Part 3
Η μετ' ακριβείας και τρόμου γνώσις, την οποίαν η Αντωνίνη περί της αυλής είχε, την έκαμε να αισθάνεται, ότι το μίσος και η λύσσα κατατρέχουν τον σύζυγόν της. Οποίος θρίαμβος, έλεγεν, όλων εκείνων των αγενών και φθονερών, τους οποίους τόσας χρόνους η ευτυχία εναρέτου ανδρός ταπεινόνει και βασανίζει! Οποία αγαλλίασις εις τους βλέποντας αυτόν πάσχοντα! Φαντάζομαι το μειδίαμα της πονηρίας, το μυστηριώδες σχήμα της συκοφαντίας, ήτις υποκρίνεται, ότι τάχα δεν λέγει όλα, όσα ηξεύρει, και προσποιείται, ότι δεν θέλει να βλάψη τον υπ' αυτής φονευόμενον δυστυχή. Τους χαμερπείς εκείνους κόλακας, τους μηδαμινούς εκείνους φιλαρέσκους, όλους τους βλέπω, τους ακούω χαίροντας διά την καταστροφήν μας. Ω κόρη μου! Εις την δυστυχίαν, συ έχεις καν παρηγορίαν, ότι δεν έχεις σεαυτήν ουδέν να μεμφθής. Εγώ όμως καταισχύνομαι διά την παρελθούσαν ευτυχίαν μου μάλλον παρά διά τας παρούσας συμφοράς μου. Αι συνεταί του πατρός σου νουθεσίαι με ηνώχλουν. Εις μάτην με παρήγγελλε να φεύγω τας παγίδας της αυλής, να νομίζω δόξαν και τιμήν μου τα απλά και χρηστά ήθη, να ζητώ την ειρήνη και την ευδαιμονίαν εντός της οικίας μου, και ν' απέχω από δουλείαν, της οποίας τα επίχειρα ήθελαν είσθαι η αισχύνη. Ωνόμαζον δυστροπίαν την λυπηράν αυτού πρόνοιαν, προσεκλαιόμην εις τους εχθρούς του. Οποία πλάνη!. πόσον φρικώδης η εκ ταύτης επιστροφή! Φωτίζομαι ως από κεραυνού βολήν· βλέπω την άβυσσον, ενώ πίπτω εις αυτήν. Εάν ήξευρε, κόρη μου, πόσον ψυχρώς με απέπεμψεν η αυτοκρατόρισσα εκείνη, εις την οποίαν η ψυχή μου ήτον υποδουλωμένη, εκείνη της οποίας αι φαντασιοκοπίαι ήσαν αι μόναι θελήσεις μου. Η αυλή δε εκείνη, ήτις την προτεραίαν εμειδία τόσον κολακευτικώς! . . . . . σκληροί και επίβουλοι άνθρωποι!. . . . . ουδείς, ως με είδαν εκβαίνουσαν με κεκλιμένους εις την γην και πλήρεις δακρύων οφθαλμούς, ουδείς κατεδέχθη να με πλησιάση. Η δυστυχία είναι εις αυτούς ως λοιμός, όστις τας κάμνει από τον τρόμον να οπισθοδρομώσι.
Τοιαύται ήσαν αι σκέψεις της γυναικός ταύτης, την οποίαν η πτώσις της, διδάσκουσα την αληθινήν της αυλής αξίαν, δεν την απέσπασεν απ' αυτήν, και ήτις ακόμη ηγάπα ό,τι κατεφρόνει.
