Part 7
Με ταύτα των δυσκολιών τα φάσματα τους τρομάζουν, είπεν ο Βελισάριος, αλλά γίνονται άφαντα εγγύθεν θεωρούμενα. Θέλεις δε ιδεί αύριον, ότι η του κυβερνάν τέχνη είναι ολιγώτερον πολύπλοκος παρ' όσον νομίζεται. Υγιαίνετε, φίλοι μου. Βλέπετε, ότι αφ' εαυτού μου εκτείνομαι μακρύτερα παρ' όσον ήθελα. Την προς το βασιλεύειν μανίαν πάσχουν οι πλειότεροι των ανθρώπων, και ολίγοι είναι, όσοι εις τας ονειροπολήσεις των δεν τέρπονται, ως εγώ, διατάττοντες την τύχην των πολιτειών. Τούτο είναι παραφροσύνη του χυδαίου, είπεν ο Ιουστινιανός, αλλ' αξιωτάτη του σοφού μελέτη.
Ο αυτοκράτωρ ανεχώρησεν εκπεπληγμένος από όλα, όσα ήδη ήκουσε. Το αυτό εσπέρας δειπνών, άκουσε τους αυλικούς του λέγοντας, ότι ποτέ η αυτοκρατορία δεν ήτον πλέον ακμάζουσα και ευτυχής. Αναμφιβόλως, τους είπεν, η αυτοκρατορία ακμάζει, και σεις κολυμβάτε εις την αφθονίαν· είναι ευτυχής, διότι σεις ζήτε εις την τρυφήν και αργίαν. Εδώ οι υπήκοοι, ως συ, ουδέν λογίζονται, και η αυλή είναι διά σας η αυτοκρατορία. Αι λέξεις αύται τους έκαμαν να κλίνωσιν εις την γην τους οφθαλμούς. Δεν αμφίβαλαν, ότι η μελαγχολία, εις την οποίαν ήτο βυθισμένος ο αυτοκράτωρ, δεν ήτον αποτέλεσμα των μετά του Τιβερίου συνδιαλέξεών του. Ο Τιβέριος, έλεγαν, είναι νέοι ενθουσιών, μαινόμενος υπό φιλανθρωπίας. Τίποτε επικινδυνότερον ενταύθα παρά τον τοιούτου χαρακτήρος άνθρωπον· ας πασχίσωμεν κατ' ανάγκην να τον απομακρύνωμεν.
Κεφάλαιον ΙΒ'.
Την επαύριον, ενώ εις την ραδιουργίαν ταύτην ενησχολείτο η αυλή, ο καλός τυφλός και οι δύο ξένοι του ήρχισαν πάλιν την συνομιλίαν των.
Ο ηγεμών, ο θέλων μόνος του να βασιλεύη, τους έλεγε, πρέπει να ηξεύρη να κάμνη όλα απλά. Η πρώτη του φροντίς είναι να γνωρίση καλώς, τι είναι το ωφέλιμον εις τους υπηκόους του, και τι προσμένουσιν ούτοι απ' αυτόν. Τούτο μόνον είναι σπουδή απέραντος. Είναι απλουστάτη, είπεν ο ήρως, διότι αι χρείαι ενός είναι χρείαι πολλών, και έκαστος ημών γνωρίζει, τι είναι ωφέλιμον εις τον άνθρωπον. Παραδείγματος χάριν, είπεν, ερωτών τον νέον, εάν ήτο γεωργός, τι ήθελεν ελπίζει από την αγαθότητα του ηγεμόνος; Να μ' ασφαλίση τους καρπούς του κόπου μου, είπεν ούτος, να μ' αφίνη να τους απολαύω, αφού λάβη τον φόρον του, με τα τέκνα και την γυναίκα μου, να υπερασπίζεται την κληρονομίαν μου κατά του δόλου και της δυναστείας. Αυτά είναι όλα! είπεν ο Βελισάριος, και έκαστος πολίτης εις το επάγγελμά του, δεν απαιτεί περισσότερα απ' αυτά. Ο ηγεμών δε, εξηκολούθησεν ο γέρων, τι απαιτεί και αυτός από τους υπηκόους του; Την υπακοήν, τον φόρον και τας δυνάμεις προς διατήρησιν των νόμων του. Τούτο είναι έτι απλούν και δίκαιον, είπεν ο Βελισάριος. Των δε υπηκόων τα αμοιβαία χρέη ποία είναι; Να ζώσιν ειρηνικώς, να μη βλάπτουν αλλήλους, ν' αφίνωσι εις έκαστον το ίδιόν του και να διατηρώσιν εις την συναναστροφήν των την ομόνοιαν και ειλικρίνειαν. Ιδού, φίλε, είπεν ο γέρων, εν συντόμω η ευδαιμονία του κόσμου και διά τούτο, βλέπεις καλά, ότι δεν χρειάζεται πολύτομος νομοθεσία. Ήτο ποτε καιρός, ότε οι νόμοι της Ρώμης ήσαν γραμμένοι εις δώδεκα πίνακας· ο καιρός εκείνος ήτο πολύ καλήτερος παρά τούτον. Το δίκαιον δεν είναι άλλο, ειμή η στάθμη του ωφελίμου, και το μέτρον του επιβαίνοντος μέρους εις έκαστον από του κοινού αγαθού. Η δικαιοσύνη μόνον ας παρεδρεύη εις τον μερισμόν τούτον, και ο κώδηξ των δεν θέλει είσθαι ογκώδης.
