Part 5
Με καταπλήττεις, είπεν ο Τιβέριος· η πρώτη δε συμβουλή, την οποίαν ήθελα δώσει εις τον φίλον μου τον φέροντα διάδημα, ήθελεν είσθαι το να το αποθέση. Να το αποθέση! επανέλαβεν ο ήρως. Όχι, φίλε, έχεις γενναιοψυχίαν μεγαλητέραν, και δεν θέλεις συμβουλεύσει άνανδρον έργον. Οι κόποι και οι κίνδυνοι σ' έκαμαν να παραιτήσης τα όπλα; το ξίφος ή το σκήπτρον είναι έν και το αυτό. Πρέπει να εκπληρόνη τις σταθερώς τον προορισμόν και τα καθήκοντά του. Μη κρύψης ποτέ εις τον φίλον σου, ότι θέλει γίνει θύμα των χρεών του, αλλ' ειπέ του συγχρόνως, ότι αυτή η θυσία έχει χάριτας, και αν θέλη να λάβη μισθόν αυτής, ας κυριευθή, ας μεθύση από τον ενθουσιασμόν του κοινού αγαθού, ας παραδοθή αφειδώς εις το γενναίον τούτο αίσθημα, και ας ελπίζη από την αρετήν του την ανταμοιβήν και τον μισθόν των κόπων του. Πού δε είναι ούτος ο μισθός; ερώτησεν ο νέος. Είναι, είπεν ο γέρων, εις την καθαράν συνείδησιν της αγαθότητος, εις την ηδονήν του να φαίνεταί τις φιλάνθρωπος, ευαίσθητος, γενναίος, άξιος τέλος της αγάπης των ανθρώπων και της επιβλέψεως του αϊδίου Θεού. Νομίζεις, ότι ο αγαθός βασιλεύς υπολογίζεται το πρωί το ημερομίσθιόν του; εγέρθητι, λέγει καθ' εαυτόν, και η έγερσίς σου ας ήναι έγερσις δικαιοσύνης και ευπορίας. Άφες τας μικράς ιδιοτελείας της αναπαύσεώς σου και της ζωής σου· δεν ζης διά τον εαυτόν σου. Η ψυχή σου είναι ψυχή μεγάλου λαού· το θέλημά σου είναι η κοινή ευχή. Ο δε νόμος το εκφράζει και το καθιερόνει. Βασίλευε με αυτόν, και ενθυμού, ότι έργον σου είναι η του κόσμου ευδαιμονία. Συνεκινήθης, αγαπητέ μου Τιβέριε, και αισθάνομαι την χείρα σου τρέμουσαν εις την ιδικήν μου. Α! έσο βέβαιος, ότι η αρετή και εδώ εις τας θλίψεις αυτάς έχει ουράνιον θυμηδίαν· δεν ασφαλίζει την ευτυχίαν άμικτον. Αλλ' είναι τοιαύτη εις τον κόσμον; εις τον άχρηστον, εις τον κακόν, εις τον αγενή άνθρωπον τάχα απόκειται; ο καλός ηγεμών χύνει δάκρυα διά τα κακά, τα οποία δεν δύναται ν' ανακουφίση· αλλ' αυτά τα δάκρυά του τα νομίζεις άρα πικρά ως τα του φθόνου; ή τα της αισχύνης και τα των ελέγχων της συνειδήσεως; είναι δάκρυα Τίτου, θρηνούντος διά την απώλειαν μιας ημέρας. Είναι καθαρά, ως η πηγή των. Ανάγγειλε λοιπόν εις τον φίλον σου, ούτως αξιοπρεπώς, ως να ωμίλει θεός τις διά του στόματός σου, ανάγγειλέ του, ότι, αν ήναι ενάρετος, εις οποιανδήποτε κατάστασιν και αν τον καταφέρη η τύχη, δεν θέλει τον συμβή ποτέ να θεωρήση με όμμα φθονερόν τον ευτυχέστατον των κακών. Αλλ' αύτη η πίστις, το στήριγμα της αρετής, δεν συστένεται αφ' εαυτής· πρέπει να προετοιμάση τις προς τούτο την ψυχήν του νέου ηγεμόνος· αύριον θέλομεν ιδεί ομού το, πώς να την προδιαθέση τις προς τούτο. Κάμνει την ψυχήν μου, είπεν ο Τιβέριος προς τον Ιουστινιανόν, ό,τι θέλει· την υψόνει, την ταπεινόνει, την εγείρει κατά την θέλησίν του. Κατασπαράττει την ιδικήν μου, είπεν ο Αυτοκράτωρ· και μετά τους λόγους τούτους, μετά στεναγμού εκφυγόντας, ηκολούθησε μακρά σιωπή. Οι αυλικοί του εις μάτην επροσπάθησαν να διακεδάσωσι την μελαγχολίαν του. Ενωχλήθη από τας προς διασκέδασιν αυτής προσπαθείας των. Την επαύριον δε κοινολογήσας, ότι ήθελε μόνος να υπάγη εις περίπατον, εμβήκεν εις το πλησίον δάσος. Ο Τιβέριος τον επρόσμενεν εκεί. Ανεχώρησαν ομού, και υπήγαν να εύρωσι τον ήρωα. Ο νέος δεν ελησμόνησε να τον ενθυμίση την υπόσχεσίν του, και ο Βελισάριος εξηκολούθησεν ούτω.
