Part 10
Τίποτε δεν μ' αρέσκει τόσον, ομολογώ, όσον η θέα της φιλοπόνου εκείνης και πολεμικής νεολαίας, της διεσπαρμένης περί τας σημαίας εις τας πόλεις και εις τας πεδιάδας, της προφυλαττομένης διά της εργασίας από της αργίας τα ελαττώματα, της σκληραγωγημένης διά της έξεως εις γυμνάσεις επιπόνους, της ωφελίμου εις καιρόν ειρήνης, και προθύμως εξοπλιζομένης εις το πρώτον του πολέμου σημείον. Μεταξύ των στρατευμάτων τούτων η λειποταξία ήθελεν είσθαι έγκλημα παρά φύσιν. Παν ό,τι ιερώτατον εις τον κόσμον ήθελεν εγγυάσθαι περί της ανδρίας και της πιστότητός των. Η δε πολιτεία ήθελεν έχει επίσης τους αυτοκρατορικούς λεγεώνας της, οίτινες, ως άλλα κινητά φρούρια, ήθελον μεταφέρεσθαι από τόπου εις τόπον, όπου ο κίνδυνος ήθελε τους καλεί. Αφού η προς τον πόλεμον έφεσις στερεωθή, η δε άμιλλα διεγερθή, τότε μένει, ποίος να φανή αξιώτερος εις το να καταγραφθή εις τα περίδοξα ταύτα τάγματα. Αντί δε τούτων των κατεσπευσμένων στρατολογιών, τας οποίας η χάρις, η συγκακουργία, ο δόλος, ή η αμέλεια ενεργούν να γίνωνται ανεξετάστως, ηθέλαμεν έχει τους εκλεκτούς του λαού. Τότε οποία σύγκρισις των δυνάμεων της αυτοκρατορίας προς όσας είχε ποτέ επί της άκρας ευδαιμονίας της ((21). Ποίοι δε λαοί της μεσημβρίας, ή της Άρκτου, ήθελον αποτολμήσει να έλθουν, διά να μας ταράξωσιν, ημάς, οίτινες τοσάκις τους απεκρούσαμεν με στρατεύματα, πειθαρχίας άμοιρα, σχεδόν χωρίς όπλα και χωρίς ζωοτροφίαν; Και ποίος σ' εγγυάται, τον είπεν ο Ιουστινιανός, ότι εις βασίλειον, όλως στρατιωτικόν, οι υπήκοοι θέλουν εντελώς υποτάσσεσθαι; Ποίος μ' εγγυάται; Το συμφέρον των, είπεν ο γέρων· η ευθύτης των νόμων σας, η επιείκεια κυβερνήσεως πράου, αγρύπνου και έμφρονος. Λησμονήσατε, ότι εγώ εζήτησα, οι υπήκοοι να ήναι ευτυχείς; Όχι, είπεν ο Ιουστινιανός· αλλ' εγώ τους νομίζω φιλοκαίνους, επιρρεπείς εις την μεταβολήν, ανησύχους, ταραχοποιούς, ευκολοπίστους εις τον πρώτον θρασύν, όστις τους υπεσχέθη τύχην ηδυτέραν. Θεωρείς τον λαόν, είπεν ο Βελισάριος, εις την παρούσαν κατάστασιν, εις την θλιβεράν κατάστασιν, και τοιούτον, οποίον τον εθεώρουν εις την Ρώμην, όταν ήτο δυστυχής. Αλλά πιστεύσατε, ότι οι άνθρωποι ηξεύρουν, τι τους λείπει και τι ανήκει εις αυτούς· ότι δεν ήθελον είσθαι ολοτελώς απαθείς προς τας οποίας φροντίδας ο αγαθοποιός ηγεμών ήθελε καταβάλει προς ανακούφισιν των κόπων των, και ότι η αγάπη, την οποίαν ήθελε δείξει προς αυτούς, ήθελεν ανταποδίδεσθαι εις αυτούς. Ας δοκιμάση να ήναι προς αυτούς δίκαιος, εύσπλαχνος, βοηθητικός, ας μεταχειρίζεται, εις το βασιλεύειν επ' αυτού, μόνον άνδρας αξίους να τον βοηθούν, ας επαγρυπνή ως πατήρ επί των τέκνων του· και τον