Ολόκληρον έτος παρήλθεν, και ουδέν έτι εφανερόνετο περί της δίκης του Βελισαρίου. Είχεν ανακαλυφθή συνωμοσία· αυτόν διέβαλλον, ότι την ωργάνισε, η φωνή των εχθρών του, την οποίαν ονόμαζαν κοινήν φωνήν, απέδιδεν εις αυτόν τούτο το ανοσιούργημα. Οι αρχηγοί αυτής, επιμόνως σιωπώντες, απέθαναν βασανιζόμενοι, χωρίς να φανερώσωσι τον πρωτουργόν της συνωμοσίας. Τούτο ήτο το μόνον τεκμήριον, το οποίον είχον περί Βελισαρίου. Όθεν, δι' έλλειψιν απαδείξεως, τον άφιναν να τήκεται εις ταλαιπωρίαν, ελπίζοντες, ότι ο θάνατος ήθελε τους απαλλάξει από την χρείαν των ελέγχων. Εντοσούτω οι παλαιοί στρατιώται του, οι διεσπαρμένοι μεταξύ τα λαού, απήτουν τον στρατηγόν των, και ηγγυώντο περί της αθωότητός του. Διήγειραν το πλήθος εις επανάστασιν, και εφοβέρισαν, ότι θέλουν συντρίψει τας πύλας της φυλακής, εάν δεν τον ελευθερώσουν. Η στάσις αυτή παρώξυνε τον αυτοκράτορα· η δε Θεοδώρα, δράξασα την στιγμήν, καθ' ήν η οργή τον παρεκίνει εις αδικίαν· έστω, είπεν, ας τους αποδοθή αυτός, αλλ' ούτως, ώστε να μη δύναται πλέον να τους οδηγή. Η βδελυρά αύτη συμβουλή υπερίσχυσε, και τούτο υπήρξε του Βελισαρίου η καταδίκη· άμα τον είδε το πλήθος εκβαίνοντα εκ της φυλακής τυφλόν, άρχισαν ευθύς, ως μαινόμενοι, να φωνάζωσιν από την λύπην των. Αλλ' ο Βελισάριος τους κατεπράυνε· Παιδία μου, τους είπεν, ο αυτοκράτωρ ηπατήθη· πας άνθρωπος υπόκειται εις απάτην· πρέπει να τον λυπηθήτε, να τον υπηρετήτε. Η αθωότης μου είναι το μόνον, το οποίον με μένει αγαθόν· αφήσατέ μοι την. Η επανάστασίς σας δεν θέλει με αποδώσει ό,τι απεστερήθην· θέλει με αφαιρέσει και εκείνο, το οποίον με παρηγορεί διά ταύτην την αποστέρησιν. Οι λόγοι ούτοι ημέρωσαν τα πνεύματα. Ο λαός επρόσφερεν εις τον Βελισάριον παν, ό,τι είχεν. Ο Βελισάριος τους ευχαρίστησε. Δότε μοι μόνον, είπε κανένα από τα παιδία σας, διά να με χειραγωγήση, όπου με προσμένει η οικογένειά μου.
Το με τους Βουλγάρους συνάντημά του τον απέτρεψεν από τον δρόμον του. Διά τούτο ο Τιβέριος υπήγε πρότερον. Ο κρότος αμάξης εις την αυλήν του αγροπυργίου έκαμε την Αντωνίνην και την Ευδοξίαν να σκιρτήσωσι. Η Ευδοξία είχε τρέξει με καρδίαν παλαίουσαν, αλλά, φευ! αντί του πατρός της, βλέπουσα νέον τινά μόνον άγνωστον, στρέφει προς την μητέρα της. Δεν είναι εκείνος, είπε στενάξασα.
Παλαιός τις οικέτης, Ανσέλμος τ' όνομα, επλησίασε τον Τιβέριον, όστις τον ηρώτησεν, εάν εκεί ο Βελισάριος απεσύρθη. Εδώ η γυνή και η κόρη του τον προσμένουν, απεκρίθη ο πιστός Ανσέλμος, αλλά καθ' εκάστην ψεύδονται της ελπίδος των. Α! είθε να ήμην ο ίδιος εις τον τόπον του, να τον έβλεπα ελεύθερον! Ελευθερώθη, τον είπεν ο Τιβέριος, έρχεται· εντός ολίγου θέλετε τον ιδεί. Έπρεπε μάλιστα έως τώρα να έλθη — Α! ελθέ λοιπόν, ελθέ να δώσης την καλήν ταύτην αγγελίαν εις την οικογένειάν του. Υπάγω να αναγγείλω, ότι ήλθες. Κυρία, εφώναξε τρέχων προς την Αντωνίνην, χαίρε, ο καλός μου κύριος ζη· είναι ελεύθερος· σε αποδίδεται.
Νέος τις ελθών το βεβαιόνει, και ενόμιζεν ότι θα τον εύρη εδώ. Ακούουσα αυτά η Αντωνίνα, ανέλαβεν όλας τας δυνάμεις της. Πού είναι ο ξένος, ο γενναίος ούτος άνθρωπος, όστις συμπάσχει εις τας δυστυχίας μας; Ας έλθη, α! ας έλθη, είπεν, όχι, έπαυσαν αι δυστυχίαι, εφώναξεν η Ευδοξία πίπτουσα εις την κλίνην της μητρός της, και σφίγξασα αυτήν εις τας αγκάλας της, είπεν. Ο πατήρ ζη, είναι ελεύθερος, θέλομεν τον ιδεί πάλιν. Α! μήτερ, ας λησμονήσωμεν την λύπην μας! Ο Θεός μας αγαπά, μας ενόνει πάλιν;
Με φέρεις πάλιν εις την ζωήν; ηρώτησεν η Αντωνίνη τον Τιβέριον. Είναι αληθές τωόντι, ότι ο σύζυγός μου θριαμβεύει κατά των εχθρών του; Ο νέος καταθλιβόμενος, ότι έμελλε να την χαροποιήση ψευδώς, απεκρίθη, ότι τωόντι ο Βελισάριος ήτον ελεύθερος, ότι τον είδεν, ότι τον ωμίλησε, και ότι, νομίζων, ότι επέστρεψεν εις την οικογένειάν του, ήρχετο να τω προσφέρη την υπηρεσίαν του ως καλός γείτων.
