Ο Βελισάριος

Part 1

Chapter 154 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for his major work in proofreading.

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes and their numbers are included in ().

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε ().

Ο ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ,

σύγγραμα του Ακαδημαϊκού

ΜΑΡΜΟΝΤΕΛΛΟΥ,

μεταφρασθέν εκ του Γαλλικού

ΥΠΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΥ.

Ου θαυμαστόν μοι δοκεί, είποτε θεάσθαι βούλεται (θεός) των ανδρών τους αρίστως συμφορά τινι προςπαλαίοντας Σενέκ. περί Προν.

Εν Οδυσσώ,

Εκ της τυπογραφίας του Ελληνεμπορικού Σχολείου,

διευθυνομένης υπό Αλεξάνδρου Βράουν.

1 8 4 5.

{Ρωσικό κείμενο}

ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩ,

Αρχιδιδασκάλω της εν Οδησσώ Ελληνεμπορικής Σχολής, Συνεταίρω της Αρχαιολογικής και Ιστορικής Εταιρείας της αυτής πόλεως και Ιππότη του τάγματος του Αγ. Στανισλάου,

την μετάφρασιν ταύτην,

ως απαρχήν των αγώνων αυτού,

ανατίθησιν

ο μεταφραστής.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΕ!

Η ανά χείρας μετάφρασις, η προ οκτώ ήδη ετών τελειωθείσα, δεν ήτο προσδιωρισμένη διά να ίδη το φως· διότι μεταφράζων αυτήν σκοπόν άλλον δεν είχα, παρά την ιδίαν ωφέλειάν μου, μη νομίζων εμαυτόν ικανόν να ωφελήσω και άλλους. Αλλά μετά τινα έτη αναγνώσαντες αυτήν των φίλων μου τινές, μ' ενεθάρρυναν να την εκδώσω. Διστάσας δε πολύν καιρόν και παλαίσας προς την μετριοφροσύνην, απεφάσισα τέλος την έκδοσίν της, εκτιθέμενος εις τα βέλη της μωμοσκόπου κριτικής. Είμαι δε εύελπις, ότι οι σοφώτεροι και οι υγιέστεροι τον νουν θέλουσι με κρίνει με επιείκειαν, και τότε

«Τι ημίν ούτω της των πολλών δόξης μέλει; οι γαρ επιεκέστατοι, ών μάλλον άξιον φροντίζειν, ηγήσονται αυτά ούτω πεπρά- χθαι ώσπερ αν πραχθή.»

Αφιερόνων δε αυτήν προς Σε, νομίζω, ότι εκπληρώ χρέος ιερόν. Υγίαινε.

Ο μαθητής Σου

Α. Πάγκαλος.

Έγραψα εν Οδησσώ κατά Μάρτιον μήνα του 1844.

ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ.

Κεφάλαιον Α'.

Εις το γήρας του Ιουστινιανού, η αυτοκρατορία, εξασθενήσασα από αγώνας πολυχρονίους, προσήγγιζεν εις την παρακμήν της. Όλα τα της διοικήσεως ημελήθησαν· οι νόμοι ήσαν εις λήθην· τα δημόσια εισοδήματα εις διαρπαγήν· η στρατιωτική πειθαρχία εις χαυνότητα. Ο δε αυτοκράτωρ, βαρυνθείς τον πόλεμον, ηγόραζε πανταχόθεν την ειρήνην διά του χρυσίου, και άφινεν αργά τα ολίγα στρατεύματα, τα μείναντα εις αυτόν, ως ανωφελή και εις βάρος της πολιτείας. Οι στρατηγοί των εγκαταλελειμμένων τούτων στρατευμάτων ετρύφων εις τας ηδονάς· το δε κυνήγιον, απεικονίζον εις αυτούς τον πόλεμον, εμετρίαζε την εκ της αργίας πλήξιν των.

Εσπέραν τινά, ενώ τινές εξ αυτών συνεδείπνουν, μετά την γύμνασιν ταύτην, εις αγροκήπιον της Θράκης, έρχονται και τους λέγουν, ότι γέρων τις τυφλός, οδηγούμενος από παιδίον, εζήτει να τον υποδεχθούν. Η νεότης είναι συμπαθητική· είπαν να εμβή ο γέρων. Ήτο φθινόπωρον! και το κρύος, το ήδη επαισθητόν, τον είχε διαπεράσει· τον εκάθισαν λοιπόν πλησίον της εστίας.

Το δείπνον εξακολουθεί· τα πνεύματα εξάπτονται· αρχίζουσι να ομιλώσι περί των δυστυχιών της πολιτείας. Τούτο ήνοιξε μέγα διά την επίκρισιν στάδιον· η δε κενοδοξία, δυσαρεστημένη, έλαβε πάσαν ελευθερίαν. Έκαστος εμεγάλυνε τα όσα έπραξε, και τα όσα ήθελε πράξει εισέτι, εάν αι εκδουλεύσεις και τα προτερήματά του δεν ελησμονούντο. Όλαι της αυτοκρατορίας αι δυστυχίαι προήρχοντο, εάν ήθελέ τις τους πιστεύσει, εκ του, ότι δεν ήξευραν να μεταχειρισθώσιν ανθρώπους, οποίοι ήσαν αυτοί. Εκυβέρνων τον κόσμον πίνοντες, και καθέν νέον ποτήριον οίνου κατέσταινε τας κρίσεις των πλέον αλανθάστους.

