Ο Βελισάριος

Part 9

Chapter 910 wordsPublic domain

Άλλο πλεονέκτημα των απλοϊκών ηθών, εις τα μεγαλεία είναι, ότι επικουφίζει την πολιτείαν από τας ολεθρίας δαπάνας των παρασήμων, σμικρύνει την αξίαν των αμοιβών. Αι καλώς απονεμόμεναι τιμαί επέχουν τόπον πλουσιωτάτων βραβείων· ο δε ηγεμών, όστις θέλει είσθαι φειδωλός διανομεύς αυτών, θέλει είσθαι και του αγαθού των υπηκόων του. Τούτο είναι το κυριώτερον. Δεν πρόκειται λόγος να εμποδισθώσιν οι πλούσιοι από την πολυτέλειαν· αύτη είναι πυρ, καταναλίσκον και αυτό μετ' ολίγον την τροφήν του. Πρόκειται να προφυλαχθώσιν από την επιθυμίαν της πολυτελείας, και από την δίψαν του πλούτου εκείνοι, οίτινες έχοντες μόνον προτερήματα, γνώσεις και αρετάς, ήθελον τολμήσει να τα μισθώσωσι. Διά τούτο πρέπει ν' αποδίδωνται εις αυτούς τιμαί, τας οποίας τίποτε δεν αμαυρόνει, και αι οποίαι ποτέ δεν βεβηλούνται. Υπηρέτησα τον βασιλέα μου με προθυμίαν και ικανήν ευτυχίαν· και ηξεύρω αφ' εαυτού μου, πόσον ο χρυσός είναι αγενής ως προς την δρυν και την δάφνην, όταν αυτά ήναι μισθός της τιμής και της ευγνωμοσύνης του βασιλέως. Ουδέν την τιμήν ταύτην, την τόσον θελκτικήν, ότε είναι σύμφωνος με του λαού την γνώμην, ο ηγεμών έχει το δικαίωμα να την απονέμη μόνον εις το ωφέλιμον και επαινετόν, μη δίδων αυτήν εις άλλο, παρ' ότι είναι μάταιον, κενόσπουδον και επικίνδυνον. Ιδού η μεγάλη του οικονομία. Αλλ' όλα ταύτα απαιτούσι γενναίαν και ακλόνητον απόφασιν, επιείκειαν αδιακόπως προφυλαττομένην κατά της απάτης και του δόλου, σταθεράν βούλησιν, ήτις ποτέ δεν αλλοιούται, και ήτις αφαιρεί ως και την ελπίδα του να φανή μαλακιζομένη, ή μεταβαλλομένη. Θέλει δε είσθαι τοιαύτη, εάν φωτίζεται και υποστηρίζεται από την προς το αγαθόν αγάπην· και τότε η γνώμη του ηγεμόνος θέλει σχηματίσει την κοινήν γνώμην, το δε παράδειγμά του τον εθνικόν χαρακτήρα.