εγγυώμαι, ότι θέλουν είσθαι ευπειθείς. Και διά τίνος γοητεύματος θέλεις, ώστε ολίγοι δυσαρεστημένοι, ολίγοι στασιασταί να καταστήσωσι λαόν παράνομον και στασιώδη τον πρώην ευδαίμονα; Ο ηγεμών, όστις αφίνει τους υπηκόους του να στενάζουν υπό της τυραννίας, πρέπει να φοβήται μη τον εγκαταλείψωσιν· αλλ' εκείνος, όστις είναι γνωστός, ότι φροντίζει περί της ησυχίας και της ευδαιμονίας των υπηκόων του, δεν έχει να φοβήται κανένα άρπαγα του θρόνου του. Ακούοντες δε υμνουμένας τας αρετάς του, διαλαλυμένας τας ευεργεσίας του, θέλουν άραγε τολμήσει να ταράξουν την βασιλείαν του; Εις τους αγρούς των άραγε, όπου θέλει επικρατεί η ευπορία, η ησυχία και η ελευθερία; ή εις τας πόλεις, όπου η βιομηχανία και η περιουσία των πολιτών, το επάγγελμά των, τα δίκαιά των και η ζωή των θέλουν είθαι υπό την φυλακήν των νόμων, εις τας οικογενείας, εις τας οποίας η αθωότης, η τιμή, η ειρήνη, η ιερότης των δεσμών του υμεναίου και της φύσεως θέλουν έχει ιερόν άσυλον εκεί άραγε θέλουν οι αποστάται ζητήσει οπαδούς; Όχι· εάν η δύναμις της δικαιοσύνης δεν ήναι ακλόνητος, τότε τίποτε επί της γης δεν είναι βέβαιον. Μόλον τούτο υποθέτω κατά την γνώμην σας, ότι είναι κίνδυνος και τόλμη και εις το να καταστήση τις τους υπηκόους του δυνατούς, διά να τους καταστήση ευδαίμονας και ησύχους. Ταύτην την τόλμην ήθελα τολμήσει, και αν αύτη ήθελεν επιφέρει τον όλεθρόν μου, και ήθελον φανερά τους ειπεί. Σας δίδω όλους τα όπλα εις τας χείρας, διά να με υπηρετήσετε, εάν ήμαι δίκαιος και να μ' αντισταθήτε, εάν δεν ήμαι. Με βλέπετε πολλά θρασύν! Αλλ' ήθελα νομίσει εμαυτόν πολλά φρόνιμον, εάν αποκτούσα βεβαίως δι' εμέ αυτόν και τους ιδικούς μου χαλινόν τινα κατά των παθών μας, προπάντων πρόχωμα κατά των παθών των άλλων. Ομού με το διάδημα, και υπέρ αυτό, ήθελα μεταβιβάσει εις τους διαδόχους μου την ανάγκη του να ήναι δίκαιοι, τούτο δε ήθελεν είσθαι μετά θάνατον το ενδοξότατον δι' εμέ μνημείον, το οποίον μονάρχης ήθελε ποτέ αφήσει. Ηξεύρω, φίλοι μου, ότι η αρετή δεν έχει χρείαν από τον χαλινόν του φόβου· αλλά ποίος άνθρωπος είναι βέβαιος, ότι θέλει είσθαι ενάρετος εις όλας την ζωής του τας στιγμάς; Ο ηγεμών είναι ανώτερος των νόμων· οι νόμοι σας το λέγουν, και ούτω πρέπει να ήναι· αλλά τούτο ήθελεν είσθαι το πρώτον, το οποίον ήθελα λησμονήσει, άμα ανέβαινα τον θρόνον· και αλλοίμονον εις τον αισχρόν κόλακα, όστις ήθελε με το ενθυμίσει! Υγιαίνετε, φίλοι μου. Είναι έργον επίμοχθον μεταμόρφωσις βασιλείου· είναι ώρα ν' αναπαυθώμεν. Με μένει όμως έτι να σας ομιλήσω περί δυστυχίας τινός, ήτις πολύ με θλίβει, και εις συμπάθειαν αυτής θέλω αύριον να κινήσω τον αγαπητόν μου Τιβέριον.
