Ο Βελισάριος

Part 11

Chapter 116 wordsPublic domain

Η ησυχία της επικρατείας, υπέλαβεν ο αυτοκράτωρ, κρέμαται από την σύμπνοιαν των ψυχών. Τούτο είναι γνώμη αμφίβολος, είπεν ο Βελισάριος, και την οποίαν πολλάκις καταχρώνται. Αι ψυχαί ποτέ δεν έχουν πλειοτέραν σύμπνοιαν παρ' όταν ελευθέρως έκαστος διανοήται, ως εγκρίνει. Ηξεύρετε, τι κάμνει να ήναι η κοινοδοξία ζηλότυπος, τυραννική και μη ανεκτική; Η αξία, την οποίαν οι βασιλείς κατά δυστυχίαν προσάπτουσιν εις αυτήν· η εύνοια, την οποίαν παρέχουσιν εις αίρεσίν τινα, βλάπτοντες και αποβάλλοντες όλος τας αντιπάλους αιρέσεις. Ουδείς θέλει να ταπεινωθή, να καταφρονηθή και να στερηθή όλα τα δίκαια του πολίτου και του πιστού υπηκόου, οσάκις δε είς τινα πολιτείαν διαιρέσουν τους ανθρώπους εις δύο τάξεις, εκ των οποίων η μία θέλει αποστερήσει την άλλην τα αγαθά της κοινωνίας, οποία και αν ήναι η πρόφασις της αποκληρώσεως, η καταδιωγμένη τάξις θέλει θεωρεί την πατρίδα ως μητρυιάν της. Το ματαιότερον πράγμα γίνεται μέγα, όταν έχη επιρροήν εις των πολιτών την κατάστασιν. Και πιστεύσατε, ότι αύτη η επιρροή ανάπτει τας φατρίας. Ας αποδοθή το αυτό συμφέρον εις έριδα περί του αριθμού των κόκκων της άμμου της θαλάσσης, και θέλομεν ιδεί γεννωμένας τας αυτάς εχθροπαθείας. Η θρησκομανία ως επιτοπλείστον δεν είναι άλλο παρά φθόνος, πλεονεξία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, μίσος και εκδίκησις, ενεργούντα εν ονόματι του Θεού. Τούτων των θεών υπηρέτης αδιάλλακτος γίνεται ο ευκολόπιστος και βίαιος βασιλεύς. Ας μη κερδαίνη τις τίποτε επί της γης μαχόμενος υπέρ του ουρανού· ο υπέρ της αληθείας ζήλος ας μη ήναι πλέον το μέσον, διά να βλάψη τις τον αντίζηλον ή τον εχθρόν του, να υψωθή επί των ερειπίων του, να πλουτήση γυμνόνων αυτόν, ν' αποκτήση προτίμησιν, την οποίαν εδύναντο ν' αντιποιώνται· και τότε όλα τα πνεύματα θέλουν καταπραϋνθή, όλαι αι αιρέσεις θέλουν ησυχάσει. Τα του Θεού όμως θέλουν εγκαταλειφθή, τον είπεν ο Ιουστινιανός. Ο Θεός δεν έχει χρείαν της υπερμαχίας σου, είπεν ο Βελισάριος· δυνάμει των διαταγμάτων σου τάχα ο ήλιος ανατέλλει, και οι αστέρες λάμπουσιν εις τον ουρανόν; Η αλήθεια λάμπει αυτόφωτος· αι δε ψυχαί δεν φωτίζονται με την φλόγα των πυρών, επί των οποίων ολοκαυτούσι τους ανθρώπους· ο Θεός επιφορτίζει εις τους ηγεμόνας την φροντίδα του να κρίνουν τας πράξεις των ανθρώπων· αλλά διατηρεί αυτός μόνον το δικαίωμα του να κρίνη τους διαλογισμούς· απόδειξις δε, ότι η αλήθεια δεν τους έλαβε κριτάς, είναι, ότι ουδείς εξ αυτών είναι άνευ πλάνης.