Να σε ομολογήσω, είπεν ο Τιβέριος, ανησυχίαν τινά, ήτις με μένει; Η αυλή αύτη, εκ της οποίας να εξορίσης θέλεις την εύνοιαν, την ραδιουργίαν και την πολυτέλειαν, θέλει είσθαι ίσως σοβαρά· και νέος ηγεμών . . . . . Καταλαμβάνω, φοβείσαι, μην αηδιάση· αλλά, φίλε μου, δεν σε είπον, ότι το βασιλεύειν ήτο τέρψις και διατριβή καιρού. Μ' όλον τούτο ίσως, εις το μέσον των μόχθων του, θέλει έχει στιγμάς γλυκυτάτας. Υπουργός τις, γεωργίας θέλει τον αναγγείλει τας προόδους της γεωργίας εις επαρχίας, αίτινες ήσαν ακαλλιέργητοι, και ούτος θέλει ειπεί καθ' εαυτόν· μία πράξις της θελήσεώς μου έκαμεν εκατόν χιλιάδας ευτυχείς. Οι άρχοντές του θέλουν τον γνωστοποιήσει, ότι είς των νόμων του θέλει σώσει την κληρονομίαν του ορφανού από τας χείρας του απλήστου άρπαγος· αυτός δε θέλει ειπεί· ευλογητός ο θεός! ο αδύνατος προστατεύεται από εμέ. Οι πολεμισταί του δεν θέλουν τον δώσει παραμυθίας τόσον καθαράς. Αλλ' όταν διηγηθώσι προς αυτόν, με ποίον ζήλον και προθυμίαν οι πιστοί του υπήκοοι θέλουν χύσει το αίμα των υπέρ του ηγεμόνος και της πατρίδος των, το έλεος, ο εκ της στερήσεως των πόθος θέλουν αναμιχθή με αγάπην και ευγνωμοσύνην, ήτις θέλει βρέξει τους οφθαλμούς του με δάκρυα. Τέλος αι ευχαί και οι έπαινοι του ευτυχούς αιώνος, επί του οποίου ζη, και η την οποίαν προαισθάνεται απόλαυσις των ευχών του μέλλοντος, τοιαύται είναι του μονάρχου αι ηδοναί. Εάν δε, διά να τον απαλλάξωσιν από την αηδίαν, δεν είναι ταύτα ικανά, θέλει περιέλθει, ως οι αρχαίοι της Περσίας βασιλείς, επισκεπτόμενος τας επαρχίας, διανέμων αμοιβάς εις εκείνον, όστις θέλει ενεργήσει καλήτερον ν' ανθήσωσιν η γεωργία και η βιομηχανία, η αφθονία και η πολυανθρωπία, καθαιρών εκείνους, των οποίων η υπερηφάνεια, η αμέλεια, ή η σκληρότης θέλουν προξενήσει τα εναντία κακά. Εις το Βυζάντιον, ως εις την Ρώμην, οι αυτοκράτορες ανεδέχθησαν να επισκέπτωνται τους δημοσίους σιτοβολώνας, Ήθελεν είσθαι τάχα αναξιώτερον αυτών να υπάγουν εις τας άγρας, διά να ιδούν, εάν ο υπό την ταπεινήν στέγην του γεωργός έχη άρτον διά τα τέκνα του; Ω! πόσον ολίγον γνωρίζει ο ηγεμών τα συμφέροντα και τα καθήκοντά του, αν συγχωρή να τον πλησιάζη η αηδία. Μ' όλον τούτο μη νομίσετε, ότι εις τας ολίγας ησύχους στιγμάς, τας οποίας το αξίωμά του ημπορεί να τον αφήση, η μεγαλειότης δεν δέχεται τας θελκτικάς μετ' οικειότητος συνομιλίας της εμπιστοσύνης και της φιλίας. Θέλει έχει φίλους. Ούτοι θέλουν κατορθώσει ν' απολαύση το θέλγητρον των ευαισθήτων ψυχών. Οι χρηστοί άνδρες, αρκούμενοι εις ολίγον, έχουν εις την ενάρετόν των συνομιλίαν γαλήνην φαιδράν, ήτις πηγάζει από την ειρήνην της ψυχής, και την οποίαν ο τύφος, στενοχωρημένος από χρείας, και η κακία, περιεστοιχισμένη από ελέγχους της συνειδήσεως δεν γνωρίζουσιν. Η εκπλήρωσις των καθηκόντων του εν τέλει τιμίου ανδρός ολίγον καιρόν αναμφιβόλως τον αφίνουν να έχη, αλλ' αι στιγμαί αυτού είναι ηδείαι. Ούτε η μέμψις, ούτε ο φόβος, ούτε η φιλοτιμία τας ταράττει· η δε αυλή ηγεμόνος, με τον οποίον η αθωότης, η ευθύτης, η αλήθεια, ο γενναίος υπέρ του καλού ζήλος δεν θέλουν έχει αιτίαν ν' αποφύγουν καμμίαν παγίδα, να προϊδούν καμμία έκπτωσίν των, να φοβηθούν καμμίαν μεταβολήν, αυτή δεν θέλει είσθαι η λαμπροτάτη αυλή, αλλ' η ευδαιμονεστάτη του κόσμου. Θέλει είσθαι ολιγάριθμος, είπεν ο αυτοκράτωρ. Διά τι; είπεν ο Βελισάριος. Τινές φιλόδοξοι, άνθρωποι αργοί, τινές άνανδροι ηδυπαθείς θέλουν απομακρυνθή. Αλλ' αντ' αυτών οι χρηστοί άνδρες, οι τίμιοι θέλουν προσέλθει εις αυτήν παμπληθεί. Λέγω, φίλτατε Τιβέριε, παμπληθεί, και το λέγω προς έπαινον της ανθρωπότητος. Όταν η αρετή τιμάται, τότε φύεται εις όλας τας ψυχάς. Η κοινή υπόληψις είναι, ως ο ήλιος, όστις την κάμνει ν' ανοίγη και να βλαστάνη με μεγαλωτάτην δύναμιν. Μη κρίνετε περί τούτου κατά την αδρανή και εκνενευρισμένην κατάστασιν, εις την οποίαν είναι αι ψυχαί. Πώς θέλετε, ο υιός, προς τον οποίον ο πατήρ του δεν επαίνεσε ποτέ άλλο παρά το αργύριον, ο οποίος ποτέ δεν ήκουσε να εγκωμιάζεται, και να ήναι επιθυμητόν άλλο παρά η ευπορία, όστις εις τας πόλεις και εις τους αγρούς ουδέν άλλο είδε παιδιόθεν καταφρονούμενον παρά την βιομηχανίαν και την εργασίαν, όστις ηξεύρει, ότι η μεγαλειότης ταπεινούται, ότι η αυστηρότης των νόμων κάμπτεται, ότι αι προς τας τιμάς φέρουσαι οδοί εξομαλύνονται, ότι αι θύραι της ευνοίας ανοίγονται έμπροσθεν του πλούτου, ότι δι' αυτού, και μόνον δι' αυτού αποφεύγει τις την βίαν, και την μεταχειρίζεται ατιμωρήτως, ότι ούτος στολίζει και αυτήν την κακίαν, ότι εξευγενίζει και αυτήν την χαμέρπειαν, ότι επέχει τόπον προτερημάτων, γνώσεων και αρετών· πώς θέλετε, ο άνθρωπος, ποτισμένος από τας ιδέας ταύτας, να διακρίνη το τίμιον από το ωφέλιμον; Αλλ' ας μεταβληθή η γνώμη, ας δώση το παράδειγμα ο κύριος των ηθών, ο ηγεμών, ας καταστήσωσιν η ανατροφή και η έξις πρώτην εις τον άνθρωπον χρείαν την ιδίαν εαυτού υπόληψιν και την των ομοίων του· ας συνηθίσουν την ψυχήν να εξορμά έξω εαυτής, διά να συνάγη τους επαίνους της παρούσης εποχής και της μελλούσης· ας ήναι δι' αυτόν η φήμη και η μνήμη του, μετά την αρετήν, το τιμαλφέστερον των αγαθών όλων· ας καταστήση εις αυτόν η ηθική του αύτη ύπαρξις την τιμήν προσφιλεστέραν της ζωής και το αίσχος τρομερώτερον, βδελυρώτερον παρά το μηδέν, και τότε θέλει φανή, πόσον ολίγην ισχύν θέλουν έχει επ' αυτού αι χαμερπείς επιθυμίαι. Αι! φίλοι, τι άλλο ήσαν οι Δέκιοι, οι Ρήγουλοι, και οι Κάτωνες, ειμή άνδρες, των οποίων η ενθουσιώσα ψυχή έζη εκ της δόξης και αρετής. Αλλ' αύτη η αγωγή απαιτεί ενισχύσεις πραγματικάς. Εις μάτην ήθελον προστάζει εις τους γονείς ν' ανατρέφωσι τους παίδας των εις την αρετήν, εάν η αρετή εγκατελείπετο εις λήθην, η δε κακία, μόνη τιμωμένη, είχε το δικαίωμα να την εξυβρίζη. Πρέπει λοιπόν, προς αποκατάστασιν της ευταξίας, να ενωθή το καλόν με το καλόν, το κακόν με το κακόν, το χρήσιμον με το δίκαιον και τίμιον. Αφού δε αποκατασταθή η ευταξία αύτη, προβλέπετε ευκόλως, πώς τα ήθη ήθελον βοηθεί τους νόμους, και πώς η κοινή γνώμη ήθελεν επικουφίζει την δύναμιν. Αι ελπίδες και οι φόβοι, αι αμοιβαί και αι ποιναί, αι απολαύσεις και αι στερήσεις, ταύτα είναι το βάρος, το οποίον η πολιτική πρέπει να ηξεύρη αρμοδίως να επιθέτη εις την στάθμην την ελευθερίας. Διά τούτου είναι βεβαία, ότι θέλει διοικεί κατ' αρέσκειάν της τον κόσμον. Αλλ' επανέρχομαι εις το προκείμενον. Τα αλαζονικά ήθη των μεγάλων καταστένουν αυτούς απλήστους και αδίκους· ήθη απλούστερα ήθελον τους καταστήσει μετριοπαθείς, φιλανθρώπους, γενναίους· του δε μεγαλητέρου συμφέροντος της κακίας μεταβάντος εις την αρετήν, η αυτή ροπή, ήτις τους έφερε προς το πρώτον, ήθελε τους επανάξει προς το άλλο. Ιδού ωραίον όνειρον! είπεν ο Ιουστινιανός. Δεν είναι όνειρον, είπεν ο Βελισάριος, το να θέλη τις να κυβερνά τους ανθρώπους διά της φιλαυτίας και του συμφέροντος. Ενθυμήσου, πώς εσχηματίσθη εις την γεννωμένην δημοκρατίαν, η γερουσία εκείνη, όπου τόση αρετή, τόσος ηρωισμός διέλαμπε. Τούτο δε, διότι εις την Ρώμην τότε τίποτε δεν ήτο ανώτερον της μεγαλοψυχίας· διότι η κοινή υπόληψις επροσκολλάτο εις τα χρηστά ήθη, το σέβας εις τα ενάρετα, η δόξα εις τα ηρωικά. Τοιαύτα υπήρξαν καθ' όλους τους χρόνους τα ισχυρά της ανθρωπίνης ψυχής ελατήρια.

