Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών
Part 10
Ο θάνατος του Μοροζίνου εγέννησε νέους διαπληκτισμούς μεταξύ των Γάλλων και Ενετών διά την εκλογήν του διαδόχου αυτού. Οι Ενετοί εναντίον της αποφάσεως του Πάπα ότι το αρχιερατικόν αξίωμα δεν πρέπει να δίδηται κληρονομικώς, αλλά κατ' αξίαν, και θέλοντες να διαιωνίσωσι την Πατριαρχείαν της Κωνσταντινουπόλεως εις το έθνος των, συνήχθησαν ένοπλοι και κατέλαβον την Αγίαν Σοφίαν, απαιτούντες εν ύβρεσι και απειλαίς όπως εκλεχθή διάδοχος του αποβιώσαντος ο πρεσβύτερος, εφημέριος του ναού τούτου, ομοεθνής των ων. Οι Γάλλοι διαμαρτυρηθέντες κατά της απρεπούς των Ενετών διαγωγής, εξελέξαντο κατ' ιδίαν τρεις υποψηφίους, δηλονότι τον επίσκοπον Κρεμώνος, τον Πέτρον Καρδινάλιον του Αγίου Μαρκέλλου και τον ιερέα Ροβέρτον δε Γορξόν και ανέθηκαν εις τον Πάπαν την μεταξύ των τριών αυτών εκλογήν του ενός ως Πατριάχου. Τούτων δ' ούτως εχόντων αμφότερα τα έθνη έπεμψαν πρέσβεις εις Ρώμην όπως εκθέσωσι τα δίκαια αυτών· ο δε Πάπας ακούσας τους πρέσβεις ηκύρωσε την παρ' αμφοτέρων γενομένην εκλογήν ως αντικανονικήν και διέταξε νέαν κατά τους ειθισμένους τύπους. Κατά συνέπειαν της αποφάσεως ταύτης συνήλθον επανειλημμένως οί τε Ενετοί και οι Γάλλοι όπως προβώσιν εις την εκλογήν του Πατριάρχου, αλλά δεν ηδυνήθησαν να φθάσωσιν εις τελικόν αποτέλεσμα, διότι οι μεν πρώτοι εψήφισαν τον εξ Ενετίας καταγόμενον αρχιεπίσκοπον της Ηρακλείας, οι δε Γάλλοι τον εφημερίον Λουδοβίκον. Τοιουτοτρόπως αυτών μη προβάντων εις οριστικήν εκλογήν, ο Πάπας εξαπέστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν τον νοδάρον αυτού και αποστολικόν γραμματέα Μάξιμον όπως εξομαλύνη το πράγμα· αλλ' επειδή και ούτος ουδεμίαν εδυνήθη να φέρη θεραπείαν, ο Πάπας μετά τεσσάρων και ημίσεως έτους χηρείαν του Φραγκικού Πατριαρχικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου διώρισε Πατριάρχην, ακυρώσας πάσας τας προγεγενημένας εκλογάς, εν έτει 1215,τον εξ Ετρουρίας Γερβάσιον (93).
Μέχρι τούδε οι Γραικοί, καίτοι εν ταπεινώσει και εξευτελισμώ διατελούντες, καίτοι βλέποντες την οικτράν κατάστασιν εις ήν η εθνική των εκκλησία είχε περιέλθει, υπέμενον όμως τα πάντα, διότι τουλάχιστον έλειπεν ο θρησκευτικός διωγμός, του ηπίου προσηλυτισμού απλώς διενεργουμένου· αλλά και η τελευταία αύτη παρηγορία εξέλιπεν από τινος και σκάνδαλον ενέσκηψεν επενεγκόν ταραχήν και θλίψιν άφατον εις τους δυστυχείς ορθοδόξους. Αποβιώσαντος του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης, ανδρός συνετού και μετριοπαθούς, ο Πάπας έστειλε διάδοχον αυτού τον φανατικώτατον και εις ύψιστον βαθμόν μισορθόδοξον καρδινάλιον Πελάγιον, επίσκοπον Άλβης. Ο ανήρ ούτος, κούφος και μάταιος ων, επαιρόμενος δε επί τη αξία και τω βαθμώ αυτού, μετεχειρίζετο μεγαλοπρέπειαν ασυνήθη και γελοίαν, διότι ουχί μόνον αυτός από κεφαλής μέχρι ποδών ήτο πορφυροενδεδυμένος, αλλά και οι υπηρέται αυτού και τα σκεύη και οι χαλινοί των ίππων και τα εφίππια ήσαν πορφυρόχροα· τούτο δ' ετάρασσε τους Γραικούς βλέποντας εις ποίον εξευτελισμόν περιήλθε το χρώμα εκείνο, όπερ άλλοτε μόνοι οι αυτοκράτορες των εδύναντο να φέρωσι. Μη αρκούμενος δε εις την ματαιότητα ταύτην ο παπικός έξαρχος διέπραξε βιαιοπραγίας αρρήτους κατά των Γραικών, ών τους ιερείς έρριψεν εις τα δεσμωτήρια και τας εκκλησίας έκλεισεν, αναγκάζων