Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 12

Chapter 1226 wordsPublic domain

Τα πάντα, λοιπόν εδείκνυον ότι η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριαρχία εξέπνεεν. Οι κάτοικοι της Αδριανουπόλεως πέμψαντες πρεσβείαν προς τον Βατάτζην ικετεύον αυτόν όπως πέμψας στρατόν τους ελευθερώση του ζυγού των Φράγκων· προθύμως δε αποδεξάμενος την ικεσίαν αυτών εκείνος έστειλε τον πρωτοστάτορα Ισήν και τον Ιωάννην Καμύτζην μεθ' ικανού στρατού, όστις διαπεράσας τον Ελλήσποντον και διά της Μακεδονίας εις Αδριανούπολιν αφικόμενος, εξεδίωξε τους Φράγκους φρουρούς και κατέλαβεν αυτός την πόλιν. Αλλ' όμως ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος, όστις είχε κυριεύσει την Μοσυνούπολιν, την Ξάνθειαν, την Γρατζιανήν και το Διδυμότοιχον, μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν ταύτην του Βατάτζη, ελθών μετά στρατού εις Αδριανούπολιν εύρεν εντός τον δηλωθέντα Ισήν και τον Καμύτζην μετά του στρατεύματος εκείνου. Μη τολμήσας δε να τους εκβιάση ενόπλως όπως κενώσωσι την πόλιν, πέμψας κρυφίως απεσταλμένους προς τους οικήτορας, έπεισεν αυτούς δι' απατηλών λόγων ότι θα τους εμπλήση τιμών και πλούτου όπως εξαγάγωσι το του Βατάτζη στράτευμα και δεχθώσιν εντός το του Θεοδώρου. Οι του αυτοκράτορος της Νικαίας στρατηγοί μη έχοντες υφ' εαυτούς τοσαύτας δυνάμεις, ώστε και προς τους κατοίκους και προς τον Θεόδωρον ν' αντιστώσιν, ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της πόλεως επί τω όρω του να μη πάθωσι δεινόν τι, και ο Ισής να εκβή δι' άλλης πύλης ίνα μη προσκυνήση τον Θεόδωρον. Αλλά και ο Καμύτζης εξελθών μετά του στρατού του ενώπιον του δεσπότου της Ηπείρου, ουχί μόνον δεν αφίππευσεν, αλλά περιφρονών αυτόν ουδέ τον ητένισε καν, ανθ' ού οργισθείς εκείνος τον ύβρισε δεινώς και ολίγον έλειψε διά της βακτηρίας να τον πατάξη. ο Βατάτζης ευχαριστηθείς διά τον τρόπον τούτον του Καμύτζη, τον ετίμησε διορίσας αυτόν εταιριάρχην, τουτέστιν αρχηγόν των μισθωτών· ο δε Θεόδωρος κύριος της Αδριανουπόλεως γενόμενος εξέτεινε τας λεηλασίας αυτού μέχρι Βιζύης και μέχρι και αυτών των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως, τον τρόμον και την φρίκην τοις Φράγκοις φέρων, ο Ροβέρτος θέλων ν' αποσοβήση τον κινδυνώδη αυτόν εχθρόν, έστειλε πολλά, κατ' αυτού αποσπάσματα, τα οποία όμως ουδέν αποτέλεσμα επέφερον (128).