Έχει αναμφιβόλως μεγάλους σκοπούς, είπεν ο αυτοκράτωρ αναχωρών. Αλλ' εάν η εκτέλεσις αυτών είναι δυνατή, τοιαύτη θέλει είσθαι εις νέον μόνον ηγεμόνα, όστις θέλει αναβή επί του θρόνου, έχων αρρενωπόν ήθος, ψυχήν δικαίαν, ανδρίαν και αρετήν. Και ακόμη, κατά δυστυχίαν, θέλει έχει ανάγκην πολυχρονίου βασιλείας, διά να φέρη εις πέρας μεγάλην μεταρρύθμισιν. Δεν ηξεύρω, είπεν ο Τιβέριος, με φαίνεται όμως, ότι είδα εις το σχέδιον του ήρωος τούτου πολλά πράγματα, μη απαιτούντα άλλο τι, ειμή μίαν μόνην πράξιν σταθεράς βουλήσεως. Εάν δε τα λοιπά χρειάζωνται καιρόν, ο καιρός ούτος τουλάχιστον δεν απέχει τόσον, ώστε να μη δύναταί τις να ελπίση, ότι θέλει τον φθάσει εις πάσαν ηλικίαν. Φίλτατε Τιβέριε, είπεν ο αυτοκράτωρ, βλέπεις τας δυσκολίας με όμμα νεανικόν. Η δραστηριότης σου τας υπερνικά, αλλ' η αδυναμία μου καταπλήττεται απ' αυτάς. Εάν θέλη τις να κάμη μεγάλα έργα, επρόσθεσε στενάζων, πρέπει ν' αρχίση σύγκαιρα. Δεν είναι καιρός ν' αρχίζη τις να ζη, ότε δεν έχει πλέον άλλα ανάγκην, ειμή να μάθη ν' αποθάνη. Θέλω μόλον τούτο να ιδώ πάλιν τον δίκαιον τούτον άνθρωπον. Με λυπεί τωόντι· προτιμώ όμως να συνθλίβωμαι μετ' αυτού, παρά να συγχαίρω υβριστικώς μετά πάντα τούτων των ψυχρών και σκληρών ανθρώπων, από τας οποίους περικυκλούμαι.
Κεφάλαιον ΙΕ'.
Την επαύριον ο αυτοκράτωρ και ο Τιβέριος, φθάσαντες κατά την συνήθη ώραν, εύρον τον ήρωα καθήμενον εις τον κήπον του έμπροσθεν του δύοντος ηλίου. Δεν με φωτίζει πλέον, αλλά με θερμαίνει έτι, τους είπε με ιλαρόν πρόσωπον, και εν αυτώ λατρεύω την μεγαλοπρέπειαν και την αγαθότητα του ποιήσαντος αυτόν. Πόσον ηδύνομαι βλέπων, είπεν ο Ιουστινιανός, ταύτα τα φρονήματα εις ήρωα! Τούτο είναι θρίαμβος της θρησκείας. Ο θρίαμβός της, είπεν ο Βελισάριος, είναι να παρηγορή τις τον άνθρωπον εις την δυστυχίαν, να συγκιρνά γλυκύτητα θεσπεσίαν μετά των πικριών της ζωής. Ποίος δε το δοκιμάζει καλήτερα παρά εμέ! Φορτισμένος τα βάρη του γήρατος, στερημένος της οράσεως, χωρίς φίλους, απομονωμένος καθ' εαυτόν, και έχων έμπροσθέν μου μόνον το έσχατον γήρας, την λύπην, και τον τάφον, οποίος ήθελε μ' αφαιρέσει την ιδέαν του ουρανού, ήθελε με φέρει ίσως εις απελπισίαν. Ο χρηστός ανήρ είναι μετά του Θεού. είναι βέβαιος, ότι ο Θεός τον αγαπά. Τότε ισχυροποιεί και χαροποιεί αυτόν εν τω μέσω των θλίψεων· ενθυμούμαι, ότι εις στιγμάς στενοχωρίας, ότε το παν μ' εγκατέλειπεν, ότε το παν ώμνυε τον όλεθρόν μου, εγώ έλεγα κατ' εμαυτόν. Θάρρει, Βελισάριε, είσαι άμεμπτος, και ο Θεός το βλέπει. Ο στοχασμός ούτος μ' εύφραινε την υπό της λύπης κατατεθλιμμένην καρδίαν, εζωογόνει δε και ισχυροποίει την ψυχήν μου. Εισέτι ομιλώ ούτως προς εμαυτόν, και όταν η κόρη μου συμπαρευρίσκεται και λυπήται, και αισθάνωμαι τα δάκρυά της βρέχοντα το πρόσωπόν μου. Τι! την λέγω, φοβείσαι, μήπως εκείνος, ο οποίος, μας έπλασε, μας εγκαταλείψη και μας λησμονήση; Η καρδία σου είναι καθαρά, συμπαθής και χρηστή, ο πατήρ σου δεν είναι χειρότερός σου· πώς θέλεις, ουδέ αυτή η αγαθότης να μη φροντίζη διά τους αγαθούς; Άφες, κόρη μου, άφες να έλθη η στιγμή, καθ' ήν ο διά μόνης πνοής δημιουργήσας την ψυχήν μου θέλει την περιλάβει εις τον κόλπον του· και θέλομεν ιδεί, εάν οι κακοί θέλουν εκεί ταράξει την ησυχίαν μου. Η κόρη μου, την οποίαν αύτη η ομιλία φωτίζει και πείθει, κλαίει ακούουσά με, αλλά γλυκύτατα δάκρυα, και κατ' ολίγον την συνειθίζω να θεωρή την ζωήν, ως βραχύν πλουν, καθ' όν ευρίσκεταί τις εις σκάφος πολλά στενοχωρημένος, αλλά ο λιμήν του είναι τερπνότατος.
