Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών
Part 11
Εν τούτοις οι Ενετοί κωλυόμενοι υπό του Πάπα να προσβάλωσι τον Θεόδωρον, συνωμολόγησαν μετ' αυτού πενταετή ανακωχήν, ο δε καρδινάλιος Κολώνας, λυτρωθείς της φυλακής, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν ένθα ανέλαβε τα καθήκοντα αυτού. Ήλθε μετ' ου πολύ εις έριδας προς Γοδοφρέδον τον πρίγγιπα της Αχαΐας και Όθωνα τον κύριον των Αθηνών, οίτινες κατέλαβον κτήματά τινα, ανήκοντα τη εκκλησία. Ούτοι αφορισθέντες υπό του καρδιναλίου, ανεγέρθησαν προς τον Πάπαν, όστις κατά πρώτον μεν εδικαίωσεν αυτούς και σφοδρώς επετίμησε τον καρδινάλιον ως καταχρώμενον της εξουσίας του, αλλά γνους οψιαίτερον την απάτην του, εδικαίωσε τον έξαρχον και επεκύρωσε τον αφορισμόν, εις όν υπέβαλεν εκείνος τον Γοδοφρέδον και τον Όθωνα (114).
Κατά την απουσίαν του Πέτρου η διοίκησις του κράτους εν Κωνσταντινουπόλει ενηργείτο υπό της αυτοκράτειρας Υολάνδης, ήτις όμως μικρόν επέζησε μετά τον θάνατον του συζύγου αυτής. Περί της βασιλείας της ουδέν άλλο γνωρίζομεν, ή ότι επεκύρωσε την επί πέντε έτη γενομένην πρότερον συνθήκην μετά του Λασκάρεως και όπως συσφίγξη τους μεταξύ της αυτοκρατορίας της Νικαίας και της του Βυζαντίου δεσμούς, εξέδωκεν αυτώ εις γάμον την τριτότοκον θυγατέρα της Μαρίαν. Απεβίωσε δε η Υολάνδη ολίγον μετέπειτα, εν έτει 1219, καταλιπούσα εκ του συζύγου αυτής Πέτρου ένδεκα τέκνα, ών τέσσαρα άρρενα, τον Φίλιππον, κόμητα του Ναμούρ, τον Ροβέρτον, όστις διεδέξατο τον πατέρα του επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, τον Ερρίκον, όστις εγένετο μετά τον Φίλιππον κόμης του Ναμούρ, και τον Βαλδουίνον, όν έτεκε μόλις εν Κωνσταντινουπόλει ελθούσα, και επτά θυγατέρας, ών η πρώτη Υολάνδι ενυμφεύθη τον Ανδρέαν βασιλέα της Ουγγαρίας, η δευτέρα Αγνή, τον Γοδοφρέδον πρίγγιπα της Αχαΐας, η τρίτη Μαρία τον Λάσκαριν αυτοκράτορα Νικαίας, η τετάρτη, Μαργαρίτα, τον κόμητα του Βιανδέμ, η πέμπτη, Ισαβέλλα, εις πρώτον μεν γάμον τον Γοσέρον, κόμητα Βαρσουρσέης, εις δεύτερον δε τον Εύδον δε-Μονταιγού, η έκτη, Σίβυλλα, εγένετο μοναχή, και η εβδόμη τέλος, ής το όνομα διατελεί άγνωστον, ενυμφεύθη τον Ραούλ, κύριον του Ισουδούμ (115).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ. ΡΟΒΕΡΤΟΣ
Τέταρτος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως 25 Μαρτίου 1221-1228.
