Ο Βελισάριος

Part 8

Chapter 82 wordsPublic domain

Ναι, τον είπεν, ο εις το βάθος των ανακτόρων του περικυκλούμενος από πυκνόν πλήθος αυλικών και κολάκων ολίγον γνωρίζει αναμφιβόλως τους ανθρώπους· αλλά ποίος τον εμποδίζει να φυγαδεύεται από το στενόν του δεσμωτήριον, να συναναστρέφεται, να γίνεται ευπρόσιτος; η ευπροσηγορία του ηγεμόνος είναι της αληθείας μαγνήτης. Οι δούλοι του την κρύπτουσιν, αλλ' ο ιδιώτης, ο γεωργός, ο απότομος και ειλικρινής γέρων στρατιώτης, δεν θέλουν του την κρύπτει. Θέλει ακούει την κοινήν φωνήν· αυτή είναι των βασιλέων ο χρησμός, ο ακεραιότατος της αξίας και αρετής κριτής· και πάντοτε γίνεται καλή η εκλογή, όταν αποφασίζεται δι' αυτής. Έπειτα αι εκλογαί του μονάρχου εκτείνονται μόνον εις δύο τινά, εις τους συμβούλους και εις τους υπουργούς· εάν εκλέξη καλώς τους πρώτους, εγώ εγγυώμαι διά την εκλογήν των άλλων. Το παν συνίσταται να έχη παρ' αυτώ φίλους τινάς αξίους της φιλίας του. Ο Θεοδώρικος είχε μόνον ένα, τον ενάρετον Κασσιόδωρον· και ο κόσμος ηξεύρει, πόσον φρονίμως και ενδόξως εβασίλευσεν. Όθεν είναι σημεία βέβαια, κατά τα οποία δύναται και εις την αυλήν αύτην να εκλέξη τους συμβούλους και τους οδηγούς του. Η των ηθών αυστηρότης, κ' αφιλοκέρδεια, η ευθύτης, η φιλαλήθεια, η προθυμία προς υπεράσπισιν του αδυνάτου και αθώου, η της φιλίας σταθερότης, δεδοκιμασμένη εις τας δυστυχίας, η προς το αγαθόν κλίσις, την οποίαν ουδέν εμπόδιον παρατρέπει, η στερεά προσκόλλησις εις τους νόμους της δικαιοσύνης, ταύτα είναι τα χαρακτηριστικά, διά των οποίων ο ηγεμών δύναται να διακρίνη τους καλούς καγαθούς άνδρας, και να εκλέγη αληθείς φίλους. Τα αίτια της εξαιρέσεως με φαίνονται επαισθητότερα· διότι η αρετή ημπορεί να ήναι προσποιητή, αλλ' η κακία ποσώς καθ' υπόκρισιν. Άμα φανερωθή, ημπορεί τις να την πιστεύση. Παραδείγματος χάριν, εάν εγώ ήμην βασιλεύς, όποιος άπαξ ήθελε με ομιλήσει περί των υπηκόων μου καταφρονητικώς, περί των χρεών μου κούφως, ή περί της καταχρήσεως της εξουσίας μου με δουλοπρεπή και ευτελή φιλαρέσκειαν, ούτος ήθελεν εξαιρεθή διά παντός από τον αριθμόν των φίλων μου. Όθεν ουδέν άλλο ευκολώτερον, ειμή, παρατηρών τους ανθρώπους, να εκκλέψη, χωρίς να το αισθανθώσι, τα χαρακτηριστικά των σημεία, τα οποία εξελέγουσι και ανακαλύπτουσι και αυτούς τους κρυψινουστάτους. Ήκουσα πολλά λεγόμενα περί εκείνης της μεγάλης υποκρίσεως, της εις τους αυλικούς αποδιδομένης. Εξ αυτών ουδείς, όστις δεν φημίζεται, ως ών αυτή εκείνη η ειλικρίνεια. Και αν ο ηγεμών σφάλλη εις τούτο, η κοινή φωνή θέλει τον διδάξει την αλήθειαν. Εις αυτόν λοιπόν μόνον ανήκει να παραδώση αξίως την υπόληψιν και την εμπιστοσύνην του. Η δε αρετή, η αλήθεια άμα εμφιλοχωρήσουσιν εις τας βουλάς του, δύναται ν' αναθέση εις αυτάς την φροντίδα του να τον φωτίζωσι περί όλων των άλλων εκλογών αυτού.

Αλλά συλλογίζεσαι, είπεν ο αυτοκράτωρ, περί του πλήθους των εναρέτων και σοφών ανδρών, όσων θέλει έχει χρείαν, διά να διανέμουν τους νόμους και ν' ασκώσι την εξουσίαν του; Πόθεν να τους λάβη; Από την φύσιν, είπεν ο Βελισάριος, ήτις γεννά τοιούτους, όταν ηξεύρη τις καλώς να την διευθύνη. — Διά να την διευθύνη δε, έχει άλλα μέσα παρά νόμους δικαίους και αυστηρούς; — Τούτο είναι πολύ, τούτο δεν είναι ικανόν, υπέλαβεν ο Βελισάριος, και τα ήθη δεν ανήκουσιν εις τους νόμους.