Κεφάλαιον Θ'.
Προβάλεται ερώτημα, αν ήναι δυνατόν ν' αγαπά τις την αρετήν δι' αυτήν την ιδίαν. Τούτο είναι ίσως ευγενής αυτοματισμός τινών εξόχων ψυχών. Αλλ' οσάκις ο έρως της αρετής είναι μετά σκέψεως, γίνεται ιδιοτελής. Μη νομίσης, ότι αύτη η ομολογία ατιμάζει την φύσιν· θέλεις ιδεί, ότι το θέλγητρον της αρετής καθαρίζεται και εξευγενίζεται ως και το την φιλίας· Το έν θέλει είσθαι ως παράδειγμα του άλλου.
Η φιλία γεννάται από την ομοιότητα των ηθών, από την ηδονήν και την ωφέλειαν· ανεπαισθήτως το αποτέλεσμα χωρίζεται από την αιτίαν· τα αίτια γίνονται άφαντα, το αίσθημα μένει· εις τούτο ευρίσκομεν άγνωστον θέλγητρον· Αποδίδομεν εις τούτο, εκ συνηθείας την ηδονήν της υπάρξεώς μας. Έκτοτε αι λύπαι εις μάτην λαμβάνουν τον τόπον των ηδονών, τας οποίας ηλπίζαμεν· θυσιάζομεν εις την φιλίαν όλα τ' αγαθά, τα οποία ηλπίζαμεν απ' αυτήν· το αίσθημα δε τούτο, συλληφθέν εις την χαράν, τρέφεται και αυξάνει εις το μέσον των θλίψεων. Το αυτό συμβαίνει και εις την αρετήν. Διά να ελκύση τας καρδίας, πρέπει να προβάλλη τις το δέλεαρ της ηδονής, ή της ωφελείας· διότι, πριν την αγαπήση τις, αγαπάται, και πριν την απολαύσομεν, ζητούμεν εις αυτήν έν άλλο αγαθόν. Όταν ο Ρήγουλος εις την νεότητά του την είδε το πρώτον, ήτο τροπαιούχος και περιστεφής με δόξαν· περιπαθώς την ηγάπησε· και ηξεύρετε, αν την εγκατέλιπεν, όταν τον έδειξε δεσμά και στρεβλώσεις, και πυράς.
Κατά πρώτον λοιπόν μάθε, τι αρέσκει εις τας επιθυμίας του νέου ηγεμόνος. Αύται θα είναι πιθανώς, το να ήναι ελεύθερος, ισχυρός και πλούσιος, να τον υπακούη ο λαός του, να τον σέβωνται οι σύγχρονοί του, και να τον τιμώσιν οι μεταγενέστεροί του. Αποκρίσου τον λοιπόν, ότι από την αρετήν εξαρτώνται τα πλεονεκτήματα ταύτα, και δεν θέλεις τον απατήσει ποτέ.
