Ο Βελισάριος

Part 2

Chapter 21 wordsPublic domain

Ο Βελισάριος δεν έπαυσε θαυμάζων τας μεταβολάς της τύχης, αλλά το συμβάν τούτο τον ελύπει. Φίλοι, είπεν εις τους Βουλγάρους, με φέρετε θανατηφόρον θλίψιν, χύνοντες ολόγυρά μου το αίμα των συμπατριωτών μου. Ο Βήσσας ήτον απάνθρωπος, φιλάργυρος· τον είδα εις την Ρώμην να προξενή την πείναν εις τον λαόν και να πωλή τον άρτον αντισταθμίζων αυτόν με χρυσόν, μη ευσπλαχνιζόμενος ουδέ τους δυστυχείς εκείνους, αι οποίοι δεν είχον να πληρώσωσι διά την ζωήν των. Ο Θεός τον ετιμώρησε. Τον λυπούμαι μόνον, ότι έγεινεν άξιος της τύχης του. Η εις όνομά μου όμως γενομένη αύτη σφαγή θέλει αμαυρώσει την δόξαν μου. Ή θανατώσατέ με, ή υποσχέθητέ με, ότι τίποτε παρόμοιον δεν θέλει συμβή, ενόσω θέλω είσθαι μαζί σας. Τον υπεσχέθησαν, ότι θέλουν μόνον φροντίζει διά την ιδίαν των προφύλαξιν. Αλλά το αγροκήπιον του Βήσσα διηρπάχθη. Μείναντες αυτήν την νύκτα οι Βούλγαροι αυτού, ανεχώρησαν την επαύριον με τον Βελισάριον φορτωμένοι λάφυρα. Ο ηγεμών αυτών περιχαρής, βλέπων αυτόν ερχόμενον εις το στρατόπεδόν του, υπάγει εις προϋπάντησίν του, και λαμβάνων αυτόν εις τας αγκάλας του. Ελθέ, πάτερ, τον λέγει, ελθέ να ίδης, αν ημείς ήμεθα βάρβαροι. Όλοι εις την πατρίδα σου σε εγκαταλείπουν αλλά θέλεις ευρεί μεταξύ ημών φίλους και εκδικητάς. Ειπών ταύτα τον ωδήγησεν εκ της χειρός εις την σκηνήν του, τον επαρακάλεσε ν' αναπαυθή εκεί, και επρόσταξεν όλους να προσέχωσι μη τον εξυπνήσωσι. Το εσπέρας, μετά λαμπρόν δείπνον, εις το οποίον του Βελισσαρίου το όνομα υμνήθη από όλους του βαβαρικού στρατοπέδου τους στρατηγούς, ο βασιλεύς κλεισθείς με αυτόν, δεν έχω ανάγκην, τον είπε, να σε κάμω να αισθανθής την δεινότητα της ύβρεως, την οποίαν έλαβες. Το ανοσιούργημα είναι φοβερόν, και η τιμωρία πρέπει να είναι φοβερά! Εκεί υπό τα ερείπια του παλατιού του γέροντός σας τυράννου, υπό τα λείψανα της εμπρηθησομένηε πόλεώς του, εκεί πρέπει να τον καταχώσης με όλους τους συγκακούργους του. Γενού οδηγός μου, δίδαξέ με, ω γενναίε γέρον, να τους νικήσω και να σε εκδικήσω. Δεν σε αφήρεσαν της ψυχής το φως, τους οφθαλμούς της σοφίας· συ ηξεύρεις πώς να επιπίπτης κατ' αυτών και να τους στενοχωρής εντός των τειχών. Ας αποκρούσωμεν πέραν της θαλάσσης της αυτοκρατορίας των τα όρια. Και αν, εις την αυτοκρατορίαν, την οποίαν θέλομεν θεμελιώσει, σε είναι μικρόν το δεύτερον αξίωμα, γενού συμμέτοχος, το στέργω, όλων των τιμών του υπερτάτου αξιώματος και ο τύραννος του Βυζαντίου, πριν εκπνεύση υπό των πληγών μας ας σε ίδη έτι άπαξ εισερχόμενον επί θριαμβικού άρματος. Θέλεις λοιπόν, τον απεκρίθη ο Βελισάριος, σιωπήσας ολίγον, να έχη δίκαιον, διότι μ' ετύφλωσεν. Είναι πολύς καιρός, αφού απέρριψα διαδήματα. Η Καρχηδών και η Ιταλία με είχον προσφέρει τα ιδικά των. Ήμην εις την ηλικίαν της φιλοδοξίας μου· έβλεπα ήδη εμαυτόν κατατρεχόμενον· διά τούτο δεν ήμην ολιγώτερον πιστός εις τον ηγεμόνα, και εις την πατρίδα μου. Το αυτό χρέος, το οποίον με υπεχρέονε, διαρκεί, και τίποτε δεν εδυνήθη να με αποσπάση από αυτό. Δίδων την πίστιν μου εις τον αυτοκράτορα, ήλπιζα, ότι θέλει είσθαι δίκαιος· αλλά δεν εκράτησα το δικαίωμα, εάν δεν ήθελεν είναι τοιούτος, ουδέ του να υπερασπισθώ, ουδέ του να εκδικηθώ εμαυτόν. Μη ελπίζετε από εμέ κατ' αυτού, μήτε αποστασίαν, μήτε προδοσίαν· εις τι δε ήθελα σας ωφελήσει, γενόμενος επίορκος; Οποίαν βοήθειαν δύναται εστερημένος του φωτός γέρων, του οποίου και αυτή η ψυχή έχασε την ισχύν και ενέργειάν της; Η επιχείρησίς σας υπερβαίνει τας δυνάμεις μου, ίσως και αυτάς τας ιδικάς σας. Εις την χαύνωσίν της η αυτοκρατορία σας φαίνεται αδύνατος. Πλην είναι μόνον εκλελυμένη, και διά