Τι θέλει λοιπόν κάμει, διά να μεταβάλη τα προ τόσου και του διαφθαρέντα ήθη; ηρώτησεν ο Ιουστινιανός.

Ο κηπωρός μου θέλει σε το διδάξει, είπε ο Βελισάριος, και τον εφώναξεν. Άκουσε, Παυλίνε, τον είπεν· όταν φυτρόνη χόρτον άγριον μεταξύ των φυτών σου, τι κάμνεις; Το εκριζόνω, είπεν ο απλούς άνθρωπος. — Αντί να το εκριζώσης, διατί δεν το κόπτεις; — Ήθελεν αναβλαστάνει αδιακόπως και ποτέ δεν ήθελε τελειώσει. Κ' έπειτα, καλέ μου αυθέντα, διά της ρίζης το φυτόν ροφά της γης τους χυμούς· και τούτο πρέπει να εμποδίση τις. Τον ακούετε, είπεν ο Βελισάριος. Αυτό είναι επίκρισις των νόμων σας. Ούτοι αποσπώσιν, όσον δύνανται, τα της κοινωνίας εγκλήματα, αλλ' αφίνουσι να υπάρχωσιν αι κακίαι, τας οποίας έπρεπε να εκριζόνωσιν. Αλλά τούτο δεν είναι αδύνατον· διότι όλαι σχεδόν αι κακίαι, τουλάχιστον αι της αυλής, έχουν μίαν κοινήν ρίζαν. Και ποία είναι; τον ηρώτησεν ο Τιβέριος. Η πλεονεξία, απεκρίθη ο γέρων. Ναι, διά του ονόματος τούτου, είτε η επιθυμία του σωρεύειν πλούτη νοείται, είτε η του απολαύειν, δεν υπάρχει τι ανάξιον και χαμερπές, το οποίον η πλεονεξία να μη γεννά. Η σκληρότης, η αχαριστία, η απιστία, η αδικία, ο φθόνος και αυτή η ωμότης είναι κλάδοι τούτου του απλήστου, του σκληρού και χαμερπούς πάθους.

Εκ της άγρας της προσέτι τρέφει την χαυνότητα, την ηδυπάθειαν, την διαφθοράν, την ασωτείαν, και την χαύνην εκείνην αργίαν, ήτις τα περιθάλπει εις τον κόλπον της. Ούτω τα ήθη όλα διαφθείρονται διά της φιλοπλουτίας. Εάν διεγείρη την φιλοτιμίαν, θέλει την καταστήσει επίβουλον και αισχράν. Εάν παρεισδύη εις την ανδρίαν, την ατιμάζει διά των δεινοτάτων αυτής κακών. Διά της δωροδοκίας καταστένει επονείδιστα τα εντιμότατα προτερήματα· η δε ψυχή, ήτις είναι δούλη αυτής, πωλείται εις τον πλειοδοτούντα.

Εντεύθεν όλα τα δημόσια ανοσιουργήματα, όσα εργάζονται διά να πλουτήσουν. Και της τυραννίας ταύτης, υπό της οποίας στενάζουσιν οι άνθρωποι, μήτηρ είναι η πολυτέλεια· διότι αύτη γεννά τας χρείας· αύται δε γεννώσι την φιλαργυρίαν· η δε φιλαργυρία, διά να κορεσθή, προστρέχει εις την τυραννίαν. Την πολυτέλειαν λοιπόν πρέπει να καταπολεμήση τις. Εξ αυτής πρέπει ν' αρχίση την των ηθών μεταρρύθμισιν.

Ο δε κατά της πολυτελείας πόλεμος ομοιάζει τον της ύδρας, είπεν ο αυτοκράτωρ· διότι κόπτεις μίαν κεφαλήν αυτής, και αναφύονται μυρίαι. Ή μάλλον, είναι, ως ο Πρωτεύς, όστις κατά μυρίας διαφόρους μορφάς, εκφεύγει τον θέλοντα να τον δεσμεύση, θέλω ειπεί πολύ περισσότερα, επρόσθεσε. Τα αίτια της πολυτελείας, και αι επιρροαί της, αι σχέσεις και αι συγκοινωνίαι της συστένουσι μίγμα αγαθών και κακών, τόσον συγκεχυμένον, ώστε, υποθέτων, ότι ήτο δυνατόν να την δεσμεύση, ή να την εξολοθρεύση τις, ήθελα αμφιβάλει, αν το πρώτον ήθελεν είσθαι συγχωρημένον και το άλλο ωφέλιμον.

