Part 6
Καμμίαν δεν ημπορεί να δείξη, είπεν ο Βελισάριος, εις την οποίαν να μη ενέχεται και το συμφέρον της πολιτείας. Τίποτε δεν εξέρχεται εξ αυτού χωρίς συμφέρον. Και χρεωστεί να ηξεύρη ως και αυτάς της υποδοχής του τας φιλοφροσύνας να διανέμη. Νομίζουν τινές, ότι η εύνοια είναι μικρόν κακόν εις τα μικρά πράγματα· αλλ' η ελευθερία του διανέμει χάριτας· έχει τόσα θέλγητρα, και η έξις αυτού είναι τόσον ηδεία, ώστε δεν κρατείται πλέον ο άνθρωπος, αφού γίνη έκδοτος εις τούτο. Ο κύκλος της ευνοίας εκτείνεται, η ελπίς του να προχωρήσωμεν δίδει χώραν εις μηχανουργίας· του δε προχώματος τούτου διασπασθέντος άπαξ, αφαιρείται το μέσον, το οποίον η ψυχή του ηγεμόνος αντιτάσσει εις την ώθησιν των παθών και συμφερόντων της αυλής του; Το πρόχωμα τούτο, αγαπητέ μου Τιβέριε, το οποίον δεν πρέπει να διαπερά η σκευωρία, είναι η επιθυμία του καλού. Ο ηγεμών, ο έχων εις την εκλογήν των ανθρώπων κανόνα μόνον την επιείκειαν, δεν αφίνει ελπίδα εις ουδέν άλλο, ειμή την αξίαν. Αι αρεταί, τα προτερήματα, αι υπηρεσίαι, είναι τα μόνα δεκτά εις αυτόν προνόμια· και όποιος ποθεί τιμάς είναι ηναγκασμένος να γίνη άξιος τούτων. Τότε η σκευωρία αθυμήσασα παραχωρεί τον τόπον αυτής εις την άμιλλαν· η δε τρομερά προσδοκία αθεραπεύτου δυσαρεσκείας απαγορεύει εις τους φιλοδόξους τας μηχανάς και τους δόλους. Αλλ' επί του ηγεμόνος, όστις αποφασίζει κινούμενος από προσωπικάς κλίσεις, έκαστος έχει το δίκαιον να ζητή όλα, επιτυγχάνει δε όστις ηξεύρει καλήτερα να κλέπτη την εύνοιάν του, να ελκύη προς το μέρος του τους δούλους των δούλων του, και κατ' ολίγον να υψωθή έρπων. Ο επιδέξιος και γόης προχωρεί· ο δε επαιρόμενος εις την αρετήν του ανήρ απομακρύνεται και μένει εις λήθην. Εάν υπηρεσία τις αξιόλογος τον καταστένη επίσημον μεταξύ του πλήθους, εάν η ανάγκη, την οποίαν έχουν απ' αυτόν, κάμη να τον μεταχειρισθώσι κατ' αξίαν, όλαι αι φατρίαι, εκ των οποίων καμμία δεν είναι ιδική του, συνομνύουν προς αφανισμόν του· και είναι ηναγκασμένος, ή να ταπεινωθή, αντιτάσσων ραδιουργίαν, ή να παραδοθή χωρίς υπεράσπισιν εις των φθονερών την μανίαν. Όταν η αυλή ήναι πολυπράγμων, είναι χάος παθών, και νομίζω, ότι ουδέ αυτή η σοφία δύναται να διακρίνη εις αυτό την αλήθειαν. Το κοινόν όφελος δεν είναι πλέον τίποτε· η προσωποληψία αποφασίζει και τον ψόγον και τον έπαινον. Ο δε ηγεμών, ο υπό του ψεύδους κατακρατούμενος, βεβαρυμένος από την αμφιβολίαν και την δυσπιστίαν, δεν εξέρχεται πολλάκις δι' άλλο από την απορίαν, ειμή διά να πέση εις την πλάνην. Δια τι να μη πιστεύη τας πράξεις των; υπέλαβεν ο Τιβέριος· αύται ομιλούν μεγαλοφώνως.
Αι πράξεις, είπεν ο γέρων, και αυταί αι πράξεις αλλοιούνται και αλλάσσουν μορφήν, αλλάττουσαι αυτόπτας μάρτυρας. Κατά την έκβασιν κρίνονται αι επιχειρήσεις. Αλλά ποσάκις αι ανόητοι επιχειρήσεις έλαβαν καλήν έκβασιν, αι δε φρόνιμοι κακήν; Ο άνθρωπος είναι ενίοτε πλέον ευτυχής παρά σοφός, άλλοτε δε πλέον σοφός παρ' ευτυχής· και εις αυτήν και εις την άλλην τύχην, είναι πολύ δύσκολον να εκτιμήση τις τους ανθρώπους, προ πάντων δε ηγεμών παραδεδομένος εις την γνώμην της αυλής του.