Ό,τι δε τους καταστένει πολυπλόκους και ογκώδεις, είναι η μικρόλογος φαντασιοκοπία αυθαιρέτου θελήσεως, ταττούσης αντί νόμων τας φαντασίας της, δια των οποίων μεταβάλει το παν κατά πάσαν στιγμήν· ο μικρόψυχος φόβος μήπως δεν δώσωσιν εις την ελευθερίαν πολλούς δεσμούς, προς δέσμευσιν· η ζηλότυπος αλαζονεία του δεσπόζειν, ήτις ποτέ δεν πιστεύει, ότι κάμνει να αισθάνωνται οι άλλοι αρκούντως τα δίκαιά της· η μανία του να θέλουν να διατάσσουν μυρίας λεπτομερείας, αίτινες αφ' εαυτών ικανώς και πολύ καλήτερα διατάσσονται. Επί της βασιλείας ταύτης, έγινε μεγάλη συλλογή διαταγμάτων και ενταλμάτων αναριθμήτων· αλλ' αύτη είναι διδασκαλείον των νομικών, και όχι του λαού. Όθεν τον λαόν είναι ο λόγος να διδάξωμεν τα χρέη και τα δικαιώματά του. Καθείς οφείλει να ήναι ο πρώτος του εαυτού του δικαστής· καθείς λοιπόν οφείλει να ηξεύρη, τι είναι διωρισμένον, απηγορευμένον και συγχωρημένον από τον νόμον.
Διά τούτο είναι χρεία νόμων απλών, σαφών, ευλήπτων, ολιγαρίθμων, και ευπροσαρμόστων. Τούτο δε μάλιστα θέλει συντέμει το πολύπλοκον της κυβερνήσεως. Διότι, άμα ο λαός ηξεύρει, τι χρεωστεί, και τι τον χρεωστούν, φρονηματίζεται διά την ασφάλειάν του, και ευχαριστείται διά την υποταγήν του. Βλέπει το εκ των θυσιών του όφελος, και θεωρών το κοινόν συμφέρον ως ίδιόν του, σέβεται την εξουσίαν, ήτις ενεργεί, ώστε να συντρέχη το έν εις το άλλο. Διά τι φαίνεται τόσον συχνά ωργισμένος κατά του ζυγού των νόμων; Διότι η αυστηρότης όλη είναι προς το μέρος των απαγορευόντων νόμων, η δε μαλθακότης και ραθυμία προς το των βοηθούντων αυτόν νόμων και οφειλόντων να τον προστατεύουν. Η απλότης λοιπόν δημοτικού κώδικος ήθελε θεραπεύσει την κατάχρησιν ταύτην. Διότι οι δικασταί, βλέποντες τον λαόν ικανώς ειδήμονα, ώστε να τους κρίνη διά μέσου αυτών εκείνων, και δυνάμενον να επικαλεσθή κατ' αυτών νόμον ακριβή και βέβαιον, δεν ήθελαν τολμήσει να κάμψουν τον κανόνα, ουδέ ν' αλλάξουν την στάθμην κατ' αρέσκειάν των.
Οι καταχρηστικώτεροι νόμοι είναι οι δίδοντες λαβήν εις τα κτήματα. Δεν επιβουλεύονται ούτε την ζωήν ούτε την ελευθερίαν των υπηκόων, αλλ' όταν δένουν τας χείρας αυτών, τούτο βέβαια γίνεται, διά να τους γυμνώσουν. Ώστε εκ των μυρίων κακών, όσα κάμνουσιν οι κατέχοντες την εξουσίαν, μόλις υπάρχει έν μόνον, το οποίον δεν είναι έργον της φιλαργυρίας. Εδώ λοιπόν χρεωστεί ο ηγεμών να φέρη τον λύχνον, και, από τούτον αρχόμενος, να παρατηρήση εναργώς την φορολογίαν.