— Ναι, συμφωνώ, είπεν ο Βελισάριος, ότι η πολυτέλεια είναι εις την πολιτείαν, ως οι άτιμοι εκείνοι άνθρωποι, όσοι έκαμαν εξ επιγαμίας συγγένειαν με μεγάλους· κολακεύουν αυτούς χαριζόμενοι εις τους συγγενείς των, αλλά τέλος τους κλείουν εις την φυλακήν. Δεν εκτείνομαι μακρότερον. Ας αρχίσωμεν από τα έργα, τα οποία είδα πραχθέντα δι' εμού αυτού. Λέγεται, ότι η πολυτέλεια συμφέρει εις τας πόλεις. Δυσκόλως το πιστεύω· αλλ' είμαι πολλά βέβαιος, ότι είναι ολεθρία εις τα στρατεύματα. Ο Πομπήιος βλέπων τους στρατιώτας του Καίσαρος τρεφομένους με αγρίας ρίζας, έλεγεν, «ούτοι είναι θηρία»· έπρεπε να είπη, «ούτοι είναι άνθρωποι». Η πρώτη του πολεμικού καρτερία είναι να ριψοκινδυνεύη· η δευτέρα ν' αρκήται εις μόνας της φύσεως τας χρείας. Τούτο δε είναι το επιπονώτερον διά τον τρυφηλώς ζήσαντα. Ο λαός ο θέλων ν' απολαύη εις τον πόλεμον τας τρυφάς της ειρήνης, δεν είναι ικανός να υπομένη ούτε τας ευτυχίας, ούτε τας δυστυχίας. Η νίκη είναι ολίγον δι' αυτόν, ζητεί την αφθονίαν· άμα δε του λείψη η αφθονία, ή επαπειλή να τον εγκαταλείψη, η άλλη ματαίως ήθελε τον προσκαλεί. Το νηφάλιον στράτευμα έχει πτέρυγας· η δε πολυτέλεια εκνευρίζει και καταβάλλει τον στρατόν, εις τον οποίον ευρίσκεται· η λιτότης φείδεται και τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς πόρους. Η δε ασωτεία τους εξαντλεί, και δεν αφίνει τίποτε εις καιρόν ανάγκης· επιφέρει την ερήμωσιν, τον λιμόν, τον τρόμον και την αισχράν φυγήν. Όλα είναι επίπονα εις ανθρώπους χαύνως ανατραφέντας. Η ανδρία τους μένει, αλλά δυνάμεις δεν έχουν. Ο εχθρός, όστις ηξεύρει να τους αδυνατίση με τους κόπους, δεν έχει χρείαν να τους νικήση, και τας βραδύτητας του πολέμου θεωρεί επωφελώς δι' αυτόν ως μάχας. Αλλ' η πολυτέλεια όχι μόνον εκνευρίζει και χαυνόνει τα σώματα, αλλά και τας ψυχάς εκθηλύνει και διαφθείρει. Ο πλούσιος, ο φέρων μεθ' εαυτού την πολυτέλειαν εις το στρατόπεδον, κινεί την άμιλλαν του πένητος, όστις προς αποφυγήν της ταπεινώσεώς του, ότι τον υπερέχει ο όμοιός του, ζητεί τρόπους και εις αυτάς τας αισχρουργίας. Η τιμή προσκολλάται εις τους πλουσίους, η υπόληψις εις την μεγαλοπρέπειαν, η περιφρόνησις εις την πενίαν, το γελοίον εις την μετριόφρονα και αφιλοκερδή αρετήν, και τότε τα πάντα ηφανίσθησαν. Ταύτα είναι τα εκ της πολυτελείας κακά.

Ηξεύρω, ότι την εξώρισες από τα στρατεύματά σου, είπεν ο Τιβέριος. Πώς δε το κατώρθωσες; ευκολώτατα, είπεν ο γέρων. Την απεδίωξα από την σκηνήν μου, την κατέστησα περιφρονητήν. Η περιφρόνησις είναι δραστήριον κατά της φαρμακεράς υπερηφανείας αντιφάρμακον. Έμαθα, ότι νέος τις εκ της Ασίας έφερεν εις το στρατόπεδόν μου τας τρυφάς της πατρίδος του, ότι εκοιμάτο εις πορφυράν σκηνήν, ότι έπινε με χρυσά ποτήρια, ότι εμεταχειρίζετο εις την τράπεζάν του τα καλήτερα είδη του οίνου και τα σπανιώτερα εδέσματα. Τον εκάλεσα λοιπόν εις το γεύμα, και, έμπροσθεν των συστρατιωτών του, τον είπα. Βλέπεις, νεανίσκε, ότι εδώ μεταχειρίζονται ευτελή τροφήν· ενίοτε δε ακόμη χειροτέραν· και πρέπει να προσμένωμεν τούτο· διότι οι θηρεύοντες την δόξαν κινδυνεύουν να μη έχουν άρτον. Πίστευσέ με, η τρυφηλότης σου μέλλει πολλά να υπομένη, διά τον οποίον βίον μέλλομεν να διδάξωμεν. Σε συμβουλεύω να μη μας ακολουθήσης. Η επίπληξις αύτη ενήργησεν εις αυτόν· ζητεί συγγνώμην, και την λαμβάνει· αλλ' απέστειλε την αποσκευήν του. Και αυτή η συμβουλή ήρκεσε; τον ηρώτησεν ο νεανίσκος. Ναι, αναμφιβόλως, είπεν ο ήρως, διότι το παράδειγμά μου εστήριζεν αυτήν, και με ήξευραν σταθερόν εις την γνώμην μου. Έπρεπε να διήγειρες σφοδρά παράπονα.