Ο Ιουστινιανός εις το γήρας του είναι απόδειξις τούτου, είπεν ο αυτοκράτωρ· ηπατήθη σκληρώς.
Αι! ποίος ηξεύρει καλήτερα από εμέ, είπεν ο Βελισάριος, πόσον οι ψευδείς φίλοι του κατεχράσθησαν την εύνοιάν του, και όλα, όσα η διαβολή έκαμε διά να τον απατήση! Υπ' αυτής ο Ναρσής επέμφθη εις Ιταλίαν, διά να διακόψη τας σειράς των νικών μου. Ο αυτοκράτωρ δεν είχε σκοπόν ν' αντιτάξη εις εμέ ανταγωνιστήν τον ταμίαν του. Αλλ' ο Ναρσής είχε τους ιδικούς του εις την αυλήν, απέκτησεν ιδικούς του εις το στράτευμα. Η διχόνοια εισεχώρησεν εις αυτό· και απωλέσθησαν τα Μεδιόλανα, το προπύργιον της Ιταλίας. Ο Ναρσής ανεκλήθη· δεν ήτον όμως πλέον καιρός. Τα Μεδιόλανα εκυριεύθησαν, ο λαός όλος εσφάγη, και η Λιγυρία απεσπάσθη από την εξουσίαν των όπλων μας. Χαίρω, ότι ο Ναρσής εύρε χάριν παρά τω αυτοκράτορι. Χρεωστούμεν δε εις την παράλυσιν της πειθαρχίας την σωτηρίαν της ζωής τούτου του μεγάλου ανδρός. Αλλ' επί της δημοκρατίας ο Ναρσής ήθελε καταδικασθή εις θάνατον διά το έγκλημά του, ότι απεχώρισεν απ' εμέ μέρος του στρατού μου, και ότι με παρήκουσεν. Ανεκλήθην και εγώ, και, διά να στρατηγώσιν αντ' εμού, νέα τις μηχανορραφία ενήργησε να εκλεχθώσιν ένδεκα στρατηγοί, όλοι φθονούντες αλλήλους, οίτινες διαφωνούντες ενικήθησαν. Εξ αιτίας τούτου απωλέσαμεν ολόκληρον την Ιταλίαν. Αλλ' αποστέλλομαι πάλιν εκεί, χωρίς όμως στράτευμα. Διατρέχω την Θράκην και την Ιλλυρίαν προς στρατολογίαν· συλλέγω μόλις ολίγους, και αυτούς γυμνούς. Φθάνω εις Ιταλίαν με τους αθλίους τούτους χωρίς ίππους, χωρίς όπλα, χωρίς ζωοτροφίας. Τι ηδυνάμην να κάμω εις την κατάστασιν ταύτην; Εδυσκολεύθην μεγάλως να σώσω την Ρώμην. Εν τοσούτω οι εχθροί μου εθριάμβευαν εις την αυλήν, και έλεγαν προς αλλήλους, «όλα υπάγουν καλά, διότι εκείνος είναι εις τα λοίσθια, και μέλλομεν να τον ιδώμεν πεσόντα.» Δεν έβλεπαν εις τα κοινά πράγματα άλλον παρά εμέ, και ήσαν ευχαριστημένοι, αν μόνον η απώλειά των εδύνατο να επιφέρη την ιδικήν μου. Εζητούσα στρατεύματα, και εστάλθη η ανάκλησίς μου· διάδοχόν μου δε έστειλαν τον Ναρσήν στρατηγούντα ισχυρόν στράτευμα. Ο Ναρσής εδικαίωσε την εκλογήν του· και ήτον ίσως ευτυχία ο αντ' εμού διορισμός αυτού. Αλλά, διά να με βλάψωσιν, έπρεπε να βλάψωσι την ευτυχίαν των όπλων μου· και ηγόραζον την απώλειάν μου με ζημίαν του κράτους. Ιδού τι η ραδιουργία έχει τωόντι ολέθριον. Προς ανύψωσιν ή απώλειαν ενός θυσιάζει στράτευμα, έν κράτος, αν η χρεία το καλέση.