Ηξεύρω, ότι η πολυχρόνιος έξις, και μάλιστα η του αυθαιρέτου, δεν υποχωρεί χωρίς αντίσταση και εις αυτάς τας ισχυροτάτας αιτίας. Αλλά δι' άνθρωπον άδικον και βίαιον, όστις ήθελε τραχύνεσθαι κατά του φόβου της δυσφημίας, της δυσμενείας, και της περιφρονήσεως, μυρίοι τοιούτοι είναι, τους οποίους ο χαλινός ούτος, συνδεόμενος με το κέντρον της δόξης, ήθελεν οδηγήσει εις την ευθείαν της τιμής και της αρετής ατραπόν. Εξακολουθών λοιπόν, υποθέτω άνδρας χρηστούς αρχηγούς των λαών. Τότε εγγυώμαι με την ζωήν μου διά την υποταγήν, την πίστιν, τον ζήλον του πλήθους των ανθρώπων, οι οποίοι δεν θέλουν πλέον καταδυναστεύεσθαι, οι οποίοι δεν θέλουν πλέον κακούσθαι, και των οποίων η ζωή, η ελευθερία, τα υπάρχοντα θέλουν προστατεύεσθαι από τους νόμους. Τότε η αυτοκρατορία ανεγείρεται, τα διεσπαρμένα της μέλη συνέρχονται πάλιν· το σχέδιον του Κωνσταντίνου, κτισθέν επί της άμμου, λαμβάνει θεμέλια στερεά· και εκ του μέσου της κοινής ευδαιμονίας βλέπω αναγεννωμένην την ευψυχίαν, την άμιλλαν, την δύναμιν, το φιλόπατρι, και μετ' αυτού την πρώην εκείνην της Ρώμης επιρροήν επί της οικουμένης.

