόλει σεισμός όστις πολλούς μεν ναούς, πλείστας δε οικίας κατεκρήμνισε και πολλάς τη πόλει επήνεγκε ζημίας.

Μετά διετή ηρεμίαν απεφάσισε τέλος ο Βρυέννιος να εξέλθη εις εκστρατείαν, διότι έβλεπεν ότι ημαύρωσε κατά μέγα μέρος την πολεμικήν αυτού φήμην· εδράζατο δε της ευκαιρίας καθ' ήν ο Ιωάννης Βατάτζης ην απησχολημένος εις τον πόλεμον προς Λέοντα τον Γαβαλλάν, όστις τω τίτλω Καίσαρος παρ' αυτού τιμηθείς, ήρε την σημαίαν της ανταρσίας και κατέλαβε, την νήσον Ρόδον (143). Ο Βατάτζης θέλων να σωφρονίση τον αχάριστον εκείνον υπήκοόν του έπεμψε κατ' αυτού ένα των μάλλον διακεκριμένων στρατηγών του, τον Ανδρόνικον Παλαιολόγον, μέγαν δομέστικον, μετά στόλου όστις κατεπολέμησε τον αντάρτην και επανήγαγε την Ρόδον υπό την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος. Της καιρίας λοιπόν ταύτης δραξάμενος ο Βρυέννιος, τριήρεις οικονομήσας και στράτευμα συναθροίσας, εξήλθε της Κωνσταντινουπόλεως και πλεύσας εις Λάμψακον, καθώρμισε τας νήας αυτού περί τον τόπον τον ονομαζόμενον Ολκόν. Ο Βατάτζης έμπαλιν, πληροφορηθείς την έξοδον του της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτορος, εστρατοπέδευσε προς τα μέρη της Σιγρηνής· μη έχων δε μεθ' εαυτού δύναμιν αξιόμαχον όπως αντικρούση ή επιτεθή κατά του εχθρού, προσεπάθει διά στρατηγημάτων να κωλύση τας κινήσεις αυτού. Εξελθόντων λοιπόν του Βρυεννίου και των Φράγκων και βαδιζόντων τόπους τινάς παραιγιαλίους, χωρίς να τολμώσι ν' απομακρυνθώσι των νηών αυτών, ο αντιστρατηγών αυτοίς Βατάτζης τους παρηκολούθει οδεύων παρά τας υπωρείας των ορέων και ποικιλοτρόπως παραβλάπτων αυτούς. Τοιουτοτρόπως προέβησαν από Λαμψάκου μέχρι των Κεγχριών, μικρόν ή μηδέν λυμήναντες, διότι ο Βατάτζης προφθάσας διέσωσε πάντα τα χρειώδη εις υψηλοτέρους τόπους, και μόνον έν φρούριον παρά την Κύζικον χειρωσάμενοι, όπερ ωνομάζετο Κεραμιδάς· είχον δε τας νήας αυτών ετοίμους όπως επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, και ήθελον όντως επανέλθει, αισχύνης και ζημίας πεπληρωμένοι, ει μη εκυρίευον το άστυ των Πηγών, εις την ακρόπολιν του οποίου νυκτός αναβάντες και κατά των φυλάκων αίφνης επιπεσόντες, εφόνευσαν αυτούς και κατέλαβον την πόλιν. Η επιτυχία αύτη ενέβαλεν εις δειλίαν τους Γραικούς, διότι η πόλις εκείνη ην πλήρης στρατιωτών εκλεκτών· αλλ' η του Βατάτζη περί τα τοιαύτα οικονομία και τους Γραικούς ενεθάρρυνε και τους Φράγκους ηνάγκασε να επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, μικρόν, ως είπομεν, ή μηδέν εργασαμένους. (144)

Καθ' όν χρόνον η Φραγκική αυτοκρατορία εξησθένει ένεκα της αδρανείας και ανικανότητος των κυβερνώντων αυτήν, τα λείψανα της Γραικικής αυτοκρατορίας από ημέρας εις ημέραν συνεπυκνούντο και ενεδυναμούντο. Η δραστηριότης και η ανδρία του Βατάτζη είχον ούτως ειπείν μεταβιβάσει εις τους ηττημένους την ψυχήν των κατακτητών αυτών, και ευλόγως εδύνατό τις να υποθέση ότι οι δύο λαοί μετέβαλον χαρακτήρα. Ο Ιωάννης μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν των πλείστων νήσων του αρχιπελάγους, άς εκυρίευσεν, εξοπλίσας νήας πολυαρίθμους ηθέλησε να εκδιώξη τους Φράγκους και εκ Κρήτης· περίστασις δέ τις τω προσεφέρθη κατάλληλος προς τούτο, την οποίαν δεν έλειψεν εκείνος να εκμεταλλευθή.