Αι! με διδάσκεις, ανεβόησεν ο Ιουστινιανός, όλα, όσα έγιναν προς αμαύρωσιν της δόξης σου. Οποία του αυτοκράτορος αδυναμία, ώστε να πιστεύση περί σου τους εχθρούς σου! Γείτον, τον είπεν ο Βελισάριος, δεν ηξεύρεις, πόσον η του βλάπτειν τέχνη είναι λεπτουργημένη εις την αυλήν· πόσον η σκευωρία είναι επίμονος, δραστηρία, επιδεξία, καταπειστική. Προσέχει καλώς μη προσκρούση εις την γνώμην του ηγεμόνος, ή την θέλησίν του, την κλονίζει κατ' ολίγον, και, ως το διά του προχώματος διηθούν ύδωρ, την υποσκάπτει ανεπαισθήτως, και τέλος την ανατρέπει. Έχει τόσον περισσοτέραν υπεροχήν, όσον ο καταπολεμούμενος απ' αυτήν χρηστός ανήρ είναι ανύποπτος και απροφύλακτος, και έχων υπέρ αυτού τας πράξεις του, τας οποίας παραμορφόνουν, και την φήμην, της οποίας η φωνή συμπνίγεται εις τας πύλας των ανακτόρων. Εκεί ο φθόνος ομιλεί· και ουαί εις τον απόντα άνθρωπον τον οποίον απεφάσισε να καταλύση! Δεν είναι δυνατόν, ώστε εις τας ευτυχίας να μη εδοκίμασε και αποτυχίας, ευθύς κατηγορείται δι' αυτάς, και ότε μάλιστα πράττει το κάλλιστον, ονειδίζεται, ότι δεν έπραξε καλήτερα· άλλος πάσχει χειρότερον, χάνει τα προτερήματά του. Εξ ενός μέρους το κακόν αυξάνει, εκ του άλλου το καλόν σμικρύνεται, και, του όλου ισοσταθμιζομένου, ο χρησιμώτατος άνθρωπος γίνεται επικίνδυνος. Αλλά μεγαλήτερον παρά την πτώσιν του κακόν είναι η ύψωσις εκείνου, τον οποίον η διαβολή θέτει εις τον τόπον του, και ο οποίος κοινώς δεν είναι άξιος ταύτης. Τοιαύτην εντύπωσιν κάμνει το παράδειγμα αδίκου δυστυχίας και αναξίας ευημερίας. Εκ τούτου η ελάττωσις του όλου, η λήθη των καθηκόντων, η ευτολμία της αισχύνης, η προπέτεια του πταίσματος, και όλαι αι υπό της ακολασίας συγχωρημέναι καταχρήσεις. Τοιαύτη είναι η της ευνοίας βασιλεία. Κρίνε, πόσον μέλλει αυτή να ταχύνη της αυτοκρατορίας την πτώσιν. Αναμφιβόλως. Ω! τούτο είναι εις τον ηγεμόνα ολεθρία αδυναμία, είπεν ο αυτοκράτωρ· αλλ' ίσως συγχωρητέα εις γέροντα απαυδήσαντα να βλέπη εαυτόν τριάκοντα έτη παλαίοντα ματαίως κατά της ειμαρμένης, και, ότι μ' όλους τους αγώνας του το πλοίον του κράτους συντριφθέν υπό των τρικυμιών, μέλλει ευθύς να καταποντισθή. Διότι τέλος πάντων ας μη ελπίζωμεν· αυτή εκείνη η μεγαλειότης και η διάρκεια της αυτοκρατορίας είναι αι αιτίαι της καταστροφής της. Εδέχθη τον νόμον, τον οποίον προ αυτής η απέραντος αυτοκρατορία του Βήλου και η του Κύρου εδέχθη· ως εκείναι ήκμασε· μέλλει να παρακμάση ως εκείναι.
Δεν έχω πίστιν, είπεν ο Βελισάριος, εις την ειμαρμένην τούτων των μεταβολών. Με τούτο μεταβάλλεται εις σύστημα η αθυμία, και στενάζω βλέπων, ότι περιεπέσαμεν εις αυτήν. Όλα απολύονται, και αι πολιτείαι αυταί, το ηξεύρω, δεν πιστεύω όμως ποσώς, ότι η φύσις εχάραξε τον κύκλον της υπάρξεώς των.
Είναι ηλικία, καθ' ήν ο άνθρωπος είναι ηναγκασμένος ν' απαρνηθή την ζωήν και ν' αποφασίση ν' αποθάνη· δεν υπάρχει όμως καιρός, εις τον οποίον να ήναι συγχωρημένον να παραιτηθή τις την σωτηρίαν του βασιλείου. Η πολιτεία αναμφιβόλως είναι υποκειμένη εις σπασμούς κλονούντας αυτήν, εις ασθένειαν, ήτις την φθείρει, εις προσβολάς, αι οποίαι από την χαράν την ρίπτουσιν εις την βαρυθυμίαν. Η εργασία φθείρει τα ελατήριά της, η ανάπαυσις τα παραλύει, η διχόνοια τα συντρίβει· αλλά κανέν από τα δεινά τούτων δεν είναι θανατηφόρον. Εφάνησαν έθνη εγερθέντα από τας τρομερωτάτας πτώσεις, αναλαβόντα από την πλέον απηλπισμένην κατάστασιν, και, μετά τας βιαιοτάτας πολιτικής νόσου κρίσεις, επανορθωθέντα με περισσοτέραν δύναμιν και ευρωστίαν παρά ποτέ. Όθεν η παρακμή των δεν είναι προσδιωρισμένη, ως εις ημάς η της ηλικίας παρακμή. Το γήρας αυτών είναι ανύπαρκτον πλάσμα, η δε ελπίς η βοηθούσα την ευψυχίαν ημπορεί να εκταθή, όσον μακράν θέλει τις. Η αυτοκρατορία αύτη είναι ασθενής, ή μάλλον εκνευρισμένη· αλλά το αντιφάρμακον και η νόσος είναι εις την φύσιν των πραγμάτων· ημείς δε πρέπει να το ζητήσωμεν εις αυτήν. Λοιπόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, καταδέξου να κάμης με ημάς την παραμυθητικήν ταύτην έρευναν και, πριν φθάσωμεν εις την θεραπείαν, ας εξετάσωμεν τας αρχάς της νόσου. Πολλά καλά, είπεν ο Βελισάριος. Τούτο θέλει είσθαι πολλάκις της συνομιλίας μας η υπόθεσις.