Ενώ ο Βατάτζης ανεδείκνυτο νικητής εν τω πολέμω, μικρού εδέησε να γείνη θύμα μιαράς επιβουλής, ής πρωτουργός ήτον ο πρωτεξάδελφος αυτού Νεστόγγος Ανδρόνικος. Ο ανήρ ούτος παρ' ουδέν θέμενος και την συγγένειαν και την αξίαν του αυτοκράτορος, έχων δε συνεργόν τον τε αδελφόν Ισαάκιον και ετέρους των επιφανών ουκ ολίγους, εν οίς τον μέγαν εταιριάρχην Φλαμούλιον, τον Ταρχανειώτην Συναδηνόν, τον επ' αδελφή τούτου γαμβρόν Στασηνόν, τον Μακρηνόν και άλλους συνώμοσεν ανταρσίαν, της οποίας σκοπός ήτο η απώλεια του αυτοκράτορος. Ο Βατάτζης διέτριβεν εις Λάμψακον, εχθρικός δε στόλος επολιόρκει τον λιμένα, εν ώ ηγκυροβόλει ο ιδικός του, και η ναυμαχία επέκειτο, ότε η επιβουλή ανεκαλύφθη. Επειδή δε οι συνωμόται είχον συνεννοήσεις μετά των εχθρών, ο Βατάτζης προυργιαίτερον τον έσωθεν πόλεμον κρίνας του έξωθεν, απάρας εκείθεν, επί την Αχυράους αφίκετο, τας τριήρεις αυτού πρότερον πυρί καταναλώσας, και εκεί ήρξατο ποιών τας εξετάσεις της επιβουλής. Πάντες οι συνωμόται κατεδικάσθησαν εις θάνατον, αλλ' ο Βατάτζης, φιλανθρώπως φερόμενος, τον μεν Νεστόγγον και Μακρηνόν, όστις απεδείχθη ότι πολλάκις εφώρμησεν εκ των οπισθίων κατά του βασιλέως ίνα τον φονεύση, κατεδίκασεν εις τύφλωσιν και χειροκοπίαν, άλλους δέ τινας εις μικράς ποινάς καθυπέβαλε, τους δε πλείστους κατέκλεισεν επί τινα χρόνον εις ειρκτάς, και αυτόν δε τον πρωτουργόν Νεστόγγον εν τω φρουρίω της Μαγνησίας συνέκλεισεν, αφ' όπου δραπετεύσας κατέφυγε παρά τοις Τούρκοις, παρ' οίς έμεινε μέχρι τέλους. Ο δε Βατάτζης εντεύθεν έλαβε πρόνοιαν περί εαυτού τάξας φύλακας και φρουρούς νύκτωρ τε και μεθ' ημέραν εις τα ανάκτορά του, και μη επιτρέπων εις πάντας ως πρότερον, την είσοδον· προς ταύτα δε συνέτεινε μάλιστα η σύζυγος αυτού Ειρήνη, αρρενωπότερον το ήθος έχουσα και τοις πάσι βασιλικώτερον εντυγχάνουσα (129).

Εν τούτοις οι Φράγκοι, αδυνατούντες να πολεμήσωσι προς δύο εχθρούς, πέμψαντες προς αυτόν πρέσβεις επρότεινον την ειρήνην, παραχωρούντες αυτώ το άστυ των Πηγών. Τοιουτοτρόπως ειρήνευσεν ο Ιωάννης μετ' αυτών, παραχωρησάντων των Φράγκων αυτώ πάσας τας προς νότον χώρας και διατηρησάντων μόνον τα πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως μέρη και τα τη Νικομηδεία εγγίζοντα· η δε ειρήνη αύτη διετηρήθη μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων καθ' όλον το διάστημα της βασιλείας του Ροβέρτου και μέχρι του πέμπτου έτους της του διαδόχου του (130).

