Ο Βελισάριος

Part 4

Chapter 40 wordsPublic domain

Αυτό είναι πολύ, είπεν ο Ιουστινιανός. Όταν θέλη τις να υψόνη τας ψυχάς, πρέπει να ενεργή μεγαλοπρεπώς. Και έπειτα νομίζεις, ότι δεν υπάρχει οικονομία εις την μεγαλοπρέπειαν ταύτην; Α! εάν αυτή εγεννούσε μόνον δύο ή τρείς μεγάλους άνδρας εις εκάστην γενεάν, η πολιτεία δεν ήθελεν έχει αιτίας παραπόνων, ήθελεν ανταμείβεσθαι καλά! φίλε μου, είπεν, εις τον νέον· πρέπει να ήσαι είς εξ εκείνων, οίτινες ανταμείβουν αυτήν. Τότε αποτεινόμενος προς τον αυτοκράτορα, είπε. «Μ' έδωκες την εξουσίαν να τον ομιλώ ως πατήρ;» Ω! σε παρακαλώ θερμώς, είπεν ο Ιουστινιανός. Πίστευσε λοιπόν, υιέ μου, κατά πρώτον, ότι η ευγένεια είναι φλοξ, ήτις διαδίδεται, αλλά μαραίνεται ευθύς, ως λείψει η τροφή. Ενθυμού τους προγόνους σου, επειδή ούτοι είναι εις σε παραδείγματα, αλλά πρόσεξε, μη νομίσης, ότι η φύσις παρέδωκεν εις εσέ την δόξαν ως κληρονομίαν, την οποίαν χεωστείς ν' απολαύης. Φυλάξου από την ζηλότυπον και ανυπόμονον εκείνην υπερηφάνειαν, ήτις, στηριζομένη εις όνομα απλούν, θέλει να υποκύπτωσιν εις αυτήν τα πάντα, και αγανακτεί διά τας διδομένας εις την αξίαν προτιμήσεις· επειδή η φιλοτιμία έχει ψευδές πρόσχημα ευγενείας, ευκόλως προχωρεί εις την καρδίαν ανθρώπου ευγενούς, αλλά το πάθος τούτο εις τας υπερβολάς του γίνεται χαμερπές, ως και παν άλλο. Νομίζεις σεαυτόν υψηλόν, διότι υποβιβάζεις εις σεαυτόν όλα του χρηστού ανδρός τα καθήκοντα. Εάν δε θέλης να μάθης τι κάμνεις, παρατήρησε αρπακτικόν τι πτηνόν περιπτάμενον εις την πεδιάδα, και εκλέγον με άπληστον όμμα μεταξύ χιλίων τρεμόντων ζώων εκείνο, το οποίον του αρέσει να φάγη· παρομοίως και η φιλοδοξία σκέπτεται, όταν εξυπνισθή, ποίαν αρετήν να θυσιάση. Αι, φίλε μου, η φιλαυτία, τούτο το τόσον φυσικόν πάθος, γίνεται σκληρότατον εις άνθρωπον δημόσιον, άμα καταντήση σφοδρόν. Είδον ανθρώπους, οίτινες, διά να προβιβασθώσιν, ήθελαν εκθέσει εις κινδυνον ολόκληρον στράτευμα και την τύχην ολοκλήρου κράτους. Φθονούντες τα ευτυχήματα τα μη χρεωστούμενα εις αυτούς, φοβούνται πάντοτε μη τους αφαιρέσωσι την τιμήν πράξεώς τινος λαμπράς. Εάν ετόλμων μάλιστα, ήθελαν κάμει να αποτύχωσιν εκείνοι, ως αυτουργοί των οποίων δεν δοξάζονται. Το κοινόν καλόν είναι εις αυτούς δυστυχία, εάν δεν αποδίδεται εις αυτούς. Ούτοι είναι το κινδυνωδέστατον των ανθρώπων είδος, είτε εις τας βουλάς, είτε εις τα στρατεύματα. Ο χρηστός ανήρ εκτελεί το χρέος του μη παρατηρών περί εαυτόν. Ο Θεός και η ψυχή του είναι μάρτυρες, την μαρτυρίαν των οποίων αυτός θέλει αξιωθή. Ειλικρινής προαίρεσις, κατ' επίγνωσιν ευψυχία, ζήλος πρόθυμος εις σύμπραξιν του αγαθού, ταύτα είναι της μεγάλης ψυχής τα σημεία. Ο φθόνος, η ματαιοφροσύνη, η υπερηφάνεια, όλα ταύτα είναι μικρά και ουτιδανά. Όχι μόνον δεν πρέπει ν' απαιτής εκείνο, του οποίου δεν είσαι άξιος, αλλά πρέπει και ν' απαρνήσαι εκείνο, του οποίου είσαι άξιος. Πρέπει να υποθέτης τον κυριάρχην υποκείμενον εις απάτην· διότι είναι άνθρωπος· νόμιζε ως πολλά δυνατόν, ότι η πατρίς σου και οι σύγχρονοί σου σε κρίνουν τόσον κακώς, ως εκείνος, και ότι οι μεταγενέστεροι δεν θέλουν είσθαι δικαιότεροι. Τότε πρέπει να συμβουλευθής τον εαυτόν σου, και να τον ερωτήσης. Εάν εκαταντούσα εις την κατάστασιν του Βελισαρίου, ήθελα άραγε παρηγορείσθαι διά της αθωότητός μου, και της αναμνήσεώς του, ότι επλήρωσα το χρέος μου; Εάν δεν έχης σταθερώς εκτελεσμένην ταύτην την απόφασιν, ζήσε ζωήν ιδιωτικήν, διότι θέλεις πράξει ανάξια του ονόματός σου.