Κεφάλαιον ΙΑ'.
Ο Ιουστινιανός υπεράλλοτε ανυπόμονος να ιδή πάλιν τον Βελισάριον, ήλθε την ακόλουθον ημέραν, διά να τον αναγκάση να διαρρήξη το κάλυμμα, το οποίον τόσον καιρόν εκάλυπτε τα δεινά της αυτοκρατορίας. Ο Βελισάριος δεν ανέτρεξεν ανώτερον της εποχής του Κωνσταντίνου. Οποία ζημία είπεν, ο με τόσην σταθερότητα, τόλμην και δραστηριότητα μεγαλοφυέστατος ανήρ απέτυχεν εις τους σκοπούς του, και εμεταχειρίσθη πλειοτέρους αγώνας εις το ν' ανατρέψη την αυτοκρατορίαν παρ' όσας εχρειάζετο εις το να ανακαινίση την λαμπρότητά της! Οι νέοι του θεσμοί είναι αριστούργημα νοός. Οι Πραιτωριανοί καταλυθέντες, οι παίδες των πτωχών υιοθετηθέντες από την πολιτείαν ((4), η εξουσία του επάρχου διαιρεθείσα και περισταλθείσα, οι απόμαχοι στρατιώται κατατεθέντες κύριοι και φύλακες των συνόρων, όλα ταύτα είναι έμφρονα και μεγάλα. Διατί δεν περιωρίζετο εις τόσον απλά μέσα; Δεν ησθάνθη, ή δεν ήθελε να αισθανθή, ότι, μεταθέτων την καθέδραν της αυτοκτατορίας, εκλόνιζε και φυσικώς και ηθικώς τα στερεώτατα αυτής θεμέλια. Ματαίως ηθέλησε να ήναι η πόλις του δευτέρα Ρώμη, εγύμνωσε την παλαιάν από τα πλουσιώτερά της καλλωπίσματα προς στολισμόν της νέας. Τούτο ωμοίαζε θεατρικήν υπόκρισιν και θέαμα μάταιον και ολιγοχρόνιον.
Παράξενα λέγεις, υπέλαβεν ο Τιβέριος, και η μητρόπολις του κόσμου μ' εφαίνετο πολύ αξιώτερον, πολύ αρμοδιώτερον κειμένη επί του Βοσπόρου, εν τω μέσω δύω θαλασσών και μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, παρά εις το μεσόγειον της Ιταλίας, παρά το χείλος του ρύακος του μόλις από λέμβους πλωτού.
Ο Κωνσταντίνος εστοχάσθη ως συ, είπεν ο Βελισάριος, και ηπατήθη. Η επικράτεια, η ηναγκασμένη να διασκορπίζη τας δυνάμεις της έξω, χρεωστεί εις το εσωτερικόν ευκόλως να κυβερνάται, να περιστέλλεται και να προστατεύεται. Τοιούτον ήτο της Ιταλίας το προτέρημα. Η φύσις αυτή εφαίνετο, ότι κατέστησεν αυτήν καθέδραν των κοσμοκρατόρων. Τα όρη και αι θάλασσαι, τα περικαλύπτοντα αυτήν, την προφυλάττουν ολιγοδαπάνως από τας προσβολάς των γειτόνων των. Και η Ρώμη, προς ασφάλειάν της, μόνον τας Άλπεις είχε να φυλάττη. Εάν εχθρός ισχυρός και τολμηρός υπερέβαινε τούτους τους φραγμούς, τα Απεννίνα ήθελαν κατασταθή καταφύγιον των Ρωμαίων, και προτείχισμα του ημίσεος της Ιταλίας. Εκεί ο Κάμιλλος ενίκησε τους Γαλάτας, και εις αυτόν τον ίδιον τόπον ο Ναρσής ενίκησε τον Τοτίλαν τόσον λαμπράν νίκην.