Άμα μετά την μάχην του Ποιμανηνού και πριν ή συνομολογηθή έτι η συνθήκη αύτη, ο Ροβέρτος απηυθύνθη προς τον Πάπαν, το σύνηθες καταφύγιον των Φράγκων αυτοκρατόρων, εκτιθέμενος αυτώ την αθλίαν του κράτους του κατάστασιν, και ζητών το τάχιον επικουρίαν. Ο Πάπας όστις από δύο ήδη ετών ησχολείτο να σχηματίση ομοσπονδίαν υπέρ της ανακτήσεως του βασιλείου της Θεσσαλονίκης, εδιπλασίασε τας προσπαθείας αυτού και έγραψε πανταχόθεν προτρέπων και προσκαλών εις σταυροφορίαν. Απηυθύνθη δε κυρίως προς την Γαλλίαν, ήτις ανέκαθεν συνέδραμε διά των στρατιωτών αυτής την Ανατολικήν αυτοκρατορίαν, και επειδή επεκάθητο του θρόνου η Λευκή, γυνή μεγαλοφυής και ευσεβής, μεγάλην δ' επιρροήν επί του συζύγου αυτής Λουδοβίκου Η' έχουσα, έγραψε προς αυτήν παριστών οποίον αίσχος διά τον σύζυγόν της ήθελεν είσθαι ει κατελύετο επ' αυτού η νέα εκείνη Γαλλία, ήτις, βασιλεύοντος του πατρός του, συνέστη. Ενώ δε ο Πάπας παρώτρυνε τους πάντας ίνα δράξωνται των όπλων, αφ' ετέρου Γουλιέλμος ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης εξοπλίσας πολυάριθμον στρατόν παρεσκευάζετο να μεταβή εις Θεσσαλίαν, ότε δεινή νόσος καταλαβούσα αυτόν, τον ηνάγκασε ν' αναβάλη τον σκοπόν του. Καθ' όν δε χρόνον έμενεν αυτός νοσηλευόμενος εις Μοντφεράτην, ο στρατός του διελύθη και εδέησε να ποιήση νέας στρατολογίας, όπως μεταβάς εις Βρίνδισι, περιμείνη εκεί, χειμώνος εφισταμένου, την έλευσιν του έαρος διά να κατέλθη εις Ελλάδα. Κατά Μάρτιον λοιπόν του 1225 έπλευσεν εις Θεσσαλίαν, έχων παρ' εαυτώ παπικόν έξαρχον Νικόλαον τον επίσκοπον Ρηγίου. Οι πρίγγιπες των Αθηνών, της Αχαΐας και της Ευβοίας είχον επίσης, προτροπή του Πάπα, συλλέξει πολυάριθμον στρατόν, ίνα συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού επί τον Θεόδωρον· αλλά και πάλιν αι ελπίδες του Γουλλιέλμου εψεύσθησαν, διότι συσχεθείς νόσω απεβίωσε κατά Σεπτέμβριον του 1225, καταλιπών άνευ αρχηγού τον στρατόν αυτού, όστις ουδεμίαν έχων εις τον Δημήτριον πεποίθησιν απεσυνετέθη, ώστε ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς αποβαλών το κράτος, όπερ ο πατήρ του τω είχε κληροδοτήσει, απεσύρθη εις Μέλφην της Ιταλίας, ένθα τω 1230 εξεμέτρησε το ζην (131).

Εν έτει 1225 απεβίωσε Ματθαίος ο των Φράγκων Πατριάρχης εν Κωνσταντινουπόλει μετά επταετή περίπου πατριαρχίαν, ο δε θάνατος αυτού επήγαγε διχοστασίαν δεινήν μεταξύ του κλήρου, των μεν ζητούντων τον Μίλην δε-Νοτέλ επίσκοπον Βωβέας, των δε ψηφιζόντων ετέρους. Εδέησε, λοιπόν αύθις ν' ανανεχθώσι προς τον Πάπαν, όστις ακυρώσας τας γνώμας αμφοτέρων, εξελέξατο ως πατριάρχην τον Ιωάννην δ' Αββεβίλλην, αρχιεπίσκοπον Βεζανσώνος· αλλά τούτου μη συγκατατεθέντος ν' ανταλλάξη την αρχιεπισκοπήν του προς την πατριαρχίαν, ο τον Ονώριον διαδεξάμενος Γρηγόριος Θ', απέστειλεν αντ' αυτού τον Σίμωνα αρχιεπίσκοπον Τύρου, όστις διετήρησε την πατριαρχίαν μέχρι του εν έτει 1233 επισυμβάντος θανάτου του (132).