αυτούς επί ποινή θανάτου να εξομώσωσι το θρήσκευμά των και ομολογήσωσι την πνευματικήν υπεροχήν του Πάπα. Ο βίαιος ούτος τρόπος εξηρέθισε τους Γραικούς, οίτινες δραμόντες σωρηδόν εις τα ανάκτορα και πεσόντες προ των ποδών του αυτοκράτορος εβόων. «Ημείς μεν άλλου γεγονότες γένους και άλλον αρχιερέα έχοντες, εαυτούς τω κρατεί σου υπετάξαμεν, ώστε σωματικώς κατάρχειν ημών ου μην γε ψυχικώς και πνευματικώς. Σου μεν γαρ εν πολέμω υπερμαχείσθαι των αναγκαίων, των δ' ημετέρων εκστήναι σεβασμάτων και θρησκευμάτων των αδυνάτων πάντων καθέστηκεν. Ήγουν λύσον ημίν τα υπελθόντα δεινά, ή άφες, ως ελευθέρους εν τοις ιθαγενέσιν αφίχθαι.» Ο αυτοκράτωρ εκτιμών τας μεμψιμοιρίας των υπηκόων του εδικαίωσεν αυτούς, και τους μεν ιερείς των εξήγαγεν εκ των ειρκτών, τας δε εκκλησίας των ήνοιξε, μηδόλως λαμβάνων υπ' όψιν την λυσσώδη ορμήν του Πελαγίου (94).
Εν τω μεταξύ είχε λήξει η μετά του αυτοκράτορος της Νικαίας ανακωχή και ούτος, το μεν, άσπονδον κατά των Φράγκων μίσος τρέφων, το δε παροτρυνόμενος υπό των εκ Κωνσταντινουπόλεως κατά τον διωγμόν των ορθοδόξων παρ' αυτώ καταφυγόντων ιερέων, ανέλαβε τον κατά του Ερρίκου αγώνα προσβάλλων και φονεύων τους εν τη Ασία διεσπαρμένους Φράγκους. Ταύτα πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως, διαβάς μετά ισχυρού στρατού τον Ελλήσποντον και εις Τρωάδα και Μυσίαν διεκπεραιωθείς, ώδευσε προς τα όρια της Βιθυνίας, ένθα κατέλαβε το Ποιμανινόν και άλλας πόλεις μετ' ασήμαντον αντίστασιν. Εις Λεντιανά όμως οι φρουρούντες έδειξαν μεγίστην ανδρίαν και επί τεσσαράκοντα ημέρας εδέησεν ο αυτοκράτωρ ν' αναπτύξη όλην την στρατηγικήν αυτού ικανότητα όπως εκπορθήση την πόλιν· κύριος δ' αυτής γενόμενος εθανάτωσε τον ανδρείον του Λασκάρεως αδελφόν Κωνσταντίνον, τον γαμβρόν αυτού Ανδρόνικον Παλαιολόγον και τον φρούραρχον Δερμοκαΐτην τους οποίους εθεώρει ως παραιτίους της μακροχρονίου εκείνης αντιστάσεως. Παραλαβών δε την της πόλεως φρουράν και κατατάξας εις τα ίδια τάγματα, έθηκεν επί κεφαλής αυτών τον στρατηγόν Γεώργιον Θεοφιλόπουλον, και αναθείς αυτώ την υπεράσπισιν πασών των εν Ανατολή κτήσεων της αυτοκρατορίας επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (95).
Εν τούτοις ο Λάσκαρις αδυνατών ν' αντιστή προς τους Φραγκικούς στρατούς έσπευσε να προτείνη προς τον Ερρίκον ειρήνην· ούτος δε όπως απαλλαχθή των εν τη Ασία περιπετειών και συγκεντρώση πάσας αυτού τας δυνάμεις κατά του δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ, όστις εισβάλλων εις τας χώρας του τον παρηνώχλει, εδέχθη την ειρήνην, καθ' ήν η μεν Μυσία περιήρχετο εις τας κτήσεις του αυτοκράτορος, άπασα δε η από Σάρδεων μέχρι Νικαίας χώρα συμπεριλαβανομένων εκτός της Περγάμου και Προύσσης, και πολλών άλλων πόλεων, έμενεν ως κτήμα του Λασκάρεως. Συγγραφείς τινές προσθέτουσιν ότι κατά την περίστασιν ταύτην ο Ερρίκος εξέδωκε τω Λασκάρει εις γάμον μίαν των ανεψιών του, θυγατέρα της αδελφής του Υολάνδης κομήσσης του Ωξέρ (96)· αλλά το τοιούτο δεν έχεται αληθείας. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ μένων ανενόχλητος, εκ της Ασίας, έστρεψε την προσοχήν προς τον δεσπότην της Ηπείρου και συναγαγών στρατόν αξιόμαχον παρεσκευάζετο να κατευθυνθή επ' αυτόν, ότε επληροφορήθη ότι εκείνος απεβίωσε δολοφονηθείς εν τη κλίνη του υπό τινος των υπηρετών του (97).