Εδώ ημείς έχομεν σταθεράν και αμετάβλητον στάσιν. Το ελατήριον της κυβερνήσεως είναι υποκείμενον εις την προσβολήν όλων των ατυχημάτων. Ερώτησε τους Σκύθας, τους Σαρμάτας, τους Σλάβους, αν ο Έβρος, ο Δούναβις, ο Τάναϊς είναι φραγμός, προξενούντες εις αυτούς φόβον. Το Βυζάντιον είναι το μόνον κατ' αυτών καταφύγιόν μας. Ό,τι δε περισσότερον με λυπεί, δεν είναι τα αδύνατα τείχη του. Εις την Ρώμην οι εσωτερικώς επικρατούντες νόμοι εδύναντο να εκτείνωσι κατ' ολίγον την επιμέλειαν και ενέργειάν των από το μέσον της πολιτείας έως εις τας εσχατιάς. Η Ιταλία ήτο υπό τους οφθαλμούς και τας διευθυνούσας χείρας των. Ούτοι ερρύθμιζον τα κοινά ήθη, τα δε ήθη ανταπέδιδον εις αυτούς πιστούς διανομείς. Εδώ έχομεν τους αυτούς νόμους· αλλ' όλα είναι μεμακρυσμένα, τίποτε δεν είναι σύμφωνον, τίποτε δεν είναι αρμονικόν. Η εθνική γνώμη δεν είναι ευσταθής. Η πατρίς ουδέ όνομα έχει. Η Ιταλία εγέννα άνδρας πνέοντας εκ γενετής φιλοπατρίαν και αυξάνοντας εις το πεδίον του Άρεως. Εδώ ποία είναι η κοιτίς, ποίον το διδασκαλείον των πολεμικών. Οι Δαλματοί, οι Ιλλυριοί, οι Θράκες, είναι ξένοι δι' υμάς, καθώς και οι Νομάδες και οι Αιθίοπες. Κανέν κοινόν συμφέρον δεν τους συνδέει, καμμία δοξασία πολιτική και συστηματική δεν τους διεγείρει, ουδέ τους κινεί εις ενέργειαν. Ενθυμηθείτε, ότι είσθε Ρωμαίοι, έλεγεν εις τους στρατιώτας του στρατηγός τις της αρχαίας Ρώμης, και αύτη η δημηγορία τους κατέστενεν ακαμάτους εις τους κόπους και ατρομήτους εις τας μάχας. Τώρα δε τι θέλομεν ειπεί εις τα στρατεύματά μας, διά να τα εμπνεώσωμεν ευτολμίαν· Ενθυμήθητε, ότι είσθε Αρμένιοι, Νομάδες, ή Δαλματοί; Η επικράτεια δεν είναι έν σώμα· τούτο είναι η αρχή της αδυναμίας της· και δεν εσυλλογίσθησαν, ότι εχρειάζοντο αιώνες, διά ν' αποκασταθή εις αυτήν η ενότης εκείνη, η οποία ονομάζεται πατρίς, και ήτις είναι αποτέλεσμα ανεπαίσθητον και βραδύ της έξεως και της κοινής γνώμης. Ο Κωνσταντίνος εστόλισε την πόλιν του με τα αγάλματα των ηρώων της Ρώμης· μάταιον στρατήγημα· φευ! αι εικόνες αύται ήσαν έμψυχοι εις το Καπιτώλιον· αλλ' η ψυχή η ζωογονούσα αυτάς δεν επέβη τα πλοία μας· αυτά διεκόμισαν μόνον μάρμαρα. Οι Παύλοι Αιμίλιοι, οι Σκηπίωνες, οι Κάτωνες είναι εις ημάς άλαλοι· το Βυζάντιον είναι εις αυτούς ξένον. Αλλ' εις την Ρώμην ούτοι ωμίλουν προς τον λαόν, ο δε λαός τους ενόει.