Εάν η του διανοείσθαι ελευθερία ήναι αχαλίνωτος, είπεν ο αυτοκράτωρ, και των πράξεων η ελευθερία θέλει γείνει ταχέως τοιαύτη. Ουδεποσώς, επανέλαβεν ο Βελισάριος· τότε ο άνθρωπος εμβαίνει υπό την εξουσίαν των νόμων· και όσον περισσότερον η εξουσία αύτη θέλει περικλείεσθαι εις τα φυσικά αυτής όρια, τόσον ολιγώτερον θέλει έχει χρείαν δυνάμεως προς διατήρησιν της ευταξίας και ειρήνης. Η δικαιοσύνη είναι η κυριωτέρα της εξουσίας προσκλητική φωνή· αύτη δε τότε μόνον είναι σαλευομένη, όταν δεν ήναι επί της βάσεώς της. Πώς θέλετε να συνειθίση τις τους ανθρώπους να βλέπωσιν άνθρωπον θεοποιούμενον, και προστάζοντα με τα όπλα εις τας χείρας, να πιστεύωσιν ό,τι αυτός πιστεύει, να διαλογίζωνται, καθώς αυτός; Ερωτήσατε τους στρατηγούς σας, τι κατώρθωσεν εις την Αφρικήν η κατά των Βανδάλων αυστηρότης και βία των; Ήμην εις Σικελίαν. Ο Σολομών έρχεται εκεί ως παράφρων και απελπισμένος, και με λέγει. «Όλα εις την Αφρικήν απωλέσθησαν· οι Βάνδαλοι απεστάτησαν· η Καρχηδών εκυριεύθη, και λεηλατείται· και εντός αυτής και εις τους αγρούς κολυμβώσιν εις το αίμα· και ταύτα εξ αιτίας τινών ονειροπόλων, οίτινες δεν εννοούνται συναλλήλως, και οίτινες ποτέ δεν θέλουν ομοφρονήσει. Εάν ο αυτοκράτωρ εμβαίνη εις τα τοιαύτα, εάν εκδίδη διατάγματα περί λεπτολογιών, τας οποίας παντελώς δεν εννοεί, εγώ παραιτούμαι την στρατηγίαν· είμαι εις απελπισίαν.» Ούτως ωμίλησεν ο γενναίος εκείνος ανήρ. Μόνον ημείς ας το ηξεύρωμεν· είχε δίκαιον. Αρκούν τ' ανθρώπινα πάθη μόνα να ταράξωσι τόσον αχανή αυτοκρατορίαν, χωρίς να έλθη και η θρησκομανία να ανάψη τας δάδας της.

Ποίος δε θέλει καταπραΰνη τας εγερθείσας ταραχάς; ερώτησεν ο αυτοκράτωρ. Η αηδία, απεκρίθη ο Βελισάριος, η αηδία από το να φιλονεικούν περί πραγμάτων, τα οποία δεν εννοούσι, και τα οποία κανείς δεν ακούει. Διότι η προσοχή, την οποίαν απέδοσαν εις τους νεωτερισμούς, εγέννησε τόσους νεωτεριστάς. Ας μη αποδίδωσιν εις αυτάς ουδεμίαν αξίαν, και εντός ολίγου θέλει παρέλθει η χρήσις αυτών· ούτοι δε θέλουσι μεταχειρισθή άλλα μέσα, διά να γείνωσιν επίσημοι άνδρες. Συγκρίνω όλους τούτους τους ανθρώπους προς τους μονομαχούντας εις το στάδιον· αν ήσαν μόνοι ήθελον εναγκαλισθή συναλλήλλως. Αλλά τους θεωρούν, και διά τούτο σφάζονται.

Τωόντι, είπεν ο νέος, με πείθουσιν οι λόγοι του. Ό,τι δε με λυπεί, είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι, ότι καταστένει τον ζήλον του ηγεμόνος άχρηστον εις την θρησκείαν.

Θεός φυλάξη! είπεν ο Βελισάριος. Είμαι πολύ βέβαιος, ότι τον αφίνω το ασφαλέστερον μέσον του να την καταστήση προσφιλή εις τους υπηκόους του· τούτο δε είναι να πολιτευθη ούτως, ώστε να κρίνωσι περί της αγιότητος της πίστεώς του από την οσιότητα των ηθών του· να δώση την βασιλείαν του, ως παράδειγμα και εγγύην της αληθείας, ήτις τον φωτίζει και τον χειραγωγεί. Ουδέν ευχερέστερον παρά το να κάμνη τις προσηλύτους, κάμνων ευτυχείς. Ο δε δίκαιος μονάρχης έχει καθ' εαυτόν περισσοτέραν ισχύν εις τας ψυχάς, παρ' όλοι ομού οι καταδιώκται. Είναι ευκολώτερον αναμφιβόλως το να προστάζη να σφάζωνται οι άνθρωποι παρά να τους πείθη· αλλ' εάν οι βασιλείς ηρώτων τον Θεόν τι όπλα να μεταχειρισθώμεν, διά να λατρεύεσαι, ως πρέπει; ο δε Θεός, εάν κατεδέχετο ν' αποκριθή, ήθελε τους ειπεί, τας αρετάς σας.

Όταν η ψυχή του Ιουστινιανού, την οποίαν η έξις αύτη είχε ταράξει, καθησύχασεν εν τη σιωπή, ενθυμήθη τα δόγματα και τας συμβουλάς των τότε περικυκλούντων αυτόν αιρετικών, τας βίας των, την υπερηφάνειάν των, τας σκληράς εχθροπαθείας των. Οποία αντίθεσις! έλεγε καθ' εαυτόν. Ιδού άνθρωπος, γηράσας εις τους πολέμους, πνέων φιλανθρωπίαν, μετριότητα και επιείκειαν· οι δε υπηρέται του Θεού της ειρήνης δεν με συμβουλεύουσι ποτέ άλλο παρά βίαν τυραννικήν και άκαμπτον σκληρότητα! Ο Βελισάριος είναι ευσεβής και δίκαιος, αγαπά τον Θεόν του· επιθυμεί, να τον λατρεύωσιν όλοι, καθώς αυτός, αλλά θέλει η λατρεία αύτη να ήναι εκουσία και ελευθέρα. Εγώ μόνον εκυριεύθην υπερβολή από τον ζήλον, όστις εις την ψυχήν μου δεν ήτο ίσως άλλο παρά ο τύφος του να δεσπόζω εις τα φρονήματα των υπηκόων μου.