Τρεις μέχρι τούδε αυτοκράτορος προσέφερεν η Δύσις προς την Ανατολήν, και των τριών το τέλος υπήρξεν οικτρόν και επώδυνον. Την καταδυνάστευσιν, την βίαν, την αρπαγήν προσέφερεν η Δύσις, την αιχμαλωσίαν, το δηλητήριον, τον θάνατον ανταπέδωκεν η Έω. Οι Ευρωπαίοι ιστοριογράφοι, οι περί της Φραγκικής εν Κωνσταντινουπόλει κυριαρχίας πραγματευσάμενοι, εκάκισαν πικρώς τους Γραικούς, και εν τη αγανακτήσει αυτών διά τα των ομοφύλων παθήματα, δεν έλειψαν να τοις προσάψωσι τας φαυλοτέρας προσωνυμίας· αλλ' αν μέμφωνται εκείνοι έθνος, όπερ κατ' ουδέν άλλο έπταισεν αυτοίς ειμή ότι προσεπάθησε διά παντοίων μέσων, έστω και ουχί τόσω επιζήλων, ν' αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν ανδρών αλλοφύλων και αλλοθρήσκων, τι δύνανται άρα και οι Γραικοί να είπωσι περί εκείνων, οίτινες επιδραμόντες δίκην ληστών εις τας χώρας αυτών, έθυσαν, εδήωσαν, ελαφυραγώγησαν και εξηνδραπόδισαν πλήθη όλα χριστιανών, μεθ' ών κοινόν είχον ουδέν άλλο πλην ή του βαπτίσματος;
Μετά την αποβίωσιν της Υολάνδης, την οποίαν εν τω τάφω παρηκολούθησε μετ' ου πολύ ο Πατριάρχης Γερβάσιος, η διαδοχή του θρόνου κατά δίκαιον ώφειλε να περιέλθη εις τον πρωτότοκον του Πέτρου υιόν Φίλιππον, όστις διέμενεν εις Γαλλίαν άρχων του Ναμούρ. Τούτου ένεκα, άμα εγένετο γνωστός εν Κωνσταντινουπόλει ο θάνατος του Πέτρου, οι βαρώνοι, αναλογιζόμενοι ότι δεν έπρεπεν ουδ' επί στιγμήν ν' αφήσωσι το κράτος άνευ ηγεμόνος, συνήλθον, και πρώτον μεν εξελέξαντο τοποτηρητήν αυτοκρατορικόν τον Κόνωνα Πετούνην, γεγαρόν λείψανον των πρώτων κατακτητών και άνδρα εξιδιασμένης πείρας και εξόχου ανδρίας, είτα δε επειδή νόμιμος του θρόνου διάδοχος ήτο ο Φίλιππος, κόμης του Ναμούρ, έπεμψαν προς αυτόν πρέσβεις όπως τω προσφέρωσι το στέμμα και τον προσκαλέσωσιν ίνα, σπεύσας εις Κωνσταντινούπολιν, παραλάβη την πλουσίαν και πολύδοξον αυτού κληρονομίαν· αλλ' εκείνος είτε εκ φίλτρου προς την γεννέτειραν αυτού γην, είτε διότι προυτίμα τα ενεστώτα και βέβαια των μελλόντων και αβεβαίων, είτε τέλος, ως έτεροι ισχυρίζονται, διότι ήτο περιπεπλεγμένος εις πεισματώδη πόλεμον προς Γαλερανόν τον Λούκα του Λιμβούργου, ευχαριστήσας τους βαρώνους διά την γενομένην αυτώ προσφοράν, ηρνήσατο να δεχθή το στέμμα, προτείνων ως διάδοχον αυτού τον νεώτερον αδελφόν του Ροβέρτον. Ζητηθείσης δε προς τούτο και της του βασιλέως της Γαλλίας Λοδουβίκου Η'. γνώμης και εγκρίναντος αυτού την επί του θρόνου ανάβασιν του Ροβέρτου, οι βαρώνοι εξελέξαντο αυτόν αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως.
Κατά την διοίκησιν του Κόνωνος ως αντιβασιλέως, γεγονότα άξια λόγου ουδόλως συνέβησαν εν Κωνσταντινουπόλει, καθόσον ο ανήρ ούτος κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν και μέριμναν όπως καταπαύση τον εις τα πνεύματα των Φράγκων ενυπάρχοντα ερεθισμόν, και συνδιαλλάξη αυτούς προς αλλήλους. Το μόνον κατά τον χρόνον εκείνον επελθόν σπουδαίον γεγονός είνε η μεταξύ κλήρου και ευγενών αναφυείσα έρις, αφορμήν λαβούσα το φιλάρπαγον και ακόρεστον αμφοτέρων. Οι κληρικοί, αχόρταστοι πάντοτε, δεν ηρέσκοντο εις τα στενά όρια, εν τοις οποίοις περιεστάλη η φιλοχρηματία και η κενοδοξία αυτών· οι δ' ευγενείς έμπαλιν, πλουτήσαντες εκ των λαφύρων του αρχαίου κλήρου, εζήτουν επί μάλλον να επαυξήσωσι τα πλούτη των, ολοσχερώς γυμνούντες τους κληρικούς. Εκ τούτου λοιπόν επήλθον έριδες και διχοστασίας και θόρυβοι αδιάλειπτοι· όπως δε δοθή έν πέρας εις την ανώμαλον ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων, απεφασίσθη να συνέλθωσιν οι διαφερόμενοι εις συνδιάσκεψιν, και όντως συνήλθον, τω 1219, οι μεν κληρικοί, προεδρεύοντος του παπικού εξάρχου και καρδιναλίου Ιωάννου Κολώνα, οι δε ευγενείς του Κόνωνος Πετούνη, και συζητήσαντες τας εφισταμένας διαφοράς συνέταξαν συμβόλαιον συμβιβασμού, το οποίον υπέγραψαν πάντες. Φαίνεται δε ότι οι κληρικοί υπήρξαν ευτυχέστεροι κατά την συνδιαλλαγών, διότι μεταξύ των άλλων επέτυχον την εις τας μητροπολιτικάς εκκλησίας παραχώρησιν πάντων των κτημάτων, άτινα κατείχον αύται βασιλεύοντος του πρώτου Αλεξίου του Κομνηνού (116).