Η Ευδοξία, έχουσα εις τον Τιβέριον προσκολλημένους τους οφθαλμούς, εξεπλάγη διά την σκυθρωπότητά του, την οποίαν αυτός επάσχιζε να κρύψη. Φέρεις, τον είπεν, εις την εξορίαν μας ηδίστην παραμυθίαν, και όχι μόνον δεν χαίρεις διά το καλόν, το οποίον μας κάμνεις, αλλά φαίνεσαι, ότι έχεις ενδόμυχον βαθείαν λύπην· άραγε διά την αθλιότητά μας θλίβεσαι; ω! ας έλθη ο πατήρ μου ας απωδώση την υγείαν εις τούτο το ήμισυ του όντος του συσταίνοντος εαυτόν, και θέλεις ιδεί, αν ήναι χρεία πλούτου διά να ευτυχή τις.
Η φύσις εις τας τοιαύτας στιγμάς είναι αφ' εαυτής τόσον πειστική, ώστε η Ευδοξία δεν εχρειάσθη άλλο, ειμή όσα ησθάνετο, διά να κατανύξη και γοητεύση τον Τιβέριον. Δεν είδε λοιπόν αυτός, εάν ήτον ωραία· αλλά μόνον, ότι ήτον ενάρετος και φιλοπάτωρ θυγάτηρ, την οποίαν η ευτυχία και η φιλοστοργία κατέσταινον ανωτέραν της δυστυχίας. Μη εκλαμβάνης, κυρία, την είπε, το αίσθημα, το οποίον δεν ημπορώ να κρύψω, ως συμπάθειαν εξυβριστικήν. Εις οποιανδήποτε κατάστασιν ο Βελισάριος και η οικογένειά του καταντήσουν, και αυτή των η δυστυχία θέλει είσθαι επίφθονος. Τι ομιλείς περί δυστυχίας; απεκρίθη η μήτηρ· εάν απέδωκαν την ελευθερίαν εις τον σύζυγόν μου, εγνώρισαν την αθωότητά του· πρέπει λοιπόν ν' απέδωκαν εις αυτόν τα αξιώματα και τα κτήματά του.
Κυρία, λέγει ο Τιβέριος, ήθελα σε προξενήσει έκπληξιν σκληροτάτην, εάν σ' επαράσταινα την κατάστασίν του καλήν· εις μόνην την αγάπην του λαού χρεωστεί την ελευθερίαν του· διότι φοβούμενοι επανάστασιν, συγκατένευσαν οι εχθροί του· αλλά συγκατανεύσαντες εις τούτο, τον απέπεμψαν όσον το δυνατόν δυστυχή.
Δεν με μέλει, μήτερ μου, απεκρίθη η Ευδοξία, είναι ζωντανός και φθάνει να μας άφησαν εδώ ολίγην γην να εργαζώμεθα, και δεν θέλομεν είσθαι ελεεινότεροι παρά τούτους τους γεωργούς, τους οποίους βλέπω εις τους αγρούς. Ω Θεέ! εφώναξεν ο νέος, η θυγάτηρ του Βελισαρίου να καταντήση εις την αναξίαν ταύτην κατάστασιν! και διά τι; είπεν εκείνη. Δεν ήτον αναξία των ηρώων της εναρέτου και ελευθέρας Ρώμης. Ο Βελισάριος δεν θέλει ερυθριάσει γενόμενος ίσος του Ρηγούλου. Η μήτηρ μου και εγώ αφότου εξωρίσθημεν, εμάθαμεν τας λεπτομερείς και μικράς εργασίας της οικίας. Ο ένδοξός μου πατήρ θέλει ενδυθή φόρεμα κλωσμένον με τας χείρας μου.
Ο Τιβέριος δεν εδύνατο να κρατήση τα δάκρυα, βλέπων την αγαθήν και αθώαν χαράν της αξιεράστου ταύτης κόρης. Φευ! έλεγε καθ' εαυτόν· οποία τρομερά πληγή μέλλει να την αποσπάση από την γλυκείαν ταύτην φρεναπάτην· και με οφθαλμούς εστηριγμένους εις την γην, έστεκεν έμπροσθέν των, σιγών από την λύπην.