Ο Ροβέρτος ειρηνεύσας ήδη προς τον Βατάτζην διενοείτο την ανάκτησιν του βασιλείου της Θεσσαλονίκης· αλλά κατ' εχθρού τοσούτον ισχυρού και πολυμηχάνου, οίος ο Θεόδωρος, είχεν ανάγκην εξωτερικής επικουρίας. Έπεμψε λοιπόν εις Γαλλίαν πρεσβευτήν τον φρούραρχον του Αρράς, όστις επέτυχε παρά Λουδοβίκου του Η' την υπόσχεσιν του ότι θέλει πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν διακοσίους ή τριακοσίους ιππότας εις την υπηρεσίαν του αυτοκράτορος, έλαβε δε και παρά του νέου Πάπα Γρηγορίου την άδειαν να εκποιήση τα χρυσά και αργυρά σκεύη των εκκλησιών όπως επαρκέση εις τας ανάγκας του πολέμου. Αίσθημα όμως ολέθριον εματαίωσε και τους σκοπούς του και τας του Πάπα προσπαθείας. Ο Ροβέρτος ήτο εισέτι άγαμος και η λαγνότης αυτού τον παρέσυρεν εις πράξεις, ου μόνον αυτάς καθ' εαυτούς επιμέμπτους, αλλά και διά το κράτος ολεθρίας. Υπήρχε τότε εν Κωνσταντινοπόλει νεάνις τις εκ Γαλλίας, περίφημος επί καλλονή, ής ο πατήρ Βαλδουίνος Νεβίλ, ιππότης εξ ευγενούς οικογενείας του Αρτοά, είχε παρακολοθήσει τους σταυροφόρους κατά την άλωσιν της Κωνσταντινοπόλεως. Αποθανών κατέλιπε την σύζυγόν του και μίαν θυγατέρα, ήν εκείνη εμνήστευσε μετά τινος εκ Βουργουνδίας ευπατρίδου. Ο Ροβέρτος, όστις εν τη κυριαρχία του δεν εγνώριζε νόμους ανωτέρους αυτού, ιδών την περικαλλή εκείνην νεανίδα και αποφασίσας να αποκτήση αυτήν, απηυθύνθη προς την μητέρα της, ήτις θαμβωθείσα εκ της λάμψεως της αυτοκρατορικής πορφύρας και αθετήσασα την προς τον Βουργούνδιον υπόσχεσίν της, παρέδωκε την θυγατέρα της προς τον αυτοκράτορα επί τη ελπίδι βεβαίως νομίμου γάμου.

Ο μνηστήρ της νεάνιδος περιυβρισθείς τοιουτοτρόπως απεφάσισε να εκδικηθή διά την γενομένην αυτώ προσβολήν την τε μητέρα, την θυγατέρα και τον ακόλαστον τύραννον. Συναγαγών λοιπόν τους οικείους, τους υποτελείς και τους φίλους του, οίτινες δεν ήσαν ευάριθμοι, εξεβίασε μια των νυκτών τας θύρας των ανακτόρων, και εισορμήσας εντός συνέλαβε την μητέρα και την θυγατέρα, έσυρε την μητέρα εκτός των ανακτόρων και την εβύθισεν εις το ορμητικόν του Βοσπόρου ρεύμα, αποταμών δε την ρίνα και τα χείλη της δυστυχούς κόρης, εγκατέλιπεν αυτήν φρικωδώς ηκρωτηριασμένην εις τον αυτοκράτορα, όστις εν τω πρώτω θορύβω εκρύβη όλως τρέμων εις το απροσβατώτερον μέρος των ανακτόρων.

Πράξις τοσούτον προσβλητική ώφειλε βεβαίως να εξεγείρη άπαν το κράτος κατά του μη ευσεβασθέντος τον οίκον του βασιλέως· αλλ' επειδή υπαίτιος ήτο ο Ροβέρτος, τον οποίον οι υπήκοοί του απεχθαίνοντο διά τον εκδεδιητημένον αυτού βίον, τα πάντα παρήλθον εν σιγή. Ούτος δε ουχί μόνον δεν ετόλμησε να εκδικηθή τους προσβαλόντας αυθαδώς αυτόν, αλλά μη δυνάμενος πλέον να μένη εις Κωνσταντινούπολιν, άτε παρά πάντων προπηλακισμένος, απεσύρθη εις Ιταλίαν όπως παραπονεθή προς τον Πάπαν και επικαλεσθή την επικουρίαν του. Ο Γρηγόριος τον υπεδέχθη μετ' οίκτου και παραμυθών αυτόν διά την απώλειαν της τιμής του, τον προέτρεψε να επανέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και πασχίση διά καλλιτέρας διαγωγής να επανορθώση τα λάθη του. Κατά την επιστροφήν του όμως, ενώ διήρχετο δι' Αχαΐας, νόσος δεινή, αποτέλεσμα βεβαίως βαθείας θλίψεως, τον κατεβίβασεν εν έτει 1228 εις τον τάφον, μετά επταετή βασιλείαν, και, μήπω εισέτι το τριακοστόν έτος άγοντα. Χαρακτηριστικά του αυτοκράτορος τούτου ήσαν η ασθένεια του πνεύματος και η έλλειψις γενναιοπρεπείας· ταύτα δ' επήνεγκον δεινούς εις το κράτος κλονισμούς, εξ ών οψιαίτερον προήλθεν η καταστροφή του (133).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ

Πέμπτος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως 19 Απριλίου 1229 — 23 Μαρτίου 1237.