Κεφάλαιον Ις'.

Την επαύριον ο αυτοκράτωρ και ο Τιβέριος, ερχόμενοι προς τον ήρωα, έπεσαν εις κίνδυνον, τον οποίον δεν προείδον· η δε δόξα την ελευθερώσεώς των ήτον νέος θρίαμβος του Βελισαρίου, τον οποίον ο θεός ηθέλησε να χορηγήση πάλιν εις αυτόν.

Οι Βούλγαροι, οι οποίοι απεδιώχθησαν μόνον έως εις τα όρη της άνω Θράκης, μόλις είδον την χώραν ελευθέραν και παρευθύς εφώρμησαν πάλιν. Έν δε από τα αποσπασθέντα τάγματα των ελεηλάτει εις την οδόν της επαύλεως του Βελισαρίου, ότε επαρατήρησαν μακρόθεν άμαξαν, ήτις εδείκνυεν εις αυτούς πλουσίαν λείαν. Την περικυκλόνουν, εμποδίζουν την διάβασίν της, και συλλαμβάνουν τους οδοιπόρους. Ούτοι δε δίδοντες όσα είχον, έλαβαν ευκόλως την εξαγόρασιν της ζωής των. Αλλά τα λύτρα τα απαιτούμενα ήσαν τόσον υπέρογκα, ώστε δεν είχαν παρευθύς να τα πληρώσωσιν· όθεν τους επήραν αιχμαλώτους.

Ο αυτοκράτωρ λοιπόν μόνον μέσον απολυτρώσεως από τους Βουλγάρους χωρίς να τον γνωρίσωσιν εστοχάσθη το εξής· Οδηγήσατέ μας, τους είπεν, όπου έχομεν σκοπόν να υπάγωμεν. Εκείθεν δε θέλομεν προμηθευθή τα λύτρα, τα οποία ζητείτε. Σας εγγυώμαι, μα την ζωήν μου, ότι δεν έχετε να φοβηθήτε καμμίαν απάτην· εάν δε παραβώ την υπόσχεσίν μου, ή εάν σας κάμω να μετανοήσετε, διότι μ' ενεπιστεύθητε, θανατώσατέ με.

Το πειστικόν και μεγαλοπρεπές ήθος, με το οποίον εβεβαίονε τους λόγους του, ενήργησεν εις των Βουλγάρων τας ψυχάς. Πού πρέπει να σας φέρωμεν; τον ηρώτησεν ο αρχηγός των. Έξ στάδια μακράν, απεκρίθη ο αυτοκράτωρ, εις την έπαυλιν του Βελισαρίου. Του Βελισαρίου! είπεν ο Βούλγαρος. Τι! γνωρίζετε τον ήρωα; Βέβαια, είπεν ο αυτοκράτωρ, και τολμώ να πιστεύσω, ότι είναι φίλος μου. Εάν αληθεύη τούτο, είπεν ο αρχηγός, μη φοβήσθε· θέλομεν σας συνοδεύσει.

Ο Βελισάριος από τον θόρυβον της αφίξεως των εστοχάσθη, ότι έρχονται να τον αρπάσουν δευτέραν φοράν· και η κόρη του· όλη τρέμουσα, τον σφίγγει εις τας αγκάλας της, κραυγάζουσα οξέως. Πάτερ, είπεν, α! πάτερ! πρέπει πάλιν ν' αποχωρισθώμεν.!

Την αυτήν στιγμήν έρχονται, και τον λέγουν, ότι η αυλή εγεμίσθη από ανθρώπους ενόπλους πέριξ μιας αμάξης. Ο Βελισάριος εξέρχεται, και ο αρχηγός των Βουλγάρων πλησιάσας ομού με τους αιχμαλώτους του, τον λέγει· Ήρως της Θράκης, ούτοι οι άνθρωποι σε επικαλούνται και λέγουν, ότι είναι φίλοι σου. Ας ειπώσι τα ονόματά των, είπεν ο Βελισάριος. Εγώ είμαι ο Τιβέριος, είπεν ο είς εξ αυτών, και ο πατήρ μου εσυλλήφθη ομού μ' εμέ. Ναι, ανεβόησεν ο Βελισάριος, ναι, αναμφιβόλως, φίλοι μου είναι, γείτονές μου. Αλλά σεις, οίτινες με τους φέρετε, με ποίον δικαίωμα τους έχετε εις την εξουσίαν σας; Ποίοι είσθε; Είμεθα Βούλγαροι, Είπεν ο αρχηγός, τα δε δικαιώματά μας είναι τα δικαιώματα των όπλων. Αλλά τίποτε δεν υπάρχει δι' ημάς ισχυρότερον του προς εσέ σεβασμού μας. Δεν ηθέλαμεν δε υπηρετήσει πιστώς ηγεμόνα, όστις σε τιμά, μη σεβόμενοι εκείνους, οι οποίοι είναι αγαπητοί σου. Μέγιστε άνερ, ιδού οι φίλοι σου είναι ελεύθεροι, και εις σε χρεωστούν την ελευθερίαν των.