Το μυστικόν, το οποίον κρύπτεται από τους υπερηφάνους μονάρχας, και το οποίον ο καλός ηγεμών πρέπει να ηξεύρη, είναι, ότι δεν υπάρχει άλλο τι, ειμή η δύναμις των νόμων, και ότι, όστις θέλει να βασιλεύση αυθαιρέτως, είναι δούλος. Ο νόμος είναι συμφωνία όλων των θελήσεων ηνωμένων εις μίαν. Η δύναμίς του λοιπόν είναι συνδρομή όλων των δυνάμεων της πολιτείας, οπότε η θέλησις του ενός, άμα είναι άδικος, έχει καθ' εαυτής αυτάς ταύτας τας δυνάμεις, τας οποίας πρέπει να διαιρέση, να δεσμεύση, να εξουδενώση, ή να πολεμήση. Τότε οι τύραννοι καταφεύγουσι ποτέ μεν εις πανούργους, οίτινες απατώσι τους λαούς, τους εκπλήττουν, τους τρομάζουν και τους προστάζουν να υποταχθώσι· ποτέ δε εις ποταπούς δορυφόρους, οίτινες πωλούσι το αίμα της πατρίδος των, και ξιφηφορούντες, περιέρχονται κόπτοντες τας τον ζυγόν υπερεχούσας κεφαλάς, και τολμούν να επικαλεσθώσι της φύσεως τα δίκαια. Εκ τούτου οι οικείοι πόλεμοι, εις τους οποίους ο αδελφός λέγει εις τον αδελφόν, «απόθανε, ή υπάκουσε εις τον τύραννον, όστις με πληρόνει διά να σε σφάξω.» Επαιρόμενος, ότι βασιλεύει διά της δυνάμεως των όπλων ή διά των τρομερών της δεισιδαιμονίας γοητευμάτων, ο τύραννος αγάλλεται. Αλλ' ας τρέμη, αν παύση μίαν στιγμήν από το να κολακεύη την υπερηφάνειαν, ή να υπερασπίζεται την ακολασίαν των επικινδύνων οπαδών τούτων. Ούτοι δε υπηρετούν ενταυτώ και επαπειλούν αυτόν και ως ανταμοιβήν της υπακοής των απαιτούν την ατιμωρησίαν. Όθεν, διά να ήναι τύραννος ενός μέρους του έθνους, γίνεται δούλος του άλλου, χαμερπής και αχρείος ομού με τους συναιτίους του, καθ' όσον είναι υπερήφανος και σκληρός προς τους λοιπούς υπηκόους του. Ας προσέξη καλά μη στενοχωρήση ή απατήση την ελπίδα των παθών των βοηθούντων αυτόν· ηξεύρει πόσον είναι σκληρά, επειδή διέρρηξαν ως προς τούτο όλους της φύσεως και της ανθρωπότητος τους δεσμούς. Αι τίγρεις, αι υπό του ανθρώπου τρεφόμεναι διά την θήραν, κατατρώγουν τον κύριόν των, αν ούτος λησμονήση να τους δώση μέρος της θήρας. Τοιαύτη είναι η των τυράννων συνθήκη.
Καθ' όσον λοιπόν η εξουσία κλίνει προς την τυραννίαν, ασθενεί και υποτάσσεται εις τους συγκακούργους της. Χρεωστεί δε να αισθανθή τούτο από τας συγκαταβάσεις, τας θεραπείας, την δουλοπρεπή ανοχήν, τα οποία πρέπει να μεταχειρισθή προς αυτούς, από την μεροληψίαν των νόμων, από την χαυνότητα της αδυναμίας των, από τα παράλογα προνόμια, τα οποία χαρίζει εις τους μετ' αυτής, εις παν ό,τι είναι ηναγκασμένη να παραχωρή, να υποκρίνεται, να υποφέρη φοβουμένη μη την εγκαταλείψωσιν.
Αλλ' αν ήναι η εξουσία σύμφωνος με τους νόμους, εις τους νόμους μόνον υποτάσσεται. Είναι θεμελιωμένη επί της θελήσεως και της δυνάμεως ολοκλήρου λαού. Δεν έχει άλλους εχθρούς, ειμή τους κακούς, τους κοινούς εχθρούς. Εις ότινα συμφέρει διατήρησις της κοινής ευταξίας και ησυχίας, ούτος εκ φύσεως είναι υπερασπιστής της προστατευούσης αυτά δυνάμεως, και πας πολίτης θεωρεί τον εχθρόν του ηγεμόνος ως ίδιόν του εχθρόν.
Έκτοτε δεν είναι εις αυτήν πλέον δύο διαμαχόμενα προς άλληλα συμφέροντα· ο βασιλεύς με τον λαόν του σύμμαχος ων, ισχύει και πλουτεί όλα τα πλούτη και όλας τας δυνάμεις της πολιτείας. Τότε είναι ελεύθερος και ημπορεί να ήναι δίκαιος, μη έχων αντιπάλους να φοβηθή, μηδέ φατρίας να κολακεύση. Η δύναμίς του, στερεωμένη εσωτερικώς, είναι διά τούτο τόσω μάλλον επίφοβος και σεβασμία εξωτερικώς· και επειδή μήτε η φιλοδοξία, μήτε η αλαζονία, μήτε η παράλογος επιθυμία δεν εξοπλίζουν ποτέ τας χείρας του, αι υπ' αυτού διατηρούμεναι δυνάμεις έχουν όλην την ισχύν των, ότε η χρεία το καλέση να υπερασπισθή τον λαόν του κατά της δυναστείας των οικείων ή της αρπαγής των ξένων. Ω φίλε, αν η δικαιοσύνη είναι η βάσις της υπερτάτης εξουσίας, η ευγνωμοσύνη είναι η ψυχή και το δραστηριώτατον αυτής ελατήριον. Ο δούλος εμάχεται ακουσίως υπέρ του δεσμωτηρίου και των δεσμών του· ο δε ελεύθερος και ευχαριστημένος πολίτης, ο αγαπών τον ηγεμόνα του και ο υπ' αυτού ανταγαπώμενος, υπερμαχεί διά το σκήπτρον, ως στήριγμά του, διά τον θρόνον ως καταφύγιόν του, και στρατεύων υπέρ πατρίδος, βλέπει παντού την εστίαν του.