Δεν βλέπω, είπεν ο Ιουστινιανός, αν εις την Ρώμην η αυτοκρατορία ήτον ησυχωτέρα και ευτυχεστέρα προ πολλού. Ο λαός εξευτελίσθη εκεί, η Γερουσία έτι περισσότερον. Η αυτοκρατορία είναι αδύνατος και δυστυχής πανταχού, είπεν ο Βελισάριος, όταν ήναι εις χείρας κακάς. Αλλ' εις την Ρώμην δεν εχρειάζετο άλλο, ειμή καλή βασιλεία προς μεταρρύθμισιν των πραγμάτων. Παρατήρησε, από ποίαν ταπείνωσιν ανηγέρθη πολιτεία επί Αδριανού, και εις πόσην δόξαν και μεγαλοπρέπειαν έφθασεν επί Μάρκου Αυρηλίου. Η Ρωμαϊκή αρετή εξέλειπε χωρίς να σβεσθή. Ο άξιος να την αναζωπυρήση ηγεμών εύρισκε τον βλαστόν αυτής εις τας ψυχάς. Ο βλαστός ούτος απωλέσθη εις το Βυζάντιον, και πρέπει να σπαρθή πάλιν· τούτο δε μέλλει να ήναι το μέγα έργον βασιλείας δικαίας κ' επιεικούς. Χωρίς το τερατούργημα τούτο τα πάντα αφανίζονται. Και αι πρόοδοι αυταί των όπλων μας είναι καταστροφή της πολιτείας. Η αυτοκρατορία έχει καθ' εαυτής εκατόν εχθρούς, έχοντας ένα και μόνον εχθρόν. Ελπίζουν να τας αφανίσωσι, και εκείνοι αναγεννώνται, διαδέχονται αλλήλους, και διά ταχέων περισπασμών λαμβάνουσι παρ' αυτών καιρόν ν' ανεγείρωνται. Εντοσούτω ο κοινός εχθρός των αδυνατεί, στασιάζων· αι καταδρομαί του τον καταστρέφουν, οι κόποι του τον αφανίζουν· αι νίκαι του αυταί είναι εις αυτόν πληγαί, αίτινες δεν έχουν καιρόν να κλείσουν, και, μετ' ανηκούστους αγώνας προς στερέωσιν της δυνάμεώς του, μία μόνη ημέρα κλονεί και ανατρέπει τας ευτυχεστάτας πολυετείς πράξεις. Ποσάκις επί την βασιλείας ταύτης αι σημαίαι μας διέπτησαν από τον Τίβεριν εις τον Ευφράτην, από τον Ευφράτην εις τον Δούναβιν; Όλοι δε οι αγώνες των στρατευσάντων υπό τον Μούνδον, Γερμανόν, Σολομώντα, Ναρσήν και εμέ, αν τολμώ να ονομάσω εμαυτόν, όλοι ούτοι κατήντησαν να μας φέρωσι την επιταχθείσαν ειρήνην.
Τούτο είναι επάναγκες, είπεν ο αυτοκράτωρ, επειδή ο πόλεμος μας καταπιέζει. Τρόπος αποφυγής του πολέμου, είπεν ο γέρων, δεν είναι η αγορά της ειρήνης, Οι βάρβαροι της άρκτου δεν ζητούν άλλο παρά λείαν, και, όσον φαίνεται μάλλον ευάλωτος, τόσον μάλλον είναι βέβαιοι, ότι θέλουσι την αρπάξει. Οι Πέρσαι ουδέν αξιολογώτερον έχουσιν, ειμή, ερχόμενοι ένοπλοι κατ' έτος, να λεηλατώσι τας εις την Ασίαν επαρχίας μας. Και τους αποπέμπουσι με χρυσίον! Οποίος τρόπος απομακρύνσεως αυτών, η προσφορά δολώματος, το οποίον τους ελκύει! Αυτά ταύτα τα λύτρα της ειρήνης γίνονται τροφή του πολέμου. Οι δε αυτοκράτορές μας, εξασθενούντες τους υπηκόους των δεν κάμνουν άλλο, παρά καταστένουσι τους εχθρούς των απληστοτέρους και ισχυροτέρους.
Με λυπείς, είπεν ο Ιουστινιανός. Ποίον λοιπόν φραγμόν θέλεις ν' αντιτάξωσιν εις αυτούς; Καλά στρατεύματα, είπεν ο Βελισάριος, και εξαιρέτως ευτυχείς υπηκόους. Όταν οι βάρβαροι διασπείρωνται εις τας επαρχίας μας, διά λείαν μόνον το κάμνουν. Ολίγον τους μέλει, ότι αφίνουσι, μετά την αναχώρησίν των, την ερήμωσιν και το μίσος, αρκεί μόνον ν' αφήσωσι τον τρόμον. Δεν είναι το αυτό εις αυτοκρατορίαν θέλουσαν να φυλάξη ό,τι έχει· αν δεν κάμνη ν' αγαπάται η δυναστεία της, πρέπει να την παραιτήση. Η επί του φόβου θεμελιουμένη εξουσία εξασθενεί και χάνεται εις την μεγάλην έκτασιν. Είναι αδύνατον να βασιλεύη τις διά της βίας από τον Ταύρον μέχρι των Άλπεων, από του Καυκάσου έως εις τους πρόποδας του Άτλαντος. Τωόντι, τι διάφορον εις τους δυστυχείς, των οποίων εκπιέζουσι τον ιδρώτα, να έχωσι τυράννους τους Ρωμαίους, ή τους Πέρσας; Κακώς υπερασπίζονται την εξουσίαν, υπό της οποίας αυτοί οι ίδιοι καταθλίβονται· και αν δεν τολμούν ν' απαλλαχθώσι απ' αυτήν, τουλάχιστον αφίνονται εις άλλους να τους ελευθερώσουν. Η φιλανθρωπία, η ευεργεσία, η ευθύτης, η ειλικρίνεια, η άγρυπνος επιμέλεια διά την ευδαιμονίαν των λαών, τους οποίους υπέταξαν, ταύτα τους προσκολλούν εις ημάς. Τότε η καρδία της πολιτείας είναι πανταχού, και εις πάσαν επαρχίαν συρρέει η δραστηριότης, η δύναμις και ισχύς.