Ενώ δε ο Βελισάριος ωμίλει ούτω, ο Ιουστινιανός εθαύμαζε, σιωπών, τον ενθουσιασμόν του γηραιού εκείνου, όστις, λησμονήσας την ηλικίαν, την αθλιότητά του, και την σκληροτάτην κατάστασιν, εις την οποίαν κατήντησεν, ήτον εν θριάμβω, διανοούμενος μόνον το να αποκαταστήση την πατρίδα ευδαίμονα και ακμάζουσαν. Ωραίον πράγμα, τον είπεν, είναι να φροντίζη τις τόσον σπουδαίως περί αχαρίστων. Φίλοι, είπεν ο ήρως, η ευδαιμονεστάτη την ζωής μου ημέρα ήθελεν είσθαι εκείνη, εις την οποίαν ήθελον με ειπεί· Βελισάριε, μέλλουν να σε ανοίξωσι τας φλέβας, και διά την χύσεως του αίματός σου αι ευχαί σου θέλουσι πληρωθή.

Ταύτα ειπόντος, η επέραστος αυτού θυγάτηρ Ευδοξία ήλθε να αναγγείλει, ότι το δείπνον ήτον έτοιμον. Εμβήκε λοιπόν και εκάθησεν εις την τράπεζαν. Η Ευδοξία, χαριτόβρυτος και κοσμιότητα ευγενή έχουσα, έφερε φαγητόν όσπρια, και εκάθησεν εις το πλάγιόν του. Τι! τούτο είναι το δείπνον σας; είπεν ο αυτοκράτωρ τεταραγμένος από αισχύνην. Μάλιστα, είπεν ο Βελισάριος, Τούτο ήτο το δείπνον του Φαβρικίου, και ο Φαβρίκιος ήτο πολύ ανώτερός μου. Ας υπάγωμεν, είπεν ο Ιουστινιανός προς τον Τιβέριον· ο άνθρωπος ούτος με καταισχύνει.