Αι, παρά πολλά απαιτείς από τους ανθρώπους, είπεν ο Ιουστινιανός στενάξας βαθέως, το δε παράδειγμά σου είναι τρομερόν. Είναι τρομερόν εκ της πρώτης όψεως, είπεν ο γέρων, πολύ όμως ολιγώτερον, όταν τις σκεφθή περί τούτου. Διότι, τέλος πάντων, ας υποθέσωμεν, ότι ο πόλεμος, η νόσος ή το γήρας ήθελαν με στερήσει την όρασιν, τούτο ήθελεν είσθαι δυστύχημα πολλά φυσικόν, το οποίον δεν ήθελε σας εκπλήξει. Τι δε! των ανθρώπων τα ελαττώματα δεν είναι εις την τάξιν των πραγμάτων, ως ο ερημώσας την αυτοκρατορίαν λοιμός; Τι διαφέρει το όργανον, το οποίον η φύσις μεταχειρίζεται προς εξουδένωσιν ημών; Η οργή του αυτοκράτορος, το βέλος του εχθρού, είς κόκκος άμμου, όλα είναι ίσα. Εκτιθέμενοι εις του κόσμου την σκηνήν, πρέπει να προσμένωμεν και τας μεταβολάς της. Συ αυτός διορίζων τον υιόν σου εις τα πολεμικά, δεν έβαλες προ οφθαλμών σου μύρια συμβεβηκότα επικίνδυνα; Λοιπόν συναρίθμησε με αυτά τας προσβολάς του φθόνου, τας ενέδρας της προδοσίας και της συκοφαντίας και εάν ο υιός σου φθάση εις την ηλικίαν μου χωρίς να περιπέση εις αυτά, θέλεις ευρεί, ότι εστάθη ευτυχής. Πάντα εις την ζωήν είναι συγκερασμένα. Με βλέπεις τώρα τυφλόν και πτωχόν, και κατοικούντα εις ερείπια. Αλλ' ενθυμήσου τας εις διάστημα τριάκοντα ετών νίκας και ευτυχίας, και θέλεις ευχηθή εις τον υιόν σον του Βελισαρίου την τύχην. Συ μεν έχεις τας μερίμνας πατρός, αλλ' εγώ νομίζω, ότι ο υιός σου με φθονεί έτι. Βέβαια, έκραξεν ο Τιβέριος. Αλλά πολύ ολιγώτερον, είπεν ο αυτοκράτωρ, πρέπει να φθονή όχι τόσον τας ευτυχίας σου, όσον την καρτερίαν, με την οποίαν υπομένεις την δυστυχίαν σου. Καρτερία χρειάζεται αναμφιβόλως, είπεν ο Βελισάριος, και δεν αρκεί η προς καταφρόνησιν του θανάτου καρτερία· αυτό είναι ανδρία στρατιώτου. Η του στρατηγού καρτερία συνίσταται εις το να ήναι ανώτερος παντός περιπτώματος. Ηξεύρεις, δι' εμέ ποίος είναι ο γενναιότατος των ανθρώπων; Ο επιμένων εις την εκπλήρωσιν του χρέους του και με της δόξης του τον κίνδυνον αυτόν· ο συνετός εκείνος και σταθερός Φάβιος, όστις αφίνει να ομιλώσι καταφρονητικώς περί της βραδύτητός του, δεν αλλάσσει ποσώς διαγωγήν, και όχι ο αδύνατος και ματαιόφρων Πομπήιος, όστις προτιμά να ρίψη εις κίνδυνον την τύχην της Ρώμης και του κόσμου όλου, παρά να υποφέρη έν σκώμμα. Εις τας πρώτας κατά των Περσών εκστρατείας μου, αι καταλαλιαί των απερισκέπτων του στρατού μου μ' έκαμαν να συγκροτήσω μάχην, την οποίαν μήτ' έπρεπε, μήτ' ήθελα ποτέ να διακινδυνεύσω· ενικήθην. Ποτέ δεν θέλω συγχωρήσει διά τούτο εμαυτόν, όστις αφίνει να εξαρτώνται αι πράξεις του από την γνώμην των άλλων ποτέ δεν δύναται να εμπιστευθή εαυτόν. Και τι ηθέλαμεν γίνει, εάν, διά να ήμεθα καλοκάγαθοι, έπρεπε να προσμένωμεν αιώνα αδέκαστον και ηγεμόνα αναμάρτητον; Προχώρει λοιπόν σταθερώς. Η συκοφαντία και η αχαριστία σε προσμένουν ίσως εις το τέλος του σταδίου σου· αλλ' εκεί ομού με αυτάς είναι η ώρα, και αν δεν ήναι αυτή, η αρετή είναι αντ' αυτής· μη φοβού· αύτη ποτέ δεν θέλει σε λείψει, θέλει σε ακολουθήσει και εις το μέσον αυτό της αθλιότητος και ταπεινώσεως. Α! φίλε μου, εάν ήξευρες πόσον έν μειδίαμα της αρετής είναι ηδύτερον παρ' όλας της τύχης τας φιλοφροσύνας!