να εγερθή, διά ν' αναζωογονήση τας δυνάμεις της, ίσως ήθελεν είσθαι επιθυμητόν δι' αυτήν να επιχειρήση τις το οποίον μελετάτε. Η πόλις αύτη, την οποίαν νομίζετε εύκολον να κυριεύσετε, επιπίπτοντες αίφνης, είναι πλήρης λαού γεγυμνασμένου εις τα πολεμικά· ποίους δε προσέτι άνδρας ήθελεν έχει αρχηγούς! Εάν ο γέρων Βελισάριος ήναι εις την τάξιν των αποθαμένων, ο Ναρσής ζη· ο Ναρσής έχει αντιζηλία της δόξης του τον Μούνδον, τον Ερμήν, τον Σολομώντα, και τόσους άλλους φλεγομένους από την προς τας μάχας επιθυμίαν. Όχι, πιστεύσατέ με, από κανένα άλλον, ειμή από τον καιρόν προσμένετε την καταστροφήν την βασιλείας ταύτης· θέλετε κάμει επ' αυτήν πορθήσεις τινάς· αλλ' είναι πόλεμος ληστών τούτο· η ψυχή σας και αξία να συλλάβη φιλοτιμίαν ευγενεστέραν και δικαιοτέραν. Ο Ιουστινιανός δεν ζητεί άλλο παρά φίλους και συμμάχους· δεν είναι βασιλεύς, τον οποίον τα επίθετα ταύτα δεν πρέπει να τιμήσωσι· και κρέμαται από εσέ . . . . Όχι, είπεν ο Βούλγαρος, ποτέ δεν θέλω γενή φίλοι, ουδέ σύμμαχος ανθρώπου, όστις χρεωστών εις εσέ το παν, σ' ετύφλωσε. Θέλεις να συμβασιλεύσης ομού μ' εμέ, να ήσαι η ψυχή των συμβουλίων μου και το πνεύμα των στρατευμάτων μου; Ιδού περί τίνος είναι ο λόγος μας. Η ζωή μου είναι εις τας χείρας σου, είπεν ο Βελισάριος· αλλά τίποτε δεν δύναται να με αποσπάση από τον νόμιμον ηγεμόνα μου, και αν, εις την οποίαν κατάστασιν ευρίσκομαι, ηδυνάμην να τον γίνω χρήσιμος, και κατά σου αυτού, ήθελα το κάμει τόσον πιστώς, όσον και εις τον καιρόν της ευτυχίας μου. Ιδού παράξενος αρετή! είπεν ο Βούλγαρος. Δυστυχής ο λαός, εις τον οποίον φαίνεται παράξενος! είπεν ο Βελισάριος. Και δεν βλέπεις, ότι αυτή είναι κρηπίς πάσης πειθαρχίας, ότι κανείς, εις οποιανδήποτε πολιτείαν, δεν γίνεται κριτής, ουδέ εκδικητής εαυτού· και ότι, αν έκαστος εγίνετο απόλυτος κριτής εις την ιδίαν εαυτού υπόθεσιν, ήθελαν γίνει τόσοι αποστάται, όσοι ήθελαν είσθαι και οι δυσαρεστούμενοι; Συ, όςτις με παρακινείς να τιμωρήσω τον βασιλέα μου, διότι εστάθη άδικος, ήθελες δώσει το δικαίωμα τούτο και εις τους στρατιώτας σου; Να τους το δώσω! είπεν ο Βούλγαρος· το έχουσι χωρίς να τους το δώσω· αλλ' ο φόβος τους κρατεί. Ημάς δε, βασιλεύ, η αρετή κρατεί, είπεν ο Βελισάριος, και τοιαύτη είναι η υπεροχή των ηθών λαού πολιτισμένου ως προς τα του λαού του μη όντος τοιούτου· θέλω σε ομιλήσει με παρρησίαν ανθρώπου μη ελπίζοντος, ουδέ φοβουμένου τίποτε. Ποίους υπηκόους εξουσιάζεις; Ο μόνος της ζωής των πόρος είναι ο πόλεμος· ο πόλεμος δε ούτος, από τον οποίον τρέφονται, τους κάμνει ν' αμελώσιν όλα της ειρήνης τ' αγαθά, να παραιτώσιν όλα του κόπου και της βιομηχανίας τα πλούτη, να καταπατώσιν όλους της φύσεως και της δικαιοσύνης τους νόμους, και να ζητώσιν εις την καταστροφήν τροφήν αβέβαιον. Συλλογίσου με φρίκην, ηγεμών, ότι, διά να ερημώσετε τους αγρούς ημών, πρέπει ν' αφήσετε τους ιδικούς σας χωρίς γεωργούς και χωρίς θέρος, ότι, διά να θρέψετε έν μέρος της ανθρωπότητος, πρέπει να σφάξετε το άλλο, και ότι ο λαός σου αυτός ποτίζει με το αίμα του τας οποίας χώρας ερημόνει. Τι! είπεν ο Βούλγαρος, ο πόλεμος δεν είναι δι' εσάς ο αυτός; Όχι, απεκρίθη ο Βελισάριος, και ο σκοπός των εκστρατειών μας είναι η μετά την νίκην ειρήνη, και η ευδαιμονία ως ενέχυρον της ειρήνης. Είναι εύκολον, είπεν ο Βούλγαρος, να ήναι τις μεγαλόψυχος, όταν νικά. Ας μην ομιλήσωμεν πλέον περί τούτου. Τιμώ, ω ένδοξε και δυστυχές γέρον, ταύτην την πίστιν σου αξίαν άλλης ανταμοιβής. Αναπαύσου πλησίον μου ταύτην την νύκτα, εις την σκηνήν μου. Αύριον θέλεις ειπείς πού θέλεις να παραγγείλω να σε οδηγήσωσιν. Εκεί, όθεν μ' επήραν, είπεν ο Βελισάριος, και απεκοιμήθη ησύχως.