Μετά τους λόγους τούτους, ο αυτοκράτωρ και ο Τιβέριος ήπλωσαν τας χείρας προς τον σωτήρα των· ο δε Βελισάριος αισθανθείς περί αυτόν τας αλύσους των, Τι, είπεν, αι χείρες σας είναι εις τα δεσμά! και έλυσε τα δεσμά των.

Οποίος ήτο ο θαυμασμός του αυτοκράτορος, οποία η χαρά και η αισχύνη!. Ω αρετή, είπε καθ' εαυτόν, ω αρετή, οποία είναι η δύναμίς σου! Άθλιος άνθρωπος τυφλός, από το βάθος της αθλιότητός του εμπνέει σέβας εις τους βασιλείς, αφοπλίζει τας χείρας των βαρβάρων, και απελευθερόνει εκείνον! . . . . Ω μέγιστε Θεέ! εάν ο κόσμος έβλεπε την αισχύνην μου! . . . . Αν! τούτο ήθελεν είσθαι έτι τιμωρία ελαφροτάτη.

Οι Βούλγαροι ήθελαν να αποδώσωσιν όλα, όσα τους είχε δώσει. Όχι, τους είπε, φυλάξατε ταύτα τα δώρα, και σας βεβαιόνω, ότι θέλω προσθέσει τα λύτρα τα υποσχεθέντα.

Ο αρχηγός των, αναχωρών, ηρώτησε τον Βελισάριον, εάν είχε καμμίαν διαταγήν προς τον βασιλέα των. Ειπέ τον, ότι εύχομαι, απεκρίθη ο ήρως, τοιούτος ανδρείος ηγεμών να ήναι σύμμαχος της πατρίδος μου και φίλος του αυτοκράτορός μου.

Ω Βελισάριε! ανεβόησεν ο Ιουστινιανός, όταν συνήλθεν από την ταραχήν την εκ του κινδύνου τούτου· ω Βελισάριε! οποίαν υπεροχήν έχεις εις την ψυχήν των λαών! και αυτοί οι εχθροί της αυτοκρατορίας είναι φίλοι σου! Μη θαυμάζης, τον είπεν ο Βελισάριος υπομειδιών, ότι οι Βούλγαροι μ' έχουν εις υπόληψιν. Είμαι πολύ καλά με τον βασιλέα των. Προ ολιγωτάτων μάλιστα ημερών συνεδειπνήσαμεν. Πού; τον ηρώτησεν ο Τιβέριος. Εις την σκηνήν του, είπεν ο γέρων, ελησμόνησα να σας το ειπώ. Όταν ηρχόμην εδώ, ούτοι με συνέλαβον επί της οδού, καθώς και σας, και μ' έφερον εις το στρατόπεδόν των. Ο βασιλεύς αυτών μ' εδέχθη ευμενώς, μ' έδωκε να δειπνήσω, με είπε να κοιμηθώ εις τας σκηνάς του· την επαύριον δε κατώρθωσα να με υπάγωσιν εις τον τόπον, όπου μ' επίασαν. Τι! είπεν ο Ιουστινιανός, ο βασιλεύς αυτός ηξεύρει, ποίος είσαι, και δεν σε εκράτησε! είχε μεγάλην προς τούτο επιθυμίαν· αλλ' οι ιδικοί του σκοποί και τα ιδικά μου φρονήματα δεν ευρέθησαν σύμφωνα. Με επρόβαλε να εκδικηθώ! Να εκδικηθώ, εγώ! αξιόλογος πρόφασις να πυρπολήσω την πατρίδα μου! Τον ευχαρίστησα λοιπόν, καθώς είσαι βέβαιος, και διά τούτο με τιμά περισσότερον.

Αι! οποίαι τύψεις, οποίαι αιώνιαι τύψεις συνειδότος εις την ψυχήν του Ιουστινιανού, τον είπεν ο Ιουστινιανός αυτός, εάν μάθη ποτέ, πόσον μεγάλη ήτον η αγνωμοσύνη του! Πού θέλει εύρει φίλον ως τούτον, τον οποίον απώλεσε; Και δεν είναι ανάξιος τοιούτου φίλου μετά την βδελυράν αδικίαν του;