Ενόσω ο φόρος θέλει είσθαι πολυπλασιασμένος, απροσδιόριστος και πολύπλοκος, ως είναι τώρα, η διοίκησίς του, ό,τι και αν κάμη τις, θέλει είναι συγκεχυμένη και απατηλή. Πρέπει λοιπόν να τον κάμουν απλούν. Ο νόμος δε, όστις θέλει τον διδάξει, ας ήναι ακριβής και αμετάθετος· και ο φόρος αυτός, αυτή η ανάγκη της πολιτείας, ας ήναι ίσος, εύκολος, φυσικός, ας ήναι είς, επιβεβλημένος εις κτήματα πραγματικά και ακίνητα, τεταγμένος κατά την τιμήν των, και ο αυτός πανταχού. Ο φόρος, παραδείγματος χάριν, τον οποίον επλήρονε μετά χαράς η ευδαίμων Σικελία προς τους Ρωμαίους, εκείνος, του οποίου η μετριότης έκαμε τον Καίσαρα να λατρεύεται εις τας επαρχίας της Ασίας. Ο δόλος δεν θέλει πλέον δύνασθαι να καταφεύγη εις τον σκοτεινόν λαβύρινθον διαταγμάτων αλόγων και γελοίων ((5)· αυτή μάλιστα του δικαίου η σαφήνεια θέλει προσδιορίσει τα όρια αυτού· και παύουσα από το να ήναι απόλυτα, θέλει παύσει από το να ήναι βδελυκτός.
Ηξεύρεις, είπεν ο αυτοκράτωρ, τι αντιτάττουν εις τους κανόνας σου; Κάμνων τις απλούν, τον φόρον ήθελε τον σμικρύνει. Το ελπίζω, είπεν ο ήρως. Και έπειτα, επρόσθεσεν ο αυτοκράτωρ, εάν ο λαός ευπορή μεγάλως, θέλει είσθαι, λέγουν, αμελής υπερήφανος, ταραχοποιός, δυσμεταχείριστος. Ω Θεέ! ανεβόησεν ο Βελισάριος, οποίον μέσον μεταχειρίζονται, διά να καταστήσουν ράθυμον τον λαόν, αντί ν' ασφαλίσωσι τους καρπούς των κόπων του! Οποίον μέσον διά να τον καταστήσουν απειθή και στασιώδη, αντί να τον καταστήσωσιν ευτυχέστερον! Φοβούνται, μη γίνη αλαζών.
Αι! ηξεύρω κάλλιστα, ότι θέλουν να τρέμη, ως δούλος από τον φόβον του ραβδισμού· αλλ' ενώπιον τίνος χρεωστεί να τρέμη, όταν ήναι αθώος και άμεμπτος; Εις ποίαν άλλην εξουσίαν χρεωστεί να υποτάσσεται παρά εις την των νόμων και του νομίμου κυριάρχου; Ποίον κράτος θέλει είσθαι ποτέ βεβαιότερον περί της υποταγής αυτού, παρά το οποίον διά των αγαθοεργιών της ευγνωμοσύνης και της αγάπης απέκτησεν όλα της πατρικής εξουσίας τα δίκαια; Πίστευσέ με, εγώ γνωρίζω τον λαόν· δεν είναι τοιούτος, οποίον σε τον περιγράφουν. Εκείνο, το οποίον τον εκνευρίζει, και από το οποίον απαυδά, είναι η πτωχεία και αθλιότης· εκείνο δε, το οποίον τον παροξύνει, τον διεγείρει εις αποστασίαν, είναι η προερχομένη εκ του ότι αποκτά αδιαλείπτως και ποτέ δεν έχει. Ιδού το αληθές· και το ηξεύρουν πολλά καλά, αλλά το κρύπτουν. Έκαμαν μεταξύ των σύστημα, το οποίον συναγωνίζονται να υποστήσουν. Το σύστημα τούτο των μεγάλων είναι, ότι, το ανθρώπινον γένος ζη ιδίως δι' ολίγους ανθρώπους, και ότι ο κόσμος έγινε δι' αυτούς. Τούτο είναι υπερηφάνεια ακατανόητος, είπεν ο αυτοκράτωρ· είναι όμως βέβαιον, ότι υπάρχει εις πολλάς ψυχάς. Όχι, είπεν ο Βελισάριος, είναι καθ' υπόκρισιν, δεν ήτο ποτέ ειλικρινής. Ουδείς άνθρωπος με ορθόν λόγον υπάρχει, όστις, όσον μέγας και αν ήναι, παραβάλλων εαυτόν μυστικώς προς τον λαόν, ο οποίος τον τρέφει, τον υπερασπίζει, τον προστατεύει, δεν συναισθάνεται ταπείνωσιν ενδομύχως· διότι αισθάνεται καλώς, ότι είναι αδύνατος, ότι εξαρτάται, και ότι έχει χρείαν. Η μεγαλειότης του δεν είναι άλλο, παρά πρόσωπον, το οποίον υποκρίνεται διά να καταπλήττη· αλλά το κακόν είναι, ότι καταπλήττει και κατορθόνει να πείση.