Την επαύριον ο βασιλεύς των Βουλγάρων, αποχαιρετών τον ήρωα, ηθέλησε να τον δώση μεγάλα δώρα. Ταύτα, τα οποία με προσφέρεις, είναι λάφυρα της πατρίδος μου, τον είπεν ο Βελισάριος· συ αυτός ήθελες ερυθριάσει, εάν ήθελα τα δεχθή. Εδέχθη δε μόνον όσον ήρκει προς τροφήν αυτού και του οδηγού του εις τον δρόμον· η αύτη δε συνοδία τον απεκατέστησεν εκεί, όπου τον είχεν απαντήσει.

Κεφάλαιον Δ'.

Έως το αγροπύργιον, όπου η οικογένειά του είχεν αναχωρήσει ήτο μόνον δώδεκα μίλια· αλλ' αποκαμών από μακράν οδοιπορίαν, ηρώτησε τον μικρόν του οδηγόν, εάν δεν έβλεπεν έμπροσθέν του κανέν χωρίον προς ανάπαυσιν. Βλέπω, τον είπεν: είναι όμως μακράν· ειπέ τους να σε οδηγήσωσιν εκεί. Όχι, είπεν ο ήρως, ήθελα το ρίψει εις κίνδυνον του να διαρπαχθή από τούτους· όθεν απέστειλε την συνοδίαν του.

Φθάσας εις το χωρίον, εθαύμασεν ακούων. «Ιδού, αυτός είναι, ο ίδιος είναι.» Τι είναι τούτο; ηρώτησεν· είναι ολόκληρος οικογένεια ερχομένη εις προϋπάντησίν σου, τον απεκρίθη ο οδηγός του. Ταύτην την στιγμήν γέρων τις προχωρεί: Αυθέντα, είπε προς τον Βελισάριον, πλησιάσας αυτόν· ημπορούμεν να μάθωμεν, τις είσαι; Βλέπετε καλά, απεκρίθη ο Βελισάριος, ότι είμαι πτωχός, και όχι αυθέντης. Πτωχός, φευ! αυτό τούτο μας εκπλήττει, επανέλαβεν ο χωρικοί, αν και αληθινόν, καθώς μας είπαν, ότι είσαι ο Βελισάριος. Φίλε μου, είπεν εις αυτόν ο ήρως, ομίλει σιγανώτερα· και αν η ταλαιπωρία μου σε κινή εις οίκτον, πρόσφερέ μοι ξενίαν. Μόλις είπε τας λέξεις ταύτας, και ευθύς ησθάνθη, ότι εναγκαλίζονται τα γόνατά του, αλλά παρευθύς εσήκωσε τον αγαθόν τούτον άνδρα, και τον είπε να τον οδηγήση υπό την ταπεινήν στέγην του.