Όταν ο νόμος ήναι ίσος και αναγκαίος, κανείς δεν προσκλαίεται κατ' αυτού. — Όχι· αλλ' είναι σκληρόν εις τον πλούσιον να ήναι ισότιμος του πένητος. — αλλά διά τούτο είναι ηδύ εις τον πένητα να ήναι ίσος με τον πλούσιον, και πανταχού οι πένητες είναι οι περισσότεροι. — Αλλ' οι πλούσιοι είναι εις την αυλήν οι ισχυρότεροι, και μάλλον εισακούονται. — Διά τούτο και επέτυχαν να με βλάψουν. Αλλ' ό,τι έκαμα, δεν θέλω το παύσει· διότι η ρώμη της ψυχής, ως και η του σώματος, είναι καρπός της εγκρατείας. Άνευ αυτής ουδεμία αφιλοκέρδεια, άνευ δε αφιλοκερδείας ουδεμία αρετή υπάρχει. Ηρώτησα ποιμένα τινά, διά τι οι κύνες του ήσαν τόσον πιστοί· διότι, με είπε, ζώσι με άρτον μόνον. Εάν τους έτρεφα με κρέας, ήθελαν είσθαι λύκοι. Εξεπλάγην διά την απόκρισίν του. Γενικώς, φίλοι μου, ο ασφαλέστερος τρόπος του καταστέλλειν τα κακά είναι η περιόρισις των χρειών. Ταύτα πάντα είναι δυνατά εις στράτευμα, είπεν ο αυτοκράτωρ· αλλά δυσκατόρθωτα εις επικράτειαν. Οι πολιτικοί νόμοι δεν ομοιάζουν τους στρατιωτικούς. Ούτοι περιστέλλουν την ελευθερίαν εις κύκλον στενώτερον. Νόμος ουδείς δύναται να εμποδίση τον πολίτην από του να πλουτήση διά τιμίου τρόπου, ουδείς δύναται να εμποδίση αυτόν από του να διαθέση τα πλούτη του και να τ' απολαύη ειρηνικώς. Θεωρείται ως αποκτήσας αυτά διά των κόπων, της βιομηχανίας, των προτερημάτων, της αξίας αυτού, ή των γονέων του. Έχει το δικαίωμα να τα διασκορπίση, ως και να τα καταθάψη εις την γην. Συμφωνώ κατά τούτο, είπεν ο Βελισάριος. Προχωρώ δε και περαιτέρω, είπεν ο αυτοκράτωρ· εάν τα πλούτη της πολιτείας ευρίσκωνται συσσωρευμένα εις χείρας ενός τινος τάγματος ανθρώπων, καλόν είναι να διαδοθώσι, και η φιλοπονία μετά της βιομηχανίας να τα εκβάλλουν από τας χείρας της αργίας. Και εις τούτο συμφωνώ, είπεν ο ήρως. Προσθέτω, εξακολούθησεν ο Ιουστινιανός, ότι η τρυφηλότης, η ηδυπάθεια, η επίδειξις, η μεγαλοπρέπεια, αι της φιλοκαλίας και της καινοτομίας φαντασιοκοπίαι, η επιτετηδευμένη τρυφή και η ματαιότης είναι λεπτολογίαι εκφεύγουσαι την αυστηροτάτην αστυνομικήν κυβέρνησιν, και περί των οποίων οι νόμοι δεν δύνανται να λάβωσι φροντίδα, ειδέ μη, ενεργούσιν είδος τυραννίας. Μη γένοιτο, είπεν ο γέρων, να θελήσω, ώστε οι νόμοι να λαμβάνωσι φροντίδα τινά περί τούτων! Ιδού λοιπόν πώς η πολυτέλεια προστατεύεται από όλα τα πλέον απαραβίαστα παρά τοις ανθρώποις, ήγουν την ελευθερίαν, την ιδιοκτησίαν, και απ' αυτό ίσως το καινωφελές. Εις όλα συμφωνώ, εκτός τούτου του τελευταίου, είπεν ο Βελισάριος. Αλλά τέλος πάντων, είπεν ο ηγεμών, θέλεις ομολογήσει, ότι η πολυτέλεια εμψυχόνει και γίνεται αιτία ν' ακμάζωσιν αι τέχναι, ότι καταστένει τους ανθρώπους βιομηχάνους, δραστηρίους, κινεί αυτούς εις άμιλλαν, αντιτάσσει εις την ραθυμίαν και εις την προς την οκνηρίαν κλίσιν των το κέντρον των νέων χρειών και την επιθυμίαν των ηδονών.