Με φέρεις εις κατάνυξιν, είπεν ο Ιουστινιανός, κινηθείς εις οίκτον, και εντραπείς. Πόσον ο υιός μου είναι ευτυχής, δυνάμενος εγκαίρως να διδαχθή τα υψηλά ταύτα μαθήματα! Α! διά τι τούτο το διδασκαλείον να μην ήναι διδασκαλείον των ηγεμόνων!. Ας αφήσωμεν τους βασιλείς, είπεν ο Βελισάριος· είναι πλέον αξιοθρήνητοι παρά ημείς. Είναι αξιοθρήνητοι, είπεν ο Ιουστινιανός, μόνον διότι δεν έχουν παντελώς φίλους, ή έχουν, όχι όμως τόσον συνετούς, τόσον γενναίους, ώστε να χρησιμεύσωσιν ως οδηγοί αυτών. Ο υιός μου εγεννήθη διά να ζήση εις την αυλήν. Ίσως ποτέ, εισαχθείς εις τα βουλευτήρια, ή εις την οικειότητα του βασιλέως, εύρη την περίστασιν να μεταχειρισθή τας διδασκαλίας σου προς ευδαιμονίαν του κόσμου. Μη παραμελήσης να τον καταστήσης μεγαλόψυχον, εκπαιδεύων αυτόν την υψηλήν του βασιλεύειν επιστήμην. Δίδαξέ τον, όπως επεθύμεις να ήναι διδαγμένος ο φίλος μονάρχου. Ο Ιουστινιανός μέλλει να καταβή εις τον τάφον. Αλλ' ο διάδοχός του, ευτυχέστερος αυτού, θέλει ίσως έχει φίλον του τον μαθητήν του Βελισαρίου. Φευ, είπεν ο γέρων, διά τι να μη δύναμαι άπαξ έτι, πριν αποθάνω, να ωφελήσω την πατρίδα μου! Αλλ' όσα η πείρα και η σκέψις μ' εδίδαξαν, θέλουν νομίζεσθαι του γήρατος ονειροπολήματα. Και τωόντι εις την θεωρίαν όλα κάλλιστα διοικούνται· αι δυσκολίαι εξαλείφονται· αι περιστάσεις έρχονται εις αρμόδιον καιρόν, και συνδυάζονται κατ' ευχήν· κάμνει ό,τι θέλη τις τους ανθρώπους και τα πράγματα· αυτός εκείνος υποθέτει εαυτόν ελεύθερον από πάθη και αδυναμίας· πάντοτε έμπειρον, πάντοτε συνετόν, σταθερόν επίσης και μετριοπαθή. Ηδεία και απατηλή φρεναπάτη, την οποίαν μικρά δοκιμασία ταχέως ήθελεν αφανίσει, εάν λάβη τις εις τας χείρας τας ηνίας της πολιτείας! Και αύτη η φαντασία έχει την ωφέλειάν της, είπεν ο νέος· διότι η περί του ενδεχομένου καλλίστου φαντασία γίνεται παράδειγμα του καλού. Το επιθυμώ, είπεν ο Βελισάριος, αλλά δεν τολμώ να το ελπίσω. Η κακίστη των πραγμάτων κατάστασις ευρίσκει παντού θιασώτας επιθυμούντας διατήρησιν αυτής. Και εγώ σε αποκρίνομαι, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι οι καρποί της σοφίας σου ποτέ δεν θέλουν μείνει ατελεσφόρητοι, εάν τους εμπιστευθής εις του υιού μου τον ζήλον. Είσαι άξιος, είπεν ο ήρως, να σε μιλήσω ειλικρινώς. Αλλ' απαιτώ από σε την υπόσχεσιν να μη κοινοποίησης επί της βασιλείας ταύτης τίποτε αφ' όσα συνομιλούμεν. Διά τι; ηρώτησεν ο Ιουστινιανός. Διά να μη λυπήσω με τας θλιβεράς μου σκέψεις, είπεν ο Βελισάριος, γέροντα αισθανόμενον υπερβολικά τα κακά, τα οποία δεν δύναται να θεραπεύση.