Ο Θεός, φίλτατε Τιβέριε, να φυλάξη τον φίλον σου από το να εμπέση εις την παράλογον ταύτην πλάνην! Κατόρθωσε να επιβλέψη εις την αρχέγονον κοινωνίαν, και θέλει την ιδεί διηρημένην εις τρεις τάξεις, και τας τρεις δε καταγινομένας εις την αμοιβαίαν συμβοήθειαν, την μίαν εις το να εκβάλλη από τον κόλπον της γης τα προς το ζην αναγκαία, την άλλην εις το να δίδη εις τα προϊόντα ταύτης την μορφήν και τας ποιότητας τας αναλόγους εις την χρήσιν των, και την τρίτην εις την διοίκησιν και υπεράσπισιν του κοινού αγαθού. Εις την κατάστασιν ταύτην ουδείς αργός, ανωφελής· αι αμοιβαίαι βοήθειαι εκπληρούνται· έκαστος το κατά δύναμιν συνεισφέρει ενδελεχώς· δυνάμεις, βιομηχανία, περίνοια, γνώσεις, ευφυία, αρεταί, τα πάντα χρησιμεύουν, τα πάντα συντελούν· εις αυτήν δε μόνην την τάξιν την τόσον απλήν, την τόσον φυσικήν, την τόσον κανονικήν, καταντά η οικονομία δικαίας κυβερνήσεως. Βλέπεις δε, ότι ήθελεν είσθαι ανόητον να καταφρονή η μία των τάξεων τούτων τας συντρόφους της· ότι όλαι εξίσου είναι ωφέλιμοι, εξίσου υποκείμεναι και, ότι, αν υποθέσωμεν μάλιστα, ότι υπάρχει μεταξύ αυτών υπεροχή τις, αύτη ήθελεν είσθαι εις την των γεωργών· διότι, αν η πρώτη χρεία ήναι το ζην, η τρέφουσα τους ανθρώπους τέχνη είναι η πρώτη των τεχνών. Αλλ' επειδή είναι εύκολος και στερεά, δεν εκθέτει τον άνθρωπον εις κίνδυνον, ουδ' απαιτεί παρ' αυτού, ειμή τας συνηθεστέρας δυνάμεις· είναι καλόν και αι τέχναι αι χρήσιμοι και απαιτούσαι ευφυίαν, αρετάς, σπανιώτερα προτερήματα, να ενθαρρύνωνται ομοίως περισσότερον. Ώστε αι χρειωδέσταται τέχναι δεν θέλουν είσθαι αι επισημότεραι, και ουδέ το απαιτούν. Αλλ' όσον ήθελεν είσθαι περιττόν το ν' απονέμωνται εις αυτάς προτιμήσεις μάταιαι, τοσούτον ήθελεν είσθαι άδικον και απάνθρωπον το να προσάπτεται εις αυτάς σκληρά καταφρόνησις. Ο φίλος σου λοιπόν, φίλτατε Τιβέριε, ας φυλάττεται απ' αυτήν την ανόητον καταφρόνησιν, ας περιποιήται, ως τροφόν του εαυτού του και της πολιτείας, την μερίδα ταύτην της ανθρωπότητος, την τόσον ωφέλιμον και τόσον καταφρονουμένην. Είναι δίκαιον να εστιάζεται ο λαός διά τας τάξεις τας βοηθούσας αυτούς, και να συντρέχη ομού με αυτάς εις την διατήρησιν της εξουσίας, ήτις τους ασφαλίζει. Της γης είναι το να τρέφη τους ανθρώπους. Αλλ' οι πρώτοι, τους οποίους χρεωστεί να τρέφη, είναι οι καταστένοντες αυτήν γόνιμον· δεν έχουσι δε δικαίωμα ν' απαιτώσιν απ' αυτούς άλλο, ειμή το περισσεύον από τας χρείας των ((6). Εάν δεν επορίζοντο διά της σκληροτάτης και χρονιωτάτης εργασίας άλλο τι, ειμή ζωής μόνον πόρον πενιχρόν, δεν ήθελαν είναι πλέον εις την πολιτείαν κοινωνοί, αλλά δούλοι. Το επιτήδευμά των ήθελε γίνει εις αυτούς βδελυρόν και ανυπόφορον· ήθελαν το παραιτήσει, αλλάξει τάξιν, ή παύσει από το να διαδίδωσι το γένος και να διαιωνίζωσι την τάξιν των.
Είναι αληθές, είπεν ο Ιουστινιανός, ότι καθ' υπερβολήν τους στενοχωρούσιν, αλλά κατ' ευτυχίαν τόσον ολίγων χρείαν έχουσι τούτο το είδος των σκληραγωγημένων εις τον κόπον ανθρώπων! Η φιλοδοξία των δεν υπερβαίνει τας πρώτας της ζωής χρείας· ας έχωσιν άρτον, και ευχαριστούνται.