Τέκνα μου, είπεν ο χωρικός εις τας δύο κόρας του και εις τον υιόν του, προσπέσετε εις τους πόδας τούτου του ήρωος. Ούτος μας έσωσεν από τον όλεθρον των Ούνων. Χωρίς αυτόν, η στέγη, υπό την οποίαν κατοικούμεν, ήθελεν είσθαι αποτεφρωμένη. Χωρίς αυτόν ηθέλετε ιδεί τον πατέρα σας εσφαγμένον και τα τέκνα σας φερόμενα εις δουλείαν. Χωρίς αυτόν, κόραι μου, δεν ηθέλετε τολμήσει ίσως ποτέ να υψώσετε τους οφθαλμούς. Χρεωστείτε εις αυτόν περισσότερον παρά την ζωήν. Σεβάσθητέ τον έτι περισσότερον, βλέποντές τον εις τοιαύτην κατάστασιν· κλαύσατε την πατρίδα σας.

Ο Βελισάριος, συγκινηθείς έως εις το βάθος της ψυχής του, ακούων πέριξ την ευγνώμονα ταύτην οικογένειαν προσφωνούσαν εις αυτόν μυρίας ευλογίας, δεν απεκρίνετο εις ταύτα, αλλ' έσφιγγεν εις τας αγκάλας του πότε τον πατέρα, πότε τα τέκνα. Αυθέντα, τον είπαν αι δυο γυναίκες, δέξου εις τον κόλπον σου και ταύτα τα δύο αθώα τέκνα, των οποίων δεύτερος πατήρ συ είσαι· θέλομεν τα ενθυμίζει αδιαλείπτως την ευτυχίαν, την οποίαν απήλαυσαν, ότι ησπάσθησαν τον σωτήρα των. Ταύτα ειπούσαι εκάστη των μητέρων επρόσφερε τον υιόν της, τον έβαλεν επάνω εις τα γόνατά του. Τα δε δύο ταύτα παιδία προσμειδιώντα εις τον ήρωα, και εκτείνοντα εις αυτόν τας ασθενείς αυτών χείρας, έδειχναν, ότι και αυτά απέδιδαν ευγνωμοσύνην. Α! είπεν ο Βελισάριος εις τους αγαθούς τούτους ανθρώπους, μ' ευρίσκετε έτι άξιον οίκτου, και πιστεύετε, ότι είναι εις τον κόσμον ταύτην την ώραν ευδαιμονέστερος εμού θνητός; Αλλ' ειπέτε με, τις σας ωδήγησε να με γνωρίσετε; Χθες, τον είπεν ο πατήρ της οικογενείας, νέος τις μας ηρώτησεν, αν είδαμεν διαβαίνοντα τον οποίον γέροντα μας περιέγραψεν· ημείς τον απεκρίθημεν, όχι. Προσέχετε λοιπόν εις την διάβασίν του, και ειπέτε τον, ότι φίλος τις τον προσμένει εις τον οποίον μέλλει να υπάγη τόπον. Δεν έχει τίποτε· φροντίσετε, σας παρακαλώ, να τον προμηθεύσετε όλα τ' αναγκαία του. Επιστρέφων θέλω σας ανταμείψει δι' όσα θέλετε κάμει εις αυτόν. Ημείς απεκρίθημεν, ότι έκαστος ημών ησχολείτο ή εις την γεωργίαν ή εις οικειακάς φροντίδας, και ότι δεν είχαμεν καιρόν να παρατηρώμεν τους διαβάτας. Καλήτερα αφήσετε όλα παρά να μη αποδώσετε εις τον γέροντα ό,τι τον χρεωστείτε. Ούτος είναι ο υπερασπιστής σας, ο ελευθερωτής σας, ο Βελισάριος τέλος, τον οποίον σας συσταίνω. Κρίνετε, οποία υπήρξεν η ανυπομονησία μας, όταν ηκούσαμεν το τόσον προσφιλές εις ημάς τούτο όνομα. Ο υιός μου ηγρύπνησεν όλην την νύκτα, προσμένων τον στρατηγόν του, διότι έλαβε την τιμήν να στρατεύση, όταν, στρατηγών ελευθέρωσες την Θράκην· αι κόραι μου από την αυγήν ήσαν εις το κατώφλιον της θύρας. Τέλος πάντων σ' έχομεν. Μεταχειρίσου, κατ' αρέσκειάν σου, ημάς και τα κτήματά μας· ιδικά σου είναι. Ο προσμένων σε νέος θέλει σοι προσφέρει πλειότερα, όχι όμως με καρδίαν καλητέραν παρά ημείς, οίτινες σε προσφέρομεν το ολίγον, το οποίον έχομεν.