Οποία καταισχύνη, έλεγεν ο αυτοκράτωρ αναχωρών, ότι εφάνην αχάριστος εις τοιούτον άνδρα! Φίλτατε Τιβέριε, ιδού πώς μας απατώσι, πώς μας καταστένωσιν ακουσίως αδίκους.

Την νύκτα, την ακόλουθον ημέραν τίποτε δεν έβλεπεν εις την αυλήν του, ειμή την εικόνα του Βελισαρίου· προς το εσπέρας δε την αυτήν ώραν υπήγε να ανανεώση την λύπην του.

Κεφάλαιον Η'

Ο Βελισάριος επεριπάτει με τον οδηγόν του εις την οδόν. Ευθύς ως τον διέκρινεν ο αυτοκράτωρ εκατέβη από την άμαξάν του, και προσελθών προς αυτόν είπε· Μας ευρίσκεις βυθισμένους εις βαθείας σκέψεις. Βλέπων την αδικίαν, την οποίαν να πράξη κατέπεισαν τον δυστυχή γέροντα, όστις σε κατεδίκασεν, εσκεπτόμην με τον υιόν μου περί των κινδύνων της υπερτάτης εξουσίας, και τον έλεγα, ότι ήτο πολύ παράδοξον, πώς πλήθος ανθρώπων ελευθέρων δύναται ομοφώνως να εγχειρίσει την τύχην του εις τας χείρας ενός μόνου ανθρώπου, ασθενούς και φθαρτού ως αυτοί, ευεξαπατήτου και του οποίου η ακαριαία πλάνη δύναται να γίνη τόσον ολεθρία! Και νομίζεις, είπεν ο Βελισάριος, ότι Γερουσία, ότι λαός εν συνελεύσει είναι δικαιότερος και πλέον αλάνθαστος; Μήπως επί της βασιλείας ενός μόνον εξωρίσθησαν οι Κάμιλλοι, οι Θεμιστοκλείς, οι Αριστείδαι; Πολυπλασιάζοντες τα ελατήρια της κυβερνήσεως, πολυπλασιάζομεν τας κακίας· διότι καθείς εισάγει εις αυτήν τας ιδέας του. Δεν επροτίμησαν λοιπόν αλόγως την απλουστέραν. Αι πολιτείαι είτε κατεκτήθησαν, είτε εθεμελιώθησαν, είτε εις την χρηστότητα των νόμων έχουν την ελπίδα των, είτε εις την δύναμιν των όπλων, κατά φυσικόν λόγον, ο σοφώτατος, ο ανδρειότατος, ο εμπειρότατος ανήρ, έλαβε την διαχείρισιν των πραγμάτων διά της πλειοψηφίας. Όθεν θαυμάζω όχι, ότι πλήθος τι εν συνελεύσει ηθέλησε ποτέ να εμπιστευθή εις ένα μόνον την του κυβερνάν το όλον φροντίδα, αλλά ότι είς μόνος ηθέλησέ ποτε ν' αναδεχθή την επίπονον ταύτην φροντίδα. Δεν εννοώ τούτο, είπεν ο Τιβέριος. Διά να το εννοήσης, είπεν ο γέρων, υπόθεσε τον εαυτόν σου εις τον τόπον του λαού και του ηγεμόνος εις ταύτην την υπερτάτην αρχαιρεσίαν. Τι εκθέτομεν εις κίνδυνον; έπρεπε να ειπή ο λαός· τι εκθέτομεν εις κίνδυνον εκλέγοντες βασιλέα; Τα αγαθά όλων των άλλων κάμνομεν ιδικά του· τας δυνάμεις της πολιτείας δυνάμεις του· συνάπτομεν την δόξαν του με την ευημερίαν μας· ως κυριάρχης, θέλει υπάρχει μεθ' ημών και δι' ημών· δεν χρειάζεται λοιπόν άλλο, ειμή ν' αγαπά εαυτόν διά ν' αγαπά τους υπηκόους του, και να αισθάνεται τα συμφέροντά του, διά να ήναι ευεργετικός και δίκαιος. Τοιαύτη ήτο η ευπιστία των. Δεν ελογίσθησαν, είπεν ο Ιουστινιανός, τα πάθη και τας πλάνας, τα οποία ήθελαν περιστοιχίζει του ηγεμόνος την ψυχήν. Τίποτε δεν είδαν, είπεν ο Βελισάριος, παρά την αδιαίρετον μονάδα του συμφέροντος, του μεταξύ μονάρχου και έθνους. Ενόμισαν ως αδύνατον να ήναι ποτέ το έν μέρος μ' ευχαρίστησιν και αταραξίαν ψυχής εχθρός του άλλου. Η τυραννία τους εφάνη είδος αυτοχειρίας, ή παραφοράς, ήτις μόνον δύναται να ήναι αποτέλεσμα παραφροσύνης. Όταν δε ο ηγεμών πέση εις ταύτην την φρενίτιδα, οχυρόνονται από την εσκεμμένην και σοφήν βούλησιν του νομοθέτου, διά να την αντιτάξωσι κατά της τυφλής και προληπτικής βουλήσεως ανθρώπου εχθρού του εαυτού του. Καλά προενόησαν, ότι έπρεπε να φοβώνται πλήθος ανθρώπων φιλοκάκων, αλλά δεν αμφίβαλαν, ότι αυτή η συμμαχία, ήτις πάντοτε συνίσταται από τους ολιγωτέρους, δεν θέλει ευκόλως καταστείλει το καταπληκτικόν πλήθος ανδρών φιλοκάλων, αρχηγός των οποίων ήθελεν είσθαι πάντοτε ο ηγεμών. Και τωόντι, προ της δοκιμασίας, τις ήθελέ ποτε δυνηθή να προβλέψη, ότι ήθελαν υπάρχει βασιλείς τόσον ανόητοι, ώστε ν' αποχωρισθώσιν από τους υπηκόους των και να ενωθώσι με τους εχθρούς των; Τούτο είναι τόσον ακατάληπτος της φύσεως και του ορθού λόγου ανατροπή, ώστε χρεία να το ίδη τις διά να το πιστεύση.