Κεφάλαιον ς'
Αυτήν ταύτην την στιγμήν εμβαίνει ο Βελισάριος εις την αυλήν του αγροπυργίου. Ο πιστός Ανσέλμος τον βλέπει, προχωρεί, αναγνωρίζει τον αυθέντην του, και περιχαρής τρέχει εις απάντησίν του. Αλλ' αίφνης παρατηρήσας, ότι είναι τυφλός, Θεέ μου, είπεν, ω αγαθέ μου αυθέντα! Διά τούτο λοιπόν έζησεν ο ταλαίπωρος Ανσέλμος, διά να σε ιδή εις τοιαύτην κατάστασιν; εκ των λόγων των διακοπτομένων απ' ολολυγμούς αναγνωρίζει ο Βελισάριος τον Ανσέλμον, όστις, προσπεσών εναγκαλίζεται τα γόνατά του. Τον σηκόνει, τον παρακινεί να καταπραΰνη την λύπην του, και, χειραγωγούμενος υπ' αυτού, υπάγει προς την γυναίκα και την θυγατέρα του.
Η Ευδοξία βλέπουσα αυτόν, εκβάλλει μόνον κραυγήν, και πίπτει λειποθυμήσασα. Η Αντωνίνα από βραδύν, ως προείπον, πυρετόν τηκομένη, ως τον είδεν, εξαίφνης κυριεύεται από σφοδροτάτην παραφοράν· εκπηδά από την κλίνην της, ισχυροποιηθείσα από την μανίαν, και αποσπασθείσα από τας χείρας του Τιβερίου και την νοσοκόμα, θέλει να κατακρημνισθή· η Ευδοξία αναζωογονουμένη από την φωνήν της μητρός της, τρέχει, την αρπάζει, και την εναγκαλίζεται. Μήτερ, λέγει, α! μήτερ μου, ευσπλαγχνίσου με. Αφήσατέ με ν' αποθάνω, έκραξεν η παραφρονήσασα αύτη γυνή. Η ζωή δεν ήθελε με χρησιμεύσει, ειμή διά να τον εκδικήσω, και διά να αποσπάσω την καρδίαν του. Τα θηρία! αυτή είναι η ανταμοιβή του! χωρίς αυτόν ποσάκις ήθελαν είσθαι καταχωσμένοι υπό τας τέφρας των ανακτορίων των. Το έγκλημά του είναι, ότι παρέτεινε την μυσαράν τυραννίαν των. . . . . Ετιμωρήθη δι' αυτό· οι λαοί ικανοποιήθησαν. . . . . Ω την θηριωδίας! Ω της φρικτής ποταπότητος! . . . . . Το στήριγμά των! Τον σωτήρα των!. . . . . Σκληρά αυλή! Συνέδριον τίγρεων! Ω Θεέ! αύτη είναι η δικαιοσύνη σου; Ιδέ, ποίους αφίνεις να ευημερώσιν.
Η Αντωνίνη εις την παραφοράν της ποτέ μεν εμάδιζε την κόμην, ποτέ δε εξέσχιζε το πρόσωπον, ποτέ δε εκτείνουσα τους τρέμοντας βραχίονάς της, έτρεχε προς τον σύζυγόν της, τον έσφιγγεν εις τας αγκάλας την, τον κατέβρεχε με τα δάκρυά της, και άλλοτε απωθούσα έντρομος την θυγατέρα της, απόθανε, την έλεγε, εις την ζωήν μόνοι οι κακούργοι, μόνοι οι άτιμοι ευτυχούσιν.
Εκ ταύτης της παραφοράς έπεσεν εις θανάτου χαύνωσιν, και ατονήσασα ολοτελώς από τους σφοδρούς της φύσεως αγώνας, εξέπνευσε μετ' ολίγας ώρας.
Γέρων τετυφλωμένος, γυνή νεκρά, θυγάτηρ απηλπισμένη, δάκρυα, κραυγαί, στεναγμοί, και, κολοφών των κακών, εγκατάλειψις, ερημία, και ένδεια· ιδού η κατάστασις εις την οποίαν παρουσιάζει η τύχη εις τους οφθαλμούς του Τιβερίου οίκον, όστις τριάκοντα έτη υπήρξεν ένδοξος και ευδαίμων! Α! είπεν, ενθυμηθείς τους λόγους σοφού τινος· ιδού λοιπόν το θέαμα, εις το οποίον ο Θεός αρέσκεται, ο δίκαιος παλαίων προς τον καταδιωγμόν της τύχης, και νικών αυτήν διά της μεγαλοψυχίας,
Ο Βελισάριος άφησεν ελευθέραν την θλίψιν της κόρης του, και ο ίδιος παρεδόθη εις όλην την ιδικήν του· αλλ' αφού επλήρωσεν εις την φύσιν τον φόρον ψυχής αισθητικής, συνήλθεν από την αθυμίαν με ρώμην ηρωικήν.