Συμφωνώ, είπεν ο Βελισάριος, ότι η πολυτέλεια είναι ηδεία εις τους απολαύοντας αυτήν και κερδαλέα εις τους όσοι τους προμηθεύουν τα μέσα της απολαύσεώς της, και ότι οι νόμοι χρεωστούν ν' αφίνωσι τούτο το εμπόριον ελεύθερον και ήσυχον. Τούτο δεν θέλεις;

Περισσότερον θέλω, επανέλαβεν ο αυτοκράτωρ· αξιώ, ότι ολίγον κατ' ολίγον η επιρροή αύτη διαδίδεται εις όλας της πολιτείας τας τάξεις, και εις την των γεωργών αυτών, εις την οποίαν χορηγεί ευκολωτέραν και συμφερωτέραν πώλησιν των καρπών των κόπων αυτών.

Εδώ, είπεν ο Βελισάριος, το φαινόμενον σε απατά. Επειδή ό,τι όφελος έρχεται εις την τάξιν των γεωργών από τας ασωτεύσεις την πολυτελείας, ελήφθη ήδη εξ αυτής. Όλοι δε οι άνθρωποι, τους οποίους η πολυτέλεια μεταχειρίζεται, είναι ξένοι, τους οποίους δίδει εις αυτήν την τάξιν να τους τρέφη.

Ανακάλεσε εις την μνήμην σου την ιδέαν, την οποίαν εδέχθημεν περί της πρωτοπλάστου κοινωνίας. Ποίον είναι το τέλος αυτής; Δεν είναι να καταστήσω τον άνθρωπον ωφέλιμον εις τον άνθρωπον; Και εις ταύτην την τάξιν το δικαίωμα του ενός επί του εργοχείρου του άλλου δεν είναι το δικαίωμα την ανταλλαγής; Εάν λοιπόν είς άνθρωπος ενασχολή μυρίους εις τας πολυπλασιασθείσας χρείας του, μη συνεισφέρων αυτός εις τας χρείας μηδέ ενός, δεν είναι ως φυτόν άκαρπον και αδηφάγον εις το μέσον του θέρους; Τοιούτος είναι ο αργός πλούσιος εις τας αγκάλας της πολυτελείας και της τρυφής. Ων πάντοτε το αντικείμενον των φροντίδων και την εργασίας της κοινωνίας, δέχεται ραθύμως τον φόρον ως απλήν προσφοράν. Προς ευχαρίστησιν μόνον των ορέξεών του, προς εκπλήρωσιν των επιθυμιών του μόνον, η φύσις ασχολείται· δι' αυτόν αι ώραι παράγουσι τους γλυκυτάτους καρπούς των· τα στοιχεία προσφέρουν τα ήδιστα εδέσματα· αι τέχναι τα σπανιώτερα αριστουργήματα. Απολαύει όλα, δεν συνεισφέρει εις ουδέν, αφαιρεί από την κοινωνίαν πλήθος ωφελίμων ανθρώπων, δεν εκπληροί ουδενός το επιβάλλον έργον, και αποθνήσκει, άλλο κενόν μη αφίνων, παρά το κενόν των υπ' αυτόν καταδαπανηθέντων κτημάτων.

Δεν ηξεύρω, είπεν ο Τιβέριος, πλην μοι φαίνεται ολιγώτερον επιζήμιος, ολιγώτερον ανωφελής παρ' όσον τον στοχάζεσαι. Διότι, εάν εις το σύνολον των κοινών κτημάτων δεν προσφέρη τον καρπόν των προτερημάτων, της δραστηριότητος και της ευμηχανίας του, προσφέρει το αργύριόν του, και τούτο είναι το αυτό.

Αι, φίλε μου, είπεν ο γέρων, τα χρήματα δεν είναι άλλο παρά το σημείον των κτημάτων, τα οποία τις παραχωρεί και το ενέχυρον της αποδόσεώς των. Εις την ληψοδοσίαν τούτων των κτημάτων ταύτα φανερόνουν την τιμήν των. Αλλ' όστις εις την ληψοδοσίαν ταύτην παρουσιάζει μόνον το σημείον, και ποτέ το αληθές πράγμα, καταχράται οφθαλμοφανώς το μέσον της ανταλλαγής, διά να λαμβάνη ακαταπαύστως ό,τι ποτέ δεν αποδίδει. Ο μεταβλητός εγγυητής, τον οποίον δίδει, τον απαλλάσσει από όλα, αντί να τον υποχρεόνη. Ας αγρυπνή ο άρχων, ας μάχεται ο στρατιώτης, ας εργάζεται ο γεωργός και ο τεχνίτης αδιακόπως δι' αυτόν, τα αποκτηθέντα εις τας υπηρεσίας των δικαιώματά του επικυρούνται κατ' έτος, και το προνόμιον, το οποίον έχει να ζη άχρηστος, είναι εγχαραγμένον επί χρυσών ελασμάτων.