Όχι, υπέλαβεν ο Βελισάριος, μη τον ατιμάζης. Λυπήσου, σεβάσθητι το γήρας του. Θέλεις ιδεί, πως ηπατήθη. Η πτώσις μου έχει τρείς εποχάς· πρώτη η εις την Καρχηδόνα είσοδός μου. Γενόμενος κύριος των ανακτόρων του Γελιμέρου, κατέστησα τον θρόνον του δικαστήριον, όπου εκάθησα δικαστής· σκοπός μου ήτο να δώσω εις τους νόμους επιφάνειαν σεμνοτέραν· αλλά δεν ήσαν αναγκασμένοι να εμβαθύνωσιν εις την διάνοιάν μου. Ότε δε κάθηται τις επί του θρόνου, φαίνεται, ως να δοκιμάζη τούτο· η πράξις μου λοιπόν αύτη ήτον απερίσκεπτος και αύτη δεν ήτο η μόνη. Εκ περιεργείας ηθέλησα να φάγω επί της τραπέζης του Γελιμέρου, και, κατά τον τρόπον των Βανδάλων, υπηρετούμενος από τους αξιωματικούς του βασιλέως των. Τούτο ήτο ικανόν να δώση υπόνοιαν, ότι εγώ ήθελα να λάβω τον τόπον του. Η φήμη τούτου μεταβιβάσθη ταχεία εις την αυλήν. Διά να την εξαλείψω δε, εζήτησα την ανάκλησίν μου μετά την νίκην· ο δε Ιουστινιανός αντήμειψε την πιστήν υπηρεσίαν μου διά λαμπροτάτου θριάμβου· απήγον τον Γελίμερον αιχμάλωτον μετά της γυναικός και των τέκνων του, και τους εις διάστημα μιας εκατονταετηρίδος σωρευθέντας θησαυρούς, όσους οι Βάνδαλοι ήρπαξαν από τα έθνη. Ο αυτοκράτωρ με υπεδέχθη εις το ιπποδρόμιον, και βλέπων αυτόν επί υψηλού θρόνου, περιεστοιχισμένον από αναρίθμητον λαόν, εκτείνοντα την χείρα προς τον υπήκοόν του με χάριν εν ταυτώ και ημερότητα και σεμνοπρέπειαν, εσκίρτησα από χαράν, και είπον κατ' εμαυτόν· το παράδειγμά μου θέλει του φέρει πλήθος ηρώων. Γνωρίζει την μεγάλην τέχνην του να διεγείρη την άμιλλαν και τον έρωτα της δόξης· ώστε θέλουν διαφιλονεικεί, τις να τον υπηρετήση. Αλλ' εάν ο θρίαμβός μου εχορήγει εις αυτόν νίκας, προήγγελλεν εις εμέ πολλά αποτυχήματα. Έκτοτε λοιπόν ο φθόνος εξώρμησεν εμμανώς κατ' εμού. Πενταετείς νίκαι τον κατεσίγασαν· αλλά βαρυνθείς τέλος τας ευτυχίας μου, έχασε πάσαν αιδώ.

Επολιόρκουν την Ραυένναν, όπου οι Γότθοι απεσύρθησαν συνδιωχθέντες, από όλην την Ιταλίαν, Αύτη ήτο το μόνον καταφύγιόν των. Έδωκαν λοιπόν υπόνοιαν εις τον αυτοκράτορα, ότι το χωρίον ήτο ανάλωτον, ότι η καταστροφή του στρατεύματός του ήθελε προέλθει από την ισχυρογνωμοσύνην μου· και ότε, καταντήσαντες εις τα έσχατα οι Γότθοι, έμελλον να παραδώσωσι τα όπλα, έρχονται πρέσβεις παρά του αυτοκράτορος, προβάλλοντες ειρήνην. Βλέπω εναργώς, ότι τον ηπάτησαν, και ότι ήθελα τον προδώσει, εάν άφινα την ευκαιρίαν του να κυριεύσω την Ιταλίαν. Αναβάλλω λοιπόν την προβαλλομένην ειρήνην· η πόλις παραδίδεται· και εγώ κατηγορούμαι ως αποστάτης και προδότης. Τούτο είχε κάποιαν πιθανότητα, καθώς βλέπετε· απείθησα, έκαμα έτι περισσότερον. Οι πολιουρκούμενοι, δυσηρεστημένοι κατά του βασιλέως των, με είχον προσφέρει τον θρόνον των· η δε αποποίησης ήθελε τους παροξύνει· όθεν τους έδιδα ελπίδας με την απόκρισίν μου· αύτη δε η συγκατάθεσις, πραγματικώς προσποιητή, ενομίσθη ως αληθής εις την αυλήν. Ανεκλήθην λοιπόν· η δε ένδειξις της ευπειθείας μου ετάραξε τους εχθρούς μου. Έφερα αιχμάλωτον εις τας πόδας του αυτοκράτορος τον βασιλέα εκείνον των Γότθων, το διάδημα του οποίου μ' εκατηγόρουν, ότι εδέχθην.