Τον Μιχαήλ μη έχοντα τέκνα διεδέξατο εν τη δεσποτεία της Ηπείρου ο ανεψιός αυτού Θεόδωρος, ο του Ιωάννου Σεβαστοκράτορος υιός, ανήρ τολμηρός και γενναίος. Ούτος μόλις λαβών τας ηνίας της διοικήσεως, επιτεθείς κατά των Βουλγάρων, εκυρίευσε δυο πόλεις αυτών, τας Αχρίδας και το Πρίλαπον, προς δε κατέλαβε το τε Δυρράχιον και το Αλβανόν, άτινα ήσαν τιμάρια του κράτους, ανήκοντα τοις Ενετοίς. Ο Ερρίκος μαθών την εισβολήν ταύτην του Θεοδώρου ανεχώρησε μετά στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως όπως ανακτήση τας δύο εκείνας πόλεις, αλλ' αφικόμενος εις Θεσσαλονίκην απεβίωσε τη 11 Ιουνίου 1216, το τεσσαρακοστόν πέμπτον της ηλικίας του έτος άγων.
Οι πλείστοι των ιστορικών, οι περί Ερρίκου πραγματευσάμενοι, έγραψαν ότι ούτος απεβίωσε δηλητηριασθείς, και οι μεν αποδίδουσι το κακούργημα εις την σύζυγον αυτού, εν τη καρδία της οποίας εκρύπτετο το άσπονδον μίσος, όπερ ο πατήρ της Ιωάννης τη ενέπνευσε κατά των Γάλλων, οι δε κατηγορούσι τους Γραικούς, εκδικουμένους αυτόν, δι' όσους υπό του καρδιναλίου Πελαγίου υπέστησαν διωγμούς. Ανεξαιρέτως πάσης προλήψεως και εξ αυτής της αναγνώσεως των Βυζαντινών συγγραφέων κρίνοντες τον Ερρίκον, βλέπομεν αυτόν άνδρα γενναίον, ευθύν και αποφασιστικόν. Μόνη η γενναιότης δεν εξήρκει βεβαίως όπως περιάψη τιμήν είς τινα κατά τους ιπποτικούς εκείνους χρόνους, διότι πολλοί ήσαν οι γενναίοι (98), αλλ' απητούντο αρεταί υπέρτεραι· δέον δε να ομολογήσωμεν επί τη μαρτυρία αυτών των συγχρόνων ιστοριογράφων, ότι ο Ερρίκος εκέκτητο ουχί μόνον στρατιωτικάς, αλλά και αστυκάς αρετάς, «Ούτος ο Ερρίκος, λέγει ο Γεώργιος Ακροπολίτης (99) πολλά πράγματα παρέσχε τοις Ρωμαίοις και αυτώ τω βασιλεί Θεοδώρω, ανδρείος ων και περί μάχας οξύρροπος» και αλλαχού. «Ο Ερρίκος, ει και φράγκος το γένος ετύγχανεν, αλλ' ουν τοις Ρωμαίοις και ιθαγενέσι της Κωνσταντινουπόλεως ιλαρώτερον προσεφέρετο και πολλούς είχε τους μεν τοις μεγάλοις τούτου συντεταγμένοις, τους δε τοις στρατιώταις, το δε κοινόν πλήθος ως οικείον περιείπε λαόν.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ.
ΠΕΤΡΟΣ
Τρίτος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως 1217-1218.
Η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριότης ωμοίαζε προς φυτόν ξένον, το oποίον θέλει τις να εγκλιματίση εις γην μη δεχομένην αυτό. Σαθράς τας βάσεις έχουσα και επομένως στερουμένη πάσης ζωτικότατος δεν εδύνατο εξ ιδίων να διατηρηθή, αλλά την ύπαρξιν αυτής συνεκέντρου εις τον άνδρα εκείνον όστις εκάθητο επί του θρόνου. Διά τούτο ο θάνατος του αυτοκράτορος Ερρίκου, ανδρός ανδρείου και ικανού, υπήρξε το προοίμιον της πτώσεως αυτής.