Α! αι διδασκαλίαι σου, τον είπεν ο Τιβέριος, εγχαράττονται εις την ψυχήν μου με φλογώδεις χαρακτήρας. Είθε να εγενόμην και εγώ άξιος να τας εγχαράξω εις την ψυχήν των βασιλέων!
Βλέπεις λοιπόν καλώς, υπέλαβεν ο Βελισάριος, ότι η μεγαλειότης των, η δύναμίς των θεμελιούται εις την δικαιοσύνην, ότι η αγαθότης αυξάνει αυτήν, και ότι ο πλέον απόλυτος μονάρχης είναι ο μάλλον αγαπώμενος. Βλέπω, είπεν ο νέος, ότι η ορθή πολιτική δεν είναι άλλο παρ' ο υγιής νους, και ότι η βασιλική τέχνη συνίσταται εις το ν' ακολουθή τις την κίνησιν του ορθού λόγου και της αγαθής καρδίας. Το οποίον είναι το απλούστατον, το ευκολώτατον και ασφαλέστατον, είπεν ο Βελισάριος. Αγαθός τις χωρικός της Ιλλυρίας ο Ιουστίνος, κατέστησε την βασιλείαν του αγαπητήν. Ήτο τάχα έμπειρος πολιτικός; Όχι· αλλ' ο Θεός τον είχε προικίσει με ακεραιότητα νοός και αγαθήν ψυχήν. Εάν εγώ ήμην βασιλεύς, αυτόν ήθελα πασχίσει να μιμηθώ. Σύνεσις μη ευθεία και στρεβλή επιτυγχάνει ενίοτε, αλλά πάντοτε βαδίζει διά μέσου σκοπέλων και κρημνών.
Ο βασιλεύς ο λησμονών εαυτόν, διά να ενασχολήται εις την ευδαιμονίαν του κόσμου, ήθελε χιλιάκις ολιγώτερον ριψοκινδυνεύσει παρά τον πλέον ανήσυχον, τον πλέον ύποπτον τον πλέον πανούργον τύραννον. Αλλά τον φοβίζουν· τον τρομάζουν, παραστένουν εις αυτόν τον λαόν του ως εχθρόν, τον οποίον πρέπει να φοβήται· ούτος δε ο φόβος πραγματοποιεί τον κίνδυνον, τον οποίον τον κάμνουν να προβλέψη, διότι ο φόβος γεννά την δυσπιστίαν, ήτις παρακολουθεί την έχθραν. Είδες, ότι εις τον βασιλέα αι του ιδιώτου χρείαι καταντώσιν εις ολίγα τινά πράγματα, ότι ημπορεί ν' απολαύση με ολίγας δαπάνας όλα της ζωής τ' αληθή αγαθά, ότι ο κύκλος είναι εις αυτόν ωρισμένος, και ότι πέραν αυτού δεν είναι πλην ματαιότης, φαντασία και φρεναπάτη. Αλλ' ενώ η φύσις νομοδοτεί να ήναι εγκρατής, όλα τα περί αυτόν τον αναγκάζουσι να ήναι άπληστος.