Πλάττεις θρησκείαν, είπεν ο αυτοκράτωρ, τωόντι πραείαν! Αύτη δε είναι η ορθή, επανέλαβεν ο Βελισάριος· Δεν θέλετε να φαντάζωμαι τον υιόν, τον οποίον χρεωστώ να λατρεύω ως τύραννον σκυθρωπόν και άγριον, του οποίου η μόνη ευχαρίστησις είναι να κολάζη; Ηξεύρω βεβαίως, ότι, όταν άνθρωποι ζηλότυποι, υπερήφανοι, μελαγχολικοί μας τον εικονίζουσι, τότε τον παραστένουν οργίλον και βίαιον, οποίοι είναι αυτοί· αλλά ματαίως προσάπτουσιν εις αυτόν τα ελαττώματά των, εγώ προσπαθώ να βλέπω εν αυτώ μόνον ό,τι χρεωστώ να μιμώμαι. Εάν απατώμαι, τουλάχιστον είμαι βέβαιος, ότι η πλάνη μου είναι αθώα! Ο Θεός μ' έπλασεν ασθενή, θέλει είσθαι επιεικής· ηξεύρει, ότι δεν είμαι ούτε ανόητος ούτε κακός τόσον, ώστε να θέλω να τον παροργίσω, το οποίον είναι μανία αδύνατος και άλογος, την οποίαν ουδέ εννοώ. Είμαι προς αυτόν έτι πιστότερος και μυριάκις πλέον αφοσιωμένος παρ' ό,τι ποτέ ήμην προς τον αυτοκράτορα· και είμαι βεβαιότατος, ότι ο αυτοκράτωρ, όστις δεν είναι ανώτερος θνητού, δεν ήθελε με κάμει κανέν κακόν, εάν ήθελε δυνηθή να εμβλέψη ως αυτός, εις την ψυχήν μου. Φευ! απεκρίθη ο Ιουστινιανός· ο Θεός ούτος είναι μ' όλον τούτο επίσης τρομερός Θεός. Τρομερός προς τους κακούς, το πιστεύω, είπεν ο Βελισάριος· αλλ' εγώ είμαι καλός· καθόσον η του κακούργου ψυχή είναι ασυμβίβαστος με την Θείαν ταύτην ουσίαν, τοσούτον εγώ ηδέως φαντάζομαι, ότι η ψυχή του δικαίου είναι προς αυτήν ανάλογος. Αι! ποίος από ημάς είναι δίκαιος είπεν ο αυτοκράτωρ. Όστις αγωνίζεται με όλας τας δυνάμεις του να γίνη δίκαιος, είπεν ο Βελισάριος. διότι η ευθύτης υφίσταται εις την βούλησιν.
Δεν θαυμάζω, είπεν ο νέος Τιβέριος, εάν η διάνοιά σου αγαπά να υψούται έως εις αυτόν, τον βλέπεις τόσον εύνουν! φευ! είπεν ο γέρων, αισθάνομαι πολύ, ότι αγωνιζόμενος να τον κατανοήσω, καταπονώ ματαίως την ασθενή διάνοιάν μου εις το να συνάψω παν ό,τι ηξεύρω κάλλιστον και ωραιότατον, ότι δεν προκύπτει εκ τούτου τι άλλο παρά ιδέα ατελεστάτη. Αλλά τι θέλετε να κάμνη άνθρωπος, προσπαθών να γνωρίση Θεόν; Εάν δε τούτο το ακατάληπτον ον αρέσκεται είς τι, βέβαια τούτο είναι η προς τα τέκνα του φιλοστοργία. Ό,τι δε με τον εικονίζει πραότατον, τούτο λαμβάνω με πλειοτέραν προθυμίαν διά να συνθέσω την εικόνα του.