Εν τούτοις ο Ροβέρτος, περατωθεισών των διά την αναχώρησιν αυτού εκ Γαλλίας προπαρασκευών, απήλθεν εκείθεν, φθίνοντος του έτους 1220, και διελθών την Γερμανίαν και Ουγγαρίαν ένθα παρέμεινε μέχρι της τελέσεως του γάμου Άννης της ανεψιάς αυτού και θυγατρός του βασιλέως Ανδρέου μετά Ιωάννου Αζάν βασιλεύς των Βουλγάρων, αφίκετο εις Κωνσταντινούπολιν, και εστέφθη αυτοκράτωρ, τη 25 Μαρτίου 1221 υπό του Πατριάρχου Ματθαίου, όστις είχε δεχθή τον αποβιώσαντα Γερβάσιον. Τοιουτοτρόπως έλαβε το σκήπτρον της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας ο Ροβέρτος (117).
Πρώτον έργον του νέου αυτοκράτορος υπήρξε να επιθεωρήση και επικυρώση τας πράξεις του αυτοκρατορικού τοποτηρητού, Κόνωνος, όστις απεβίωσε σχεδόν άμα ο Ροβέρτος παρέλαβε την εξουσίαν. Μετά ταύτα συναγαγών, τους Γάλλους και Ενετούς βαρώνους εζήτησε πληροφορίας περί της γενικής καταστάσεως των πραγμάτων και επεκαλέσθη την συνδρομήν αυτών, όπως δυνηθή υπ' εκείνων ενισχυόμενος να εκπληρώση την δυσχερή αποστολήν, την οποίαν η θεία Πρόνοια τω ανέθηκεν. Ανανεώσας τας μετά των Ενετών συνθήκας των προκατόχων του αυτοκρατόρων, παρετήρησε μετά λύπης την οικτράν διαφωνίαν, ήτις υπήρχε μεταξύ Γάλλων και Ενετών αφ' ενός και μεταξύ ευγενών και κλήρου αφ' ετέρου. Οι Ενετοί αισθανόμενοι, ότι εισίν η μόνη δύναμις του κράτους, διότι αι εκ Δύσεως επικουρίαι ήσαν ασήμαντοι, είχον μεγάλας αξιώσεις, τας οποίας απέκρουον οι Γάλλοι, ετέρας προβάλλοντες· εκ του άλλου τιμαριούχοι τινες είχον κηρύξει αμείλικτον κατά του κλήρου πόλεμον. Είς αυτών και ασπονδότερος εχθρός του ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας καταλαβών τας εκκλησίας, ενέμετο τας περιουσίας αυτών, ο δε παπικός έξαρχος θελήσας να τον σωφρονίση και μη εισακουσθείς, εξηκόντισε κατ' αυτού δεινόν αφορισμόν· αλλ' εκείνος θρασύτερος εκ τούτου γενόμενος, ήρξατο εκδιώκων εκ του κράτους του και καθείργων ιερείς τε και επισκόπους, βεβηλών και διαρπάζων τα θυσιαστήρια και τους ναούς και τιμωρών τους παρέχοντας άσυλον εις τους παρ' αυτού καταδιωκομένους ιερείς. Ο Πάπας πληροφορηθείς τα γενόμενα, εξεσφενδόνισε τοσούτον σφοδρά κατ' αυτού επιτίμια, ώστε ηναγκάσθη να κλίνη τον αυχένα, καθ' όσον και ο αυτοκράτωρ Ροβέρτος, όστις μόνος δεν ετόλμα τέως να καταπολεμήση ηγεμόνα τοσούτον ισχυρόν, ενθαρρυνθείς εκ των πνευματικών κεραυνών του Πάπα ανέλαβεν υπό την προστασίαν του τα δικαιώματα της εκκλησίας, υπέρ ής είχεν εκδώσει και προνομιακόν διάταγμα. Τούτ' αυτό διέπραξε και ο Γουλλιέμος, μαρκήσιος της Βουδονίτζης, τοποτηρητής δε του βασιλείου της Θεσσαλονίκης μέχρι της ενηλικιότητος του νέου Δημητρίου (118).