Αφ' ότου οι Ενετοί εγένοντο κύριοι της νήσου ταύτης η κυριαρχία των αδιαλείπτως σχεδόν διετέλει εις ανώμαλον κατάστασιν ένεκα του επαναστατικού πνεύματος των κατοίκων της. Οι Κρήτες μη δυνάμενοι να βαστάσωσι τον βαρύν και καταθλιπτικόν ζυγόν της αλαζόνος και φιλάρπαγος Δημοκρατίας, ποικιλοτρόπως προσπάθησαν ν' αποτινάξωσιν αυτόν· αλλ' αι προσπάθειαί των εναυάγησαν πάντοτε απέναντι της ανωτέρας υλικής δυνάμεως και του συμπαγούς των εχθρών των, επί τέλους δε απηυθύνθησαν προς τον Βατάτζην και τω προσήνεγκον την ηγεμονίαν της νήσου, αν τους συνέδραμε να εκδιώξωσι τους Ενετούς. Ο Βατάτζης νομίσας κατάλληλον την περίστασιν όπως πραγματοποιήση τους κατακτητικούς αυτού σκοπούς, έπεμψε προς βοήθειαν των Κρητών τριάκοντα πέντε γαλέρας. Η Δημοκρατία πληροφορηθείσα ταύτα διέταξε τον Μάρκον Σανούτον, δούκα της Ναξίας να πλεύση εις Κρήτην όπως αντικρούση τους εχθρούς· ούτος δε μεταβάς εις την νήσον εκείνην άμα είδε μακρόθεν τον κατάπλουν του Γραικικού στόλου, ανεχώρησεν αμέσως μεθ' όσου είχε φέρει στρατού, η δε κατεσπευσμένη αύτη αναχώρησίς του παρέσχε την υπόνοιαν ότι επετεύχθη αντί χρημάτων υπό του Βατάτζη. Εν τούτοις ο Γραικικός στρατός εκπολιορκήσας την Ρέθυμνον, ηνάγκασε τον φρούραρχον αυτής Μάρκον Κουερίνην να παραδοθή, εκυρίευσε δε και πολλά άλλα μέρη της νήσου και μόνον εις το φρούριον του Βονιφατίου απήντησε μεγίστην αντίστασιν· ενώ δε ησχολείτο περί την πολιορκίαν αυτού, ο Μάρκος Κουερίνης συλλέξας στρατόν πολυάριθμον ήλθε προς βοήθειαν των πολιορκουμένων. Ο στρατηγός του Βατάτζη βλέπων ότι οι Κρήτες αντί να συνδράμωσιν αυτόν, καθ' ά είχον υποσχεθή, έμενον αδιάφοροι και μη θέλων να διακινδυνεύση τον στρατόν του, έλυσε την πολιορκίαν και επιβάς επί των πλοίων του ανεχώρησεν· αλλά καθ' οδόν καταληφθείς υπό σφοδράς τρικυμίας υπέστη δεινόν παρά τα Κύθηρα ναυάγιον, και μόλις τρία εκ των πλοίων αυτού εδυνήθη να σώση· απώλοντο δε μετά των άλλων και δύο πρέσβεις της Ενετίας, οίτινες μετέβαινον παρά τω Βατάτζη όπως ζητήσωσι την ειρήνην (145).