Όσον δι' εμέ, ευρίσκω απλούστατον το να μη το ελπίζη τις. Αλλ' η εκλογή ενός μόνου προς διοίκησιν όλων, τούτο εις τον εκλεγόμενον έπρεπε να εμπνέη φόβον. Εάν ο πατήρ, ο έχων πέντε ή έξ παίδας ν' αναθρέψη, να υπανδρεύση, να καταστήση ευτυχείς εις το επάγγελμά των, τόσον δυσκολεύεται να κοιμηθή ήσυχος, τι ήθελεν ακολουθήσει εις πατέρα τοσούτων εκατομμύρων παίδων.

Υπόσχομαι, έπρεπε να είπη καθ' εαυτόν, να ζω μόνον υπέρ του λαού μου· θυσιάζω την ανάπαυσίν μου διά την ησυχίαν του· και υποχρεούμαι να τους δώσω νόμους ωφελίμους και δικαίους, και να μην έχω γνώμην ασύμφωνον με τους νόμους τούτους. Όσον δυνατώτερον με κατασταίνει ο λαός, τόσον ολιγωτέραν ελευθερίαν με αφίνει, όσον δε περισσότερον παραδίδεται εις εμέ, τόσο περισσότερον μ' ελκύει προς εαυτόν· χρεωστώ εις αυτόν λόγον των αδυναμιών, των παθών, των πλανών μου. Δίδω εις αυτόν δικαιώματα εις παν ό,τι είμαι· τέλος απαρνούμαι εμαυτόν, άμα δεχθώ να βασιλεύσω· ο δε ιδιώτης εξουδενούται διά να παραχωρήση εις τον βασιλέα όλην του την ψυχήν. Γνωρίζεις αφοσίωσιν γενναιοτέραν και εντελεστέραν; Ούτως όμως διελογίζετο ο Αντωνίνος, ο Μάρκος Αυρήλιος. Δέν έχω τίποτε ιδικόν μου, έλεγεν ο πρώτος. Και αυτό το ανάκτορον δεν ανήκει εις εμέ, έλεγεν ο άλλος. Και οι όμοιοί των εσυλλογίζοντο ως ούτοι.