Αποβιώσαντος του Ροβέρτου, το αυτοκρατορικόν στέμμα κατά τον νόμον έπρεπε να περιέλθη εις τον αδελφόν αυτού Βαλδουίνον, μόλις το δέκατον της ηλικίας έτος συμπληρώσαντα, και όν η Υολάνδη άμα τη αφίξει αύτης εν Κωνσταντινουπόλει έτεκε. Βεβαίως, εις την κρισιμωτάτην περίστασιν, εις ήν διετέλει το κράτος, ο Βαλδουίνος ήν πάντη ακατάλληλος διά τον θρόνον ενώ εκατέρωθεν αυτού ίσταντο ο δεσπότης της Ηπείρου και ο αυτοκράτωρ της Νικαίας, άνδρες πολεμικοί και πολυμήχανοι, απεκδεχόμενοι την ανατροπήν αυτού. Απητείτο λοιπόν χειρ ουχί νηπιώδης, αλλ' ανδρική και στιβαρά όπως κρατήση τας κυβερνητικάς ηνίας και αντεπεξέλθη επιτυχώς κατ' εχθρών τοσούτον επικινδύνων.

Την ανάγκην ταύτην συναισθανόμενοι οι Βαρώνοι έστρεψαν τα βλέμματά των προς τα πέριξ του θρόνου επιζητούντες τινά, εις όν προς ώραν να αναθέσωσι την εξουσίαν· αλλά δυστυχώς δι' αυτούς, οι ως ο Κόνων Πετούνης άνδρες, από πολλού είχον ήδη εκλίπει. Εζήτησαν λοιπόν στήριγμα εν τοις έξωθεν, και ως τοιούτον ενόμισαν ότι εύρον τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, ηγεμόνα εξιδιασμένης τόλμης και γενναιότητος· όπως δε προσελκύσωσιν αυτόν, τω προέτεινον τον γάμον του Βαλδουίνου μετά της θυγατρός αυτού. Οποία φορά των πραγμάτων! Οι Φράγκοι οι θρασείς και μεγαλαύχενες, οι ηττηθέντες και καταισχυνθέντες υπό του Ιωάννου και των Βουλγάρων, περιήλθον εις την επονείδιστον ανάγκην να αναθέσωσιν επί τον Ασάν και τους Βουλγάρους, ως επ' άγκυραν, πάσαν αυτών την ελπίδα! Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την πρότασιν των Φράγκων, το μεν, διότι εκολακεύετο η φιλοτιμία του, το δε, διότι εξεκεντάτο η φιλοδοξία του, επιθυμούντος σφόδρα να πολεμήση τον Βατάτζην και τους Γραικούς, αρχαίους των Βουλγάρων εχθρούς θεωρουμένους. Υπεγράφη λοιπόν συνθήκη, καθ' ήν ο μεν Βαλδουίνος ώφειλεν εν καιρώ να νυμφευθή την θυγατέρα του Ασάν, ούτος δε ανεδέχετο ιδία δαπάνη να ανακτήση και επαναγάγη υπό την κυριότητα του αυτοκρατορικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως όλας τας χώρας, όσας ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ και ο τούτου, διάδοχος Θεόδωρος απέσπασαν απ' αυτού. Απελείπετο δε πλέον να γνωσθή αν ο Ασάν προυτίθετο να πραγματοποιήση ό,τι ανεδέξατο, ή αν ηλαύνετο υπό σκοπών ιδιοτελείας (134).