Συναισθανόμενοι την κατάστασιν ταύτην και οι βαρώνοι και μη θέλοντες να αφήσωσι το κράτος άνευ διοικήσεως, άτε του Ερρίκου αποβιώσαντος άνευ αρρένων, άμα επληροφορήθησαν τον θάνατον αυτού συνήλθον, και πρώτον μεν συνεστήσαντο προσωρινήν αντιβασιλείαν, όπως έπραξαν και κατά την αιχμαλωσίαν του Βαλδουίνου, προσκαλεσάμενοι δε και τους απόντας βαρώνους Γάλλους, ήρξαντο επομένως σκεπτόμενοι ποίον να εκλέξωσι κατάλληλον διάδοχον του Ερρίκου. Δύο δ' υπέρ πάντας τους άλλους εκρίθησαν προς τούτο αρμοδιώτεροι, ο Πέτρος κόμης του Κουρτεναί και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Ανδρέας (100).
Ο Πέτρος κόμης του Κουρτεναί ήτο υιός Πέτρου του της Γαλλίας και εγγονός του βασιλέως Λουδοβίκου του Χονδρού, κατά συνέπειαν δε πρώτος εξάδελφος του τότε βασιλεύοντος των Γάλλων Φιλίππου Αυγούστου. Ο πατήρ αυτού νυμφευθείς την Ισαβέλλαν, κυρίαν του Κουρτεναί και της Μοντάργης, προσέθηκε διά του γάμου του τας δύο ταύτας κομητείας εις τας οικογενιακάς του κτήσεις, αυτός δε ο ίδιος νυμφευθείς την Αγνήν, θυγατέρα και κληρονόμον του Γουή, κόμητος του Νεβέρ, απήλαυσε την κυριότητα των κομητειών Ωξέρου και Τοννέρης διά συμβολαίου, συνταχθέντος κατά Μάιον του 1199, συνεπεία του οποίου μετά τον εν έτει 1215 επελθόντα θάνατον του γαμβρού αυτού Φιλίππου της Φλάνδρας εγένετο αυτός κόμης και μαρκήσιος του Ναμούρ. Εκ της Αγνής έσχε μίαν θυγατέρα καλουμένην Μαχώτην, ήν, διά συμβάσεως γενομένης τη μεσολαβήσει του βασιλέως Φιλίππου Αυγούστου, κατόπιν πολέμου επελθόντος μεταξύ αυτού και του Ερβαίου δε-Δονζύ, κυρίου της Κόσνης και του Γιένου, καθ' ήν ο Πέτρος, τη 3 Αυγούστου 1199, έπεσεν αιχμάλωτος εις χείρας του ρηθέντος Ερβαίου, ενύμφευσε με αυτόν. Αποθανούσης δε της πρώτης αυτού συζύγου Αγνής, ο Πέτρος ήλθεν εις δεύτερον γάμον με Υολάνδην, αδελφήν των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων Βαλδουίνου και Ερρίκου εξ ής έσχε τρείς υιούς και πολλάς θυγατέρας, ών η μία καλουμένη, ως και η μήτηρ της Υολάνδη, συνεζεύχθη τω βασιλεί της Ουγγαρίας Ανδρέα. Ήτο λοιπόν ο Πέτρος εκ της συζύγου αυτού γαμβρός των δύο Φράγκων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, και επειδή η μνήμη, αμφοτέρων τούτων ήτο παρά τοις Φράγκοις σεβαστή, έστρεψαν, θανόντος του Ερρίκου, τα βλέμματά των προς αυτόν (101).
Αλλά την πλειοψηφίαν των εκλογέων είχεν ο της Ουγγαρίας βασιλεύς Ανδρέας, ανεψιός εκ της γυναικός αυτού των δύο αυτοκρατόρων, διότι ήτο ανήρ δεδοκιμασμένης γενναιότητος και πείρας, ικανός δε ου μόνον να διατηρήση, αλλά και να επαυξήση το κράτος του. Άλλως τε διά της συνενώσεως της Ουγγαρίας μετά του Βυζαντίου υπό ένα μονάρχην έμελλον να διπλασιασθώσιν αι δυνάμεις του κράτους (102).