Η αυλή του ελπίζουσα να τον διασκεδάση, ητοίμασε πανήγυριν· αλλ' ούτος δεν κατεδέχθη να υπάγη. Εις την τράπεζαν μόνον περί του δείπνου του Βελισαρίου ωμίλει. Εμβάς δε εις το ταμείον του, είπε καθ' εαυτόν είναι ολιγώτερον δυστυχής παρ' εμέ, διότι εκοιμήθη μη ελεγχόμενος υπό της συνειδήσεως.

Κεφάλαιον ΙΔ'.

Μακράν αυτού δεν δύναμαι να ζήσω πλέον, είπεν ο αυτοκράτωρ προς τον Τιβέριον, την επαύριον επανερχόμενος προς τον ήρωα. Η γαλήνη και η ησυχία της ψυχής του μεταδίδονται εις την ιδικήν μου. Αλλ' αμ' απέλθω απ' αυτού, τα νέφη, τα οποία διεσκέδασε, συναθροίζονται πάλιν, και τα πάντα σκοτίζονται εκ νέου. Χθες ενόμιζον, ότι έβλεπα εις το σχέδιόν του την εικόνα της δημοσίου ευημερίας· τώρα δε έμπροσθεν των οφθαλμών μου μόνον πλήθος δυσκολιών είναι. Πώς, π. χ., να δυνηθή τις με τας απείρους δαπάνας, από τας οποίας η αυτοκρατορία αύτη είναι επιφορτισμένη, να επικουφίση τους υπηκόους! Πώς ν' ανανεώση τις τα στρατεύματα, τα οποία πολυχρόνιοι πόλεμοι εμφάνισαν, και να περιστείλη όλας τας εισφοράς εις απλούν και ελαφρόν φόρον! Όλα τα προείδεν, είπεν ο Τιβέριος· και όλα θέλει τα ευκολύνει. Πρόβαλέ τον τους διαλογισμούς σου. Εντεύθεν λοιπόν ήρχισαν την ομιλίαν των.

Ήξευρα, είπεν ο γέρων, αφού τον ήκουσεν, ότι ήθελα σας αφήσει απορίας· αλλ' ελπίζω να τας διαλύσω.

Αι δαπάναι της αυλής ηλαττώθησαν· εξωρίσαμεν απ' αυτήν την πολυτέλειαν και τας προς τους ευνοουμένους χάριτας. Ας έλθωμεν εις την πόλιν, και ειπέτε με, διά τι λαός αργός και πολυάριθμος επιβαρύνει την πολιτείαν; Ο εις αυτόν διανεμόμενος σίτος ((11) ήθελε θρέψει πολλούς λεγεώνας. Ο Κωνσταντίνος επεφορτίσθη την ολεθρίαν ταύτην δαπάνην μόνον διά να κάμη πολυάνθρωπον την πόλιν του, και διά να μιμηθή την Ρώμην. Αλλά με ποίον δίκαιον λαός αργός, όστις δεν είναι ούτε βασιλεύς, ούτε στρατιώτης, είναι εις βάρος του κοινού; Ο Ρωμαϊκός λαός, όλος στρατιωτικός, είχε το δίκαιον να τρέφεται και εις τελειοτάτην ειρήνην από τους καρπούς των κατακτήσεών του. Και ακόμη εις τας λαμπροτέρας ημέρας της δόξης του, δεν εζήτει άλλο ειμή γαίας διά να γεωργή. Όταν δε η πολιτεία τας εχορήγει, ηξεύρετε, με τόσην χαράν διεσπείρετο εις τους αγρούς. Ενταύθα δε εις τι μεταχειριζόμεθα ημείς τον πεινώντα τούτον λαόν τον περικυκλούντα τας πύλας των ανακτόρων; Με τούτον τάχα εδίωξα τους Ούνους λεηλατούντας την Θράκην; Ας κρατήσωσιν εξ αυτών μόνον, όσους η βιομηχανία ημπορεί να ενασχολή και να τρέφη, από τους λοιπούς δε ας συστήσωσιν ευδαίμονας αποικίας· αύται πάλιν θέλουν κατοικίσει την επικράτειαν, και θέλουν ζη από τον καρπόν των κόπων των. Η γεωργία είναι μήτηρ της στρατιωτικής. Και οι καλοί στρατιώται σχηματίζονται όχι εις τας αγκάλας της αργίας και ακηδίας.