Σύμφωνος ων με τον λαόν, δεν ήθελεν έχει άλλο συμφέρον, άλλο κόμμα, ειμή το της πολιτείας· μεταξύ των ενσπείρουν υποψίαν. Καταπείθουν τον ηγεμόνα να φυλάττεται από πλήθος απειθές, ταραχοποιόν και στασιώδες· τον πιστοποιούν, ότι πρέπει να έχη δυνάμεις κατ' αυτού. Όθεν εξοπλίζεται κατά του λαού του. Ηγεμών του κόμματός του είναι η φιλοδοξία και η πλεονεξία, και, διά να χορτάση την άπληστον ταύτην ύδραν, νομίζει, ότι χρεωστεί να επιφυλάττεται μέσα εις αυτόν μόνον ανήκοντα, τοιαύτη είναι η αιτία της διαιρέσεως της μεταξύ των επαρχιών του λαού και των επαρχιών του Καίσαρος, της μεταξύ του κοινού καλού και του καλού του μονάρχου, την οποίαν είδαμεν εις την Αυτοκρατορίαν. Όθεν άμα ο ηγεμών προσβάλλεται από την ιδέαν της ιδιοκτησίας, και αποδίδει εις αυτήν την ασφάλειαν του διαδήματος και της ζωής του, κατά φυσικόν λόγον γίνεται φειδωλός εκείνου, το οποίον ονομάζει κτήμα του, νομίζει, ότι πλουτεί από τους υπηκόους του, και ότι κερδαίνει ό,τι απ' αυτούς αρπάζει, ευρίσκει, ότι εξασθενών αυτούς δύναται να τους υποδουλώση. Εκ τούτου οι δόλοι και αι απάται, όσα μεταχειρίζεται προς γύμνωσίν των. Εκ τούτου οι στεναγμοί, αι μεμψιμοιρίαι και οι γογγυσμοί των. Εκ τούτου ο εμφύλιος εκείνος και υπόκρυφος πόλεμος, όστις, ως κεκρυμμένον πυρ, υποθαλπόμενος εις τον κόλπον της πολιτείας, αναφαίνεται εδώ και εκεί δι' εκρήξεων αιφνιδίων. Ο ηγεμών τότε αισθάνεται χρείαν βοηθείας, την οποίαν επρομηθεύθη, νομίζει, ότι ήτο προβλεπτικός, και δεν καταλαμβάνει, ότι, αν ήτο δίκαιος, δεν ήθελεν έχει χρείαν των δειλών τούτων προφυλάξεων, και ότι τα δουλοπρεπή και σκληρά πάθη, τα υπομίσθιά του, ήθελαν είσθαι εις αυτόν ανωφελή, εάν είχεν αρετάς. Τούτο, Τιβέριε, ο νέος ηγεμών χρεωστεί ν' ακούη από το στόμα σου. Καταπεισθείς άπαξ εντελώς, ότι η πολιτεία και αυτός είναι έν, και ότι αυτή η ενότης συγκροτεί την δύναμιν του, ότι είναι βάσις της μεγαλειότητός του, της αναπαύσεως και της δόξης του, θέλει θεωρεί την ιδιοκτησίαν ως ανάξιον του διαδήματος προνόμιον, και, μη λογιζόμενος ως αληθή αγαθά άλλα, παρ' όσα χορηγεί εις τον λαόν του ((3), θέλει είσθαι δίκαιος προς συμφέρον του, μετριόφρων εκ φιλοδοξίας, και ευεργετικός εκ φιλαυτίας. Ιδού, κατά ποίαν έννοιαν, φίλε μου, η αλήθεια είναι μήτηρ της αρετής.
Αναμφιβόλως χρειάζεται γενναιότης, διά ν' αρχίση τις από αυτήν με τους βασιλείς· και ότι δουλοπρεπείς κόλακες τους κατέπεισαν, ότι βασιλεύουν διά τον εαυτόν των, ότι η ανεξαρτησία των συνίσταται εις το να θέλωσιν ό,τι τους αρέσκει, ότι αι φαντασιοκοπίαι των είναι νόμοι, υπό τους οποίους τα πάντα χρεωστούν να υποκύπτωσιν. Ο ειλικρινής και γενναίος φίλος το πρώτον δεν επιτυγχάνει εις την διάλυσιν του αθεμελιώτου συστήματος. Αλλ' αν άπαξ τον ακούσωσι, δεν θέλουν πλέον ακούει άλλους ειμή αυτόν· άμα δε η πρώτη αλήθεια δοκιμασθή, τότε αι λοιπαί έρχονται παμπληθεί, και θέλουν έχει ελευθέραν είσοδον, ο δε ηγεμών όχι μόνον δεν θέλει τας αποφεύγει, αλλά θέλει υπάγει εις προϋπάντησίν των. Η αλήθεια θέλει τον κινήσει ν' αγαπήση την αρετήν, η δε αρετή θέλει καταστήσει εις αυτόν την αλήθειαν προσφιλή. διότι η προς το άγνωστον αγαθόν ροπή δεν είναι άλλο τι, ειμή αυτοματισμός συγκεχυμένος και αόριστος. Ο επιθυμών να ήναι ωφέλιμος εις τους ανθρώπους επιθυμεί να ήναι συγχρόνως έμπειρος. Αλλ' η αλήθεια, την οποίαν χρεωστεί να ζητή ο ηγεμών, είναι η γνώσις των συνδεουσών την ανθρωπότητα σχέσεων. Δι' αυτόν αληθές είναι το δίκαιον και το ωφέλιμον, ο εις την κοινωνίαν κύκλος των χρειών, η σειρά των καθηκόντων, η αρμονία των συμφερόντων, το συνάλλαγμα των βοηθειών, και η δικαιοτάτη μεταξύ των εργαζομένων το καλόν διανομή αυτού.