Τωόντι, γείτον, είπεν ο Βελισάριος, ημπορεί να είπη τις, ότι έζησες όλην την ζωήν σου εις την αυλήν· τόσον καλά γνωρίζεις την διάλεκτον αυτής. Ταύτα λέγουσιν αυτού ακαταπαύστως, διά να καταπείσωσι τον ηγεμόνα να γυμνόνη τους υπηκόους του, να τους καταπιέζη ασυνειδήτως. Ναι, σύμφημι, ότι δεν έχει τας ανοήτους της πολυτελείας χρείας. Αλλ' όσον η ζωή των είναι λιτή και σώφρων, όσον τους νομίζουν νηφαλίους και υπομονητικούς, τόσον περισσότερον είναι βέβαιον, ότι οι άνθρωποι, μεμψιμοιρούντες, κάμνουσι τούτο ευλόγως. Εις την διάλεκτον της αυλής, η έλλειψις των αναγκαίων σημαίνει έλλειψιν διατροφής παμπόλλων αχρήστων ίππων, καμήλων, αργών υπηρετών. Εις την διάλεκτον τον γεωργού σημαίνει έλλειψιν πόρου διατροφής του υπεργήρου πατρός του, των τέκνων του, των οποίων αι ασθενείς χείρες δεν δύνανται να τον βοηθήσωσι, και της γυναικός του της εγκυμονούσης ή γαλουχούσης νέον υπήκοον της πολιτείας· σημαίνει έλλειψιν πόρων διά προκαταβολάς εις την γην, όσας αυτή απαιτεί· πόρων διά ν' ανθέξη εις ενιαυτόν άπορον διά την χάλαζαν, ή διά την ακαρπίαν πόρων διά να προμηθευθή δι' εαυτόν ή τους οικείους του εν καιρώ γήρατος ή νόσου, τας ανακουφίσεις, τας βοηθείας, όσων η φύσις έχει χρείαν. Όθεν, φίλοι μου, και ερωτώ, αν αύτη η πρώτη χρήσις των της γεωργίας προϊόντων δεν ήναι αγία και απαραβίαστος μάλλον, παρ' όσον έπρεπε να ήναι ο θησαυρός του Ιουστινιανού.
Φευ! είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι καιροί συμφοράς, οπόταν δεν δύναταί τις να αποφύγη από το να την βλάψη.
Πρέπει διά τούτο, είπεν ο Βελισάριος, να εξαντληθούν αι πηγαί όλαι των περιττών, και να μη μένη πλέον άλλος πόρος εις σωτηρίαν του λαού, παρά ο της ερημώσεως, δεν είδα ποτε αυτούς τους καιρούς. Αλλ' ας ομιλήσωμεν αληθώς ((7)· ηξεύρεις, τι καταπιέζει την φιλόπονον και πάσχουσαν τάξιν της πολιτείας; Το βάρος, το οποίον ρίπτει επ' αυτήν η αργή και τρυφώσα τάξις. Όσοι διά του πλούτου των μετέχουν περισσότερον από τας ωφελείας την κοινωνίας, ούτοι είναι οι ολιγώτερον συνεισφέροντες εις τας δαπάνας την διοικήσεως και της υπερασπίσεώς της. Φαίνεται, ότι η αχρηστία είναι δι' αυτούς προνόμιον. Κατόρθωσε να παύση αύτη η κατάστασις· να διανέμωνται κατά τας δυνάμεις και τας ιδιότητας εκάστου το βάρος των δημοσίων εξόδων, και το βάρος τούτο θέλει είσθαι ελαφρόν δι' όλους.
Τι έκαμαν, είπεν ο αυτοκράτωρ, διά να στερεώσωσι την επιθυμητήν ταύτην ισότητα; Δεν κατεδίκασαν εις το πυρ τους απίστους δεκαδάρχους, οίτινες, επιβάλλοντες τον φόρον της πόλεώς των, υπερεβάρυνάν τινας, διά ν' απαλλάξωσιν απ' αυτόν τους άλλους; Φευ! ηξεύρω, είπεν ο Βελισάριος, ότι δεν κάμνουν χάριν εις τους ταλαιπώρους τούτους. Επειδή δεν κατεδυνάστευσαν πολύ σκληρά τον λαόν, τον δεσμεύουν, τον πληγόνουν με ραβδισμούς, τον φέρουσιν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να φθονήση την κατάστασιν των δούλων. Αλλ' είναι ραβδισμοί, δεσμωτήρια, κολαστήρια, διά τους επιστάτας σας, τους ανθυπάτους και τους επάρχους σας; Και αν ήθελαν είσθαι, τι αχρηστότερον, όταν κλείσωσι των υπηκόων το στόμα, και αποπνίξωσι τας κραυγάς των; Δότε εις αυτούς νόμους ολιγώτερον αυστηρούς, και την πληρεξουσιότητα να καταδιώκωσι τους παραβάτας αυτών.
Καθ' όλους τους καιρούς, είπεν ο Ιουστινιανός, ήτο συγχωρημένον εις τους υπηκόους να προσκλαίωνται. Ναι, επανέλαβεν ο Βελισάριος, εάν μόνον οι τύραννοι των ευδοκήσωσι να τους δώσωσι την άδειαν τούτου.