Η των χυδαίων ματαιοφροσύνη δεν θεωρεί άλλο εις την υπερτάτην εξουσίαν παρά τας μικράς ηδονάς, αι οποίαι την θέλγουν, και την εμπνέουν φθόνον, ανάκτορα, αυλήν, τιμάς, και την πομπήν εκείνην, την οποίαν ενόμισαν, ότι πρέπει ν' αποδίδωσιν εις την εξουσίαν, διά να την κάμωσι σεβασμιωτέραν. Αλλά μ' όλα ταύτα, πάντοτε σχεδόν είναι άνθρωπος πλήρης φροντίδων· κατατήκεται από ανησυχίας, θύμα των καθηκόντων του, εάν τα εκπληρόνη ακριβώς, και καταφρονούμενος, εάν τ' αμελή, και μισούμενος, εάν τα προδίδη, στενοχωρούμενος, ενοχλούμενος, και εις το αγαθόν και εις το κακόν, έχων εξ ενός μέρους τας κατατηκούσας μερίμνας και τας αφορήτους αγρυπνίας· εξ άλλου δε την προς εαυτόν αηδίαν, και τον κόρον όλων των αγαθών. Ιδού ποία είναι η κατάστασίς του. Καλά έκαμαν ό,τι ημπόρεσαν διά να αξισώσωσι τας ηδονάς του με τους κόπους του· αλλ' οι κόποι του είναι άπειροι, αι δε ηδοναί του περιορίζονται εις τον στενόν των καθηκόντων του κύκλον. Όλη της πολυτελείας η τέχνη δεν δύναται να τον χαρίση νέα αισθητήρια, και ενώ αι ηδοναί τον προσκαλούν πανταχόθεν, η φύσις του τας απαγορέυει, και η αδυναμία του τας φεύγει. Ούτω παν το περί αυτόν περιττεύον είναι ανωφελές δι' αυτόν· το ευρύχωρον ανάκτορον δεν είναι άλλο παρά κενόν απέραντον, όπου αυτός κατέχει μικράν μόνον γωνίαν. Υπό τα πορφυρά παραπετάσματα, και τα χρυσά φατνώματα, ματαίως ζητεί τον εις την καλύβην ηδύν ύπνον του γεωργού· εις την τράπεζάν του ο μονάρχης αηδιάζει άμα ως άνθρωπος χορτάση.

Καταλαμβάνω, είπεν ο Τιβέριος, ότι ο άνθρωπος είναι τόσον αδύνατος, ώστε δεν δύναται ν' απολαύη όλα, οπότε έχει όλα αφθόνως· αλλά δεν ημπορεί τις να εκλέξη από αυτά; Αι νεανίσκε, έκραζεν ο Βελισάριος, δεν γνωρίζεις την νόσον του κόρου· αύτη είναι η ολεθριωτάτη χαύνωσις, εις την οποίαν η ψυχή δύναταί ποτε να πέση. Και εξεύρεις, ποία είναι η αιτία ταύτης; Η εύκολος απόλαυσις πάντων, ήτις κάμνει να μην αισθάνεταί τις τίποτε. Η επιθυμία δεν έχει καιρόν να έλθη, ή ερχομένη συμπνίγεται από την αφθονίαν των αγαθών, τα οποία κουράζουν αυτήν. Η τέχνη μεταχειρίζεται όλα τα ελατήριά της διά να ζωπυρήση τας σβεσθείσας ορέξεις· αλλά της ψυχής η αισθητικότης ημβλύνθη, και μη έχουσα της χρείας το κέντρον, δεν γνωρίζει ούτε το θέλγητρον ούτε την τιμήν της ηδονής.

Αλλοίμονον εις τον έχοντα όλα ως επιθυμεί! η έξις η καταστένουσα τόσον σκληράν της ελλείψεως την αίσθησιν, φέρει εις αηδίαν την ηδύτητα των αγαθών, τα οποία έχει τις.