Δεν αρκεί, είπεν ο αυτοκράτωρ, να τον φαντάζεται τις ευεργετικόν, πρέπει να προσθέση, ότι είναι και δίκαιος. Τούτο είναι το αυτό, είπεν ο γέρων· να αρέσκεταί τις εις το αγαθόν, να μισή το κακόν, να ανταμείβη το μεν, να κολάζη τον άλλο, ταύτα χαρακτηρίζουσι τον αγαθόν· αυτά δοξάζω. Δεν επαρουσιάσθητε ποτέ, ως εγώ, νοερώς εις την έγερσιν του Τίτου, του Τραϊανού, και των Αντωνίνων; Αυτό είναι μία από τας ηδίστας μου ονειροπολήσεις. Νομίζω, ότι είμαι εις το μέσον της αυλής, ήτις όλη συνίσταται από αληθείς του ηγεμόνας φίλους· τον βλέπω προσμειδιώντα ευνοϊκώς προς το πλήθος εκείνο των χρηστών ανδρών, επιχέοντα επ' αυτών τας ακτίνας της δόξης του, κοινολογούμενον εις αυτούς με σεμνοπρέπειαν πραοτάτην, και πληρούντα τας ψυχάς των από την καθαράν εκείνην χαράν την οποίαν και αυτός εκείνος αισθάνεται κάμνων άλλους ευτυχείς· έστω. Η αυλή λοιπόν εκείνου, όστις με περιμένει, θέλει είναι απειράκις σεβαστοτέρα και ωραιοτέρα· θέλει συγκροτείσθαι από τους Τίτους, από τους Τραϊανούς, από τους Αντωνίνους, οίτινες υπήρξαν η χαρά του κόσμου. Με τούτους και με τους αγαθούς άνδρας παντός τόπου και παντός χρόνου ο δυστυχής τυφλός Βελισάριος θέλει παρίστασθαι ενώπιον του δικαίου και αγαθού Θεού. Οι δε πονηροί, τον είπεν ο Τιβέριος, τι θέλουν γίνει; Ούτοι δεν θέλουν παρίστασθαι εκεί. Ελπίζω να ίδω εκεί, επρόσθεσε, τον σεβαστόν και δυστυχή γέροντα, όστις με αφαίρεσε το φως, διότι έκαμε καλόν και το έκαμεν από κλίσιν· εάν δε έκαμε κακόν, το έκαμεν εξ απάτης. Θέλει χαρή, νομίζω, εάν μ' εύρη τότε έχοντα και τους δυο μου οφθαλμούς. Ενώ ωμίλει τοιουτοτρόπως, το πρόσωπόν του ηκτινοβόλει από χαράν. Ο δε αυτοκράτωρ κατεβρέχετο με δάκρυα, στηριζόμενος εις τας αγκάλας του Τιβερίου.
Αλλ' εντός ολίγου, ότε η κατάνυξις έδωκε χώραν εις την σκέψιν· συ ελπίζεις, είπε προς τον Βελισάριον, να εύρης τους μη χριστιανούς ήρωας εις τον ουρανόν! Το στοχάζεσαι; Άκουσε, γείτον, τον είπεν ο Βελισάριος. Δεν έχεις όρεξιν να λυπής το γήρας μου ((22);
Είμαι άθλιος άνθρωπος, όστις δεν έχω άλλην παρηγορίαν παρά το μέλλον το οποίον φαντάζομαι. Εάν τούτο ήναι πλάνη, συγχώρησέ την εις εμέ· με κάμνει καλόν, ο δε Θεός ουδόλως παροργίζεται δι' αυτήν, διότι τον αγαπά περισσότερον δι' αυτό. Δεν δύναμαι να πιστεύσω, ότι μεταξύ της ψυχής μου και της του Αριστείδου, του Μάρκου Αυρηλίου και του Κάτωνος είναι αιωνία άβυσσος· και, εάν το επίστευα, αιθάνομαι, ότι ήθελα αγαπά ολιγώτερον το υπέρτατον Όν, το οποίον μας έπλασε.