Η Ευδοξία απέπνιγε τους ολολυγμούς της, φοβουμένη, μήπως αυξήση την θλίψιν του πατρός της. Θλίβεσαι, κόρη μου, την είπε, δι' εκείνο, το οποίον μέλλει να μας καταστήση ευσταθείς και ανωτέρους των δυστυχιών. Η μήτηρ σου, αφού ετιμωρήθη διά τας πλάνας της ζωής της, απολαύει αιώνιον ειρήνην· και τώρα αυτή μας λυπείται, διότι είμεθα ηναγκασμένοι να επιζήσωμεν εις αυτήν. Η ψυχρά αύτη ακινησία, εις την οποίαν αφίνει το λείψανόν της, μηνύει την γαλήνην εις την οποίαν εβυθίσθη. Ιδού πώς όλα της ζωής ταύτης τα κακά είναι μάταια. Μία πνοή, μία στιγμή τα διασκεδάζει. Η αυλή και η αυτοκρατορία έγιναν άφαντα από τας οφθαλμούς της μητρός σου· και από τους κόλπους του Θεού βλέπει τον κόσμον τούτον ως στιγμήν τινα εις το άπειρον. Ιδού τι κάμνει εις την δυστυχίαν η παρηγορία η δύναμις του σοφού. — Α! δος μοι την δύναμιν ταύτης, την οποίαν η φύσις μ' απαρνείται, ν' ανθέξω εις τόσα δεινά. Ήθελα υποφέρει την αθλιότητα· αλλά να ιδώ μητέρα λατρευομένην ν' αποθάνη από λύπην εις τας αγκάλας μου! να σε βλέπω, πάτερ μου, εις την τρομεράν ταύτην κατάστασιν, εις την οποίαν σ' έφερε των ανθρώπων η σκληρότης. . . . . Κόρη μου, την είπεν ο ήρως, αφαιρέσαντές μου τας οφθαλμούς, δεν έκαμαν άλλο, ειμή ό,τι το γήρας, ή ο θάνατος έμελλε να κάμωσιν. Όσον δε διά τα πλούτη μου, κακώς ήθελες τα απολαύσει, εάν δεν ήξευρες να ζήσης χωρίς αυτών. Α! μάρτυς μου ο Θεός, είπεν, ότι η λύπη μου δεν προέρχεται από την στέρησιν αυτών. Μη λυπήσαι λοιπόν πλέον διά τίποτε, την απεκρίθη ο πατήρ της, και με την χείρα του εσφόγγισε τα δάκρυά της.
Ο Βελισάριος μαθών, ότι νέος τις άγνωστος επρόσμενε να τον ομιλήση, τον μετεκάλεσε, και τον ηρώτησε, διά τι ήλθε. Δεν είναι τώρα καιρός να σε προσφέρω παραμυθίας, τον είπεν ο Τιβέριος. Ένδοξε και δυστυχές γέρον, σέβομαι την λύπην σου, μετέχω αυτής, και ζητώ από τον Θεόν να με αφήση να την ανακουφίσω. Μέχρι δε τούτου δεν έχω άλλο να κάμνω, παρά να μιγνύω τα δάκρυά μου με όσα βλέπω να χύνης.
Μετ' ολίγον ήλθεν η ώρα ν' αποδοθώσιν εις την Αντωνίνην τα οφειλόμενα της κηδείας, και ο Βελισάριος στηριζόμενος επί της θυγατρός του, συνώδευσε τον νεκρόν της γυναικός του εις τον τάφον. Η λύπη του ήρωος ήτον λύπη σοφού· ήτον μεγάλη, αλλ' ήσυχος, και μεγαλοπρέπειάν τινα έχουσα. Επί του προσώπου του εικονίζετο το πένθος, αλλά σιωπηλόν και εμβριθές. Το υψηλόν του μέτωπον, μη προκαλούν την ειμαρμένην, εφαίνετο εκτεθειμένον εις τας προσβολάς αυτής. Ο Τιβέριος αυτός παρευρέθη εις την θλιβεράν ταύτην προπομπήν· ήτο θεατής του κατανυκτικού πόθου, τον οποίον η Ευδοξία έδειχνε προς την μητέρα της, και επέστρεψε τεθλιμμένος.