Εντούτοις Θεόδωρος ο Λάσκαρις δραξάμενος της περιστάσεως του θανάτου της αυτοκρατείρας Υολάνδης, ής την θυγατέρα είχε σύζυγον, και προ πολλού επιθυμών να λύση την ειρήνην, ανέλαβε τα όπλα αξιών ότι η σύζυγός του ώφειλε να λάβη το επιβάλλον αυτή μέρος εκ της κληρονομίας της αυτοκρατείρας μητρός της. Βεβαίως το παράβολον της αξιώσεως συνησθάνετο και αυτός· αλλ' ανήρ φιλόδοξος και φιλοπόλεμος ων, σκιάν αφορμής εζήτει ίνα κηρύξη τον πόλεμον. Ο τοποτηρητής του αυτοκράτορος Κόνων Πετούνης είχε πέμψει κατ' αυτού Γάλλους τινάς βαρώνους μετά στρατιωτών υπό την ανωτάτην αρχηγίαν του Γεράρδου Δελατρουή· αλλά μόλις ήρξαντο αι εχθροπραξίαι, οι Βαρώνοι πληροφορηθέντες την εις Κωνσταντινούπολιν άφιξιν του Ροβέρτου έσπευσαν να επανέλθωσι, το μεν όπως τω προσφέρωσι τα σεβάσματά των, το δε, όπως παραστώσιν εις την στέψιν του. Αφ' ετέρου ο δεσπότης της Ηπείρου δεν έπαυε παραβλάπτων και ποικιλοτρόπως ενοχλών τους Φράγκους. Τούτου ένεκεν ο Ροβέρτος βλέπων ότι αδύνατον τω απέβαινε να καταπολεμήση ταυτοχρόνως δύο αντιπάλους, απεφάσισε να ειρηνεύση προς τον ένα εξ αυτών, όπως καταβάλη τον έτερον, και επειδή ο Λάσκαρις ήτο ειρηνικότερος και ειλικρινέστερος του Θεοδώρου, έπεμψε προς αυτόν τον Γεράρδον Δελατρουή και τον Θιερρήν δε-Βαλλιγκούρ πρέσβεις, οίτινες τη αρρωγή και της συζύγου εκείνου Μαρίας, επέτυχαν να συνομολογήσωσιν ειρήνην, δι' ής μεταξύ των άλλων ο Ροβέρτος υπεχρεούτο να ελευθερώση τον αδελφόν του Λασκάρεως, όν εκράτει αιχμάλωτον, οφείλοντος συνάμα και του αυτοκράτορος της Νικαίας να ελευθερώση πάντας τους υπ' αυτού αιχμαλωτισθέντας Φράγκους. Προς πλείω δε παγίωσιν της μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων δυσπνοίας, απεφασίσθη να λάβη ο Ροβέρτος εις σύζυγον Ευδοκίαν, την τετάρτην θυγατέρα ήν ο Λάσκαρις είχεν εκ της πρώτης αυτού συζύγου Άννης, θυγατρός Αλεξίου Ανδρονίκου του Κομνηνού. Το μελετώμενον τούτο σχέδιον κατεπολέμησεν εντόνως ο εν Νικαία Πατριάρχης Μανουήλ και ο τούτου διάδοχος Γερμανός, προβάλλοντες ότι κατά τους της Ορθοδόξου Εκκλησίας κανόνας δεν ήτο επιτετραμμένον να δώση την θυγατέρα του εις τον αδελφόν της συζύγου του· αλλ' ο Λάσκαρις μικράν προσοχήν εις των Πατριαρχών τους λόγους δίδων, και κολακευόμενος υπό της ιδέας του ότι η θυγάτηρ του θα καθίση επί του αυτοκρατορικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου ητοιμάζετο όπως αποστείλη αυτήν προς τον μελλόνυμφόν της, ότε επελθών, εν έτει 1222 ο θάνατος διεσκέδασε τους σκοπούς αυτού. Απεβίωσε δε ο Λάσκαρις εις ηλικίαν πεντήκοντά που ετών και μετά δεκαοκταετή βασιλείαν, και ετάφη εν Νικαία εν τη του Υακίνθου μονή, ένθα ετέθαπτο ο βασιλεύς Αλέξιος και η σύζυγος αυτού Άννα. Ιδού δε πώς ο Ακροπολίτης εικονίζει αυτόν. «Ην το δε σώμα μικρός, ουκ άγαν δε, μελάγχρους εφ' ικανόν, καθήμενον έχων το γένειον και περί το άκρον σχιζόμενον, επ' ολίγον ετερόφθαλμος, προς τας μάχας οξύς, θυμού τε και αφροδισίων ηττώμενος, ελευθερώτερος εν ταις δωρεαίς» (119).