Πριν ή αποφασίσωσιν οι βαρώνοι περί της εκλογής αυτού, εθεώρησαν καλόν να τον προειδοποιήσωσι περί του σκοπού, όν είχον, και να πληροφορηθώσιν αν εκλεγόμενος εδέχετο το στέμμα, παρορωμένον των δικαιωμάτων του πενθερού του Πέτρου. Ο Ανδρέας ητοιμάζετο κατά την εποχήν εκείνην να εκστρατεύση προς κατάκτησιν της Αγίας Γης· συνεβουλεύθη λοιπόν ερωτώμενος υπό των εν Κωνσταντινουπόλει εκλογέων τι εσκόπει, περί του πρακτέου τον Πάπαν Ονώριον Γ', όστις διεδέξατο επί του παπικού θρόνου, τον τη 16 Ιουλίου 1216 αποβιώσαντα Iννοκέντιον Γ'. o δε Ονώριος τον συνεβούλευσε να μη παραιτήση την εκπλήρωσιν της ευσεβούς ευχής ήν εποίησε του να ελευθερώση την Αγίαν Γην, διότι η επιτυχία της επιχειρήσεως εκείνης ήθελε τω περιάψει δόξαν λαμπροτέραν και μονιμωτέραν ή το της Κωνσταντινουπόλεως στέμμα. Είτε λοιπόν διότι ο Πάπας τον συνεβούλευσεν ούτως, είτε διότι φύσει ευσεβής και δίκαιος ων δεν ηνέχετο να θυσιάση εις την φιλοδοξίαν του τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα του πενθερού του, στενωτέρου συγγενούς των αποβιωσάντων αυτοκρατόρων όντος, ο Ανδρέας απέρριψε την γενομένην αυτώ υπό των βαρώνων πρότασιν, και τοιουτοτρόπως εκείνοι αναγκασθέντες έπεμψαν πρέσβεις προς τον Πέτρον κόμητα του Κουρτεναί, προσφέροντες αυτώ το στέμμα, και προσκαλούντες τον να σπεύση όσω τάχιον εις Κωνσταντινούπολιν ίνα λάβη τας ηνίας του κράτους (103).
Βεβαίως η προσφορά αύτη δεν ήτο μικρού λόγου αξία· αποδεξάμενος λοιπόν ο Πέτρος το στέμμα, ήρξατο ποιών τας αναγκαίας προς αναχώρησιν προπαρασκευάς, και πρώτον εστρατολόγησε πεντακισχιλίους και πεντακοσίους λογάδας πεζούς τε και ιππείς όπως τον συνοδεύσωσι καθ' οδόν και ενισχύσωσι τας δυνάμεις του κράτους του· εις δε την πολυάριθμον ταύτην συνοδείαν προσετέθη ο γαμβρός αυτού Γουλλιέλμος, κόμης του Σανσέρ μετά εκατόν εξήκοντα ιπποτών και πολλών ευγενών Γάλλων, όπως δ' επαρκέση εις τας δαπάνας του ταξειδίου του ο Πέτρος υπεθήκευσεν εις τον γαμβρόν αυτού Ερβαίον δε-Δονζύ την κομητείαν της Τοννέρης και τα κτήματα του Κρουζή επί τω όρω αν απέθνησκεν εντός έξ ετών, αι κτήσεις αύται να μένωσιν εσαεί υπό την κυριότητα του Ερβαίου και των διαδόχων του, αν δ' επανέλθη παρελθόντων των έξ ετών, να τω επιστρέφωνται ισοβίως. Όλως δε απησχολημένος εις τα σχέδια και την δόξαν, ήν συνήθως γεννά η αρχή μεγάλης εξουσίας, ανεχώρησεν εκ Γαλλίας μετά της συζύγου και τεσσάρων θυγατέρων του, καταλιπών εις Ναμούρ τους δύο υιούς του Φίλιππον και Ροβέρτον, και εισήλθεν εις Ιταλίαν, αρχομένου του έτους χιλιοστού διακοσιοστού δεκάτου εβδόμου (104).
Διερχόμενος εκ Βολωνίας ο Πέτρος κατέλυσεν εις τον οίκον του Λαβερτίνη και δυνάμει της αυτοκρατορικής εξουσίας προεβίβασεν εις το ιπτοτικόν αξίωμα τον Γουήν Λαμβέρτην και δύο ετέρους ευγενείς Βολωνούς, τον Λουδοβίκον δηλονότι Ραμπώνα και τον Τέσταν Πέτρον· αφίκετο δε εις Ρώμην μετά της συνοδείας του κατ' Απρίλιον μήνα και εγένετο δεκτός εν αυτή παρά τε του Πάπα, του κλήρου και του Ρωμαϊκού λαού, μεθ' απάσης της οφειλομένης εις τον βαθμόν και την γέννησιν αυτού τιμής. Εν πρώτοις ητήσατο μετ' επιμονής παρά του Ονωρίου Γ να στέψη αυτόν τε και την σύζυγόν του Υολάνδην αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως· αλλ' ο Πάπας αντέστη εις την αίτησιν ταύτην λόγω μεν διότι δεν ήθελε να διεκδικήση δικαίωμα ανήκον ανέκαθεν εις τον της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχην και το οποίον και επ' εσχάτοις επεκύρωσεν εις τον Θωμάν Μοροζίνην ο προκάτοχος αυτού Ιννοκέντιος, πράγματι δε διότι εφοβείτο μη διά της στέψεως επικυρώση και νομιμοποιήση τας αξιώσεις, άς οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες είχον τηρήσει επί της Ρώμης και της δυτικής αυτοκρατορίας. Εν τούτοις εκβιασθείς από τας εκλιπαρήσεις του κόμητος και των μεσολαβησάντων φίλων του, επείσθη τέλος ν' εκπληρώση την επιθυμίαν του· αλλ' όπως προλάβη τας συνεπείας ηρνήσατο να τελέση την της στέψεως τελετήν εντός της Ρώμης (105).