Εις ταύτα οφείλει να ενασχολήται δι' όλης της ζωής του, να μελετά εαυτόν, να μελετά τους ανθρώπους, να προσπαθή να διακρίνη την ενδόμυχον διάθεσίν των, την έξιν, τον χαρακτήρα, την επιρροήν της γνώμης των, το ισχυρόν και το ασθενές μέρος του νοός και της ψυχής, να σπουδάζη όχι με κενόσπουδον και εφήμερον περιέργειαν, αλλά με θέλησιν σταθεράν και σοβαράν ως προς τους κόλακας, τα ήθη, την ευφυίαν, τους βιομηχανικούς πόρους των υπηκόων του, και την διαγωγήν των όσους διορίζει κυβερνήτας. Διά να διδάσκεται δε καλήτερα, να δώση πανταχόθεν ελευθέραν είσοδον εις το φως· αποστρεφόμενος δε την συκοφαντίαν, να ενθαρρύνη, να προστατεύη τους όσοι τον αναγγέλουν καθαρώς τας καταχρήσεις τας εις το όνομά του γινομένας. Ιδού τι ονομάζω φιλαλήθειαν. Και τοιουτοτρόπως θέλει την αγαπά, είπεν ο αυτοκράτωρ προς τον Τιβέριον, ηγεμών ο πεπεισμένος, ότι δεν δύναται να ήναι μέγας, ειμή μόνον καθόσον θέλει είσθαι δίκαιος. Συ θέλεις τον διδάξει να ήναι ανεξάρτητος και ελεύθερος εν τω μέσω της αυλής του. Τώρα δε εις την ελευθερίαν του αυτήν πρέπει να δυσπιστή, και κατ' αυτής σε φέρω εις πάλην· και εδώ έτι έχει χρείαν ο ζήλος σου να ήναι γενναίος. Θέλει δε είσθαι τοιούτος, είπεν ο νέος· μόνον οδήγει τον· ταύτα ειπόντες, απεχωρίσθησαν.
Παράξενον, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι παντού και πάντοτε οι φίλοι του λαού εμισήθησαν από τους κατ' επάγγελμα πατέρας του λαού. Το μόνον αμάρτημα του ήρωος τούτου είναι, ότι ήτο δημοτικός. Εκ τούτου έδωκε λαβήν εις τας συκοφαντίας της αυλής μου, ίσως και εις την ζυλοτυπίαν μου. Φευ! Με τον παρέστεναν επίφοβον! Ήθελα καλήτερα κάμει, αν τον εμιμούμην.
Κεφάλαιον Ι'
Την επαύριον την ίδιαν ώραν, ο Βελισάριος τους επερίμενεν επί την οδού, υπό παλαιάν τινα δρυν, όπου την προτεραίαν εκάθηντο, και έλεγε καθ' εαυτόν· είμαι πολύ ευδαίμων εις την δυστυχίαν μου, ευρών εναρέτους άνδρας, οίτινες καταδέχονται να έρχωνται, διά να με διασκεδάζωσι και να συνδιαλέγωνται μετ' εμού περί των μεγάλων της ανθρωπότητος αντικειμένων! πόσον μεγάλην δύναμιν έχουν αυτά τα συμφέροντα επί την ψυχής! Με προξενούν λήθην των δυστυχιών μου. Μόνη η ιδέα του, ότι ημπορώ να έχω επιρροήν επί της τύχης των εθνών με παρακινεί να υπάρχω έξω εμαυτού, να υψόνωμαι υπέρ τον ίδιον εμαυτόν, και καταλαμβάνω, πως διά της εις ολόκληρον λαόν γινομένης ευεργεσίας πλησιάζει ο άνθρωπος εις την θεότητα.
Ο Ιουστινιανός και ο Τιβέριος, προχωρούντες, ηχούσαν τας τελευταίας ταύτας λέξεις. Επαινείς την ευεργεσίαν, είπεν ο αυτοκράτωρ, και τωόντι, από όλας τους αρετάς δεν είναι άλλη, έχουσα πλειοτέρας χάριτας. Ευδαίμων ο δυνάμενος ελευθέρως να παραδοθή εις την γλυκείαν ταύτην έφεσιν. Αλλά φευ! πρέπει να την μετριάση, είπεν ο ήρως, και εάν δεν ήναι μετά λόγου, εάν δεν διευθύνεται κατά το δίκαιον, εξοκείλει μετ' αυτής ανεπαισθήτως εις κακίαν, πάντη εναντίαν. Άκουσέ με, νέε, επρόσθεσεν αποτείνας τον λόγον προς τον Τιβέριον.