Ο Θεόδωρος Λάσκαρις αποβιώσας κατέλιπε τέσσαρας αδελφούς, τον Αλέξιον, Ισαάκιον, Μανουήλ και Μιχαήλ· εκ δε της πρώτης αυτού συζύγου Άννας έσχε δύο υιούς εις βρεφικήν ηλικίαν τελευτήσαντας και τέσσαρας θυγατέρας, ών η μεν πρωτότοκος Ειρήνη, είχε νυμφευθή πρώτον μεν μετά Ανδρονίκου του Παλαιολόγου, είτα δε μετά Ιωάννου Δούκα του Βατάτζη, η δε δευτέρα μετά του δουκός της Αυστρίας, η τρίτη μετά Βήλα του της Ουγγαρίας βασιλέως και η τετάρτη Ευδοκία, ήτο εκείνη, την οποίαν εμελέτα να εκδώση εις τον αυτοκράτορα Ροβέρτον. Διάδοχος λοιπόν αυτού ήτο ο επί θυγατρί γαμβρός αυτού Ιωάννης Δούκας Βατάτζης, ανήρ κεκοσμημένος ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρεταίς. «Σύνεσιν πλούτων φυσικήν, λέγει Νικηφόρος ο Γρηγοράς και τρόπου ευστάθειαν (120) και βεβηκός ήθος, κάλλιστα την αρχήν διίθυνε και εκόσμει, και τοις τε Ρωμαίων πράγμασι και στρατεύμασι πλείστην εν βραχεί την επίδοσιν εδεδώκει κατά το εκατέροις ανάλογον, μήτε προ βουλής εργαζόμενος ουδέν, μήτε μετά την βουλήν αμελών ουδενός, αλλά πάντα μέτρω και κανόνι διδούς και καιρώ τω προσήκοντι.»
Η επί τον θρόνον της Νικαίας ανάβασις του Βατάτζη εγέννησε μεγίστην χαράν, και ιδία εις τους Γραικούς γιγνώσκοντας τα του νέου αυτοκράτορος προτερήματα, αλλ' εξόργισε και εξηρέθισε σφόδρα τους δύο πρεσβυτέρους αδελφούς του αυτοκράτορος Λασκάρεως και θείους αυτού εκ γυναικός, τον Αλέξιον και τον Ισαάκιον, οίτινες φθόνω στρατηγούμενοι και ζηλοτυπία μακρά, διότι δεν εγένοντο αυτοί της βασιλείας διάδοχοι, του βασιλικού αίματος τυγχάνοντες οικειότεροι, κατέφυγαν παρά τη αυλή της Κωνσταντινουπόλεως προς τον Ροβέρτον και ήρξαντο δι' υποσχέσεων και χρημάτων να εμπνέωσιν εις αυτόν την επιθυμίαν του να εκστρατεύση επί τον Βατάτζην. Προσεπάθησαν μάλιστα φεύγοντες εκ Νικαίας να παραλάβωσι και την ανεψιάν αυτών Ευδοκίαν, όπως την δώσωσιν εις τον Ροβέρτον, καθ' ά προηγουμένως είχε συμφωνήσει ο Λάσκαρις· αλλ' ο Βατάτζης υπονοήσας τον σκοπόν των, εματαίωσεν αυτόν. Εντούτοις είτε διότι ο Βατάτζης εμποδίσας τον γάμον παρώργισε τον Ροβέρτον, είτε διότι ο Ροβέρτος δεχθείς εις την αυλήν του τους δύο φυγάδας εκ Νικαίας ηρέθισε τον Βατάτζην, η μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων ομόνοια έπαυσε και μίσος αδιάλλακτον διεδέξατο αυτήν (121).