Ο Βατάτζης ουδόλως αποθαρρυνθείς εκ της πρώτης ταύτης αποτυχίας, συνενοήθη μετά των Κρητών και έπεμψε πάλιν μετ' ου πολύ δώδεκα γαλέρας, όπως κυριεύσωσι την νήσον. Οι Ενετοί επολιόρκουν τότε φρούριόν τι Σορβία καλούμενον, άμα λοιπόν είδον την έλευσιν του Γραικικού στόλου, έπεμψαν ένα στρατηγόν μετά ισχυράς δυνάμεως προς επικουρίαν του Μεγάλου Κάστρου, φοβούμενοι μήπως οι Γραικοί ήθελον κυριεύσει αυτό· οι δε λοιποί επέβησαν εις τα πλοία των και κατηυθύνθησαν επί τους εχθρούς, οίτινες δι' ανενδότου κωπηλασίας και έχοντες τον άνεμον ούριον, προσωρμίθησαν είς τινα λιμένα της νήσου. Εκεί οι Ενετοί τους προσέβαλον μετά μανίας, οι δε Γραικοί μη έχοντες χώρον όπως αναπτύξωσι τας δυνάμεις των, υπερησπίζοντο την είσοδον του λιμένος, εκσφενδονίζοντες κατά των Ενετών βέλη, τόξα και λίθους, βοηθούμενοι και υπό των εγχωρίων ομοφύλων, οίτινες έδραμον εις την παραλίαν προς επικουρίαν των Γραικών. Πληγωθέντος του Ενετού στρατηγού κατέπαυσεν η μάχη· οι δε Γραικοί προβλέποντες ότι οι Ενετοί έμελλον την επιούσαν να επαναλάβωσι την ναυμαχίαν και συναισθανόμενοι την ασθένειαν αυτών, εξήλθον νύκτωρ του λιμένος χωρίς οι Ενετοί να τους εννοήσωσι. Και απέτυχε μεν ο Βατάτζης κατά τας επανειλημμένας αυτού εν τη Κρήτη προσπαθείας, αλλ' επηύξησε την φήμην αυτού ως τολμηρού και μεγαλεπιβόλου ανδρός, τούτο δε δεν ήτο μικρόν κατά την εποχήν εκείνην, καθ' ήν τα πνεύματα διετέλουν τεταπεινωμένα και εκπεφαυλισμένα. Καθ' όν δε χρόνον προσέβαλε τους Ενετούς, ηπείλει και τους αντιπάλους αυτών Γενουηνσίους, οίτινες διαμφισβητούντες το κράτος της θαλάσσης προς τους Ενετούς, απελάμβανον εις διαφόρους πόλεις της Ευρώπης και Ασίας τοσούτον εκτεταμένα προνόμια, ώστε ο Βατάτζης απεφάσισε να περιστείλη αυτά ως επιβλαβή εις τα συμφέροντά του· αλλά των Γενουηνσίων αντιστάντων επιμόνως προς τούτο, ο αυτοκράτωρ παρητήθη του σκοπού του, τω φόβω μη εξοργίση κατ' αυτού την ισχυράν εκείνην Δημοκρατίαν, ήτις αδιαφορούσα περί παντός άλλου, προς έν μόνον απέβλεπε, πώς να παγιώση και αναπτύξη το εν τη Ανατολή εμπόριον αυτής εξ ού επορίζετο μέγιστα κέρδη. (146)

Ο Βατάτζης κατακτών την Κρήτην ήθελε καταστή κύριος όλου του Ελληνικού αρχιπελάγους· αποτυχών όμως τούτου προσώραν, ηθέλησε να καταπολεμήση τους Φράγκους διά ξηράς, αναβάλλων εις καιρόν ευθετώτερον την επανάληψιν της κατακτήσεως της νήσου εκείνης. Προς τούτο απηυθύνθη προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, όστις παρωργισμένος ων κατά των Φράγκων, δι' ήν τω εποίησαν προσβολήν, αποβαλόντες και την κηδεμονίαν αυτού επί του Βαλδουίνου και τον μετ' αυτού γάμον της θυγατρός του, επεζήτει την περίστασιν όπως εκδικηθή, και τω επρότεινε συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν. Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την του αυτοκράτορος της Νικαίας πρότασιν, και όπως συσφίγξωσι τον προς αλλήλους σύνδεσμον, συνέθεντο και τον γάμον της εννεατούς αυτού θυγατρός Ελένης, ήν έσχεν εκ της συζύγου του Μαρίας, της θυγατρός του βασιλέως της Ουγγαρίας, μετά του ενδεκαετούς του Βατάτζη υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως. Η σύμβασις αύτη γνωστή γενομένη εν Κωνσταντινουπόλει, ενέβαλεν εις δεινήν ταραχήν τον Βρυέννιον, όστις πέμψας πρέσβεις