Αφού όλοι οι νόμοι γίνωσιν απλοί, ιδίως δε ο του φόρου, το παλατίνον τάγμα πίπτει αφ' εαυτού, ως εκ της ιδίας αυτού αχρηστίας· και ηξεύρετε από πόσας απείρους δαπάνας επικουφιζόμεθα διά τούτου. Η τρομερωτέρα δαπάνη, ήτις μας μένει, είναι η των στρατευμάτων· αλλ' αύτη περιορίζεται εις μόνους τους λεγεώνας. Αι αποικίαι των απομάχων στρατιωτών, αι κατοικισθείσαι επί των συνόρων, ζώσιν από τους κόπους των· η δε ατέλειαι αυτών είναι αντί μισθού. Αι αποικίαι αύται, το αριστούργημα της μεγαλοφυίας του Κωνσταντίνου, εισέτι δεν εξέλιπον, και διά να τας ιδή τις αναζωογονουμένας, αρκεί να θελήση· τοσούτοι ανδρείοι στρατιώται, τους οποίους αφίνετε εκνευριζομένους εις την ταλαιπωρίαν και την αργίαν, δεν ζητούν άλλο παρά να υπάγωσι να γεωργούν και να φυλάττουν το πεδίον της νίκης των. Το αυτό συμβαίνει και, εις τα στρατεύματα τα διεσκορπισμένα εις τας όχθας των ποταμών ((12) αι όχθαι αύται, τας οποίας κάμνουν καρποφόρους, τρέφουν τους γεωργούς των.

Σμήνη βαρβάρων προσέρχονται ζητούντες να τους δεχθώμεν εις τας επαρχίας μας. Τους εδέχθημεν ενίοτε με ολιγωτάτην προφύλαξιν ((132 )· αλλ' ο κίνδυνος είναι μόνον εις τον αριθμόν. Ας τους διασκορπίζωσι, και ας τους δίδωσι γαίας ακατοικήτους και αγεωργήτους, οποίας έχετε πολλάς, φευ! και διοίκησις ήμερος και σταθερά ήθελε κάμει τούτους υπηκόους πιστούς και στρατιώτας πειθαρχικούς.

Μόνον λοιπόν οι λεγεώνες μένουν να ήναι υπομίσθιοι του ηγεμόνος, και ο φόρος μόνος της Αιγύπτου, της Αφρικής και της Σικελίας ήθελε θρέψει τριπλασίους, όσων ποτέ η αυτοκρατορία είχεν ((14). Οικονομία λοιπόν πρέπει να γίνη όχι εις αυτούς, και η πολιτεία χρεωστεί να μεριμνά όχι διά την συντήρησιν αυτών, αλλά διά την είσαξίν των ((15). Ήτο ποτε καιρός, καθ' όν η τιμή του να εισαχθή τις εις αυτούς, απέκειτο εις τους πολίτας ((16)· και οι εκλεκτότεροι νέοι διημιλλώντο περί της απολαύσεώς του. Ο καιρός εκείνος δεν υπάρχει πλέον· πρέπει να τον επαναγάγωμεν πάλιν. Τι δε δεν κατασταίνει τις τους ανθρώπους έχων τιμήν και άρτον!