Ο Ροβέρτος προτρεπόμενος τοιουτοτρόπως υπό του Αλεξίου και του Ισαακίου ητοιμάζετο να προσβάλη τον Βατάτζην, αλλά εχθρός μάλλον γειτνιάζων, δραστήριος, δεινός περί το επινοείν αείποτε καινά και πάντοτε, του πλείονος εφιέμενος παρείχεν αυτώ ζωηροτέρας ανησυχίας· ην δε ούτος ο της Ηπείρου δεσπότης. Άμα ο Θεόδωρος απαλλάξας του δεσμωτηρίου τον Παπικόν έξαρχον Κολώναν και υποσχεθείς να αναγνωρίση την πνευματικήν του Παπά υπεροχήν, απέτρεψε την κατ' αυτού μελετομένην σταυροφορίαν, λησμονήσας παραχρήμα και Πάπαν και υποσχέσεις, ήρξατο εκ νέου τας εχθροπραξίας, ουδέ των Ενετών, ουδέ της Θεσσαλονίκης, ουδέ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως φειδόμενος, αλλά τους πάντας προσβάλλων και λαφυραγωγών. Ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς Δημήτριος, αντί μένων να υπερασπισθή το κράτος του απεχώρησεν εις Ιταλίαν, όπως ζητήση την προστασίαν του Πάπα και του αδελφού αυτού Γουλλιέλμου, μαρκησίου της Μοντρεράτης. ο Πάπας έπραξε παν ό,τι εδυνήθη όπως πείση τους χριστιανούς ηγεμόνας να λάβωσι τα όπλα υπέρ αυτού, και προς τούτο έγραψε πανταχού παρέχων πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ήθελον σπεύσει να στατολογηθώσι διά την εκστρατείαν ταύτην. Προσέφερεν εκ των ιδίων χρήματα εις τον μαρκήσιον εξοπλίζοντα ισχυρόν στόλον όπως καταπλεύση εις Θεσσαλίαν, εξώρκισε δε τους αρχιεπισκόπους, επισκόπους και κληρικούς της Ελλάδος να δανείσωσιν αυτώ το ήμισυ των προσόδων εαυτών και των εκκλησιών των διά να επαρκέση εις τας ανάγκας του, ορκιζομένου κακείνου ότι ήθελεν αποδώσει πάντα ταύτα άμα ανέκτα το βασίλειόν του. Αλλ' η φωνή του Πάπα ην φωνή βοώντος εν τη ερήμω, διότι η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριαρχία προσήγγιζεν ήδη εις το τέρμα της (122).
Αφ' ετέρου ο Ροβέρτος βλέπων την απειλούσαν αυτόν καταιγίδα, έπεμψε πρέσβυν προς τον Πάπαν Ονώριον, όπως τω υποδείξη την οικτράν του κράτους, πανταχόθεν καταπολεμουμένου, κατάστασιν και επικαλεσθή την συνδρομήν αυτού. ο Πάπας δι' επιστολής του τη 27 Ιουνίου 1822 απήντησε προς ταύτα ότι απαραμείωτον τρέφει την αγάπην του προς τε το άτομον του αυτοκράτορος και προς το κράτος εν γένει, ότι είχεν αφορίσει όλους όσοι συνεμάχουν τοις Γραικοίς, ότι εδημοσίευσε τον αφορισμόν εις πάσας τας παράλους πόλεις ίνα γένηται τοις πάσι γνωστός, και ότι εφωδίασε τον Ουβέρτον κόμητα της Βλάνδρας, όστις είχεν αναχωρήσει προς επικουρίαν της αυτοκρατορίας, διά των αυτών συγχωροχαρτίων, δι' ών εφωδιάζοντο και οι προς κατάκτησιν της Αγίας Γης απερχόμενοι. Δι' ετέρας επιστολής προς τους Βαρώνους υπό την αυτήν ημερομηνίαν, συνίστα και αυτοίς τα ίδια, προτρέπων αυτούς να ώσι πιστοί και πειθήνιοι προς τον αυτοκράτορα και προ πάντων να ομονοώσι προς αλλήλους. Γράφων και πάλιν τη 24 Οκτωβρίου του αυτού έτους προς τον αυτοκράτορα Ροβέρτον, εξώρκιζεν αυτόν να τηρήση εν μέσω των θλίψεων και των ταραχών αυτού την μεγαλοψυχίαν εκείνην, ήτις τω ήτο φυσική, και ιδίως να συστήση την ειρήνην και την ένωσιν εις τους ομοεθνείς του, τω φόβω μη διά της διαιρέσεως υποσκελίσωσιν αυτούς οι Γραικοί. Ουχ ήττον δε περίεργος είνε και ετέρα τις επιστολή, ην τη 26 Οκτωβρίου απηύθυνε προς τον της Ηπείρου δεσπότην, και εξ ής παρατιθέμεθα ενταύθα ταύτα (123).