Εις τον βασιλέα η ηδυτέρα άσκησις της υπερτάτης εξουσίας είναι να διανέμη κατ' αρέσκειάν του τας τιμάς και τας χάριτας. Η προς τούτο φέρουσα κλίσις έχει τόσον πλειότερα θέλγητρα, καθ' όσον ομοιάζει την ευεργεσίαν· και ο καλήτερος ηγεμών ήθελεν απατηθή, εάν δεν επροφυλάττετο κατά της κολακείας. Βλέπει εκείνο μόνον, το οποίον τον πλησιάζει, και παν ό,τι τον πλησιάζει, τον λέγει ακαταπαύστως, ότι η μεγαλειότης του όλη ευρίσκεται εις την αυλήν του, ότι η μεγαλοπρέπειά του λαμβάνει όλην αυτής την λάμψιν από τον περί αυτόν όγκον, και ότι δεν απολαύει αλλέως τα δίκαιά του, και το κάλλιστον προνόμιόν του ειμή διά των δωρεών, τας οποίας διαχύνει, και τας οποίας ονομάζουν ευεργεσίας του . . . . . ευεργεσίας του, ω δίκαιε Θεέ! την τροφήν του λαού! η κολακεία, η χάρις, η πλάνη, τον περιστοιχίζουν. Η μετά προσκαρτερήσεως κολακεία, η έξις τον κυριεύουν χωρίς να το αισθανθή. Δεν βλέπει ποσώς τα δάκρυα, δεν ακούει τας κραυγάς του διά την πολυτέλειαν γογγίζοντος πτωχού· βλέπει την χαράν, ακούει τας ευχάς του εγκωμιάζοντος αυτήν αυλικού, συνειθίζει να πιστεύη, ότι τούτο είναι αρετή. Χωρίς δε να εξετάση την πηγήν του πλούτου, τον διασκορπίζει ασώτως ως ίδιόν του κτήμα. . Αι! εάν ήξευρε, πόσον ακριβώς αγοράζει τούτο, και πόσους δυστυχείς καταστένει, χάριν ολίγων αχαρίστων! Θέλει το μάθει, αγαπητέ μου Τιβέριε, εάν ποτε έχη αληθή φίλον. Θέλει μάθει, ότι η ευεργεσία συνίσταται ολιγώτερον εις το να καταδαπανά παρά εις το να φείδεται· ότι όλα, όσα δίδει εις τον ευνοούμενον, τ' αφαιρεί από τον άξιον, και ότι αύτη είναι η πηγή των μεγίστων δεινών, υπό των οποίων το κράτος καταθλίβεται.
Βλέπεις την εύνοιαν με όμμα ολίγον αυστηρόν, είπεν ο νέος. Την βλέπω τοιαύτην, οποία είναι, είπεν ο γέρων, ως προτίμησιν ατομικήν, ήτις εις την εκλογήν και χρήσιν των ανθρώπων ανατρέπει την τάξιν της δικαιοσύνης, της φύσεως και τον ορθού λόγου. Και τωόντι η δικαιοσύνη απονέμει τας τιμάς εις την αρετήν, τας ανταμοιβάς εις τας υπηρεσίας· η φύσις αποδίδει τα μεγάλα αξιώματα εις τα μεγάλα προτερήματα· ο δε ορθός λόγος θέλει να μεταχειριζώμεθα τους ανθρώπους, όσον το δυνατόν, αρμοδιώτερον. Η εύνοια δίδει εις την εράσμιον κακίαν το ανήκον εις την αρετήν, προτιμά την αρέσκειαν παρά τον ζήλον, την κολακείαν παρά την αλήθειαν, την χαμέρπειαν παρά των μεγαλοφροσύνην· και ως να ήτο το δώρον του αρέσκειν ισότιμον, ή ενέχυρον όλων των δώρων, ο αποκτών αυτό δύναται να επιθυμή τα πάντα. Ούτως, η εύνοια είναι οιωνός κακής βασιλείας, και ο ηγεμών ο παραδίδων εις τους ευνοϊκούς του την φροντίδα της δόξης του και των υπηκόων του την τύχην, δίδει υπόνοιαν εις έν εκ των δύο τούτων, ή ότι μικρόν νομίζει, το οποίον τους εμπιστεύεται, ή ότι αποδίδει εις την εκλογήν του την δύναμιν του μεταμορφόνειν τας ψυχάς και καταστένειν συνετόν, έμφρονα και ήρωα τον γέροντα δούλον, ή τον κουφόν νέον.