Ενώ ο πατήρ ωμίλει ούτως, ο υιός στεκόμενος όρθιος έμπροσθεν του ήρωος, τον παρετήρει σκεπτικώς, με χείρας συμπεπλεγμέναι, με κεφαλήν εσκυμμένην· εις το πρόσωπον, δε ήσαν εγχαραγμένα η κατάπληξις, το έλεος και το σέβας.

Φίλε μου, είπεν ο Βελισάριος εις τον γέροντα, σ' ευχαριστώ διά την προς με προαίρεσίν σου. Έχω αρκετά διά να υπάγω έως το καταφύγιόν μου. Αλλ' ειπέ με, αν ήσαι και ευδαίμων ως και ευεργετικός· ο υιός σου εστράτευσε με εμέ. Θέλω να μάθω περί αυτού· είναι σώφρων; είναι φιλόπονος; είναι αγαθός ανήρ και αγαθός πατήρ; Αυτοί, απεκρίθη κατανυχθείς ο γέρων, είναι η παρηγορία μου και η ευφροσύνη μου. Παρητήθη από τα πολεμικά μετά τον θάνατον του πρεσβυτέρου του αδελφού, κεκαλυμμένος με πληγάς ενδόξους, με ανακουφίζει εις τας εργασίας μου· είναι το στήριγμα του γήρατός μου· ενυμφεύθη την κόρην του φίλου μου. Ο Θεός ευλόγησε το συνοικέσιον τούτο. Αυτός είναι οξύθυμος, η γυνή του όμως πραεία. Η κόρη μου αύτη δεν είναι ολιγώτερον ευδαίμων. Την έδωκα άνδρα νέον, σώφρονα και καλοκάγαθον, τον οποίον αγαπά και υπό του οποίου αγαπάται. Όλοι αυτοί φιλοτίμως εργάζονται, και με κάμνουν εγγόνους, εις τους οποίους βλέπω εμαυτόν αναζωογονούμενον. Πλησιάζω εις τον τάφον μου με ολιγωτέραν λύπην, συλλογιζόμενος, ότι θέλουν με αγαπά έτι και ευλογεί, όταν πλέον δεν θέλω υπάρχει. Α! φίλε μου, τον είπεν ο Βελισάριος, πόσον σε ζηλεύω! εγώ είχα δύο υιούς, οίτινες ήσαν η γλυκυτέρα μου ελπίς, τους είδον εκπνεύσαντας εις το πλάγιόν μου. Εις το γήρας ουδείς άλλος με μένει, εκτός της κόρης μου, ήτις, φευ! παρά πολλά αισθάνεται την δυστυχίαν της και την ιδικήν μου. Αλλά, δόξα τω Θεώ! τα τέκνα μου απέθανον μαχόμενα υπέρ της πατρίδος. Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι του ήρωος κατασπάραξαν του ακούοντος αυτόν νέου την ψυχήν.

Έβαλαν τράπεζαν χωρικήν, ο Βελισάριος διέχυσεν υπ' αυτής την χαράν, κάμνων εις τους νέους τούτους να αισθανθώσι του ασήμου μεν, αλλ' ησύχου βίου των την αξίαν. Τούτο είναι το ευδαιμονέστατον επιτήδευμα, έλεγε, και ενταυτώ το ολιγώτερον επίφθονον· τόσον τα αληθή αγαθά είναι ολίγον γνωστά εις τους ανθρώπους!