Ούτω λοιπόν η ευπορία κρατεί τον κόσμον υπομίσθιόν του· είπεν ο νέος. Ναι, φίλε, είπεν ο γέρων, χωρίς να προξενήση τούτο εις τον πλούσιον άλλον κόπον και άλλην φροντίδα, ειμή ν' αποδώση λεπτομερώς εις την κοινωνίαν τας συνθήκας της δουλείας, την οποίαν έκαμε με αυτόν. Και διά τι αύτη η δουλεία; ηρώτησεν ο Τιβέριος, Διά τι πλούσιοι εις την πολιτείαν; Διότι οι νόμοι, είπεν ο ήρως, διατηρούσιν εις έκαστον ό,τι απέκτησε· διότι τίποτε δεν είναι καλήτερον αποκτημένον παρά τον καρπόν του κόπου, της βιομηχανίας και της διανοίας· διότι η ελευθερία του αποκτάν συμπεριλαμβάνει και την ελευθερίαν του θησαυρίζειν· και διότι η ιδιοκτησία, ως η ελευθερία, πρέπει να ήναι δικαίωμα απαραβίαστον ((10)

Κακόν είναι βέβαια το να υπάρχωσιν άνθρωποι δυνάμενοι να επιφορτίσωσιν εις την κοινωνίαν όλα τα έξοδα την υπάρξεώς των και πολλών άλλων ανθρώπων, τους οποίας μεταχειρίζονται μόνον προς όφελός των· αλλ' ήθελεν είσθαι μεγαλήτερον κακόν το ν' αφαιρεθή από την άμιλλαν, την εργασίαν και την βιομηχανίαν, η ελπίς του αποκτάν, και η ασφάλεια του απολαύειν τα αποκτηθέντα. Μη θλίβεσαι λοιπόν διά το άφευκτον κακόν. Ενόσω υπάρχουσιν εις αυτήν άνθρωποι δραστηστιώτεροι, βιομηχανικώτεροι, φειδωλότεροι, ευτυχέστεροι παρ' άλλους, θέλει υπάρχει ανισότης εις τον μερισμόν των κτημάτων. Η ανισότης αύτη θέλει είσθαι μάλιστα υπερβολική εις τας ακμαζούσας πολιτείας, χωρίς να έχη τις το δίκαιον να την εξαλείψη.

Ομολόγησε λοιπόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι η πολυτέλεια είναι καλόν κατά τι, διότι αυτή διά των δαπανών της σμικρύνει και εξολοθρεύει την ανισότητα ταύτην. Ήγουν η πολυτέλεια είναι καλή εις το να εξαντλή τας πηγάς της πολυτελείας. Το ομολογώ, είπεν ο Βελισάριος, και δέχομαι ν' αφήσωσιν εις τα πλούτη όλα τα μέσα της αναλώσεώς των. Εγώ δεν νωώ να υποχρεώσωσι τον έχοντα να τα καταχώση εις την γην, ουδέ να διορίσωσιν εις αυτόν την χρήσιν αυτών. Οι νόμοι, σε το είπα, δεν χρεωστούν να ενέχωνται εις άλλο, ειμή εις το να επιβάλλωσι το φορτίον των δημοσίων χρειών· εις τα κοινά κτήματα, αφίνοντες άθικτον και ιεράν την μερίδα της τροφής, και εγγίζοντες μόνον το περισσεύον της ευπορίας πάσης καταστάσεως. Η κοινή δόξα θέλει κάμει το λοιπόν. Η κοινή δόξα! είπεν ο αυτοκράτωρ. Ναι, αύτη, είπεν ο Βελισάριος, αστενοχωρήτως και αβιάστως αποκαθιστά παν πράγμα εις τον οικείον τόπον. Απ' αυτήν πρέπει να προσμένωμεν των ηθών την μεταρρύθμισιν. Η μεταρρύθμισις αύτη σε φαίνεται δύσκολος· εξαρτάται από την θέλησιν και το παράδειγμα του κυριάρχου. Άμα ο άνθρωπος, ο έχων μεν την αυτήν αξίαν με άλλους, αλλά κοσμιώτατος και απλούστατος κατά τα ήθη, αξιωθή παρά του άνακτος καλλίστην υποδοχήν, άμα δείξη καταφρόνησιν προς τας κατ' επίδειξιν δαπάνας και την γυναικώδη πολυτέλειαν, άμα ρίψη βλέμμα περιφρονητικόν εις τους δούλους της μαλθακότητος, και προσηλώση όμμα αρεσκείας και αιδούς εις τα θύματα του κοινού συμφέροντος, η αυλή ευθύς θέλει λάβει κλίσιν προς την ευγενή απλότητα και την έμφρονα φειδώ. Η μεγαλοπρέπεια όχι μόνον δεν θέλει τιμάσθαι εκεί, αλλά μάλιστα θέλει είσθαι και απρεπής. Ήθη καθαρά και αυστηρά θέλουν αντικατασταθή αντί των ακολάστων και ματαιοσπούδων. Όλαι αι τιμαί θέλουν αποδίδεσθαι εις την προσωπικήν αξίαν, και αφήσει την ματαιοφροσύνην και την πολυτέλειαν να θαυμάζωνται μόναι και να συναρέσκωνται. Ω! φίλοι, με πόσην ορμήν πίπτον ηθέλαμεν βλέπει το κράτος των! Ηξεύρετε, πόσον η πόλις είναι προσεκτική, ευπειθής και πρόθυμος ν' ακολουθή το παράδειγμα της αυλής. Ό,τι δε είναι εις τιμήν μεταβαίνει εντός ολίγου εις χρήσιν. Η αρχαία λιτότης, αποκατασταθείσα, ήθελε γεννήσει την αφιλοκέρδειαν· αύτη δε τα ηρωικά ήθη. Ο ικανός να γίνη ωφέλιμος άνθρωπος, μη έχων ήδη εις τα σεμνά ήθη ουδεμίαν αιτίαν πλεονεξίας, και ελευθερωθείς από την δουλείαν των εξουθενητικών χρειών της τρυφής, ήθελεν αισθανθή εις εαυτόν αναπτυσσόμενον τον βλαστόν των τιμίων φρονημάτων. Η φιλοπατρία, η φιλοδοξία ήθελαν κυριεύσει ψυχήν ελευθέραν και επαιρομένην διά την ελευθερίαν. Όλαι αι δυνάμεις της ευγενούς αμίλλης ήθελαν αναπτυχθή συγχρόνως. Α! εάν ο ηγεμών ήξευρεν, οποίαν επιρροήν έχει εις τας ψυχάς, και πώς ημπορεί να τας συγκινή ακαταναγκάστως και αβιάστως! Αύτη είναι η πλέον ακαταμάχητος δύναμίς του· και ταύτην μόνον δεν γνωρίζει.