Χρονογράφος τις της εποχής εκείνης (106) ιστορεί ότι τας δυσχερείας ταύτας περί την στέψιν του Πέτρου προυκάλεσεν ιδίως ο Ουλοίχος, αββάς του Αγίου Γιλλίου εν Ελβετία και πρεσβευτής του αυτοκράτορος Όθωνος εν Ρώμη, όστις ουχί μόνον αντέστη όπως ο Πάπας στέψη τον νέον αυτοκράτορα εντός του ναού του Αγίου Πέτρου, λέγων ότι ούτος δεν ηδύνατο να τω προσφέρη στέμμα αυτοκρατορικόν άνευ της συγκαταθέσεως του Όθωνος, όν ως πρέσβυς αντιπροσώπευεν, αλλά και μια των ημερών, ελθόντας του Πέτρου προς επίσκεψιν του Πάπα, ενώ πάντες οι παρατυρόντες καρδινάλιοι και ευγενείς έσπευσαν να τω προσφέρωσι πάσας τας τιμάς, ο Ουλρίχος εκεί εντυχών ουδεμίαν τιμήν τω προσέφερεν, μάλιστα δε ουδέ τα βλέμματα να στρέψη προς τον εισελθόντα Πέτρον κατεδέχθη περιφρονών αυτόν. Εντούτοις ο Πέτρος και η σύζυγος αυτού Υολάνδη, εστέφθησαν τη 9 Απριλίου 1217 υπό του Πάπα μεθ' όλης της επισημότητος αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως εν τη εκτός των τειχών της Ρώμης εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου, εξ ης έμελλον να εισέλθωσιν εις την πόλιν φέροντες το στέμμα επί την κεφαλήν και μετά μεγίστης παρατάξεως, ει μη ο Ουλρίχος επιμόνως ανθιστάμενος διεκώλυεν αυτόν (107). Μετά το τέλος της στέψεως, καθ' ήν παρήν ο Γουλιέλμος μαρκήσιος της Μοντφεράτης, ο νέος αυτοκράτωρ παρέχων αυτώ δείγμα ευνοίας και τιμής, τω απένειμεν επ' ονόματι αυτού και ως φύλαξ και κηδεμών Δημητρίου του αδελφού του, το βασίλειον της Θεσσαλονίκης και άλλας γαίας, οποίας είχον παραχωρήσει εις τον μαρκήσιον Βονιφάτιον οι αυτοκράτορες Βαλδουίνος και Ερρίκος· αφ' ετέρου ο Πάπας, επόμενος τω παραδείγματι του προκατόχου του Ιννοκεντίου, τον κατέστησε προστάτην του νεαρού αυτού ηγεμόνος, ως και της μητρός του αυτοκρατείρας Μαργαρίτας, ή έδωκε το προνόμιον του να μη δύνηται να αφορισθή παρ' ετέρου επισκόπου εκτός του Πάπα. Έγραψε δε τρεις ημέρας μετά την στέψιν και προς τον Πατριάρχην Γερβάσιον, λέγων αυτώ ότι καί τοι ηναγκάσθη να στέψη τον κόμητα ενδίδων εις τας θερμάς αυτού εκλιπαρήσεις και επιθυμών να παγιώση την εξουσίαν αυτού, ήν άλλως εδύναντο να διαμφισβητήσωσί τινες, μη ευαρεστηθέντες τυχόν εις την εκλογήν του, κατ' ουδέν όμως ηννόει να προσβάλη τα δικαιώματα άτινα εκέκτηντο οι της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχαι κατά τοιαύτας περιστάσεις (108).
Παρελθουσών εννέα ημερών μετά την στέψιν, ο Πέτρος ανεχώρησεν εκ Ρώμης μετά της συζύγου, των θυγατέρων και απάσης της συνοδείας αυτού, ή προσετέθη και ο καρδινάλιος Ιωάννης Κολόνας, αποστελλόμενος υπό του Πάπα εξαρχής αυτού παρά τη αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Αφικόμενος εις Βρίνδισι, επέβη επί του Ενετικού στόλου, τον οποίον η Ενετία τω είχεν ετοιμάσει όπως τον μεταφέρη εις Ανατολήν, ανθ' ού, ο Πέτρος υπεσχέθη να πλεύση μετά των στρατιωτών αυτού εις Ήπειρον και κυριεύσας το Δυρράχιον όπερ, ως εν τοις προηγουμένοις είπομεν, κατέλαβεν ο της Ηπείρου δεσπότης Θεόδωρος, αποδώση αυτό τη Δημοκρατία. Αποστείλας λοιπόν την σύζυγον και τας θυγατέρας αυτού κατ' ευθείαν εις Κωνσταντινούπολιν, αυτός μετά του στρατού του απέβη πλησίον του Δυρραχίου και ελθών επολιόρκησεν αυτό· αλλ' η πολιορκία της πόλεως ταύτης τω επήνεγκε την καταστροφήν του και έρριψεν από της κεφαλής του το στέμμα πριν ή φθάση έτι εις Κωνσταντινούπολιν.