Εν τούτοις οι μετά του Βουργουνδίου ευγενούς εισελάσαντες εις τα ανάκτορα και περιυβρίσαντες την του Ροβέρτου παλλακίδα βαρώνοι, φοβούμενοι μη ο Βαλδουίνος, ισχυρός διά της συμμαχίας γενόμενος, ήθελε, διεκδικών την τιμήν του αδελφού του, καταδιώξει αυστηρώς αυτούς, ήρξαντο διά δολοπλοκιών να ενσπείρωσιν εις τους πάντας την ιδέαν ότι ο Ασάν κυριεύων παρά του Θεοδώρου τας διαφόρους χώρας ήθελε τας προσθέσει εις το κράτος του, και ότι αντί να ταπεινωθώσιν επί τοσούτον οι Φράγκοι, ώστε να ζητήσωσι την συνδρομήν έθους εχθρικού και βασιλέως βαρβάρου και απίστου, προτιμότερον και αξιοπρεπέστερον ήτο ει απηυθύνοντο πρός τινα Γάλλον άρχοντα, εις όν να αναθέσωσι την του Βαλδουίνου κηδεμονίαν. Η ιδέα αύτη γενικευθείσα εματαίωσε την προς τον Ασάν συνθήκην, και οι βαρώνοι απεφάσισαν να ζητήσωσι μεταξύ των ομοφύλων τον κατάλληλον όπως και τα του κράτους δεξιώς διευθύνη, και τους εναντίους αποσβήση ως τοιούτον δ' εξελέξαντο τον Ιωάννην Βρυέννιον, κόμητα της Μάρχης (135).

Ο Ιωάννης Βρυέννιος, υιός Εράρδου του κόμητος Βρυεννίου και αδελφός του Γωτιέρου Βρυεννίου, παιδιόθεν είχε προορισθή διά το εκκλησιαστικόν στάδιον· αλλ' άμα έφθασεν οπωσούν εις ηλικίαν, τοσούτον οικτρόν στάδιον τω εφάνη εκείνο, ώστε δραπετεύσας του πατρικού του οίκου, κατέφυγεν εις την μονήν του Κλερβώ, ένθα εδεξιώσατο και εξεπαίδευσεν αυτόν κληρικός τις θείος του. Μια δε των ημερών ενώ ίστατο παρά τη θύρα της μονής ταύτης, ανεγνωρίσθη υπό του στενού αυτού συγγενούς Σίμωνος δε-Βροά, άρχοντος της Σατωβιλαίνης, όστις συγχρόνως προς τας ευχάς του τω έδωκεν αγωγήν στρατιωτικήν και τον καθιέρωσεν ιππότην. Ο πατήρ του Ιωάννου, δυσηρεστημένος ων κατ' αυτού, διότι εφάνη απειθής, τον ελησμόνησε σχεδόν καθ' ολοκληρίαν· έλαβε λοιπόν ούτος τον σταυρόν μετά του αδελφού του Γωτιέρου και των άλλων κυρίων, οίτινες επορεύθησαν προς άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλ' επειδή ο Γωτιέρος περιεβλήθη το βασιλικόν στέμμα της Σικελίας, ο Ιωάννης τον συνώδευσεν εις Νεάπολιν, και μετά τον θάνατον εκείνου, ανέλαβε την κηδεμονίαν των τέκνων του· αποβιώσαντας δε του Αμορή Β' ρηγός της Ιερουσαλήμ, οι βαρώνοι γνωρίζοντες εκ φήμης την ανδρίαν και την αρετήν αυτού έπεμψαν πρέσβεις προς τον Ιωάννην Βρυέννιον, όπως τω προσφέρωσι το τε στέμμα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, όπερ τότε απηρτίζετο εκ μόνης της Πτολεμαΐδας και της Τύρου, και την χείρα Μαρίας της θυγατρός Κονράδου του μαρκησίου της Μοντφεράτης και της βασιλίσσης Ισαβέλλας. Ο Ιωάννης εδέξατο προθύμως τας λίαν κολακευτικάς δι' αυτόν προτάσεις ταύτας, και ενυμφεύθη μεν την Μαρίαν, εξ ής ετέκε την Υολάνδην, σύζυγον του Φριδερίκου Β' οψιαίτερον γενομένην, έλαβε δε το σκήπτρον και μεταβάς εις το κράτος του κατεπολέμησε τους εχθρούς αυτού εν Παλαιστίνη και Αιγύπτω· αλλ' οι ηρωικοί αυτού αγώνες δεν εδύναντο να κρατήσωσι το σεσαθρωμένον οικοδόμημα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, και ηναγκάσθη να μεταβή τω 1222 εις Γαλλίαν και εκείθεν παρά τω Πάπα εις Ρώμην, όπως ζητήση βοήθειαν κατά των απίστων. Αποβιωσάσης δε τότε της συζύγου του Μαρίας, ενυμφεύθη δεύτερον γάμον, και εβδομήκοντα τεσσάρων ήδη ετών ων, Βεραντζέρην την θυγατέρα του βασιλέως τη Καστιλλίας Αλφόνσου, εξ ής έσχε τρεις υιούς και μίαν θυγατέρα, εκδοθείσαν Βαλδουίνω τω αυτοκράτορι. Αλλά πληροφορηθείς ότι εν τη απουσία αυτού εκ Παλαιστίνης, ο γαμβρός του Φριδερίκος, μεταβάς εκεί, έλαβε τον τίτλον ρηγός Ιεροσολύμων, απεκδύων ούτω τον πενθερόν του του κράτους του, έμεινεν εις Ευρώπην και αποσυρθείς παρά τω Πάπα Γρηγορίω Θ' έλαβε την αρχηγίαν του στρατού αυτού κατά του Φριδερίκου (136).