Δεν απήτησαν την προσκόλλησιν των προέδρων και των επάρχων, διά να ημπορώσιν αι πόλεις και αι επαρχίαι να μηνύωσιν εις την αυλήν τα κακά, των οποίων πρωταίτιοι, ή συναίτιοι είναι αυτοί εκείνοι; Και ήτο άρα γε βεβαιότερον μέσον του ν' ασφαλίσωσι την ατιμωρησίαν αυτών; Οι νόμοι προστάσσουσιν εις τους φύλακάς των να εναντιόνωνται εις τας κακώσεις· αυτοί δε είναι οι πράττοντες αυτάς. Οι νόμοι καθιστώσιν εις αυτούς ιερόν χρέος το προφυλάττειν τον ασθενή από του ισχυρού τας ύβρεις· εις δε τας χείρας των είναι η δύναμις και το δικαίωμα να την καταχρώνται. Οι νόμοι προσδιορίζουν το σύνολον του φόρου, αλλ' οι έπαρχοι, οι ανθύπατοι, οι πρόεδροι τον διανέμουν, και πάντοτε ευρίσκουν προφάσεις να τον μεγαλύνωσιν. Οι νόμοι συγχωρούσι να εγκαλώσι τους πελάτας του επάρχου εις το δικαστήριον αυτού τούτου του επάρχου· αλλ' αγορεύουν την από τούτο το δικαστήριον εις το του ηγεμόνος έφεσιν, επί λόγω, ως λέγουν, ότι ο ηγεμών υψόνει εις την αξίαν, όχι άλλους, ειμή άνδρας δεδοκιμασμένους διά την ευθύτητα και φρόνησιν. Δεν ημπορεί λοιπόν ποτέ ν' απατηθή εις την εκλογήν του; Οποία αφροσύνη το να ριψοκινδυνή η τύχη ενός λαού εις την εμπιστοσύνην ενός μόνου ανθρώπου! Ο Ιουστινιανός ενόησε την κατάχρησιν τούτου. Ούτος αποκατέστησε τους πράκτορας, τους νέους του λαού καταδυνάστας έχοντας το δικαίωμα ν' αντιστέκωνται εις τας κλοπάς των επάρχων. Η εις τας επαρχίας διατριβή των διέδωκεν εντός ολίγου τον μολυσμόν, και, από επιτηρητάς γενόμενοι συγκακούργοι, δεν έκαμαν άλλο, ειμή αύξησαν τον αριθμόν των τυράννων. Ιδού πόθεν προέρχεται να μένωσιν ατιμώρητοι τόσαι καταχρήσεις και άχρηστοι τόσοι καλοί νόμοι. Τι ήθελες κάμει συ; τον είπεν ο αυτοκράτωρ. Ήθελα εισακούσει την κραυγήν των αδυνάτων, είπεν ο Βελισάριος· ο δε άδικος και ισχυρός ήθελε τρέμει.
Αναμεταξύ εις τας θεσμοθεσίας των αυτοκρατόρων μας είναι και μία, την οποίαν σέβομαι και επιθυμώ ενθέρμως να ιδώ πάλιν εν ενεργεία. Ότε, αναμέσον των πολυπληθών της υπερτάτης εξουσίας φυλάκων, εύρον πράκτορας, η φροντίς των οποίων ήτο να απέρχωνται εις τας επαρχίας διά να δέχωνται του λαού τα παράπονα, και να τα αναγγέλλωσιν εις τον αυτοκράτορα, συνησθάνθην την ψυχήν μου ανοιγομένην και φιλανθρωπίαν πνέουσαν εντός μου· εύχομαι δε να δώση καλός ηγεμών εις ταύτην την αξίαν την πρέπουσαν σεμνότητα· να διορίζη εις ταύτην τους εναρετωτάτους, τους πιστοτάτους, τους οικειοτάτους του φίλους, να δέχεται μετά πασιφανούς και σεμνοτάτης πομπής, ενώπιον του βωμού, τον όρκον, τον οποίον θέλουν κάμει εις το όνομα του θεού, των υπηκόων του και εαυτού, ότι δεν θέλουν ποτέ προδώσει του ασθενούς τα συμφέροντα, χαριζόμενοι εις τον ισχυρόν· να τους πέμπη κατ' έτος εις τους υπηκόους του, έχοντας το ιερόν όνομα επίτροποι, και να τους ανακαλή προς αυτόν, άμα εκπληρώσωσι το επιτεταγμένον, διά να μη τους παραδώση εις την διαφθοράν. Οποίαν ενέργειαν δεν θέλει προξενεί και η παρουσία και η προσδοκία των! Ιδέ κατά την άφιξη του δικαίου ανδρός εις τας επαρχίας, πώς η ελευθερία υψούται με ατάραχον μέτωπον, η δε ακολασία και η τυραννία κλίνουσαι κάτω τους οφθαλμούς τρέμουσιν. Ιδέ τους επάρχους σου, τους προέδρους σου, τους ανθυπάτους σου, και τους επιστατούντας υπαλλήλους, πώς ωχρίωσι, πώς τρέμουσιν ενώπιον του κριτού των, τους δε υπηκόους, πώς τον περιστοιχίζουν, ως πατέρα και εκδικητήν των. Οι μονάρχαι κλαίονται, ότι η αλήθεια φεύγει απ' αυτούς! Αι! φίλοι, αυτή τους ζητεί μάλιστα διά μέσου λογχών και ξιφών.