Ποία δε δύναμις, είπεν ο Ιουστινιανός, δύναται ν' αντισηκώση την φιληδονίαν, το θέλγητρον των τέρψεων, την επιθυμίαν του αποκτάν το αντίτιμον όλων των αγαθών; Τι μέλει τον άνθρωπον, τον δι' όλων των αισθητηρίων μεθυσκόμενον υπό της τρυφής, αν η αυλή τον κακολογή, ή τον επαινή; Δύναται ο βασιλεύς να εμποδίση, ώστε ο άνθρωπος ούτος, αυτός καθ' εαυτόν, να μη διαθέτη κατά την φαντασίαν του λαόν βιομήχανον, πρόθυμον να τον υπηρετή, ώστε να μη τον περικυκλόνωσιν αι ηδοναί, να μη τον υποτάσσωνται αι τέχναι; Όχι, είπεν ο Βελισάριος, αλλ', εάν θέλη, δύναται να προσάψη αίσχος μεν εις την μαλθακότητα, καταφρόνησιν δε εις την αργίαν· δύναται ν' αφαιρέση από τα πλούτη το δικαίωμα του να υψόνουν εις τα πρώτα αξιώματα της πολιτείας την οκνηρίαν, την κακίαν και την ανικανότητα· δύναται να κάμη, ώστε αι επαισθητότεραι απoλαύσεις, αι ηδύτεραι του βίου ευφροσύναι να συνάπτωνται με την από του κοινού τιμήν και να υπάγουν ομού με αυτήν προς συναπάντησιν της αξίας· δύναται τουλάχιστον να εξουθενήση την πολυτέλειαν και να της αφαιρέση τον τύφον. Τούτο αρκεί· η πολυτέλεια ταπεινωθείσα δεν θέλει πλέον ταπεινώσει την πενίαν, δεν θέλει πλέον αμαυρόνει την αρετήν. Θέλουν είσθαι αγαθά, το αντίτιμον των οποίων δεν θέλουν είσθαι πλέον τα πλούτη. Η πίστις και η κοινή υπόληψις, αι τιμαί και τα αξιώματα θέλουν απόκεισθαι εις την αξίαν. Ο χρυσός δεν θέλει πλέον εξαλείφει τας κηλίδας του ψόγου και του αίσχους, η δε χαμέρπεια της ψυχής δεν θέλει κρύπτεσθαι πλέον υπό την λάμψιν αλαζονικής μεγαλοπρεπείας.