«Καίτοι προσήψας ημίν τε και τη εκκλησία (έγραφεν ο Πάπας) δεινήν ύβριν, συλλαβών και αιχμαλωτίσας ένα καρδινάλιον, η θεραπεία όμως ήν έλαβε παρά σου κατά την αιχμαλωσίαν του, και αι τιμαί άς τω απέδωσας, ότε τον ηλευθέρωσας, εξασθενούσι την ανάμνησιν της αδικίας σου και θέλουσιν ίσως την εξαλείψει διά παντός, αν αρχίσης να ήσαι δίκαιος. Ημείς έχομεν την διάθεσιν να σε αγαπώμεν, και περί πολλού ποιούμεθα πάντοτε τα τε σωματικά και ψυχικά σου συμφέροντα, αλλά διατί συ παρεμβάλλεις εμπόδια εις τους σωτηρίους ημών σκοπούς; Γνωρίζεις ότι η σύμπνοια αποτελεί την ευδαιμονίαν και την ισχύν των κρατών, και ότι η διχόνοια τα υποσκάπτει και κατακρημνίζει. Οι διχονούντες ηγεμόνες καταστρέφοντες αλλήλους, καταστρέφονται αμφότεροι. Υπό της αληθείας ταύτης οδηγούμενοι, εργαζόμεθα όπως επαγάγωμεν την σύμπνοιαν μεταξύ σου και του λίαν περιποθήτου ημίν υιού του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Η σύμπνοια δε αύτη θέλει σας φέρει την σωτηρίαν, την ανάπαυσιν και την τιμήν. Αναλογίσθητι τους κινδύνους, τας δυστυχίας, τας ανεπανορθώτους ζημίας, ας συνεπάγει η αιματηρά διχόνοια εις τε τα σώματα και τας ψυχάς. Είσαι χριστιανός· ζήθι λοιπόν εν ειρήνη μετά των αδελφών σου, έμπνευσον ημίν υπέρ σου αισθήματα πατρικά. Είθε δε να δυνηθώμεν να σε περιπτυχθώμεν ως μέλος της οικογενείας ημών και να μη αναγκασθώμεν να σε μεταχειρισθώμεν ως αλλότριον.»
Αλλ' όμως ο Θεόδωρος μηδεμίαν προσοχήν εις του Πάπα τας προτροπάς παρέχων, και επωφελούμενος εκ της απουσίας του Δημητρίου, αποχωρήσαντος, ως προείπομεν, εις την Ιταλίαν, επελθών μετά ισχυρού στρατού, εκυρίευσε τας τε γειτνιαζούσας τη Θεσσαλονίκη πόλεις, και αυτήν την ιδίαν εν βραχυτάτω χρόνω, εξ ού πλήρης επάρσεως γενόμενος απεφάσισε να προσλάβη και τον του αυτοκράτορος τίτλον. Επειδή δε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος ο Μεσοποταμίτης, αντέστη στερρότατα, καίτοι πολλαίς καταδίωξεσι και κακουχίαις, υποβληθείς, να τον στέψη, περιέβαλεν αυτόν με την πορφυρίδα και το διάδημα ό της Βουλγαρίας αρχιεπίσκοπος Δημήτριος, όστις ηξίου ότι, αυτόνομος ων και μηδενί οφείλων να δίδη ευθύνας, είχεν εξουσίαν να χρίη βασιλείς οίους και όπου εβούλετο. Αυτοκράτωρ λοιπόν αναγορευθείς ο Θεόδωρος, βασιλικοίς έχρητο τοις πράγμασι, δεσπότας προχειριζόμενος και σεβαστοκράτορας και μεγάλους δομεστίκους και την λοιπήν πάσαν βασιλικήν τάξιν, μη τηρών όμως τους τύπους και τα έθιμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, αλλά Βουλγαρικώτερον ή μάλλον βαρβαρικώτερον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, (124) τοις υποθέσεσι προσφερόμενος. Ο Βατάτζης, όστις ισχυρίζετο ότι μόνος αυτός εδικαιούτο να φέρη τον του αυτοκράτορος τίτλον βεβαίως μετά ζηλοτυπίας είδε του Θεοδώρου τον σφετερισμόν, αλλά μη ων εις θέσιν να κινήση πόλεμον κατ' αυτού, τω επρότεινε να τω παραχωρήση εν πάση κυριότητι πάσας τας κτήσεις, άς κατέλαβεν, επί τω όρω όμως του να παραιτηθή του αυτοκρατορικού τίτλου. Αλλ' ο Θεόδωρος απέρριψε την πρότασιν