Πόσον ευκολώτερον ήθελε τας πλησιάζει, εάν άφιναν ελευθέραν εις αυτόν πρόσοδον! Όχι η κραυγή όχλου στασιώδους, αλλ' η ταπεινή φωνή συνετού και εναρέτου ανδρός ήθελε φέρει ενώπιον του θρόνου τα παράπονα της ανθρωπότητος. Ω! πόσον αι καταχρήσεις, αι αδικίαι αι γινόμεναι εις όνομα του ηγεμόνος, ήθελαν είσθαι πολύ σπανιώτεραι, εάν έμελλαν να διέρχωνται καθ' έκαστον έτος υπό τους προσεκτικούς και αυστηρούς της δικαιοσύνης οφθαλμούς, και εάν η ρομφαία του από το ύψος του θρόνου εκτείνετο διά να τους τιμωρήση!
Από όλα τα επιτηδεύματα, το πολεμικόν αναντιρρήτως είναι εκείνο, εις το οποίον η ακολασία και η αταξία φαίνεται, ότι μέλλουν να επικρατώσι μάλλον ατιμωρήτως. Αλλ' ας αποδώσωσιν εις την πειθαρχίαν την αυστηρότητα και την ισχύν της· ας μη εμβαίνη ποσώς ευνοίας ενέργεια εις το μέσον, διά να πραΰνη τους αυστηρούς νόμους αυτής· καί τινα παραδείγματα, ως το οποίον ο Ιουστινιανός έδωκεν εις τον κόσμον, θέλουν εντός ολίγου εμπνεύσει φόβον και εις τους θρασυτάτους. Και ποίον είναι τούτο το παράδειγμα; ερώτησεν ο αυτοκράτωρ. Ιδού ποίον, απεκρίθη ο Βελισάριος. Τούτο, κατά την γνώμην μου, είναι η καλλίστη στιγμή της βασιλείας του Ιουστινιανού. Οι στρατηγοί του εις την Κολχίδα εμίαναν τας χείρας των εις το αίμα του βασιλέως των Λαζών, του συμμάχου του. Έστειλεν αυτού άνδρα, αδιάφθορον ((8), με πληρεξουσιότητα να κρίνη και να τιμωρήση, αφού ακούση την κατηγορίαν του έθνους των Λαζών και την απολογίαν των κατηγορουμένων. Ο υπέρτατος και φοβερός ούτος κριτής έδωκεν εις ταύτην την μεγάλην δίκην όλην την πομπήν, ίσης ήτο αξία. Έκλεξε δικαστήριον λόφον τινά του Καυκάσου, και εκεί ενώπιον του στρατεύματος των Λαζών επρόσταξε ν' αποκεφαλίσωσι τους φονείς του βασιλέως των. Αλλ' όλα ταύτα απαιτούν τουλάχιστον άνδρας αδωροδοκήτους, και κατά δυστυχίαν οι τοιούτοι είναι σπάνιοι, μάλιστα αφού η γερουσία εταπεινώθη και εξευτελίσθη.
Τι! είπεν ο Τιβέριος, ποθείς τους τυράννους εκείνους της ελευθερίας, τους δούλους της τυραννίας;
Ποθώ την γερουσίαν, είπεν ο ήρως, όχι οποία ήτο, αλλ' οποία ημπορεί να ήναι. Πάσα δεσποτεία κλίνει προς την τυραννίαν διότι φύσει ο άνθρωπος θέλει να γίνεται το θέλημά του νόμος. Η προς τον λαόν σκληρότης της γερουσίας και η άκαμπτος υψηλοφροσύνη αυτής παρεκίνησαν αυτόν να προτιμήση παρά την βασιλείαν της την του δεσπότου, τον οποίον ήλπιζον να εύρωσι δικαιότερον και πραότερον. Ο δεσπότης ούτος επιθυμών να βασιλεύη απολύτως, ενήργησε να καταβληθή ο τύφος της γερουσίας υπό τον ζυγόν! Η δε γερουσία καταληφθείσα υπό του φόβου, έγινε ταπεινοτέρα και ουτιδανωτέρα παρ' όσον ο δεσπότης αυτής ήθελεν. Ο Τιβέριος αυτός εκείνος ηγανάκτει δι' αυτό. Αλλ' είναι εύκολον να καταλάβωμεν, ότι παύουσα από το να ήναι επικίνδυνος η γερουσία, εγίνετο ωφέλιμος· ότι έδιδεν εις την εξουσίαν χαρακτήρα σοβαρώτερον, και ότι, γενομένη διαλλάκτης του λαού μετά του ηγεμόνος, ήθελεν είσθαι το στήριγμα όλων των