πανταχού της Ευρώπης, ιδία δε προς τον Πάπαν και την ενετικήν Δημοκρατίαν, εξητήσατο το τάχιστον επικουρίας. Ο Πάπας, όστις εθεώρει τον Βρυέννιον ωσεί προστατευόμενον αυτού, δεν ημέλησε να προσκαλέση τους Φράγκους πρίγγιπας να δράμωσι προς βοήθειαν της απειλουμένης αυτοκρατορίας. Προς τούτο έγραψε προς τον Θεβώτον, βασιλέα της Ναβάρας, όστις είχε λάβει τον σταυρόν όπως μεταβή εις Παλαιστίνην, να μεταβάλη τον σκοπόν του και να σπεύση εις Κωνσταντινούπολιν, ήτις έπιπτεν εις χείρας των σχισματικών Ελλήνων, και εξώρκιζεν αυτόν να προσκαλέση τον Εράρδον δε- Σατενέη και τους λοιπούς Γάλλους άρχοντας να συνδράμωσι τον Βρυέννιον. Ταυτοχρόνως προσεκάλεσε τον αρχιεπίσκοπον Σένσης να διατάξη γενικήν στρατολογίαν, και τους αρχιεπισκόπους Στριγονίας και Κολόσκης εν Ουγγαρία να πείσωσι τους προτιθεμένους να υπάγωσιν εις Συρίαν σταυροφόρους, να μεταβώσι κατά πρώτον εις Κωνσταντινούπολιν (147).

Αρξαμένου του έαρος εν έτει 1235, ο Ιωάννης Βατάτζης συναθροίσας πολυάριθμον στρατόν προκατέλαβε την Λάμψακον μεθ' ό διαπεραιωθείς εις Καλλιούπολιν επολιόρκησε και, μετά βραχυχρόνιον αντίστασιν των φρουρούντων Ενετών, εκυρίευσεν αυτήν. Ήτο δε ήδη κύριος της πόλεως, ότε αφίκετο και ο Ασάν μετά της συζύγου αυτού Μαρίας της εξ Ούγγρων και της θυγατρός Ελένης. Οι δύο ηγεμόνες επεκύρωσαν τότε την πρότερον μεταξύ αυτών συνομολογηθείσαν ειρήνην, και ο μεν Ασάν διέμεινεν εις Καλλιούπολιν, ο δε Βατάτζης λαβών την εκείνου σύζυγον μετά της θυγατρός Ελένης διεπεραιώθη εις Λάμψακον, ένθα ήτο η αυτοκράτειρα Ειρήνη και ο υιός της Θεόδωρος, εκεί δε επανηγύρισε τον γάμον των παίδων, του Πατριάρχου Γερμανού τα της ιερολογίας τελέσαντος. Τότε δε και ο αρχιερεύς Τυρνόβου, όστις τέως διετέλει υπό την δικαιοδοσίαν του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως, ετιμήθη δι' αυτονομίας, και πατριάρχης ανηγορεύθη βασιλικώ και συνοδικώ τω θεσπίσματι, χαριζομένου του τε Ιωάννου και της Συνόδου εις τον βασιλέα Ασάν. Μετά τον γάμον, η μεν Ειρήνη παραλαβούσα τον υιόν και την νύμφην αυτής επανήλθεν εις Νίκαιαν, ως και η των Βουλγάρων βασίλισσα εις τον οικείον τόπον, ο δε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν παραλαβόντες τους στρατούς αυτών επέδραμον εις τας ανηκούσας τοις Φράγκοις χώρας και ελήισαν αυτάς· όπως δε εκτείνωσι ταχύτερον τας κατακτήσεις των, διήρεσαν τον στρατόν των εις δύο σώματα, ών το μεν διώκει ο Ιωάννης, το δε ο Ασάν. Ο Βατάτζης τότε ήρξατο κυριεύων τας παρά την Προποντίδα πόλεις και εν μικρώ κατέκτησεν άπασαν την από Καλλιουπόλεως μέχρις Έβρου χώραν, τα Μάδυτα, την Σηστόν, τον Κισσόν και πάσαν την Χερρόνησον. Εκράτησε δε και του όρους του Γάνου και εν αυτώ εδείματο και πολίχνιον, προς φρούρησιν του οποίου και όπως παρενοχλή τους εν Τζουρουλώ Φράγκους, εξέπεμψε τον Νικόλαον Κοτέρτζην, «άνδρα, ως λέγει ο Ακροπολίτης, πολλοίς κατεξητασμένον πολέμοις και εις τοσούτον ευδοκιμήσαντα, ως πάντας τοιαύτην δόξαν περί τούτου σχειν, μήτε προ αυτού, μήτε μην μετ' αυτόν άλλον φανήναι τοιούτοις έργοις εγκεχειρηκότα ή τοσαύτα κατωρθοκότα.» Αφ' ετέρου ο Ασάν τραπείς επί τα βόρεια, και βοηθούμενος υπό των Κουμάνων, εξέτεινε τας επιδρομάς αυτού μέχρι του Αίμου, μεγίστην προξενών τοις Φράγκοις φθοράν (148).