Οι άνθρωποι δεν είναι πλέον οι αυτοί, είπεν ο αυτοκράτωρ. Τίποτε δεν μετεβλήθη, είπεν ο Βελισάριος, πλην της διοικούσης τα ήθη γνώμης· και δεν χρειάζεται άλλο, ειμή η ψυχή ενός μόνου, ειμή το πνεύμα, και το παράδειγμά του, διά να ελκύση προς εαυτόν όλα τα πνεύματα. Εκ μυρίων πράξεων, αι οποίαι με το αποδεικνύουσιν, ιδού μία, την οποίαν νομίζω αξίαν των λαμπροτέρων της δημοκρατίας ημερών, και η οποία δεικνύει, ότι καθ' όλους τους καιρούς οι άνθρωποι αξίζουν ό,τι τους κάμνει τις ν' αξίζουν. Η Ρώμη εκυριεύθη από τον Τοτίλαν. Είς των ανδρείων στρατηγών, Παύλος ονομαζόμενος, ταξίαρχος μικρού στίφους ανδρών, διέφυγεν από την πόλιν, και ωχυρώθη εις ύψωμα, όπου ο εχθρός τον περιεκύκλωσε. Δεν αμφίβαλλαν, ότι η πείνα θέλει τον καταναγκάσει να παραδοθή· και τωόντι εστερείτο όλα. Καταντήσας εις την εσχάτην έλλειψιν, ωμίλησε προς τον στρατόν του τα εξής. «Φίλοι, πρέπει ν' αποθάνωμεν, ή να υποδουλωθώμεν. Αναμφιβόλως δεν θέλετε διστάσει· αλλά το παν δεν είναι ν' αποθάνωμεν, πρέπει ν' αποθάνωμεν, ως άνδρες. Των ανάνδρων μόνον είναι ίδιον να καταφθείρωνται υπό της πείνας, και να κατατήκωνται, αναμένοντες θάνατον οδυνηρόν και βραδύν. Ημείς, οίτινες, ανατραφέντες εις τας μάχας, ηξεύρομεν να μεταχειριζώμεθα τα όπλα μας, ας ζητήσωμεν θάνατον ένδοξον. Ας αποθάνωμεν, αλλ' όχι ανεκδικήτως, ας αποθάνωμεν καταβρεγμένοι από των εχθρών μας το αίμα· αντί εξυβριστικού μειδιάματος, ας προξενήση εις αυτούς ο θάνατός μας δάκρυα. Τι ήθελε μας ωφελήσει το ν' ατιμάσωμεν εαυτούς, διά να ζήσωμεν ολίγα ακόμη έτη; διότι και ούτως εντός ολίγου έπρεπε ν' αποθάνωμεν. Η δόξα δύναται να εκτείνη τα όρια της ζωής· η φύσις όμως όχι».

Ταύτα είπεν ο Παύλος, οι δε στρατιώται του, αποκρίνονται, ότι είναι έτοιμοι να τον ακολουθήσωσιν· εξορμώσι λοιπόν, ο εχθρός κρίνει από το ήθος των, ότι έρχονται εις συμπλοκήν με τόλμην απελπισίας· και, χωρίς να τους περιμένη, προσφέρει εις αυτούς την σωτηρίαν και την ελευθερίαν.

Νομίζω μετά πληροφορίας, φίλοι μου, ότι εντός της αυτοκρατορίας ευρίσκονται διακόσιαι χιλιάδες ανδρών ικανών να κάμωσι το αυτό, εάν είχαν στρατηγόν τον Παύλον· και τοιούτους αξίους στρατηγούς έχετε ακόμη· η νίκη σας τους έδειξε. Μη νομίζετε λοιπόν, ότι τα πάντα απωλέσθησαν, ενώ υπάρχουσι τοιαύτα βοηθήματα· αγνοείτε, εις ποίον βαθμόν η ευημερία, η αφθονία, η πολυανθρωπία δύνανται ν' αυξήσωσι της πολιτείας τας δυνάμεις· Ενθυμηθήτε μόνον, τι ήσαν ποτε δεν λέγω αι Γαλλίαι, τας οποίας εστερήθημεν και ανάνδρως παρητήσαμεν· ((17) αλλ' η Ισπανία, η Ελλάς, η Ιταλία, η δημοκρατία της Καρχηδόνος, και όλα εκείνα της Ασίας τα βασίλεια, από του Νείλου μέχρι του Ευξείνου Πόντου. Ανακαλέσατε εις την μνήμην σας, ότι ο Ρωμύλος, όστις κατ' αρχάς είχεν ένα μόνον λεγεώνα ((18), άφησε μετά θάνατον τεσσαράκοντα επτά χιλιάδας πολιτών ενόπλων, και κρίνατε, τι δύναται η βασιλεία ανδρός εμπείρου, δραστηρίου και αγρύπνου. Η πολιτεία ηφανίσθη, λέγεται. Πώς! μήπως η Εσπερία και η Σικελία, η Ισπανία, η Λιβύα και η Αίγυπτος, η Βοιωτία και η Μακεδονία, και αι ωραίαι εκείναι της Ασίας πεδιάδες, αίτινες εσύστεναν τον πλούτον του Δαρείου και του Αλεξάνδρου, έγιναν άφοροι; Πάσχουσιν έλλειψιν ανθρώπων! Αι! ας ήναι εκεί ευτυχείς, και θέλουν υπάγει παμπληθεί. Τότε δε, φίλοι, θέλω τολμήσει να σας προβάλλω το μέγα σχέδιον, το οποίον μελετώ και το οποίον μόνον ήθελε καταστήσει την αυτοκρατορίαν ταύτην υπεράλλοτε δυνατωτέραν. Ποίον λοιπόν είναι το σχέδιον τούτο; ηρώτησεν ο αυτοκράτωρ· Ιδέ, είπεν ο Βελισάριος.