δυνάμεων του κράτους. Μολοντούτο δεν θεωρώ την γερουσίαν κατά ταύτην την εποπτείαν. Επιθυμώ να ήναι αυτή φυτώριον ανδρών γυμνασθέντων να κρατώσι το ξίφος και την στάθμην, ανατραφέντων εις τα βουλευτήρια και εις τας μάχας, εμπείρων της τέχνης του κυβερνάν και διά των νόμων και διά των όπλων. Από ταύτην την τάξιν των πολιτών, περικρατουμένην εις δικαίους όρους και τιμωμένην, ως έπρεπε να τιμάται, ήθελε λαμβάνει ο αυτοκράτωρ τους στρατηγούς του, τους υπουργούς, τους επάρχους, και τους άρχοντάς του. Την σήμερον, αν έχη τις χρείαν ανδρός επιτηδείου, εναρέτου, φρονίμου· πού έγινε γνωστός διά των πράξεών του; προς δοκιμήν ήθελαν τάχα τον δώσει την δύναμιν ν' αποφασίση την τύχην λαού τινος; Αλλ' εις τ' αφανή τάχα έργα του της αυλής τάγματος ((9) γυμνάζονται οι Ρήγουλοι, οι Φάβιοι, οι Σκηπίωνες. Αντί σταδίου, όπου αι ψυχαί ασκούνται, όπου αι φυσικαί αρεταί αμιλλώνται, όπου η ευφυία ανελίσσεται, όπου αι γνώσεις και αι αρεταί διασχίζουν το πλήθος και διαλάμπουν, απέδωκαν σχεδόν τα πάντα εις την τύχην της γεννήσεως, εις την φαντασιοκοπίαν της ευνοίας. Τοιουτοτρόπως συσσωρεύονται τα κακά, από τα οποία καταπίπτει η πολιτεία.
Τι θέλεις; είπεν ο αυτοκράτωρ· όταν οι άνθρωποι εξέπεσαν από την πρώτην κατάστασίν των, όταν το γένος αυτών διεφθάρη, και μ' όλην την επιμέλειαν δεν δύναταί τις εξ αυτών να κάμη κακήν εκλογήν, πρέπει ν' απελπισθή, ν' αποκάμη εκλέγων.
Όχι, είπεν ο Βελισάριος, ποτέ δεν πρέπει ν' απελπίζεται. Η διαφθορά δεν είναι ποτε ολική. Εις όλα τα μέρη είναι άνδρες αγαθοί· και αν λείπουν, ενεργούν να γεννήσωσιν αυτοί. Αρκεί μόνον ο ηγεμών να τους αγαπά, και να ηξεύρη, πώς να τους διακρίνη. Υγιαίνετε, φίλοι. Τούτο θέλομεν έχει ημείς αύριον παραμυθητικήν συνδιάλεξιν. Διότι ημπορεί σαφώς να καταλάβη τις ότι, διά να θεραπευθή η δεινοτάτη των πραγμάτων κατάστασις, ένας μόνος άνθρωπος αρκεί να θελήση.
Ο Βελισάριος αποδίδει την ύπαρξιν πάντων εις την ασθενή θέλησίν μας, είπεν ο Ιουστινιανός προς τον Τιβέριον. Αλλά δύναταί τις να επιφορτισθή την διάκρισιν και την εκλογήν των ανθρώπων; Και δεν ηξεύρει πόσον ούτοι υποκρίνονται προς ημάς. Ό,τι δεν δύναμαι να εννοήσω, είπεν ο Τιβέριος, είναι, ότι φρονεί τους ανθρώπους γεννωμένους οποίους τους θέλεις, ως να υπέκειτο εις εσέ η φύσις. Εντοσούτω ο Βελισάριος είναι φρόνιμος· η ηλικία, η δυστυχία τον εδίδαξαν· είναι άξιος ακροάσεως.
Κεφάλαιον ΙΓ'.
Την επιούσαν φθάσαντες, εύρηκαν αυτόν καλλιεργούντα τον κήπον του ομού με τον Παυλίνον τον κηπωρόν του. Αν ήρχεσθε, προ ολίγου, τας είπεν, ηθέλετε διδαχθή, ως εγώ, μάθημα καλόν της περί το άρχειν επιστήμης. Διότι τίποτε δεν παρομοιάζει τόσον την των ανθρώπων κυβέρνησιν, όσον η των φυτών. Ο δε κηπωρός μου ούτος κρίνει περί αυτής, ως Σόλων.
Τότε, ενώ ο Αυτοκράτωρ και ο Τιβέριος συνεπεριπάτουν με τον ήρωα, ο νέος τον επρόβαλε τας σκέψεις, τας οποίας είχαν κάμει, και τας αιτίας, διά τας οποίας εφοβούντο, μη πλανηθή.