Περί της αποτυχίας ταύτης και της επελθούσης τω Πέτρω καταστροφής πολλαί παρά των ιστορικών εκφέρονται γνώμαι. Τινές ιστορούσιν ότι ενώ επολιόρκει το Δυρράχιον, εξόδου ποιησαμένης της φρουράς, συνελήφθη παρ' αυτής και απήχθη αιχμάλωτος· έτεροι, ότι έπεσε πολεμών. Άλλοι αφηγούνται, ότι ο Θεόδωρος προσποιηθείς ότι μέλλει να παραδοθή, παρέσυρε τον Πέτρον μετά ολιγαρίθμου συνοδείας προς την πόλιν και εκεί τον εφόνευσεν· αλλά τας δύο ταύτας τελευταίας εξιστορήσεις διαψεύδουσιν αυταί αι επιστολαί του Ονωρίου, όστις γράφων προς τους βασιλείς και ηγεμόνας, παροτρύνει αυτούς ν' αναλάβωσι την απελευθέρωσιν του αυτοκράτορος και του εξάρχου Κολώνα· ώστε πιθανώτερον έστι το εξής. Ο Πέτρος μετά πολυήμερον και επιζήμιον πολιορκίαν του Δυρραχίου αναγκασθείς να λύση ταύτην απεφάσισε να μεταβή διά ξηράς εις Κωνσταντινούπολιν, διερχόμενος τας χώρας του Θεοδώρου και το βασίλειον της Θεσσαλονίκης· αλλά μόλις περιεπλέχθη εις τα όρη της Αλβανίας, προσεβλήθη πανταχόθεν υπό των Γραικών, οίτινες και τας τροφάς του απέκοψαν και τον στρατόν του εδεκάτιζον. Εις τοιαύτην δεινήν θέσιν τω Πέτρω ευρισκομένω και υπό της ασιτίας κινδυνεύοντι να αποθάνη, μόνον μέσον τω απελείπετο ο πόλεμος, τον οποίον όμως ο Θεόδωρος απέφευγε, φρονών ότι εδύνατο να καταστρέψη τους εχθρούς, χωρίς αυτός ουδέν να κινδυνεύση ή να ζημιωθή. Προσεποιήθη λοιπόν ότι επιθυμεί να έλθη εις συμβιβασμόν μετά του αυτοκράτορος και προς τούτο απηυθύνθη προς τον έξαρχον όπως δι' αυτού επέλθη ο συμβιβασμός. Μετά πολλάς διαπραγματεύσεις συνεφωνήθη να επιτραπή εις τον Πέτρον και τον στρατόν αυτού η διά των χωρών του Θεοδώρου διάβασις, χωρίς ούτος κατ' ουδέν να τον παραβλάψη, αλλά τουναντίον ανεδέχετο να τω παράσχη και τας αναγκαίας διά τον στρατόν του τροφάς. Αρχαίος τις Χρονογράφος παρά Δουκαγγίω (109) αναφέρει ότι μεταξύ των άρθρων της συνθήκης υπήρχε και έν, διά του οποίου υπεχρεούντο οι Γάλλοι να παραδώσωσι τα όπλα των εις τον Θεόδωρον, ού γενομένου, ούτος συνέλαβε τον αυτοκράτορα, τον παπικόν έξαρχον, τον κόμητα του Σανσέρ και τους λοιπούς ευγενείς· αλλά τούτο δεν φαίνεται πιστευτόν. Έτεροι τέλος ιστορικοί λέγουσιν ότι ο αυτοκράτωρ και οι επισημότεροι της συνοδείας του, προσβληθέντες μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης εις συμπόσιον, συνελήφθησαν, και ότι οι στρατιώται αυτού, ανύποπτοι επίσης διατελούντες ένεκα της συνθήκης, προσβληθέντες εξαπίνης υπό του Θεοδώρου, ηχμαλωτίσθησαν και οι μεν εκλείσθησαν εις τας φυλακάς οι δε, εν τοις όρεσιν εκτεθέντες, κακώς εξεμέτρησαν το ζην (110).