Ενόσω διήρκει η τράπεζα αύτη, ο υιός του οικοδεσπότου, άλαλος, σύννους, προκατειλημμένος, είχε προσηλωμένα τα ομμάτιά του εις τον Βελισάριον· και όσον τον έβλεπε, τόσον περισσότερον συνεστέλλοντο αι oφρύς του, τα δε βλέμματά του εγίνοντο αγριώτερα. Ιδού ο υιός μου, έλεγεν ο καλός γέρων, αναπολεί τας εκστρατείας σου. Σε βλέπει με φλογερούς οφθαλμούς. Δυσκολεύεται, είπεν ο ήρως, ν' αναγνωρίση τον στρατηγόν του. Έκαμαν, ό,τι ημπόρεσαν, είπεν ο νέος, διά να τον καταστήσωσιν αγνώριστον. Αλλ' οι στρατιώται του τον έχουσι πάντοτε παρόντα, ώστε δεν τον λησμονούσι ποτέ. Όταν ο Βελισάριος απεχαιρέτησε τους ξενοδόχους του, στρατηγέ μου τον είπεν ο αυτός, συγχώρησέ μοι να σε συνοδεύσω ολίγα βήματα μακράν. Μόλις δε εβγήκαν εις την οδόν, και, συγχώρησε, τον είπε, να προχωρήση ολίγον εμπρός ο οδηγός σου, έχω να σε ομιλήσω μυστικά. Αγανακτώ, στρατηγέ μου, διά την ελεεινήν κατάστασιν, εις την οποίαν σ' έφεραν. Τούτο είναι τρομερόν παράδειγμα αχαριστίας και ταπεινώσεως. Με κάμνει να βδελυχθώ την πατρίδα μου· και όσον υπερηφανευόμην, τόσον αισχύνομαι, ότι έχυσα το αίμα μου υπέρ αυτής. Μισώ τον τόπον, όπου εγεννήθην, και οικτείρω τα τέκνα, εις τα οποία έδωκα την ζωήν. Α! φίλε μου, τον είπεν ο ήρως, εις ποίους τόπους δεν βλέπομεν τους αγαθούς άνδρας θύματα των πονηρών; Όχι, είπεν ο χωρικός, τούτο είναι απαραδειγμάτιστον· εις την δυστυχίαν σου είναι ακατανόητόν τι· ειπέ με, ποίος είναι αυτής αίτιος; Έχω γυναίκα και τέκνα, όμως τα συσταίνω εις τον Θεόν, και εις τον πατέρα μου, και εγώ υπάγω να κατασπαράξω την καρδίαν του προδότου, όστις . . . . Ω τέκνον μου, έκραξεν ο Βελισάριος σφίγγων αυτόν εις τας αγκάλας του· το έλεος σε τυφλόνει και σε αποπλανά. Εγώ να κάμω τον γενναίον άνδρα άπιστον! τον καλόν στρατιώτην φονέα! τον πατέρα, τον σύζυγον, τον ενάρετον και ευαίσθητον υιόν, μικρόν, εμμανή! Τότε ήθελα γενή άξιος όλων των κακών, τα οποία μ' έκαμαν. Προς ανακούφισιν του πατρός σου και διατροφήν των τέκνων σου, επαραίτησες την υπεράσπισιν της πατρίδος σου, διά δε γέροντα εκπνέοντα, προς τον οποίον ο ζήλος σου είναι ανωφελής, θέλεις να εγκαταλείψης τον πατέρα και τα τέκνα σου! Ειπέ με, πιστεύεις, ότι, αν μολυνθώ εις το αίμα των εχθρών μου, τούτο θέλει με αποδώσει την νεότητα και την όρασιν; Ήθελα γενή τάχα ολιγώτερον δυστυχής, όταν συ γενής κακούργος; Όχι, τουλάχιστον όμως, είπεν ο νέος, ο τρομερός θάνατος ενός κακούργου θέλει φοβήσει τους ομοίους του· διότι θέλω τον πιάσει, χρείας τυχούσης, πλησίον του θρόνου και των βωμών, εμπήγων το εγχειρίδιον εις τον κόλπον του, θέλω φωνάξει: Τον Βελισάριον εκδικώ. Και με ποίον δικαίωμα ήθελες με εκδικήσει; είπεν ο γέρων με τόνον σοβαρώτερον. Εγώ τάχα σ' έδωκα το δικαίωμα, το οποίον εγώ αυτός δεν έχω; θέλεις να το λάβης με βίαν από τους νόμους; Ας το έχουν, είπεν ο νέος· θέλει αφεθή εις αυτούς η περί τούτου φροντίς. Επειδή όμως εγκαταλείπουν τον ενάρετον αθώον άνδρα, υπερασπίζονται τον ένοχον, και αφίνουν το πταίσμα ατιμώρητον, πρέπει να τους παραβώμεν, να τους ακυρώσωμεν, και να λάβωμεν τα αρχαία δίκαιά μας. Φίλε μου, υπέλαβεν ο Βελισάριος, τούτο είναι πρόφασις ληστών. Ο δίκαιος, ο τίμιος στενάζει βλέπων τους νόμους κλονουμένους, αλλ' ήθελε μάλλον στενάζει, εάν τους έβλεπε καταπατουμένους ακολάστως. Η αδυναμία των είναι κακόν, αλλά κακόν πρόσκαιρον, η κατάλυσίς των όμως συμφορά διαρκής. Συ θέλεις να εκφοβήσης τους κακούς, και μέλλεις να τους δώσης το παράδειγμα! Α! καλέ νέε, θέλεις να καταστήσης μισητόν το ευγενές αίσθημα, το οποίον ηδυνήθην να σε εμπνεύσω; θέλεις να κάμης βδελυρόν εις εμέ το τόσον προφιλές έλεός σου; Ορκίζομαι εις το όνομα της αρετής, την οποίαν αγαπάς, σε παρακαλώ θερμώς να μη την ατιμάσης. Ας μη είπωσιν, ότι ο ζήλος τον ώπλισε και διεύθυνε χείρα μανικού.