Αλλά ταύτην την φοράν ο θρίαμβος δεν με εσυγχωρήθη ποσώς. Ελυπήθην θανάσιμα, όχι διότι εταπεινώθην. Η συνοδία μου εσύστενε θρίαμβον· η δε συρροή και αι ανευφημίαι του λαού του περιστοιχούντες με ήθελον ευχαριστήσει άνδρα κενοδοξότερόν μου. Αλλ' η ψυχρά του Ιουστινιανού υποδοχή μ' εδείκνυεν, ότι δεν μετεπείσθη ολοτελώς, και, κατά δυστυχίαν, η σκληρά αύτη πληγή, την οποίαν επέφεραν εις την ψυχήν του, είχεν έτι μάλλον ερεθισθή από τον απερίσκεπτον ενθουσιασμόν λαού μεθυσθέντος από την δόξαν μου.

Ενταύθα ειλικρινώς, αν ήσο εις τον τόπον του αυτοκράτορος, ήδη προκατειλημμένου κατ' εμού, δεν ήθελες πληγωθή από τους διδομένους εις εμέ επαίνους, οι οποίοι ήσαν επιπλήξεις κατ' αυτού; Δεν ήθελες υποπτεύσει την φιλοδοξίαν υπηκόου, τον οποίον η κοινή φωνή ύψονεν έως τον ουρανόν; Δεν ήθελες ιδεί μετά τινος αγανακτήσεως ολόκληρον λαόν εις την μέθην του σπουδάζοντα να εκδικηθή κατά σου διά της προσφοράς θριάμβου λαμπροτέρου, παρά τον οποίον με ηρνούντο. Ήθελες άραγε κλείσει τα ώτα σου εις τας σκέψεις της αυλής περί της ύβρεως της γενομένης προς την υπερτάτην αρχήν διά του οχλικού τούτου θορύβου; Γείτον, ο μέγιστος ηγεμών είναι άνθρωπος· και δεν υπάρχει κανείς, όστις δεν είναι ζηλότυπος της δόξης και της δυνάμεώς του· και αν ο Ιουστινιανός δεν είχε δύναμιν να νικήση εαυτόν, και να με συγχωρήση, τούτο έμελλεν ολίγον να μας εκπλήξη. Μόλον τούτο το έκαμεν· ενίκησε τας αδυναμίας της κενοδοξίας και τας υποψίας της ζηλοτυπίας, κατεδέχθη να με εμπιστευθή πάλιν τα στρατεύματά του και την υπεράσπισιν της επικρατείας του. Αλλά το τελευταίον συμβάν τον έκαμε να κλίνη προς το μέρος των εχθρών μου.

Ήμην εις το τέρμα του σταδίου μου. Ο Ναρσής, ο διάδοχός μου εις την Ιταλίαν, νικών, με παρηγόρει διά την θλιβεράν μου αχρηστίαν. Ενόμιζον, ότι δεν μ' έμενεν άλλο παρά να αποθάνω ήσυχος, ότε οι Ούνοι ήλθαν και κατερήμοναν την Θράκην. Ο αυτοκράτωρ μ' ενθυμήθη, και κατεδέχθη να με επιφορτίση εις το γήρας μου εκστρατείαν, από της οποίας την έκβασιν εκρέμετο η τύχη του κράτους. Εκάλυψα λοιπόν τας ρυτίδας και την πολιάν μου κόμην με περικεφαλαίαν περιβεβλημένην δεκαετούς αναπαύσεως σκωρίαν. Η τύχη μ' εβοήθησε, και εδίωξα τους Ούνους, ολίγα στάδια απέχοντας των τειχών μας, και η επιτυχία ενέδρας τινός με παρέστησαν ως Θεόν. Όλην την πόλιν, όταν επέστρεψα, εκυρίευσε παραφροσύνη, μανιώδης ενθουσιασμός, διά τα οποία εστέναζον· αλλά πώς να τα καταπαύσω; Ο αυτοκράτωρ ήτο γέρων· η ηλικία αύτη έχει αδυναμίας· και η υπερβολική εύνοια του λαού, αι έξοχοι τιμαί, αι εις εμέ αποδιδόμεναι, επιστοποίησαν τούτον τον ηγεμόνα, ότι εβαρύνθησαν την βασιλείαν του, και ότι τον εσυμβούλευαν να παραχωρήση τον θρόνον εις τον υπέρμαχόν τους. Η ανησυχία και η θλίψις εκυρίευσαν την ψυχήν του· και χωρίς να με μεταχειρισθή ως ένοχον, με απεμάκρυνεν ως επικίνδυνον. Τότε έγινε κατ' αυτού η συνωμοσία, καθ' ήν εξέπνευσαν εις τας βασάνους οι συνωμόται μη ομολογήσαντες τον κορυφαίον. Η συκοφαντία ανεπλήρωσε την σιωπήν των ενόχων, και αυτήν την ιδίαν σιωπήν εξέλαβαν ως ομολογίαν καταμαρτυρούσαν εμού. Συνελήφθην· ο λαός προσεκλαύθη δι' αυτό· πολυχρόνιος φυλάκισις τον εκίνησεν εις οίκτον· η αγανάκτησις εγέννησε την αποστασίαν· ο δε αυτοκράτωρ αναγκασθείς να με παραδώση εις τον λαόν, δεν ενόμισεν, ότι κάμνει άλλο τι, αφαιρών από εμέ τα μέσα του να τον βλάψω, ειμή ότι αφοπλίζει τον εχθρόν του. Ποτέ δεν ήμην εχθρός Του, τον Θεόν μαρτύρομαι· αλλ' ο Θεός ο καρδιογνώστης δεν εσυγχώρησε και εις τους βασιλείς να γίνουν καρδιογνώσται· και εκείνος, τον οποίον κατηγορείς, είναι δυστυχής μάλλον παρά ένοχος· διότι επίστευσε φαινόμενα, τα οποία ίσως ήθελον απατήσει και σε, καθώς εκείνον.