Θέλω σε ομιλεί συχνάκις περί εμαυτού, νεανίσκε, επρόσθεσε, και με δίδεις το δικαίωμα, συμβουλευόμενος την πείραν μου. Όταν εστράτευσα εις την Αφρικήν, ήρχισα να περιποιώμαι ταύτας τας χώρας ως πατρίδα μου. Η πειθαρχία συσταθείσα εις το στράτευμά μου έφερεν αυτού την αφθονίαν, και εντός ολίγου μ' ευχαρίστησιν είδον τους πέριξ λαούς, έχοντας το στρατόπεδόν μου ως καταφύγιον, και συμπαρατασσομένους με τους στρατιώτας μου.
Την ημέραν, καθ' ήν εισήλθον εις Καρχηδόνα, στρατηγός τροπαιούχου στρατού, δεν ηκούσθη ουδείς γογγυσμός· ούτε η εργασία, ούτε η ησυχία των πολιτών εταράχθη· βλέπων το εμπόριον και την βιομηχανίαν ενεργούμενα, ενόμιζέ τις, ότι ήτο εις το μέσον εντελούς ειρήνης, ώστε από εμέ εκρέματο να βασιλεύσω, εις λαόν καλούντα με πατέρα του. Παρομοίως και εις την Ιταλίαν είδον τους εγχωρίους ερχομένους παμπληθεί και ενουμένους με ημάς, και τους Γότθους εις Ραβένναν ικετεύοντας τον νικητήν να γίνη βασιλεύς των. Τοιαύτη είναι της επιεικείας η δύναμις. Και μη νομίσης, ότι μεγαλαυχώ διά τούτο· ηκολούθησα μόνον, όσα μ' εδίδασκον οι βάρβαροι. Ναι, οι βάρβαροι έχουσιν, ως ημείς, Μάρκον Αυρήλιον και Τίτον. Ο Θεοδώρικος και ο Τοτίλλας έγιναν άξιοι της αγάπης του κόσμου. Ω πόλεις της Ιταλίας! ανεβόησεν ο γέρων, οποίαν σύγκρισιν των βαρβάρων εκάμετε προς ημάς! Είδον εις Νεάπολιν σφαζομένους έμπροσθεν των οφθαλμών μου τας γυναίκας, τα βρέφη, τους γέροντας. Έτρεχα, απέσπων τα αθώα ταύτα θύματα από τας χείρας των στρατιωτών μου· αλλ' ήμην μόνος· αι φωναί μου δεν εισηκούοντο· όσοι δε έπρεπε να με βοηθήσωσι ενησχολούντο εις τας διαρπαγάς. Αύτη εκείνη η πόλις εκυριεύθη από τον γενναίον Τοττίλαν! Ευτυχής ηγεμών! ενδόξως ευτύχησε να την σώση από την μανίαν των στρατιωτών του. Και η εν αυτή διαγωγή του ήτο φιλοστόργου πατρός εις το μέσον της οικογενείας του. Δεν υπάρχει εις την ανθρωπότητα κατανυκτικώτερον παρά τας φροντίδας, όσας κατέβαλεν υπέρ της σωτηρίας του λαού εκείνου, όστις είχεν εκουσίως παραδοθή εις αυτόν. Παρομοία ήτο η διαγωγή εις την Ρώμην, εις την Ρώμην εκείνην, όπου οι αρχηγοί μας είχαν προ ολίγου πράξει εις το μέσον φρικτού λιμού, το φοβερώτατον μονοπώλιον. Ιδού πώς οι εχθροί μας ήξευραν να ελκύσωσι προς εαυτούς τας ψυχάς των λαών. Η δικαιοσύνη και η πραότης του μας έβλαψαν περισσότερον παρά η ανδρία των.
Αλλ' ό,τι μεγάλως τους ωφέλησεν ήτον η φιλαργυρία, η σκληρότης, η τυραννία των στρατηγών μας. Μόλις ανεχώρησαν εκ της Ιταλίας αυτοί εκείνοι οι Γότθοι, των οποίων το διάδημα είχα προ ολίγου αποποιηθή, και δυσαρεστούμενοι από τα κακά εκείνων, οι οποίοι με διεδέχθησαν, απεφάσισαν ν' αποσείσωσι τον ζυγόν. Εκ τούτου προήλθεν η βασιλεία του Τοτίλλα, και αι δυστυχίαι μας εις Ιταλίαν. Αφού ενίκησα τους Βανδάλους εις την Αφρικήν, κατέπεισα τους Αιθίοπας να ζώσιν ειρηνικώς με ημάς. Αλλ' όταν ανεχώρησα, οι περιφανείς λησταί μας, οι άσωτοι και αρπαξίβιοι άνδρες μας, όχι μόνον δεν εφέρθησαν προς αυτούς φιλικώς, αλλ' έπραξαν ανεμποδίστως εις τας πόλεις και τους αγρούς των τα δεινότατα κακά. Οι Αιθίοπες απεφάσισαν να εκδικηθώσιν απηλπισμένοι· και το αίμα μας επλημμύρησεν εις τας επαρχίας μας. Τοιουτοτρόπως η τυραννία παροξύνει την στάσιν, ήτις διασπά όλους τους θεσμούς της ειρήνης.