Εάν εμέ, είπεν ο στρατιώτης, μετεχειρίζοντο τόσον σκληρώς, ήθελα ίσως ευρεί εις εμαυτόν την καρτερίαν του να το υποφέρω. Αλλ' ένας μέγας ανήρ! Αλλ' ο Βελισάριος!. . . . . Όχι δεν δύναμαι να το συγχωρήσω. Εγώ το συγχωρώ, είπεν ο ήρως. Ποίον άλλο παρά το ιδικόν μου συμφέρον ημπορεί να σε παροξύνη εις εκδίκησίν μου; Και εάν εγώ δεν την δέχωμαι, εις εσέ ανήκει να κάμης το οποίον εγώ δεν θέλω; Μάθε, ότι, αν ήθελα να εκπλύνω την ύβριν μου, λαοί ολόκληροι ήθελαν λάβει τα όπλα, διά να ευχαριστήσωσι την μνησικακίαν μου. Αλλ' εγώ υποτάσσομαι εις την ειμαρμένην μου· μιμήσου εμέ· μη νομίζης, ότι γνωρίζετε καλήτερα παρά τον Βελισάριον ό,τι είναι τίμιον και νόμιμον· εάν δε έχης τόλμην να καταφρονήσης τον θάνατον, φύλαξε αυτήν την αρετήν, διά να ευεργετήσης, όταν είναι χρεία, την πατρίδα και τον βασιλέα σου.

Από τούτους τους λόγους η ορμή του νέου έπεσεν ως κατακεκρατημένη από την έκπληξιν και τον θαυμασμόν. Συγχώρησέ μοι, τον είπε, στρατηγέ μου, διά την οποίαν παραφοράν αισχύνομαι. Τα μεγάλα σου κακά εκίνησαν την ψυχήν μου εις αγανάκτησιν. Καταδικάζων τον ζήλον μου, πρέπει να τον συγχωρήσης. Κάμνω περισσότερον από τούτο, τον τιμώ και τούτο έργον ψυχής ισχυράς και γενναίας. Δος μοι την άδειαν του να τον διευθύνω. Η οικογένειά σου έχει χρείαν από εσέ. Θέλω να ζήσης δι' αυτήν. Αλλ' εις τα τέκνα σου πρέπει να συστήσης τους εχθρούς του Βελισαρίου. Ονόμασέ τους, είπεν ο νεανίσκος προθύμως· σε εγγυώμαι, ότι τα παιδία μου θέλουν τους μισεί νηπιόθεν. Εχθροί μου είναι, είπεν ο ήρως, οι Σκύθαι, οι Ούννοι, οι Βούλγαροι, οι Σλάβοι, οι Πέρσαι, όλοι της πολιτείας οι εχθροί. Ω θαυμάσιε άνερ! ανεβόησεν ο χωρικός, προσπεσών εις τους πόδας του. Υγίαινε, φίλε, τον είπεν ο Βελισάριος, αγκαλιζόμενος αυτόν. Είναι κακά άφευκτα· ό,τι δε δύναται ο δίκαιος είναι το να μη γενή άξιος των ιδίων του. Εάν ποτέ της εξουσίας η κατάχρησις, των νόμων η λήθη, των πονηρών η ευτυχία σε παροργίζη, ενθυμού τον Βελισάριον. Υγίαινε.

Κεφάλαιον Ε'.

Η σταθερότης του μετ' ολίγον εδοκίμασε πολύ επιπονωτέραν δοκιμασίαν. Είναι δε καιρός να είπωμεν τα από τον καιρόν της φυλακώσεώς του.