Η πολεμική φήμη του Ιωάννου διά τα κατά την Συρίαν κατωρθώματα αυτού ήτο μεγίστη· σύγχρονος δέ τις χρονογράφος, εγκωμιάζων τας αρετάς του, λέγει περί αυτού τάδε (137),

Ουδέ ο Εκτωρ, ουδ' ο Ρολάνδος, Ουδέ Ιούδας ο Μακκαβαίος Έπραξε, τόσα, φανείς τοσούτον Γενναίος, όσον ο Ιωάννης Όστις εντός τε κ' εκτός του κράτους, Παρέσχε δείγματα τεραστίας Τόλμης, ανδρίας, νοημοσύνης.

Τάδε προτερήματα αυτού ταύτα έκρυπτεν υπό σώμα γιγάντειον, το οποίον μετ' εκπλήξεως περιγράφουσιν οι τότε χρονογράφοι. Και αυτός, δε ο Βυζαντινός Γεώργιος Ακροπολίτης, ιδών κατά πρόσωπον τον Ιωάννην, ιδού πώς εκφράζεται περί αυτού. «Ως και αυτός τούτον, είδον, υπερεξεπλάγην το του ανδρός μήκος εν πάση διαπλάσει τους άλλους υπερβάλλοντος κατά γε μήκος και πλάτος.» (138) Ήτο δε τότε ογδοήκοντά που ετών, αλλ' εφαίνετο διατηρών όλην την ζωηρότητα και ρώμην της νεανικής ηλικίας.

Τοιούτον λοιπόν εκλεξάμενοι οι βαρώνοι ως ηγεμόνα αυτών κατά την ανηλικότητα του Βαλδουίνου, έπεμψαν και εκ σεβασμού και εκ φόβου μη προσκρούσωσιν εις τας προθέσεις της Ρώμης, πρέσβεις προς τον Πάπαν όπως τω εκθέσωσι την εκλογήν αυτών και ζητήσωσιν την επιδοκιμασίαν του. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι πρέσβεις προς τον Γρηγόριον Θ', τω εξέθηκαν «Ότι η μεν μικρά ηλικία του κυρίου των εδείτο οδηγού πεφωτισμένου, το δε κράτος αρχηγού ανδρείου και επιτηδείου όπως τω υπερασπίση κατά των περικυκλούντων αυτό εχθρών. Ότι η Μακαριότης του εγνώριζεν υπέρ πάντα άλλον πόσον ο Βρυέννιος συνεκέντρου εν εαυτώ τα προτερήματα ταύτα. Ότι διά του γάμου της θυγατρός αυτού μετά του ανήλικος αυτοκράτορος, ήθελον συνδεθή οι δύο ούτοι ηγεμόνες διά δεσμού αδιαρρήκτου, και ότι υπό την αιγίδα της ευτυχούς ταύτης, συμμαχίας, και υπό την προστασίαν της Αγίας Έδρας η αυτοκρατορία εσωτερικώς μεν ήθελεν ευδαιμονήσει, εσωτερικώς δε αποσοβήσει των Γραικών και των Βουλγάρων τας επιβουλάς.»