Τούτο ήθελεν είσθαι ανόητος οίησις, είπεν ο Τιβέριος· αλλ' είναι εις την πολιτείαν μυρία χρέη, τα οποία όλοι οι άνθρωποι δύνανται να εκπληρώσιν. Ουδέν, είπεν ο Βελισάριος, το οποίον να μη απαιτή, αν όχι επιτήδειον, τουλάχιστον χρηστόν άνδρα, η δε εύνοια αναζητεί τόσον ολίγον τον ένα, όσον και τον άλλον. Και όχι μόνον τους παραμελεί, αλλά και τους ρίπτει εις αθυμίαν, και διά τούτο αφανίζει σύρριζα τα προτερήματα και τας αρετάς. Η άμιλλα προξενεί ζωήν, η δε εύνοια, θάνατον. Η πολιτεία, όπου επικρατεί αύτη, ομοιάζει τας ερήμους πεδιάδας, όπου αυτομάτως τινά ωφέλιμα φυτά συμπνίγονται από βάτους. Αλλά με τούτο δεν λέγω ικανά· διότι εδώ τας μεν βάτους καλλιεργούσι, τα δε ιαματικά φυτά εκριζόνουν και καταπατούν.
Υποθέτεις, είπεν ο Τιβέριος, ότι η εύνοια δεν είναι ποτέ δικαία, και δεν κάμνει ποτέ καλάς εκλογάς. Σπανιώτατα, είπεν ο Βελισάριος, και αι διά κλήρου γινόμεναι αρχαιρεσίαι απατώσι πολύ ολιγώτερον. Η έννοια προσκολλάται εις τον θηρεύοντα μόνον αυτήν, η δε αξία δεν καταδέχεται να την ζητή. Είναι λοιπόν βέβαιον, ότι λησμονεί τον ωφέλιμον άνδρα, τον αμελούντα αυτήν, και προτιμά βεβαίως τον φιλόδοξον, τον θηρεύοντα αυτήν. Ποίαν δε πλησίασεν ο σοφός, ή ο ήρως ημπορεί προς αυτήν να έχη; Είναι ικανός να υποφέρη τους εξευτελισμούς, τους οποίους απαιτεί από τους δούλους του ο ευνοών; Η άκαμπτός του ψυχή θέλει υποταχθή εις τας μηχανουργίας της αυλής; Εάν διά το γένος του ήναι πλησίον του ηγεμόνος, και εις τον κύκλον των ευνοουμένων, οποίας δολιότητας ήθελεν εφεύρει η ειλικρίνειά του, η ακεραιότης και η χρηστότης του; Ούτος τάχα απατά και κολακεύει καλήτερον; μελετά επιμελέστερον τας κλίσεις και τας απεχθείας του δεσπότου; ηξεύρει να προσποιήται και να υποκρίνεται επιδεξιώτερα; να σιωπά και να μεταμορφόνη ό,τι προσκρούει, να λέγη ό,τι μόνον αρέσκει; Ημπορεί τις χίλια προς έν να θέση ενέχυρον, ότι ο ευνοούμενος υπό του ηγεμόνος αναξίως ευνοείται. Ο ευνοούμενος υπό ειδήμονος, δικαίου και σοφού ηγεμόνος, είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι πάντοτε ανήρ χρηστός.
Ο ειδήμων, ο δίκαιος, ο σοφός ηγεμών, είπεν ο Βελισάριος, δεν έχει κανένα υπό την εύνοιάν του. Είναι άξιος να έχη φίλους, και έχει· η εύνοιά του δεν κάμνει τίποτε προς χάριν των. Ούτοι δε ήθελαν ερυθριάσει, λαμβάνοντες παρ' αυτής τι. Ο Τραϊανός είχε τον Λογγίνον άξιον φίλον, οποίος ποτέ ίσως δεν υπήρξεν. Ο φίλος ούτος ηχμαλωτίσθη από τους Δάκας. Ο βασιλεύς αυτών εμήνυσεν εις τον αυτοκράτορα, ότι, αν δεν ήθελε δεχθή την οποίαν τον επρόβαλαν ειρήνην, ήθελε θανατώσει τον αιχμάλωτόν του. Ηξεύρεις, οποία ήτο του Τραϊανού η απόκρισις; Έκαμεν εις τον Λογγίνον την τιμήν να εκφωνήση δι' αυτόν ό,τι ο Ρήγουλος είχεν εκφωνήσει δι' εαυτόν. Ιδού άνδρες, οποίους θέλω· το να ήναι δέ τις τοιούτου ηγεμόνος φίλος είναι ένδοξον. Ούτως ο Λογγίνος έπιε το κώνειον τάχιστα, διά να μη αφήση τον αυτοκράτορα να κινηθή εις οίκτον.
Με καταθλίβεις, είπεν ο Τιβέριος. Ναι, αισθάνομαι, ότι, όταν το κοινόν συμφέρον κινδυνεύη, δεν συγχωρεί τίποτε εις την εύνοιαν του ηγεμόνος. Ημπορεί ενίοτε να έχη προτιμήσεις ιδίας, αφορώσας μόνον το συμφέρον.