Μετά τας τοσαύτας των δύο συμμάχων επιτυχίας δεν απελείπετο πλέον ειμή η της Κωνσταντινουπόλεως κατάκτησις· αλλ' ενταύθα συμβαίνει τι τοσούτω περίεργον, ώστε και ημείς αναγκαζόμεθα να προβώμεν εις το μέρος τούτο της ιστορίας, παραπλήσιοι προς εκείνους οίτινες περιπατούσι κεκλεισμένους έχοντες τους οφθαλμούς. Οι Βυζαντινοί ιστορικοί και ιδίως ο Ακροπολίτης, όστις χρησιμεύει ως πολύτιμος οδηγός τοις περί την ιστορικήν ταύτην περίοδον ασχολουμένοις, εν σιγή παρέρχονται τα κατά την προσβολήν της Κωνσταντινουπόλεως, ούτω πως τον λόγον καταλύοντες. «Μέχρι μεν ουν και αυτών των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως αμφότεροι κατηντήκεσαν, του ρηγός Ιωάννου επ' αυτών καθεζομένου και καθορώνος, και πτοίαν πολλήν τοις Λατίνοις ενέβαλον και εν στενώ κομιδή τα κατ' αυτούς έθεντο. Επεί δε ο του μετοπώρου παρερρύη καιρός και ο χειμών ήγγιζεν, αλλήλοις συνταξάμενοι, ό τε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν, ο μεν εις την οικείαν χώραν των Βουλγάρων χωρεί, ο δε βασιλεύς εις την Έω διαπερά.» Τουναντίον δε οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, αφηγούμενοι την κατά της Κωνσταντινουπόλεως επίθεσιν των δύο συμμάχων και την αποτυχίαν αυτών, εγκωμιάζουσι τον Βρυέννιον και τους μετ' αυτού, ως ανταξίους των πρώτων ιπποτών και ως πρότυπα ηρωισμού και ανδρίας. Τη αληθεία, αι μετά Φραγκικού κόμπου γινόμενοι ούτοι, έπαινοι πολλήν παρέχουσι την υπόνοιαν ψευδολογίας, διότι ακατάληπτον ημίν τυγχάνει πώς δεν ανέπτυξαν οι Φράγκοι τον αυτόν ακαταγώνιστον ηρωισμόν και όταν ου προ πολλού ο Ιωάννης και ο Ασάν διατρέχοντες τας τέως απ' αυτών εξαρτωμένας χώρας κατέκτων αυτάς. Όπως ποτ' αν η, ημείς θέλομεν παραθέσει τα κατά την πολιορκίαν εκείνην υπό των Εσπερίων συγγραφέων μυθευόμενα, άτε ουδόλως παραβλάπτοντα την συνέχειαν του λόγου (149).