Θέλεις με ομολογήσει όμως, είπεν ο Τιβέριος, ότι είναι διά τον ηγεμόνα απολαύσεις κομψαί και ηδείαι, τας οποίας ποτέ ο κόρος δεν ακολουθεί. Παραδείγματος χάριν; ηρώτησεν ο γέρων· η δόξα, είπεν ο νέος — Ποία δε; Παν είδος δόξης, η των όπλων πρώτη. — Πολλά καλά. Νομίζεις λοιπόν, ότι η νίκη είναι ηδονή πολλά ευάρεστος; Αι! όταν άφησέ τις εις την γην μυριάδας ανθρώπων εσφαγμένων, δύναται να παραδοθή εις την χαράν; Συγχωρώ τους διατρέξαντας τους κινδύνους της μάχης να χαρώσι, διότι τους διέφυγον. Αλλ' εις ηγεμόνα εκ φύσεως ευαίσθητον, η ημέρα καθ' ήν έρρευσαν ποταμοί αίματος και διά την οποίαν θέλουν ρεύσει ρύακες δακρύων, ποτέ δεν θέλει είσθαι ωραία ημέρα. Επεριπάτησά ποτε εις πεδίον μάχης, επιθύμουν να ίδω Νέρωνά τινα αντ' εμού· ήθελε κλαύσει. Ηξεύρω ότι είναι ηγεμόνες ηδυνόμενοι εις τον πόλεμον, ως ήθελαν ηδύνεσθαι την θήραν, και εκθέτοντες εις κίνδυνον τους υπηκόους των, ως ήθελαν απολύσει τους κύνας των εις την θήραν. Αλλ' η προς τας κατακτήσεις μανία είναι είδος φιλαργυρίας, ήτις τους βασανίζει, και ποτέ δεν έχει κόρον. Η επαρχία, εις την οποίαν εισέβαλον είναι πλησίον της επαρχίας, εις την οποίαν εισέτι δεν εισέβαλον. Ολίγον κατ ολίγον η φιλοδοξία ερεθίζεται. Τώρα, ή ύστερον επέρχεται ατύχημα, το οποίον προξενεί λύπην μεγαλητέραν, παρ' όσην χαράν επροξένησαν όλαι αι ευτυχίαι· και, υποθέτων μάλιστα, ότι όλα θέλουν επιτύχει, υπάγει τις, και ως Αλέξανδρος, έως εις τα πέρατα της οικουμένης, και ως εκείνος επιστρέφει αηδιάσας τον κόσμον και εαυτόν, διότι δεν ηξεύρει, τι να κάμη τας απεράντους χώρας, των οποίων πλέθρον έν αρκεί προς διατροφήν τον νικητού, και οργυιά μία προς ενταφιασμόν του. Εις την νεότητά μου είδα τον τάφον του Κύρου· ήτο γεγραμμένον επί του λίθου, «Ω άνθρωπε, όστις ει, και όθεν ήκεις· (ότι μεν γαρ ήξεις, οίδα·) Εγώ Κύρος ειμί, ο Περσών κτησάμενος την αρχήν. Μη ουν της ολίγης ταύτης γης φθονήσης, ή τουμόν σώμα περικαλύπτει.» Φευ! είπα αποστρέψας τους οφθαλμούς μου, τωόντι αξίζει ο κόπος να ήναι τις κατακτητής!

Τον Βελισάριον ακούω; είπεν ο νέος, με θαυμασμόν. — Ο Βελισάριος ηξεύρει παρά πάντα άλλον καλήτερα, ότι ο του πολέμου έρως είναι αγριώτατον τέρας, το οποίον η υπερηφάνειά μας εγέννησεν. Είναι, επανάλαβεν ο Τιβέριος, δόξα ηδυτέρα, την οποίαν ο βασιλεύς δύναται ν' απολαύση, η εκ των ευεργεσιών, την οποίαν λαμβάνει ως αντάλαγμα της κοινής ευδαιμονίας. Α! είπεν ο Βελισάριος, εάν, αναβαίνων τις εις τον θρόνον, ήτο βέβαιος, ότι θέλει ευτυχίσει τους ανθρώπους, ήθελεν είσθαι αναμφιβόλως μεγάλον προτέρημα το να κρατή εις τας χείρας του την τύχην του κράτους, και δεν ήθελα θαυμάσει, εάν ψυχή γενναία θυσιάση την ανάπαυσίν της εις ταύτην την ευγενή φιλοτιμίαν. Αλλ' ερωτήσατε τον σεβάσμιον γέροντα, ο οποίος σας διοικεί, εάν ήναι εύκολος η εκπλήρωσίς της· Είναι δυνατόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, να καταπείση τις τους υπηκόους του, ότι έκαμεν όσα ηδυνήθη, διά να βελτιώση την σκληρότητα της τύχης των, ν' ανακουφίση τα βάσανά των, και να γίνη άξιος της αγάπης αυτών.

Ηγεμόνες τινές αγαθοί, είπεν ο Βελισάριος, ζώντες έλαβον ταύτην την μαρτυρίαν, ήτις υπήρξεν η ανταμοιβή και η ηδίστη των παρηγορία. Αλλ' εκτός αν κανέν μυστικόν συμβάν δεν εβγάλη εις το φανερόν ταύτην των υπηκόων του την αγάπην, και δεν καταστήση πασιφανή ταύτην των καρδιών την προσφοράν, τις ηγεμών θέλει τολμήσει να ελπίση, ότι αύτη είναι ειλικρινής και ομόψηφος; οι αυλικοί του εγγυώνται περί τούτου. Αλλά τις τον εγγυάται διά τους αυλικούς του; ενώ το ανάκτορόν του αντηχεί από άσματα αγαλλιάσεως, ποίος τον βεβαιόνει, ότι εντός των επαρχιών του, ο πρόδομος του ανθυπάτου και η καλύβη του γεωργού δεν αντηχούσιν από στεναγμούς; αι δημόσιοι εορταί είναι σκηναί καθ' υπόκρισιν· τα εγκώμιά των είναι κατά προσταγήν· βλέπει προ αυτού τους ευτελεστάτους ανθρώπους αποθεωμένους, και, ενώ ο τύραννος βυθισμένος εις την τρυφήν μεθύει από των κολάκων του τα εγκώμια, ο ενάρετος, όστις επί του θρόνου διεβίωσεν ευεργετών τον κόσμον, καθ' όσον εξηρτάτο απ' αυτόν, αποθνήσκει λυπημένος, χωρίς να μάθη ποτέ, αν είχε φίλον ειλικρινή. Καταθλίβεται η καρδία μου, όταν συλλογισθώ, ότι ο Ιουστινιανός μέλλει να καταβή εις τον τάφον, καταπεπεισμένος, ότι τον επρόδωκα, και ότι παντελώς δεν τον ηγάπησα.