Νέε, είπεν ο αυτοκράτωρ προς τον Τιβέριον, τιμών του ήρωος τον γενναίον ενθουσιασμόν, μη καταντήσης να τον λάβης ως οδηγόν. Ο Βελισάριος ποτέ δεν εφιλοτιμήθη να εμβαθύνη εις ταύτας τας υποθέσεις! Να εμβαθύνω! Φευ! και ποίος δύναται να εμβαθύνη; είπεν ο γέρων. Ποίος άνθρωπος τολμηρός ημπορεί να ειπή, ότι εξηρεύνησε τας αιωνίους βουλάς; Αλλ' ο Θεός μας έδωκε δύο χειραγωγούς, οίτινες χρεωστούν να ήναι σύμφωνοι προς αλλήλους, το φως της πίστεως και το της συνειδήσεως. Ό,τι αίσθημα φυσικόν και ακαταμάχητον μας βεβαιόνει, τούτο η πίστις· δεν δύναται να αναιρέση. Η αποκάλυψις δε δεν είναι άλλο, ειμή το αναπλήρωμα της συνειδήσεως· είναι η ιδία φωνή, ήτις ακούεται άνωθεν και από του βάθους της καρδίας. Είναι αδύνατον αύτη να λανθασθή· και εάν εξ ενός μέρους την ακούω να με λέγη, ότι ο δίκαιος και αγαθοποιός άνθρωπος ευαρεστεί εις τον Θεόν, εκ του άλλου δεν με λέγει, ότι αυτός είναι αντικείμενον των εκδικήσεών του. Αι, και ποίος σε βεβαιόνει, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι αύτη η φωνή, η λαλούσα προς την καρδίαν σου, είναι μυστική αποκάλυψις; Εάν δεν ήναι, ο Θεός με απατά, είπεν ο Βελισάριος· και το παν απόλλυται. Αυτή είναι η αναγγέλλουσα ένα Θεόν, η παραγγέλλουσα την προσκύνησίν του, η διδάσκουσά με τον νόμον του. Μη τάχα έδωκε την ακαταμάχητον ισχύν της εναργείας εις την πλάνην; Ω, οποίος και αν ήσαι, άφες με την συνείδησιν αυτή είναι χειραγωγός και στήριγμά μου. Χωρίς αυτήν δεν γνωρίζω πλέον ούτε το αληθές, ούτε το δίκαιον, ούτε το τίμιον· το ψεύδος και η αλήθεια, το καλόν και το κακόν συγχέονται· δεν ηξεύρω, εάν εκπλήρωσα το χρέος μου· δεν ηξεύρω πλέον, εάν ήναι χρέη· τότε τυφλώττω, και οι στερήσαντές με το φως της ημέρας ήσαν ολιγώτερον βάρβαροι παρ' εκείνον, ο οποίος ήθελε με σκοτίσει το εσωτερικόν φως της συνειδήσεως.
Τι σε δείχνει λοιπόν, είπεν ο Ιουστινιανός, τόσον σαφώς, η αδύνατος και απατηλή αύτη λάμψις; Ότι θρησκεία, κηρύττουσα Θεόν ίλεων και ευεργετικόν είναι η αληθής, είπεν ο Βελισάριος, και ότι παν ό,τι εναντιούται εις την ιδέαν και την γνώμην, την οποίαν συνέλαβα περί τούτου, τούτο δεν είναι ταύτης της θρησκείας. Να σας το ομολογήσω; Το προσκολλών εμέ εις αυτήν είναι, ότι με κατασταίνει καλήτερον και φιλανθρωπότερον. Εάν έμελλε να με καταστήση άγριον, σκληρόν, άσπλαγχνον, ήθελον την αφήσει και ήθελα ειπεί εις τον Θεόν· προκειμένου να εκλέξω την απιστίαν ή την κακίαν, προτιμώ το ολιγώτερον ατιμάζον Σε. Κατ' ευτυχίαν δε η προτίμησις αύτη είναι κατά την καρδίαν μου· η προς τον Θεόν, η προς τον πλησίον αγάπη, τι απλούστερον και μάλλον κατά φύσιν! να ευχώμεθα υπέρ εκείνου, όστις μας κακοποιεί, τι μεγαλύτερον και υψηλότερον! Να μη θεωρώμεν τας θλίψεις μας ειμή ως δοκιμασίας της αρετής, τι παραμυθητικώτερον εις τον άνθρωπον! Μετά ταύτα, ας με προβάλλουν μυστήρια ακατάληπτα, τα δέχομαι και λυπούμαι τους έχοντας λογικόν ολιγώτερον φωτισμένον και ολιγώτερον ευπειθές παρά το ιδικόν μου. Αλλ' ελπίζω υπέρ αυτών εις την αγαθότητα του πατρός, τέκνα του οποίου είναι όλοι οι άνθρωποι, και εις την επιείκειαν του κριτού του δυναμένου να συγχωρήση την πλάνην.
Διά τούτου, επανέλαβεν ο Ιουστινιανός, θέλεις σώσει πολλούς ανθρώπους! Είναι ανάγκη, είπεν ο Βελισάριος, να ήναι τόσοι απόβλητοι; βλέπω, ως συ, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι είναι ηδύτερον ν' αγαπά τις τον Θεόν παρά να τον φοβήται· αλλ' όλη η φύσις μαρτυρεί την εκδίκησιν και την αυστηρότητα των ενταλμάτων του. Εγώ, είπεν ο Βελισάριος, δοξάζω ότι κολάζει μόνον, όσα δεν ενδέχονται να συγχωρηθώσιν, ότι το κακόν δεν προέρχεται από αυτόν, και ότι έκαμεν εις τον κόσμον όλα τα ενδεχόμενα αγαθά ((23). Τοιαύτη είναι η θρησκεία μου. Ας την προβάλουν εις όλους τους λαούς, ας ερωτήσωσιν, εάν δεν ήναι αξία ευλαβείας και αγάπης· όλαι της φύσεως αι φωναί θέλουν υψωθή υπέρ αυτής. Αλλ' εάν η βία και η σκληρότης εξοπλίζωσιν αυτήν με φλόγα και σίδηρον, εάν οι επαγγελλόμενοι αυτήν ηγεμόνες βασανίζουν, ως εις τον Άδην, εν ονόματι του Θεού της ειρήνης, όσους εχρεώστουν να αγαπώσι και να ελεώσιν έν εκ των δύο, ήθελε φανή πιθανόν, ή ότι η θρησκεία είναι βάρβαρος, ως αυτοί, ή ότι δεν είναι άξιοι αυτής.