Την νύκτα, καθ' ήν συνελήφθη και εσύρθη εις τα δεσμά ως επίβουλος της πολιτείας, ο τρόμος και η θλίψις διεχύθησαν εις το παλάτιόν του. Η έγερσις της Αντωνίνης, της γυναικός του, και της Ευδοξίας της κόρης του της μονογενούς, ήτο οικτρότατον λύπης και τρόμου θέαμα, η Αντωνίνη αναλαβούσα τέλος από την παραφροσύνην της, και ενθυμουμένη τας οποίας παρά της αυτοκρατορίσσης ελάμβανε χάριτας, έψεγεν εαυτήν ως δειλήν διά τον τρόμον, τον οποίον έδειξεν. Έχουσα δε οικειοτάτην με την Θεοδώραν φιλίαν, ούσα συμμέτοχος όλων αυτής των ηδονών, ήτο βεβαία περί της βοηθείας της, ή μάλλον, ενόμιζεν, ότι ήτο βεβαία. Υπήγε λοιπόν, εγερθείσα, και, παρόντων όλων των αυλικών, Κυρία, είπε γονυπετής, εάν ο Βελισάριος πολλάκις ευτύχησε να σώση την αυτοκρατορίαν, ζητεί εις ανταμοιβήν, το εις αυτόν προσαπτόμενον ανοσιούργημα να κηρυχθή δημοσίως, και να υποχρεωθώσιν οι εχθροί του να τον κατηγορήσωσι κατά πρόσωπον εις το δικαστήριον του αυτοκράτορος. Η άδεια του να τας εξελέγξη είναι η χάρις η μόνη ανταξία αυτού. Η Θεοδώρα την ένευσε να σηκωθή, και την απεκρίθη ψυχρότατα. Εάν ο Βελισάριος ήναι αθώος, ουδείς φόβος. Εάν δε ήναι ένοχος, γνωρίζει ικανώς του δεσπότου του την επιεικείαν, ώστε ημπορεί να τον εξιλεώση. Ύπαγε, κυρία, δεν θέλω λησμονήσει ποτέ, ότι μετέσχες των ευεργεσιών μου. Η ψυχρά αύτη υποδοχή, το τραχύ αποχαιρέτημα, έφεραν την Αντωνίνην εις αθυμίαν. Ωχρά, και τρέμουσα, απεμακρύνθη, χωρίς να τολμήση κανείς να αναβλέψη προς αυτήν. Και ο Βαρσάμης, τον οποίον απήντησεν ήθελε παρέλθει και αυτός χωρίς να την ίδη, αν αυτή δεν τον επλησίαζεν. Ούτος ήτον, ο ταμίας, ο αγαπημένος της Θεοδώρας ευνοούμενος. Η Αντωνίνη τον παρεκάλεσε να ευδοκήση να την ειπή, ποίον ήτο το ανοσιούργημα, διά το οποίον εκατηγορείτο ο Βελισάριος. Εγώ, κυρία, την είπε. δεν ηξεύρω τίποτε, δεν δύναμαι τίποτε, δεν με μέλει διά τίποτε, εκτός του χρέους μου. Εάν έκαστος έκαμνε τούτο μόνον, όλοι οι άνθρωποι ήθελαν είσθαι ήσυχοι.

Α! η συνωμοσία έγινεν, είπεν αύτη, και ο Βελισάριος απωλέσθη. Περαιτέρω απήντησεν άνθρωπον, ο οποίος εχρεώστει εις αυτόν την ευτυχίαν του, και την προτεραίαν έτι ήτον αφοσιωμένος εις αυτόν. Θέλει να τον ομιλήση, αλλ' ούτος χωρίς να καταδεχθή να την ακροασθή: Ηξεύρω τας δυστυχίας σου, την είπε, λυπάμαι δι' αυτάς αλλά, συγχώρησέ με, σπεύδω χάριν τινά να ζητήσω, δεν έχω ουδέ στιγμήν να χάσω. Υγίαινε, κυρία, κανείς δεν σε αγαπά υπέρ όσον εγώ. Υπήγε να εύρη πάλιν την κόρην της, και μετά μίαν ώραν την ειδοποίησαν, ότι έπρεπε να εκβή από την πόλιν, και να υπάγη εις το παλαιόν τούτο αγροπύργιον, όπου εστάλθησαν εξόριστοι.

Η θέα του ερήμου και κατηδαφισμένου τούτου αγροπυργίου, όπου η Αντωνίνη έβλεπεν εαυτήν ως θαμμένην, την έφερεν εις την εσχάτην αθυμίαν.

Αυτού ως έφθασεν, ησθένησε, και η ευαίσθητος ψυχή της Ευδοξίας διεσπαράχθη, ευρεθείσα μεταξύ του πατρός της, κατηγορηθέντος, δεσμίου, παραδομένου ως κατασπάραγμα εις τους εχθρούς του, και της μητρός, της οποίας η ζωή τηκομένη από την θλίψιν, δεν προεμήνυεν άλλο, πλην θάνατον βραδύν. Τας καλητέρας ημέρας του βίου της η αξιέραστος αύτη κόρη εδαπάνα, την μητέρα της φιλοστόργως θεραπεύασα, τας δε νύκτας της κλαίουσα, και αι στιγμαί, τας οποίας η φύσις έκλεπτεν από την θλίψιν της, διά να τας αφιερώση εις τον ύπνον, εταράττοντο από τρομερά ενύπνια. Η εικών του πατρός της εις τα βάθη του δεσμωτηρίου, καταβεβαρυμένα από αλύσας, την ηκολούθει αδιακόπως και τα ολέθρια περί της μητρός της προαισθήματα ηύξανον έτι τον τρόμον αυτής.