Ναι, αναμφιβόλως, είναι δυστυχής, και ο δυστυχέστατος των ανθρώπων, είπεν ο Ιουστινιανός αναπηδήσας προς αυτόν, και περισφίγξας εις τας αγκάλας του. Πόθεν αύτη η υπέρμετρος λύπη, τον ερώτησεν, εκπλαγείς ο Βελισάριος. Είναι θλίψις ψυχής σπαραττομένης, τον είπεν ο Ιουστινιανός. Ω αγαπητέ μου Βελισάριε! ο άδικος εκείνος δεσπότης, ο βάρβαρος εκείνος τύραννος, όστις σε ετύφλωσε, και όστις σ' έφερεν εις κατάστασιν επαίτου, εκείνος είναι, όστις σε αγκαλίζεται. Συ! αυθέντα, ανεβόησεν ο ήρως. — Ναι, φίλε μου, υπερασπιστά μου, ναι, εναρετώτατε των ανθρώπων, εγώ είμαι, όστις έδωκα εις τον κόσμον το φρικτόν εκείνο παράδειγμα της αχαριστίας και της σκληρότητος. 'Άφες με να υποφέρω εις τους πόδας σου την ταπείνωσιν, της οποίας είμαι άξιος. Λησμονώ τον θρόνον, τον οποίον εμίανα, το διάδημα, του οποίου είμαι ανάξιος. Την κόνιν, την οποίαν πατείς, χρεωστώ να βρέξω με τα δάκρυά μου· εις αυτήν χρεωστεί το πρόσωπόν μου να κρύψη το αίσχος, με το οποίον είναι κεκαλυμμένον.

Έστω! τον είπεν ο Βελισάριος, όστις, κρατών αυτόν εις τας αγκάλας του, τον ησθάνετο συμπνιγόμενον από λυγμούς· έστω, αυθέντα, θέλεις καταπονεθή από την μετάνοιαν ενός αμαρτήματος; Ιδού, ότι έπεσες εις αθυμίαν, ως να ήσαι συ ο πρώτος άνθρωπος, τον οποίον η συκοφαντία επλάνησε, ή τον οποίον το φαινόμενον ηπάτησεν! Αλλά, και αν η πλάνη ήτον έγκλημα, διά τούτο πρέπει τάχα να εξευτελίζεσαι και να ταπεινόνεσαι ενώπιον των ιδίων σου οφθαλμών; Όχι, μέγιστε ηγεμών, στιγμιαία απάτη δεν πρέπει να σε αφαιρέση την υπόληψιν του ιδίου εαυτού σου και την ευτυχίαν της αρετής. Η μαρανθείσα και καταπεπληγμένη ψυχή σου ας ανεγερθή αναπολούσα όλα τα αγαθά, όσα εις τους ανθρώπους έκαμες προ της δυστυχούς ταύτης στιγμής. Ο Βελισάριος είναι τυφλός, αλλά πολλοί λαοί ελευθερώθησαν υπό σου από τον ζυγόν των βαρβάρων· αλλ' αι ερημώσεις, αποτελέσματα όλων των μαστίγων, διωρθώθησαν διά των ευεργεσιών σου· αλλά τριακονταετής βασιλεία επισήμου διά τα κοινωφελή έργα απέδειξαν εις όλον τον κόσμον, ότι δεν είσαι τύραννος. Ο Βελισάριος είναι τυφλός· αλλά σε το συγχωρεί· εάν δε νομίζης, ότι πρέπει να διορθώσης, το οποίον κακόν τον έκαμες, ιδέ πόσον εύκολον είναι τούτο. Α! εκτέλεσε έν μόνον από όσα υπέρ της ευτυχίας του κόσμου εύχομαι, και δι' εμέ τούτο είναι ικανώτατον.

Ελθέ λοιπόν, τον είπεν ο αυτοκράτωρ σφίγγων αυτόν πάλιν εις τας αγκάλας του, ελθέ να με βοηθήσης να διορθώσω το αμάρτημά μου, ελθέ να εκθέσης αυτό φρικαλεώτατον εις τα όμματα της επιβούλου αυλής μου· και η παρουσία σου, ανακαλούσα το αίσχος μου, ας μαρτυρή και την μετάνοιάν μου.