Ο Βελισάριος τότε αποτεινόμενος προς αυτόν, είπε. Γενναίε νεανία, συ είσαι, το βλέπω, όστις εφρόντισες να με συστήσης καθ' οδόν· ειπέ, τις είσαι, και τι δύναται να σε κινήση εις την γενναίαν ταύτην προς εμέ προθυμίαν σου. Ονομάζομαι Τιβέριος, απεκρίθη ο νέος· εστράτευσα υπό τον Ναρσήν εις Ιταλίαν, έπειτα ήμην εις τον πόλεμον της Κολχίδος. Είμαι δε είς των θηρευτών εκείνων, εις τους οποίας εζήτησες καταφύγιον, και των οποίων το απερίσκεπτον τόσον συνετώς περιέστειλες. Δεν ηδυνάμην να ησυχάσω κατ' εμαυτόν, εάν δεν ηρχόμην να σε ζητήσω συγγνώμην, και χάριν τινά έτι πολυτιμοτέραν. Είμαι πλούσιος. Ίσως τούτο είναι δυστυχία· αλλ' εάν ήθελες, ημπορούσε να είναι αγαθόν. Εδώ πλησίον έχω αγροκήπιον, και όλη η φιλοδοξία μου ήθελεν είσθαι να το καθιερώσω, καταστένον αυτό καταφύγιον ηρώων.
Το προς εσέ εύστοργον σέβας μου είναι τιμή τόσον απλή, ώστε δεν ήθελα τολμήσει να καυχηθώ δι' αυτήν· αρκεί ν' αγαπά τις την πατρίδα, διά να γίνη μέτοχος της του Βελισαρίου εκπτώσεως, και να επικουφίζη αυτήν. Αλλά πόθος άξιος να σε κινήση εις συμπάθειαν είναι ο ιδικός μου, είναι πόθος νέου επιθυμούντος εμπαθώς να αξιώση την φιλίαν ήρωος, και ν' αρυσθή εκ της ψυχής του, ως εξ αυτής της πηγής, σύνεσιν, δόξαν και αρετήν. Τιμάς υπέρπολυ το γήρας μου, τον απεκρίθη ο Βελισάριος· αλλά παρατηρώ ψυχήν αγαθήν εκ της συμπαθείας, την οποίαν δεικνύεις εις την δυστυχίαν μου. Ταύτην την στιγμήν επιθυμώ να ήμαι μόνος κατ' εμαυτόν. Η κατατεταραγμένη ψυχή μου έχει χρείαν ησυχίας εις την σιωπήν. Αλλ' εις το εξής δέχομαι μέρος εκείνων, τα οποία με προβάλλεις, την ηδονήν του να ζήσωμεν ως καλοί γείτονες, και να έχωμεν σχέση μεταξύ μας. Αγαπώ την νεότητα· η ψυχή νεάζουσα έτι, εις ταύτην την ευδαίμονα ηλικίαν είναι επιδεκτική της του καλού αισθήσεως, φλέγεται και υψόνεται προς το μέγα, και τίποτε εισέτι δεν την κρατεί αιχμάλωτον. Έρχου να με βλέπης· μεγάλην ευχαρίστησιν θέλω λαμβάνει συνομιλών μετά σου.
Εάν με νομίζης άξιον ταύτης της συνομιλίας, επανέλαβεν ο Τιβέριος, διά τι να μην ήμαι και άξιος να σ' έχω ολοτελώς; Οι προπάτορές μου θέλουν τιμάσθαι, βλέποντες την κληρονομίαν των να γίνη κτήμα σου, και την οικίαν των καταφύγιόν σου. Θέλεις εκεί τιμάσθαι και υπηρετείσθαι ευλαβώς παρ' όλων των περί εμέ· μετά σπουδής θέλουν εκπληρόνει το ευσεβές τούτο χρέος κατά το παράδειγμά μου.