Γεννάται, είπεν ο Ιουστινιανός, εκ των λόγων σου πρόβλημα σπουδαιότατον. Δεν ζητείται άλλο να μάθωμεν, παρά εάν ο ηγεμών έχη το δίκαιον ν' απαιτή εις την επικράτειάν του την ενότητα του δόγματος και της λατρείας. Διότι, αν το έχη, δεν ημπορεί να το μεταχειρισθή προς αποστάτας ισχυρογνώμονας αλλέως παρά διά της βίας και των τιμωριών.
Επειδή είμαι ειλικρινής, είπεν ο Βελισάριος, συμφωνώ κατά πρώτον, ότι παν ό,τι δύναται να έχη επιρροήν εις τα ήθη, και αναφέρεται εις την κοινήν ευταξίαν, εξαρτάται από τον ηγεμόνα, όχι ως κριτήν της αληθείας και της πλάνης, αλλ' ως κριτήν του καλού ή του κακού του προκύπτοντος από αυτά· διότι η πρώτη αρχή πάσης πίστεως είναι, ότι ο Θεός είναι φίλος της ευταξίας, και ότι δεν συγχωρεί τίποτε, το οποίον ημπορεί να ταράξη αυτήν. Αμφιβάλλεις λοιπόν, είπεν ο αυτοκράτωρ, μήπως τα κοινά ήθη δεν έχουν στενάς και αναγκαίας με την πίστιν σχέσεις; Συμφωνώ, είπεν ο Βελισάριος, ότι αι εις αυτήν αλήθειαι αναφέρονται εις τα ήθη, αλλά παρατηρήσατε, ότι ο Θεός τας κατασταίνει αληθείας αισθητάς, περί των οποίων ουδείς έμφρων αμφιβάλλει. Όθεν, εάν η Πρόνοια κατέστησεν ανεξαρτήτους από τας υψηλάς ταύτας αληθείας την ευταξίαν της κοινωνίας, την κατάστασιν των ανθρώπων, την τύχην των βασιλείων, τας επιτυχείς ή αποτυχείς εκβάσεις των επιγείων πραγμάτων, διά τι οι άνθρωποι δεν πράττουν ως αυτή;
Βλέπω, είπεν ο αυτοκράτωρ, ότι τους αφίνεις μόνον την μέριμναν του ό,τι αποβλέπει εις τους ανθρώπους· αλλ' είναι δι' αυτούς χρέος ιερώτερον παρά το να ήναι υπουργοί των βουλών του Θεού; Αι! ας ήναι υπουργοί της αγαθότητός του, ανεβόησεν ο Βελισάριος, και ας αφήσωσιν εις τους δαίμονας το καταχθόνιον έργον των υπηρετών της εκδικήσεως του· εις την τάξιν της αγαθότητος, είπεν ο αυτοκράτωρ, είναι το να θέλη, ώστε ο μεν άνθρωπος να φωτίζεται, η δε αλήθεια να θριαμβεύη. Θέλει θριαμβεύσει, είπεν ο Βελισάριος, αλλά τα όπλα σου, δεν είναι καθώς τα ιδικά της. Δεν βλέπεις, ότι, δίδων εις την αλήθειαν την εξουσίαν του φέρειν την ρομφαίαν, δίδεις αυτήν εις την πλάνην ότι διά να την μεταχειρίζεται, αρκεί να έχη την εξουσίαν εις χείρας, και ο διωγμός αλλάσει σημαίας και θύματα κατ' αρέσκειαν της γνώμης του ισχυροτέρου; Ούτως ο Αναστάσιος κατεδίωξε τους υπό του Ιουστινιανού προστατευομένους· τα τέκνα δε εκείνων, τους οποίους έσφαττον τότε, σφάττουν και αυτά τώρα τους απογόνους των διωκτών των. Ιδού δύο ηγεμόνες, οίτινες ενόμισαν, ότι ευαρεστούν εις τον Θεόν, προστάζοντες να σφάττωσι τους ανθρώπους ποίος από τους δύο είναι βέβαιος, ότι το αίμα, το οποίον έχυσεν, είναι ευάρεστον τω Θεώ. Εις τα απέραντα της πλάνης διαστήματα η αλήθεια κατέχει μόλις μικρόν σημείον. Ποίος επέτυχε το μόνον τούτο σημείον; Έκαστος φρονεί