Πιστεύσατέ με, φίλοι, ότι η πολυτέλεια έχει ολίγας απολαύσεις ανεξαρτήτους από την υπερηφάνειαν. Αι πλέον λεπτουργημέναι επιθυμίαι της είναι πλασταί· η δε γνώμη, η προσαπτομένη εις τας ματαίας και ευμεταβλήτους ηδονάς της, είναι το ευαρεστότερόν των· Εξαλείψατε την γνώμην ταύτην, και θέλετε φέρει τα πλούτη εις την κυρίαν και αληθινήν των τιμήν. Τότε δε, όστις θέλει τα έχει, αν θέλη να τιμηθή και να τα εξευγενίση, θέλει κάμει καλητέραν χρήσιν αυτών. Η πολυτέλεια καθιστά τον πλούσιον να μη δύναται να ήναι γενναίος· αι χρείαι τον καταστένουν φιλάργυρον· και η φιλαργυρία του είναι μίγμα όλων των παθών, τα οποία ευχαριστεί με χρυσίον. Αλλ' αν τα ορμητικώτερα τούτων των παθών, η υπερηφάνεια, η φιλοδοξία, αυτός ο έρως, διότι ακολουθεί την δόξαν, δεν αναφέρονται πλέον εις τα της πολυτελείας, παρατηρήσατε, πόσον αυτής το θέλγητρον και της φιλαργυρίας η δύναμις ελαττούται.

Τα αληθή πλεονεκτήματα του πλούτου, η ευπορία, αι ευκολίαι, αι της αφθονίας τρυφαί, η ανεξαρτησία, και η ανάπαυσις, τέλος το κράτος, το οποίον ο πλούσιος ενεργεί επάνω εις πλήθος ανθρώπων ασχολουμένων εις τα περί αυτόν· όλα ταύτα, λέγω, είναι ικανώτατα να συγκινήσωσι τους μικροψύχους. Και ποσώς δεν ελπίζω, ουδέ φοβούμαι την ολικήν καταστροφήν των τεχνών, τας οποίας υποτρέφει ο πλούτος. Αλλ' εάν αι τιμαί δεν απονέμωνται εις αυτόν, αι ψυχαί, εις όσας η φύσις έδωκεν ενέργειαν και ύψος, αι ψυχαί αι δεκτικαί παθών ευγενών και αρετών μεγάλων, θέλουν καταφρονήσει τας ματαιοτήτας ταύτας και θέλουν ζητήσει αλλαχού τον έπαινον και την δόξαν.

Ποτέ δεν θέλει είσθαι, είπεν ο Τιβέριος, εις επικράτειαν πλουσίαν τούτο, ήγουν η άγονος λαμπρότης των τιμών να αμαυρώση την λαμπρότητα του πλούτου. Μόνον η λάμψις του πλούτου θαμβόνει τον λαόν, και αι τιμαί, η μεγαλειότης αυτή έχουν χρείαν αυτού, διά να εμπνέωσι σέβας εις τον λαόν.

Ποίος από τους δύο κατά την γνώμην σου, τον ηρώτησεν ο γέρων, αυξάνει την σεμνότητα, την μεγαλειότητα της Ρωμαϊκής Γερουσίας, ο πλούσιος Λεύκουλλος ή ο πτωχός Κάτων; Η ερώτησις αύτη ετάραξε τον Τιβέριον. Σας ομιλώ περί καιρού πολυτελείας, υπέλαβεν ο ήρως· και κατ' εκείνον έτι τον καιρόν με οποίον σέβας το υγιέστερον μίσος της πολιτείας, ο λαός, δεν ανεπόλει καθ' εαυτόν τας λαμπράς ημέρας της ελευθέρας, της εναρέτου και πτωχής Ρώμης, τους αιώνας, κατά τους οποίους η μικρά της χώρα εκαλλιεργείτο από χείρας νικηφόρους και κατά τους οποίους το υνίον ήτο δαφνοστεφές; Δότε περισσοτέραν αξίαν εις τον λαόν, και πιστεύσατε, ότι μονάρχης σοφός, περικυκλούμενος από πολεμιστάς και υπουργούς, μη έχοντας τύφον, αλλά φορτωμένους τιμάς και έτη, θέλει προσφέρει θέαμα χιλιάκις σεμνότερον παρά τρυφηλός ηγεμών περικυκλωμένος από αυλικούς. Οι εν τέλει, όσοι θέλουν να τιμώνται χωρίς να δαπανήσωσιν εις τούτο τίποτε, δεν παύουν λέγοντες, ότι το αξίωμά των, διά να εμπνέη σέβας, πρέπει να ήναι περιβεβλημένον πομπήν και μεγαλοπρέπειαν. Και τωόντι, ταύτα είναι ως περιβόλαιον, το μέγεθος του οποίου κρύπτει τα ελαττώματα του σώματος· αλλά τούτο είναι απόδειξις μεγαλητέρα, ότι πρέπει ν' απομακρυνθή αύτη η εξωτερική λαμπρότης, ήτις μετασχηματίζει και συγχέει τους ανθρώπους. Όταν η αρετή παρουσιασθή εις τας πρώτας τιμάς, ως ο αθλητής εις το στάδιον, θέλει διακρίνεσθαι πολύ καλήτερον από την ισχύν και την καλλονήν της. Εάν δε η κακία, η χαμέρπεια, η αναξιότης φανώσιν εκεί, θέλουν πολύ περισσότερον καταισχυνθή.