Όχι, εφώναξεν ο αυτοκράτωρ περιπαθώς, και διακοπτόμενος αίφνης, όχι, είπε με ολιγωτέραν ζέσιν· ο βασιλεύς δεν είναι τόσον δυστυχής, ώστε να μη μάθη ποτέ, αν αγαπάται.

Έστω, είπεν ο Βελισάριος, το ηξεύρει· αλλά και αύτη η ευτυχία, ήτις ήθελεν είσθαι τόσον ηδεία, είναι συγκερασμένη με πικρίαν. Διότι όσον περισσότερον ο ηγεμών αγαπάται από τους υπηκόους του, τόσον περισσότερον η ευτυχία των γίνεται εις αυτόν προσφιλής, και τότε το καλόν, το οποίον εις αυτούς κάμνει, και τα κακά, από τα οποία τους ανακουφίζει, τον φαίνονται τόσον ουτιδανά, παραβαλλόμενα προς το όλον κοινώς των καλών και των κακών, ώστε φθάσας εις το τέρμα μακρού γήρατος, ερωτά έτι εαυτόν· τι έπραξα; Ηναγκασμένος ν' αντιπαλαίη αδιακόπως προς τον χείμαρρον των δυστυχιών, πόσον πρέπει να λυπήται, μη δυνάμενος ποτέ να τας νικήση, και αισθανόμενος εαυτόν παρασυρόμενον από την φοράν των δυστυχιών. Ποίος ήτον αξιώτερος παρά τον Μάρκον Αυρήλιον να ίδη τον κόσμον ευτυχή υπό τους νόμους του; Όλαι αι συμφοραί, όλαι αι πληγαί συνέρευσαν επί της βασιλείας του. Ήθελεν ειπεί τις, ότι η φύσις όλη επανέστη διά να ματαιώση τους κόπους της συνέσεως και της αγαθότητός του· Και όστις των μοναρχών πρώτος ήγειρε ναόν εις την ευεργεσίαν είναι ίσως ο μόνος ιδών περισσοτέρους δυστυχείς. Αλλά χωρίς να υπάγωμεν προς ζήτησιν παραδείγματος μακράν από ημάς, ποία βασιλεία είναι δραστηριωτέρα, κατά το φαινόμενον, παρά την του Ιουστινιανού; Τριακονταετείς πόλεμοι και νίκαι εις τα τρία μέρη του κόσμου· όλαι αι ζημίαι, όσας η αυτοκρατορία έπαθεν εις διάστημα μιας εκατονταετηρίδος, επανορθωθείσαι δι' ευτυχιών· οι λαοί της άρκτου και της δύσεως αποκρουσθέντες πέραν του Δουνάβεως και των Άλπεων· η ησυχία αποδοθείσα εις την Ασίαν· βασιλείς νικηθέντες και θριαμβευθέντες, αι κακώσεις αι από του λοιμού, των επιδρομών του εχθρού, των σεισμών, εξαλειφθείσαι ως από χείρα αγαθοποιόν εκ του κόσμου, φρούρια και ναοί αναρίθμητα, άλλα μεν ανακαινισθέντα, άλλα δε κτισθέντα με πλειοτέραν λαμπρότητα· τι σεμνότερον και μεγαλοπρεπέστερον! Ύστερον δε από αυτά να ίδη εις το γήρας του την αυτοκρατορίαν του βεβαρυμένην να κλίνη προς την απώλειάν της, χωρίς να δυνηθώσι ποτέ αι νικηφόροι χείρες του να την στηρίξωσιν. Ιδού το τέρμα των μόχθων του και όλοι οι καρποί των μακρών αγρυπνιών του. Μάθε λοιπόν εκ τούτου, φίλτατε Τιβέριε, να θρηνής την τύχην των βασιλέων, και να τους κρίνης με συγκατάβασιν· και προπάντων να μη μισής ποτε τον σεβάσμιον γέροντα, όστις σας διοικεί, διά το κακόν, το οποίον απερισκέπτως έκαμεν, ή διά το καλόν, το οποίον δεν έκαμε.