τον εαυτόν του· αλλά με ποίαν απόδειξιν; Και αυτή η ενάργεια χορηγεί τάχα εις αυτόν το δικαίωμα με τα όπλα εις τας χείρα να καταπείση άλλον εις τούτο; Η πειθώ έρχεται από το Θεόν ή από τους ανθρώπους. Εάν έρχεται από τον Θεόν, έχει αφ' εαυτής υπεροχήν νικηφόρον· εάν έρχεται από τους ανθρώπους, έχει μόνα τα δικαιώματα του λογικού προς το λογικόν. Έκαστος εγγυάται περί της ψυχής του· εις αυτόν λοιπόν, και εις μόνον αυτόν αρμόζει ν' αποφασίση περί της εκλογής, εκ της οποίας εξαρτάται διά παντός η απώλειά του ή η σωτηρία του. Θέλεις να με αναγκάσης να φρονώ ως εσύ. Εάν δε συ απατάσαι, στοχάσου πόσον επιζήμιόν μου είναι· συ αυτός, του οποίου η πλάνη ίσως είναι αθώα, θέλεις είσθαι αθώος, εάν ήθελες με πλανήσει; Φευ! Τι στοχάζεται ο θνητός, δίδων ως νόμον την πίστιν του; Μυρίοι άλλοι ειλικρινείς επλανήθησαν και ηπατήθησαν. Αλλά και αν ήθελεν είσθαι αναμάρτητος, χρέος μου είναι να τον υποθέτω τοιούτον; εάν πιστεύη, διότι ο Θεός τον φωτίζει, ας τον ζητήση να φωτίση και εμέ. Εάν δε πιστεύη κατά την πίστιν των ανθρώπων, ποία εγγύησις δι' αυτόν και δι' εμέ; Το μόνον άρθρον, εις το οποίον όλα τα κόμματα συμφωνούν, είναι, ότι ουδείς εξ αυτών καταλαμβάνει τίποτε περί του οποίου τολμώσι να δογματίζωσι. Συ δε με λέγεις, ότι αμαρτάνω, διότι αμφιβάλλω περί του οποίου αυτοί γνωμοδοτούσι. Ας καταβή η πίστις ουρανόθεν, και θέλει ευρεί προσηλύτους· αλλά με διατάγματα θέλουν ευρεί αποστάτας μόνον ή πανούργους. Οι γενναίοι άνδρες θέλουν γείνει μάρτυρες· οι αγενείς υποκριταί, οι θρησκομανείς όλων των κομμάτων θέλουν είσθαι εξηγριωμέναι τίγρεις. Ιδέτε τον συνετόν εκείνον βασιλέα των Γότθων, τον Θεοδώρικον, του οποίου η βασιλεία μόνον προς το τέλος αυτού εφάνη κατωτέρα της βασιλείας των χρηστοτέρων μας ηγεμόνων. Ήτον αρειανός, αλλ' όχι μόνον δε απήτει να παραδεχθώσι τα φρονήματά του, αλλ' ετιμώρει με θάνατον, εάν κανείς από τους ευνοουμένους του έκαμνε τούτο αναιδώς και ανοσίως προς χάριν του. «Πώς δεν θέλετε με προδώσει, έλεγε, εμέ, όστις είμαι άνθρωπος μόνον, ενώ σεις δι' εμέ, προδίδετε εκείνον, τον οποίον οι πατέρες σας ελάτρευον;» Ο αυτοκράτωρ Κωνστάντιος εφρόνει παρομοίως. Ποτέ δεν εγκαλούσε τους υπηκόους του διότι έμεναν πιστοί εις το δόγμα των, και εμέμφετο τους αυλικούς του, ότι αρνούντο το ιδικόν των, διά να ευαρεστήσουν εις αυτόν, και ότι επρόδιδον την ψυχήν των, διά να κερδήσωσι την αγάπην του. Ω! είθε ο Ιουστινιανός να αποποιηθή, καθώς εκείνος, το δικαίωμά του να υποδουλόνη την διάνοιαν! Εμπεριεπλέχθη εις ατελευτήτους έριδας· αύται δε τον έφεραν περισσοτέρας αγρυπνίας παρ' όσας τα ωφελιμώτερά του έργα. Τι επροξένησαν; διχονοίας, στάσεις, και σφαγάς. Ετάραξαν την ησυχίαν του και την ησυχίαν της επικρατείας του.