Νεανία, τα είπεν ο Βελισάριος, είσαι καλός· αλλ' ας μη κάμωμεν καμμίαν αφροσύνην. Ειπέ με· διότι δέκα έτη είναι, αφού ζω μακράν του κόσμου· ποίον είναι του πατρός σου το επάγγελμα, και ποίους περί σου έχει σκοπούς. Ημείς καταγόμεθα, του είπεν ο Τιβέριος, εκ μιας εκείνων των οικογενειών, τας οποίας ο Κωνσταντίνος εκάλεσεν από την Ρώμην, και προς τας οποίας έκαμε μεγάλας ευεργεσίας. Ο πατήρ μου υπηρέτησεν επί του Ιουστίνου με ικανήν υπόληψιν. Ετιμάτο και ηγαπάτο από τον δεσπότην του. Επί του νέου βασιλέως επροτιμήθησαν άλλοι αντ' αυτού, το οποίον νομίσας άδικον, απεμακρύνθη. Μετενόησεν έπειτα, και έχει δι' εμέ τόσην φιλοτιμίαν, όσην διά τον εαυτόν του δεν είχεν. Αρκεί, τον είπεν ο Βελισάριος. Δεν θέλω να προξενήσω κανέν εμπόδιον εις την προχώρησιν του υιού του. Ακολουθών της καρδίας σου την κίνησιν, δεν αισθάνεσαι άλλο παρά την ηδονήν του να ήσαι γενναίος· και τωόντι τούτο είναι ηδονικόν. Αλλά βλέπω, ότι διά σε είναι επικίνδυνον το να εμπλεχθής εις την δυστυχίαν εξωρισμένου. Φίλε μου, είτε δίκαιον έχει η αυλή, είτε άδικον, δεν διορθόνεται. Λησμονεί τον ένοχον, τον οποίον ετιμώρησεν, αλλά μισεί πάντοτε τον αθώον, τον οποίον εθυσίασε, διότι τ' όνομά του μόνον είναι όνειδος, η δε ύπαρξίς του, θλίβει ως ο έλεγχος της συνειδήσεως τους διώκτας του. Πασχίζω, είπεν ο νέος, να δικαιολογήσω την διαγωγήν μου. Ο αυτοκράτως ενδεχόμενον να ηπατήθη, αλλ' αρκεί να του δείξη τις την αλήθειαν.
Δεν πρέπει ούτε να συλλογισθής περί τούτου, είπεν ο ήρως· το κακόν έγινεν· είθε να το λησμονήση προς ησυχίαν του γήρατός του!
Γενού λοιπόν έτι γενναιότερος, είπεν ο Τιβέριος, απάλλαξέ τον από το αιώνιον όνειδος του, ότι σε άφησε να κατατήκεσαι εις την ταλαιπωρίαν. Η αναξία κατάστασις, εις την οποίαν σε βλέπω, είναι θέαμα άτιμον εις την ανθρωπότητα, αισχρόν εις τον θρόνον, υβριστικόν εις τους χρηστούς άνδρας και φοβερόν εις τους ομοίους σου.
Εκείνοι, τους οποίους θέλει φοβίσει, δεν είναι όμοιοί μου, απεκρίθη. Εγώ νομίζω μάλιστα, ως συ, ότι η κατάστασις μου δύναται να εμπνεύση αγανάκτησιν άμα και έλεος· ο ταλαίπωρος τυφλός δεν ημπορεί να κινήση εις υποψίαν, αλλ' εις συμπάθειαν· όθεν ο σκοπός μου είναι να κρύπτωμαι· εάν δε εφανερώθην εις τους φίλους σου, την αφροσύνην ταύτην μ' έκαμε να πράξω η προς τας αστοχάστους νέους ανυπομονησία μου. Αυτή θέλει είσθαι η τελευταία και καταφύγιόν μου ο τάφος· υγίαινε. Ο αυτοκράτωρ ενδέχεται να μην ηξεύρη, ότι οι Βούλγαροι είναι εις την Θράκην· μη αμελήσης να του το ειδοποιήσης.
Ο νέος ανεχώρησε πολύ λυπημένος, διότι δεν ηδυνήθη να επιτύχη καλήτερα, και ανήγγειλεν εις τον αυτοκράτορα, όσα τον είχεν ειπεί ο Βελισάριος. Ο Ιουστινιανός εξέπεμψε στρατεύματά τινα, και μετ' ολίγας ημέρας εβεβαιώθη, ότι οι Βούλγαροι εδιώχθησαν. Τώρα, είπεν εις τον Τιβέριον, ημπορούμεν ασφαλώς να ιδώμεν τον δυστυχή εκείνον γέροντα· Εγώ θέλω ονομάζεσθαι πατήρ σου, και πρόσεξε μη ειπής τίποτε, το οποίον να μας προδώση. Εις το ήμισυ του δρόμου, του φέροντος εις το καταφύγιον του Βελισαρίου, ήτο ο τόπος, όπου ο αυτοκράτωρ διαφεύγων των αυλικών τα βλέμματα, υπήγε να τον ίδη την επαύριον.
Κεφάλαιον Ζ'.