Τα αυτά είναι και εις το εσωτερικόν· έπαρχοι αμελείς, ανθύπατοι άπληστοι, απόλυτοι και άσπλαχνοι τύραννοι των επαρχιών και των πόλεων. Ταύτα είδα πανταχού. Διά μέσου αυτών τα δημόσια υπουργήματα έγιναν τόσον βαρέα, ώστε, διά να κρατώσιν υπό το βάρος τους κορυφαίους πολίτας, έπρεπε να τους απαγορεύωσι τα πολεμικά, την ιερατείαν και αυτήν των κτημάτων των την πώλησιν, και, το οποίον ποτέ δεν θέλει τις πιστεύσει, την εθελοδουλείαν. Πώς θέλεις, ώστε υπήκοοι τόσον απανθρώπως βασανιζόμενοι ν' αγαπώσι τον ζυγόν, υπό του οποίου καταπιέζονται; Δύνανται να νομίσωσιν εαυτούς συνδεδεμένους με τόσον σκληρούς τυράννους, ή διά του συμφέροντος, ή διά του καθήκοντος; Εις τον πρώτον γογγυσμόν τον εκ της αθλιότητος και απελπισίας προελθόντα φωνάζουν, αποστασία, απιστία· στέλλουσιν εις τας επαρχίας στρατεύματα, τα οποία τας ερημόνουσι. Θλιβερόν και σκληρόν μέσον του καθυποτάσσειν ανθρώπους διά της ερημώσεως! Και τι να κάμη τις λαόν καταβεβλημένον υπό της ασθένειας; Πρέπει να ήναι ευπειθής και ισχυρός. Θέλει είσθαι και το έν και το άλλο, εάν δεν ήναι αποκαμωμένος από τους υπαλλήλους αυτούς τυράννους, τους καταστένοντας πολλάκις αφόρητον την βασιλείαν δικαίου και πράου ηγεμόνος.
Από τους κατέχοντας την εξουσίαν τούτους εξαρτάται το ν' αγαπάται ή να μισήται αύτη. Όθεν εις αυτούς πρέπει το άγρυπνον και αυστηρόν του ηγεμόνος όμμα να προσηλόνεται. Δεν έχει εχθρούς ούτε επικινδυνοτέρους, ούτε σκληροτέρους· διότι τον εκθέτουν εις το μίσος του κοινού· τούτο δε είναι ως προς αυτόν το μέγιστον των κακών. Παν ό,τι τους διδάσκει η υπερηφάνεια, η πλεονεξία, η ιδιογνωμοσύνη το ονομάζουν βούλησίν του. Κατά τους λόγους των, δεν κάμνουν άλλο, ειμή να υπακούωσι, κάμνοντες τας καταχρήσεις των. Εξ αιτίας τούτων ο ηγεμών είναι χωρίς να το ηξεύρη η μάστιξ των υπηκόων, τους οποίους αγαπά. Τιβέριε, επρόσθεσεν ο ήρως, εάν κατ' ευτυχίαν ηγεμών τις σε έχη φίλον του, ειπέ τον να μη αφήση χαλαράς ποτέ τας ηνίας της κυβερνήσεως, και όλοι, όσοι υπάλληλοι διαχειρίζουν αυτήν, ας αισθάνωνται τον χαλινόν της δικαιοσύνης του. Διότι όλαι, όσαι καταχρήσεις εις τ' όνομά του γίνωσι, δυσφημούσι την βασιλείαν του, και γίνονται αιτίαι ν' αντανακλώνται επ' αυτού τα δάκρυα του πιεζομένου αδυνάτου· οπότε, αν οι υπήκοοι ηξεύρωσιν, ότι τους προστατεύει και τους εκδικείται, θέλουν προσκλαυθή εις αυτόν, χωρίς να προσκλαίωνται κατ' αυτού. Το δε κοινόν μίσος προσαπτόμενον εις τους αιτίους των δημοσίων δεινών, θέλει αφήσει τον δίκαιον ηγεμόνα κύριον της καρδίας των υπηκόων του.
Ουδέν λαμπρότερον εις την περί πολιτικών θεωρίων, είπεν ο Ιουστινιανός, παρά τον προσεκτικόν και παρόντα εις όλα τα εις την επικράτειάν του γινόμενα, ηγεμόνα. Αλλά τα κατά μέρος αυτής είναι αναρίθμητα, και, αν πρέπει ν' ακούη τους γογγυσμούς των υπηκόων του, ας τα εξετάζη, ας τα κρίνη, δεν θέλει ποτέ εξαρκέσει.