Ο Βελισάριος εις μάτην τον επαρακάλει να τον αφήση εις την έρημόν του· ηναγκάσθη, διά να τον παρηγορήση, να συγκατανεύση εις το να τον ακολουθήση. Τότε ο Ιουστινιανός αποτεινόμενος προς τον Τιβέριον, είπε· τι δεν οφείλω εις εσέ, φίλε, και ποίαι ευεργεσίαι θέλουν ποτέ εξισωθή προς την οποίαν μ' έκαμες υπερεσίαν; Όχι, δέσποτα, τον είπεν ο νέος, δεν είσαι τόσον πλούσιος, ώστε να με ανταμείψης. Αλλ' επιφόρτισε τον Βελισάριον την απόδοσιν της ευγνωμοσύνης. Αν και ήναι πενέστατος έχει όμως θησαυρόν, τον οποίον προτιμώ παρά τους ιδικούς σου όλους. Θησαυρός μου είναι η κόρη μου, είπεν ο Βελισάριος, και δεν ημπορώ καλήτερα να την υπανδρεύσω. Ταύτα ειπών, έστειλε και εκάλεσε την Ευδοξίαν. Κόρη μου, την είπε, πρόσπεσε εις τα γόνατα του αυτοκράτορος, και ζήτησέ τον την συγκατάθεσίν του, διά να νυμφευθής τον ενάρετον Τιβέριον. Από το όνομα, από την θέαν του Ιουστινιανού, η πρώτη εκ της φύσεως κίνησις εις την καρδίαν της κόρης του Βελισαρίου υπήρξεν η φρίκη και ο τρόμος. Εκβάλλει λοιπόν κραυγήν οδυνηράν, οπισθοποδεί και αποστρέφει τους οφθαλμούς της· ο Ιουστινιανός προχωρεί προς αυτήν. Ευδοξία, την είπε, καταδέξου να επιβλέψης προς εμέ· θέλεις με ιδεί περιχυμένον δάκρυα, μαρτυρούντα την μετάνοιαν, ήτις θέλει διαρκέσει έως εις τον τάφον. Ούτε τα δάκρυα ταύτα, ούτε αι ευεργεσίαι μου δύνανται να εξαλείψωσι το αμάρτημά μου· αλλ' ο Βελισάριος το συγχωρεί, και ιδού η στιγμή του να φανής κόρη του, συγχωρούσα με, ως αυτός.

Ήτο εις τον Ιουστινιανόν παρηγορία το να συνάψη την Ευδοξίαν με τον Τιβέριον· άρχισε δε από ταύτην την στιγμήν να αισθάνεται επανερχομένην εις την καρδίαν του την γλυκείαν της αθωότητος γαλήνην. Ποτέ μεταβολή πλέον αιφνίδιος και απροσδόκητος δεν κατέστρεψε τας ιδέας και τα συμφέροντα της αυλής. Η άφιξις του Βελισαρίου έφερεν εκεί την ταραχήν και τον τρόμον. Ιδού, είπεν ο αυτοκράτωρ εις τους αυλικούς του, ιδού ο ήρως, ο δίκαιος εκείνος ανήρ, τον οποίον με κατηντήσατε να καταδικάσω. Τρέμετε, μηδαμινοί! η αθωότης και η αρετή του με είναι γνωστά· και η ζωή σας είναι εις τας χείρας του. Η ωχρότης, η αισχύνη και ο τρόμος εικονίζοντο εις όλων τα πρόσωπα. Ενόμιζον, ότι ήτον ο Βελισάριος κριτής αδυσώπητος, Θεός τρομερός και φοβερός· αλλά διέμεινε μετριόφρων, ως και εις την πτώσιν του· δεν ηθέλησε να γνωρίση κανένα από τους κατηγόρους του· και τιμώμενος μέχρι θανάτου με την εμπιστοσύνην του δεσπότου του, δεν ενέπνευσεν εις αυτόν ποτέ άλλο παρά συγκατάβασιν διά τα παρελθόντα, επιμέλειαν διά τα παρόντα και μεγάλην αυστηρότητα εις όλα τα μέλλοντα εγκλήματα. Αλλ' έζησε πολύ ολίγον διά την ευδαιμονίαν του Ιουστινιανού. Ο αδύνατος ούτος και αθυμών γέρων ευχαριστήθη να τον κλαύση μόνον, αι δε συμβουλαί του Βελισαρίου ελησμονήθησαν ομού με αυτόν.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

των φιλομούσων συνδρομητών

κατά αλφάβητον.

Εν Οδησσώ. {Διάφορα ονόματα}

Εν Ισμαηλίω. {Διάφορα ονόματα}

Εν Ρενίω {Διάφορα ονόματα}

Εν Βουκουρεστίω {Διάφορα ονόματα}

Εν Γαλατσίω. {Διάφορα ονόματα}

Εν Ιβραΐλη {Διάφορα ονόματα}

******

1)) το των Ευπατριδών.

2)) 55,609,000 Φράγκων περίπου.

3)) Ο Τραϊανός παρωμοίαζε τον θησαυρόν του ηγεμόνος με τον σπλήνα, του οποίου το οίδημα προξενεί αδυναμίαν εις όλον το σώμα.