μετ' επάρσεως και τοιουτοτρόπως επί των λειψάνων της μιας και μόνης άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανιδρύθησαν τέσσαρες τοιαύται, η υπό τον Ροβέρτον εν Κωνσταντινουπόλει, η υπό τον Βατάτζην εν Νικαία, η υπό τον Θεόδωρον εν Θεσσαλονίκη και η υπό τον Αλέξιον Κομνηνόν εν Τραπεζούντι· ουδέ σφάλλει ο Γρηγοράς λέγων, «Συνέβη την των Ρωμαίων ηγεμονίαν, καθάπερ ολκάδα μεγάλην, ανέμοις αγρίοις και κύμασι θαλαττίοις συνειλημμένην, κατά τεμάχια και μέρη πλείστα διαιρεθήναι και άλλον άλλοθι κατά μόρια, και ως έκαστος τύχοιεν, ταύτην διαλαχόντας κληρώσασθαι.» (125)
Πληροφορηθείς ο Ροβέρτος την υπό του Θεοδώρου άλωσιν της Θεσσαλονίκης, έπεμψε κατ' αυτού ισχυρόν στρατόν υπό τας διαταγάς του Θιερρή δε-Βαλιγκούρ και του Νικολάου δε-Μεντβώ, πρωτοστράτορος της Ρωμανίας, οίτινες, ελθόντες επολιόρκησαν τας Σέρρας· αυτός δε συναγαγών έτερον στρατόν πολυπληθέστερον έστειλεν υπό τας διαταγάς του Αλεξίου και του Ισαακίου κατά του Βατάτζη. Δυστυχώς διά τους Φράγκους οι ήρωες της κατακτήσεως είχον ήδη ολοσχερώς σχεδόν εκλίπει· ο Κόνων Πετούνης, Παγιανός ο εξ Αυρηλίας, ο Πέτρος Πλάντζης δεν ήσαν πλέον εν τοις ζώσιν, οι δε νεώτεροι Φράγκοι εκτεθηλυμένοι και εκκεραυνωμένοι δεν εδύναντο να παραβληθώσι προς τους ατρομήτους πατέρας των. Διαβάντες λοιπόν ούτοι εις Ασίαν, τας μεν ναυς αφήκαν περί την Λάμψακον, αυτοί δ' αναβάντες εις την Μεσόγειον ημέρας οδόν συναντώσι τον Βατάτζην περί το Ποιμανηνόν και αρχίζουσι την μάχην μετά μανίας και πείσματος. Έκαστος αυτών διημφισβήτει την νίκην, και κατ' αρχάς μεν οι Γραικοί αποθαρρυθέντες ωπισθοχώρησαν· αλλ' επελθών ο Βατάτζης μετά των επιλέκτων, συνήγαγε τους οπισθοχωρήσαντας, και συμπυκνώσας τας φάλαγγάς του εξορμά κατά των Φράγκων μετά τοσαύτης ορμής, ώστε ούτοι τρέπονται εις φυγήν, πολλούς εν τω πεδίω της μάχης καταλιπόντες, εν οίς τον Μακάριον δε-Σαιντ-Μενεχούλ, τον Βουργέν δε-Φρεσσίνον, τον Γοβέρτον δε-Μαρκ και άλλους· πλείστοι δε αιχμάλωτοι πίπτουσιν εις χείρας του νικητού, μεταξύ των οποίων και αι δύο θείοι του Αλέξιος και Ισαάκιος, ούς υπαιτίους ευρών τυφλοί, τους δε λοιπούς αιχμαλώτους διαπερά εν στόματι μαχαίρας (126).
Η φρικώδης αύτη των Φράγκων ήττα αποθαρρύνασα αυτούς, ανεπτέρωσε των Γραικών τας ελπίδας. Οι τας Σέρρας πολιορκούντες Θιερρής δε-Βαλιγκούρ και Νικόλαος δε-Μαιντβώ, πληροφορηθέντες τα γενόμενα έσπευσαν, λύσαντες την πολιορκίαν, να υποχωρήσωσιν· αλλ' εν τη υποχωρήσει των, επιπεσών αίφνης ο Θεόδωρος, αυτούς μεν ηχμαλώτισε, τον δε στρατόν των κατεσκόρπισεν. Αφ' ετέρου ο Βατάτζης ωφεληθείς εκ της νίκης αυτού εκυρίευσεν αλληλοδιαδόχως ποι μεν διά της πειθούς, ποι δε διά της βίας όλας τας υπό των Φράγκων πρότερον αλωθείσας πόλες, το Ποιμανηνόν, Λεντιανά, Χαρίορος, Βερβενιάκον, και πάσαν την Ασιατικήν παραλίαν, ναυς δε μακράς κατασκευάσας επόρθησε το άστυ των Μαδύτων και την Καλλιούπολιν και εκυρίευσε τας κατά το Αιγαίον, νήσους Λέσβον και Χίον, Σάμον και Ικαρίαν, Κω και Ρόδον και όσαι ταύταις εισί προσεχείς (127).