Εκ πασών των επικουριών, ας διά πρέσβεων προς τους της Ευρώπης ηγεμόνας είχε ζητήσει ο Βρυέννιος ουδεμία εισέτι είχεν αφιχθή, και αι στρατιωτικοί αυτού δυνάμεις περιωρίζοντο εις εκατόν εξήκοντα ιππότας, συνοδευομένους έκαστος υπό των υπηρετών του, εις ολίγους ιππείς και εις έτι ολιγωτέρους πεζούς στρατιώτας. Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν αυτού ευρισκομένου, πλέον των εκατοντακισχιλίων Γραικών και Βουλγάρων εις τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγας διηρημένων και πολυάριθμος στόλος υπό τον Λέοντα Γαβαλλάν, στρατηγόν δόκιμον προσέβαλον την πρωτεύουσαν κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν, και στήσαντες τας μηχανάς των, ήρξαντο την πολιορκίαν αυτής. Ο Ιωάννης Βρυέννιος συνενώσας τότε μετά της γεροντικής του πολυπειρίας, νεανικήν δραστηριότητα, πρώτον μεν αφώπλισε τους εν τη πόλει Γραικούς, προς ούς έτρεφε μεγίστην δυσπιστίαν· διανείμας δε είτα τα όπλα αυτών εις τους Φράγκους, κατέλιπε το ολιγάριθμον αυτού πεζικόν προς φρούρησιν της πόλεως, και παραλαβών ο ίδιος τους ιππότας και λοιπούς εφίππους, δι' ών μόλις εδυνήθη να καταρτίση τρεις ίλας, εξήλθε της πόλεως. Μετά του ολιγαρίθμου δε τούτου στρατού, όστις ουδέ προς το τριακοστόν των εναντίων εδύνατο να εξισωθή, τοσούτον γενναίως αντέκρουσε την προσβολήν αυτών, ώστε τους έτρεψε μετά μεγάλης αισχύνης εις φυγήν. Εκ των τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγων μόλις τρεις διεσώθησαν, μεθ' ών ο Ασάν και ο Βατάτζης απεσύρθησαν ωσεί δαιμονιώντες. Η νίκη αύτη, προσθέτουσιν οι εξ Εσπερίας ιστορικοί, οφείλεται κυρίως εις τον ατρόμητον Βρυέννιον, όστις εμπνέων διά του παραδείγματος του θάρρος εις τους στρατιώτας του, ενέσπειρε τον τρόμον εις τους Γραικούς και Βουλγάρους, ών εφόνευσεν απείρους· διεκρίθη δε μεταξύ των άλλων και ο Ιωάννης Πετούνης, ο ανεψιός του περιφήμου Κόνωνος (150).

Καθ' όν χρόνον επί της ξηράς οι Φράγκοι εκέρδιζον την μεγάλην ταύτην νίκην, κατά θάλασσαν οι Ενετοί έστηνον νέα τρόπαια. Τη παρακλήσει του Ιωάννου Βρυεννίου η Δημοκρατία της Ενετίας είχε πέμψει επικουρίαν είκοσι πέντε γαλέρας υπό τας διαταγάς των προβλεπτών Λεονάρδου Κουιρίνη και Μάρκου Γουσόνη, οίτινες προς μηδέν λογισάμενοι τον εκ τριακοσίων πλοίων στόλον των εναντίων, ώρμησαν κατ' αυτών και τους κατέστρεψαν, ώστε ολίγιστα των πλοίων εκείνων διεσώθησαν κακώς εις Λάμψακον. Ο Βατάτζης και ο Ιωάννης παρακολουθούμενοι από τα οικτρά λείψανα του στρατού των, διήρχοντο φεύγοντες την χώραν εκείνην, εν ή προ ολίγου είχον ενσπείρει τον φόβον. Προς επίμετρον δε της δυστυχίας των οι κάτοικοι των πόλεων, πληροφορηθέντες την ήτταν των, εφώρμων κατ' αυτών και τοις προσέθετον νέας δοκιμασίας και νέας πληγάς. Ούτω πως εκτίθενται τα κατά την πολιορκίαν ταύτην· άπορον όμως, το επαναλαμβάνομεν, είνε πώς να υποστώσι τοιαύτην ήτταν ηγεμόνες τέως νικηφόροι και ανδρείοι, οδηγούντες στρατούς πολυπληθείς, υπό δρακός πολεμιστών, οσονδήποτε και αν υποτεθώσιν ανδρείων (151).