Ιδού λοιπόν πού κατοικεί εκείνος, όςτις τοσάκις με κατέστησεν νικητήν· είπεν ο Ιουστινιανός προχωρών υπό στοάν παλαιάν και σεσαθρωμένην. Ο Βελισάριος, όταν έφθασαν αυτού, εσηκώθη να τους υποδεχθή. Ο αυτοκράτωρ, βλέπων, εις ποίαν κατάστασιν έφερε τον σεβάσμιον γέροντα, συνεταράχθη από αίσχος και επιπλήξεις της συνειδήσεως, έκβαλε θλιβεράν κραυγήν, και, στηριζόμενος εις τον Τιβέριον, εκάλυψε τα όμματά του με τας χείρας του, ως ανάξιος να βλέπη το φως, το οποίον ο Βελισάριος δεν έβλεπε πλέον. Οποίαν κραυγή ακούω; ηρώτησεν ο γέρων. Σε φέρω τον πατέρα μου, είπεν ο Τιβέριος, τον οποίον η δυστυχία σου φέρει εις μεγάλην κατάνυξη. Πού είναι; είπεν ο Βελισάριος, εκτείνας τας χείρας του. Ας πλησιάση να τον εναγκαλισθώ, διότι έχει υιόν ενάρετον. Ο Ιουστινιανός ηναγκάσθη να δεχθή τους ασπασμούς του Βελισαρίου· και αισθανθείς, ότι πιέζεται εις τας αγκάλας του, συνεκινήθη τόσον σφοδρώς, ώστε δεν ηδυνήθη να κρατήση τους λυγμούς και τα δάκρυα. Μετρίασε, τον είπεν ο ήρως, την υπερβολικήν ταύτην συμπάθειαν· δεν είμαι ίσως τόσον δυστυχής, όσον σε φαίνομαι. Ας ομιλήσωμεν περί του νέου τούτου, όστις θέλει σε παρηγορεί εις το γήρας σου. Ναι, είπεν ο αυτοκράτωρ, διακοπτόμενος εις πάσαν λέξιν· ναι . . . . εάν με δίδης την άδειαν, ας έρχεται να συλλέγη τον καρπόν των διδασκαλιών σου. Και τι δύναμαι να τον διδάξω περισότερον, παρά το οποίον πατήρ συνετός και χρηστός ανήρ τον εδίδαξε προ εμού; ό,τι ίσως γνωρίζω ολιγώτερον, είπεν ο αυτοκράτωρ, τούτο είναι η αυλή, ο τόπος, όπου μέλλει να ζήση· προ πολλού δε έχω τόσον ολίγην με τους ανθρώπους συγκοινωνίαν, ώστε ο κόσμος είναι εις εμέ τόσον νέος, όσον εις αυτόν. Αλλά συ, όστις είδες τα πράγματα τόσον ποικιλόμορφα, πόσον θέλεις τον βοηθήσει με τας διδασκαλίας σου! Εάν θέλη να μάθη, πώς να κάμη σταθεράν την τύχην, κακώς ποιών θέλει προσδράμει εις εμέ, είπεν ο Βελισάριος, καθώς βλέπετε. Εάν όμως θέλης να ήναι μόνον χρηστός ανήρ εκτιθέμενος εις πάντα κίνδυνον, από εμέ είναι τις ωφέλεια. Είναι καλών γονέων, το κυριώτερον. Αληθινά, είπεν ο Ιουστινιανός, η ευγένειά του είναι αρχαία. — Δεν εννοώ τούτο· αλλά και τούτο είναι πλεονέκτημα, εάν δεν το καταχράται τις. Ηξεύρεις, ω νέε, εξηκολούθησεν ο Βελισάριος, τι είναι η ευγένεια; Είναι προκαταβολαί, τας οποίας σας δίδει η πατρίς, κατά την υπόσχεσιν των προγόνων σας, ελπίζουσα, ότι θέλετε είσθαι εις κατάστασιν να φυλάξετε την τιμήν των εγγυητών σας. Και αι προκαταβολαί αύται, είπεν ο αυτοκράτωρ, ενίοτε κινδυνεύουσι. Δεν βλάπτει, είπεν ο γέρων· εκ τούτου η διάταξις δεν είναι ολιγώτερον ωφέλιμος. Νομίζω, ότι, όταν βρέφος εξ ευγενών γονέων γεννάται ασθενές, γυμνόν, άπορον, αναίσθητον, ως ο υιός του γεωργού, νομίζω, ότι βλέπω την πατρίδα προσερχομένην να το δεχθή και λέγουσαν προς αυτό· Τέκνον, σε ασπάζομαι, σε, όστις θέλεις αφοσιωθή εις εμέ, σε, όστις θέλεις φανή ανδρείος, γενναίος, μεγάλόψυχος, ως οι γονείς σου. Ούτοι σε άφησαν το παράδειγμά των· εις τούτο εγώ προσθέτω τα προτερήματα και τον βαθμόν των, διπλήν αιτίαν ν' αποκτήσης τας αρετάς των. Ομολόγησε, εξηκολούθησεν ο γέρων, ότι μεταξύ των δημοσιωτάτων τελετών δεν είναι αυτής μεγαλοπρεπεστέρα.