Ο Πάπας, επιδοκιμάσας τους λόγους, υφ' ών ελαυνόμενοι οι βαρώνοι προέβησαν εις την εκλογήν του Βρυεννίου, πρασεκάλεσεν αυτόν εις Ριέτιον, και εκεί συνωμολόγησαν οι εκ Κωνσταντινουπόλεως πρέσβεις και αυτός την επομένην συνθήκην. «Ότι ο γάμος του Βαλδουίνου και της θυγατρός του Ιωάννου Μαρίας ήθελε τελεσθή άμα οι δύο ούτοι έφθανον εις ηλικίαν επίγαμον· ότι ένεκα της ανηλικιότητος του Βαλδουίνου ο Βρυέννιος ήθελε στεφθή αυτοκράτωρ, και διατηρήσει την εξουσίαν και τον τίτλον τούτον εφ' όρου ζωής· ότι μετά την αποβίωσίν του, ο Βαλδουίνος και οι νόμιμοι κληρονόμοι του έπρεπε να ώσιν αυτοκράτορες· ότι ο Βρυέννιος ήθελε συντηρεί τον Βαλδουίνον μέχρις ηλικίας είκοσιν ετών συμφώνως προς την γέννησιν και την αξίαν αυτού και ότι τότε ο Βρυέννιος ήθελε λάβει το βασίλειον της Νικαίας και τας εν Ασία κτήσεις των Γάλλων, εκτός του δουκάτου της Νικομηδείας, όπερ επεφυλάσσετο διά τον Βαλδουίνον εν τέλει· ότι ο Βρυέννιος είχε το δικαίωμα να κληροδοτήση εις τους κληρονόμους του κατ' εκλογήν ή τας εκείθεν του Βοσπόρου χώρας ή τας εντεύθεν, εξαιρουμένης της Θράκης από Αδριανουπόλεως, επί τω όρω όμως οι κληρονόμοι του να δώσωσιν όρκον εις τον Βαλδουίνον ότι θα τον υπηρετώσιν εν πολέμω ως υποτελείς και θα συνεκστρατεύωσι προσωπικώς όταν κακείνος εξεστράτευεν. Η συνθήκη αύτη εγκριθείσα υπό του Πάπα, επεκυρώθη παρ' αυτού εν Περούζη τη 19 Απριλίου 1229. Ταυτοχρόνως δε ο Πάπας εξηκόντισε δεινόν αφορισμόν κατά του Θεοδώρου Κομνηνού, και καθ' όλων όσοι ή δι' όπλων ή διά στρατού και πλοίων τον συνέδραμον εις τον κατά των Φράγκων πόλεμον (139).

Ο Βρυέννιος ανακηρυχθείς τοιουτοτρόπως έπεμψε πρέσβεις μετά πολυτίμων δώρων προς τον γαμβρόν αυτού αυτοκράτορα Φριδερίκον, μετά του οποίου βεβαίως δεν διετέλει εν αρμονία ες ότου εκείνος απογυμνών αυτόν του κράτους του, προσέλαβε τον τίτλον βασιλέως της Ιερουσαλήμ. Ο Φριδερίκος υπεδέξατο, τη 29 Νοεμβρίου του αυτού έτους, μετά μεγίστης επισημότητος τους απεσταλμένους του πενθερού του, προς όν δι' αυτών και συνθήκην συνωμολόγησεν· ο δε Βρυέννιος ήρξατο ποιών τας αναγκαίας διά την αναχώρησίν του προπαρασκευάς, αίτινες όμως διήρκεσαν δύο όλα έτη· κατά δε την πολυχρόνιον ταύτην εκ Κωνσταντινουπόλεως απουσίαν του, διώκει το κράτος ως παρατηρητής αυτού ο Ταρζότος δε-Τουσή άρχων Γάλλος, ού σύζυγος ην η θυγάτηρ του Θεοδώρου Βρανά και Αγνής της Γαλλίδος ηγεμονόπαιδος.