Το δυστύχημα τούτο γνωστόν γενόμενον προυξένησε, την αλγεινοτέραν εντύπωσιν εις τε την Κωνσταντινούπολιν και εις Ευρώπην· ο δε Πάπας εθλίβη καιρίως διά την αιχμαλωσίαν μάλιστα του εξάρχου αυτού. Έγραψε λοιπόν περί τούτου προς τον Θεόδωρον, ως περί πράξεως ιεροσύλου, απειλών αυτόν, με όλους τους κεραυνούς της ανθρωπίνης και θείας εκδικήσεως, αν δεν ηλευθέρου παραχρήμα τον έξαρχον· το δε περίεργον ότι εν τη επιστολή του εκείνη ουδεμίαν εποιείτο μνείαν του αυτοκράτορος, ίσως διά να μη ελαττώση την ισχύν των απειλών, διανέμων αυτάς μεταξύ δύο αντικειμένων. Απηυθύνθη δε συνάμα προς τον γαμβρόν του αιχμαλωτισθέντος Πέτρου, τον βασιλέα της Ουγγαρίας, εξορκίζων αυτόν να μετέλθη τα πάντα, προς σωτηρίαν του πενθερού του και απειλήση τον Θεόδωρον ότι ήθελε τον προσβάλλει μεθ' όλου του στρατού, όν ητοίμαζε διά την εκστρατείαν της Αγίας Γης. Δεν έπαυσε δε ταυτοχρόνως, προσκαλών εις βοήθειαν της Αγίας Έδρας και του παθόντος αυτοκράτορος, τους ηγεμόνας της Ελλάδος, και τους Γάλλους αρχιεπισκόπους και επισκόπους, οίς επέταξε να προκηρύξωσι νέαν σταυροφορίαν υπό τας διαταγάς του Ροβέρτου. Ο Πάπας ουδέν μέσον αμελών έπεμψε και προς τον δεσπότην Θεόδωρον τον επίσκοπον Κρότωνος καί τινα ερημίτην, καλούμενον Ευφραίμ, όπως υποδείξωσιν αυτώ την καταιγίδα, ήν προυκάλει ασυνέτως. Και όντως ο Θεόδωρος ιδών τον επικείμενον κίνδυνον, ως μόνον μέσον όπως τον αποσοβήση έκρινε το να προσοικειωθή τον Πάπαν, δι' όπερ συνωμολόγησε κατά Ιαννουάριον του 1218 συνθήκην, δυνάμει της οποίας υπεχρεούτο ν' απαλλάξη της ειρκτής τον έξαρχον και αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του Πάπα. Τοιουτοτρόπως ούτος αναλαβών υπό την προστασίαν αυτού τον Θεόδωρον απηγόρευσεν εις τους Ενετούς και τους μετ' εκείνων συνασπισθέντας σταυροφόρους επί ποινή αφορισμού πάσαν κατά του της Ηπείρου δεσπότου προσβολήν και απέτρεψε νέας συμφοράς, αίτινες μετά της νέας σταυροφορίας ήθελον ενσκήψει επί των δυστυχών Γραικών της Ανατολής (111).
Εν τη γενομένη ταύτη μεταξύ Ονωρίου και Θεοδώρου συνθήκη ουδόλως μνημονεύεται το όνομα του αυτοκράτορος Πέτρου, εξ ού υπέθεσάν τινες ότι ούτος δεν έζη πλέον, μαρτυρία προς τούτο χρώμενοι και τω Ακροπολίτη λέγοντι (112) «Νικώσι γουν κατά κράτος οι του Κομνηνού Θεοδώρου το των Λατίνων στράτευμα ως πάντας άρδην δεσμώτας ποιήσαι συν πάσι σκεύεσι και α υ τ ό ν δ ε τ ο ν β α σ ι λ έ α Π έ τ ρ ο ν έ ρ γ ο ν μ α χ α ί ρ α ς γ ε ν έ σ θ α ι.» Αλλά ο βίος του ατυχούς αυτοκράτορος φαίνεται ότι παρετάθη και μετά την αιχμαλωσίαν. Χρονογράφος τις ιστορεί ότι ο Θεόδωρος συλλαβών τον τε Πέτρον και τον καρδινάλιον απεφάσισε να φονεύση αμφοτέρους· αλλ' αναλογισθείς ότι ο φόνος αυτών εδύνατο να προκαλέση γενικόν κατ' αυτού των Φράγκων συνασπισμόν, ενώ, αν τους διετήρει ζώντας, ήθελεν αναγκάσει αυτούς διά πάσης θυσίας να αιτήσωσι την απελευθέρωσίν του, δεν επραγματοποίησε τους φονικούς αυτού σκοπούς, αλλά μεταχειρισθείς τον έξαρχον φιλανθρώπως, κατέκλεισεν εις φυλακήν τον αυτοκράτορα, ένθα ούτος μετ' ολίγας ημέρας απεβίωσεν εκ θλίψεως (113)