Ο πόλεμος, καθώς ημείς τον κάμνομεν, κατακόπτει τα στρατεύματα διά των μακρών οδοιποριών και των υπερβολικών κόπων. Δίδει εις τους εχθρούς μας καιρόν να επιπίπτωσιν εναντίον μας δι' αιφνιδίων εισβολών, και αι οροφύλακες τάξεις των απομάχων και των γεωργών στρατιωτών, από τους οποίους είναι περικυκλωμένα τα σύνορά μας, δεν δύνανται να τας αποκρούσωσι· πριν δε οι λεγεώνες πετάξωσιν εις το μέρος της προσβολής, ο τρόμος, η θλίψις, η φθορά έκαμαν ταχείας προόδους ((19) Διά ν' αντιταχθή εις τους χειμάρρους τούτους πρόχωμα παντοτεινόν ήθελον ζητήσει να κάμουν όλην αυτήν την αυτοκρατορίαν πολεμικήν, ώστε πας άνθρωπος ελεύθερος να ήθελεν είσθαι στρατιώτης, αλλά μόνον προς υπεράσπισιν της πατρίδος· ούτως εκάστη επαρχία ήθελε συγκροτήσει στρατόν, του οποίου αι πόλεις ήθελον σχηματίσει τα στίφη, τα δε θέματα τους λεγεώνας, με διωρισμένα μέρη, όπου ο στρατιώτης, άμ' ακούση την σάλπιγγα, να προστρέχη εις τας σημαίας του.

Τα στρατεύματα ταύτα ήθελον έχει το προτέρημα του να ήναι προσκολλημένα εις την πάτριόν των χώραν, την οποίαν ήθελον γεωργεί, την οποίαν ήθελον καταστένει ακμάζουσαν, την οποίαν ήθελον πολυανθρωπεί αυτά εκείνα. Σεις δε προβλέπετε, με πόσην ζέσιν ήθελον υπερασπίζει τας εστίας των ((20) Εις μεγάλον βασίλειον το δυσκολώτερον είναι να στερεωθή η γνώμη του κοινού συμφέροντος. Λαοί, αποχωρισμένοι από θαλάσσας, ολίγον φροντίζουν ο είς περί των συμφερόντων του άλλου. Η μεσημβρία δεν μετέχει από τους επαπειλούντας την άρκτον κινδύνους. Ο Δαλμάτης, ο Ιλλυριός δε ηξεύρει, διά τι τον στέλλουν πέραν εις την Ασίαν. Δι' αυτόν είναι αδιάφορον, αν ρέη ο Τίγρης, εξουσιαζόμενος από ημάς ή από τους Πέρσας. Η πειθαρχία τον κατακρατεί, η της λείας ελπίς τον ενθαρρύνει· αλλ' η σκέψις, ο κόπος, η αηδία, η πρώτη αίσθησις της ανυπομονησίας και του τρόμου τον κάμνουν να εγκαταλείψη το συμφέρον, το οποίον δεν είναι ιδικόν του. Οπότε, κατά το σχέδιόν μου, η πατρίς δεν είναι όνομα αόριστον και ανύπαρκτον διά τον στρατιώτην· είναι τι παρόν και προσφιλές, εις το οποίον έκαστος είναι προεκολλημένος διά των νόμων της φύσεως. «Πολίται, εδύνατο να τους είπη, άγων αυτούς κατά τους εχθρού, τον αγρόν, όστις σας έθρεψε, την στέγην, υπό την οποίαν εγεννήθητε, τον τάφον τον πατέρων σας την κοίτην των παίδων, την κλίνην των γυναικών σας ήδη υπερασπίζεσθε». Ιδού συμφέροντα ψηλαφητά και ισχυρά. Ταύτα ανέδειξαν περισσοτέρους ήρωας, παρά η φιλοδοξία αύτη. Κρίνατε, πόσον αυτά ενεργούσιν εις ψυχάς παιδιόθεν συνειθισμένας εις τας αυστηρότητας της πειθαρχίας και εις των μαχών την θέαν.