Ο γέρων, καθήμενος εις την γωνίαν της εστίας, τους ήκουε και εμειδία συμπαθητικώς. Εξ αυτών τις το επαρατήρησε και τον είπε:

Καλέ άνθρωπε, το πρόσωπόν σου δείχνει, ότι ευρίσκεις γελοία, τα οποία ημείς αυτόν λέγομεν; Γελοία, όχι, ολίγον όμως κούφα, είπεν ο γέρων, ως αρμόζει εις την ηλικίαν σας. Η απόκρισις αύτη τους ετάραξε. Σεις νομίζετε, ότι έχετε δίκαιον να αγανακτήτε, εξακολούθησε, και εγώ νομίζω, ως σεις, ότι αμαρτάνει τις εάν σας αμελή· αλλά τούτο είναι εκ των μικροτάτων κακών. Αγανακτείτε, ότι η αυτοκρατορία δεν έχει πλέον την δύναμιν και την λαμπρότητά της, ότι ο ηγεμών, ηφανισμένος υπό των φροντίδων, των αγρυπνιών, και του γήρατος, είναι ηναγκασμένος, διά να βλέπη και να ενεργή, να μεταχειρίζεται οφθαλμούς και χείρας μη αξιόπιστα. Εις την γενικήν όμως ταύτην συμφοράν, απορώ, πώς συλλογίζεσθε περί του εαυτού σας! Εις τον καιρόν σας λοιπόν, υπέλαβε των συνδείπνων τις, δεν ήτο η συνήθεια του συλλογίζεσθαι περί εαυτού; Η συνήθεια λοιπόν αύτη εισήχθη τώρα, και τούτο όλοι κάμνουν. Τόσον χειρότερον, είπεν ο γέρων, και αν ούτως έχη, αν σας αμελήση τις, δεν σας αδικεί. Προς ατιμασμόν λοιπόν των ανθρώπων, τον είπεν ο αυτός, ζητείται η φιλοξενία; Δεν σας ατιμάζω ποσώς, είπεν ο γέρων, σας ομιλώ ως φίλος, και σας ανταμείβω διά την υποδοχήν, λέγων την αλήθειαν.

Ο νέος Τιβέριος, όστις έπειτα έγεινεν ενάρετος βασιλεύς, ήτο είς εξ αυτών των κυνηγών. Ούτος εξεπλάγη από το σεβαστόν σχήμα του πολιού την κόμην τυφλού τούτου γέροντος. Μας ομιλείς σαφώς, τον είπεν, ολίγον αυστηρώς· και η αφοσίωσις, την οποίαν απαιτείς, είναι αρετή και όχι χρέος. Είναι χρέος του επαγγέλματός σας, επανέλαβεν ο γέρων με φωνήν βεβαιωτικήν, ή μάλλον, βάσις των καθηκόντων σας και πάσης πολεμικής αρετής. Ο αφοσιούμενος εις την πατρίδα του πρέπει να την υποθέτη, ότι δεν θέλει έχει να τον δώση μισθόν· διότι το υπέρ αυτής εις κίνδυνον ριπτόμενον είναι ατίμητον. Πρέπει μάλιστα να ελπίζη, ότι θέλει την ευρείν αχάριστον· διότι αν η θυσία, η προσφερομένη εις αυτήν, δεν είναι γενναία, είναι ανόητος. Η φιλοδοξία μόνον, ο προς την αρετήν ζήλος είναι άξιον να σας οδηγώσι. Και τότε τι σας μέλει, πώς θέλουν δεχθήν τας εκδουλεύσεις σας; Η ανταμοιβή αυτών δεν εξαρτάται από τας φαντασίας των υπουργών και την κρίσιν του βασιλέως. Ο στρατιώτης ας ελκύεται από της λείας το δέλεαρ, ας εκθέτη εις κίνδυνον την ζωήν του, διά να αποκτήση τα προς το ζην, το δέχομαι. Σεις όμως, οίτινες, γεννημένοι εις την αφθονίαν, δεν έχετε άλλην φροντίδα παρά να ζήτε ηδονικώς, αφίνοντα τας τρυφάς χαύνου αργίας, διά να υπάγετε να υποφέρετε τόσους κόπους, να εμβαίνετε εις τόσους κινδύνους, ολίγον εκτιμάτε την ευγενή ταύτην αφοσίωσιν, ώστε να απαιτήτε μισθόν δι' αυτήν; Δεν νομίζετε, ότι με τούτο την εξευτελίζετε; Όστις προσμένει μισθόν είναι δούλος· το μέγεθος της τιμής δεν κάμνει καμμίαν διαφοράν· και η ψυχή η εκτιμωμένη έν τάλαντον είναι επίσης ωνία, ως και η διδόμενη δι' ένα οβολόν. Ο, τι είπα περί του συμφέροντος, το λέγω και περί της φιλοτιμίας· διότι αι τιμαί, τα αξιώματα, η υπόληψις, η εύνοια του ηγεμόνος, όλα ταύτα είναι μισθός, και όςτις τα ζητεί τον λαμβάνει. Πρέπει ή να δοθή τις ή να πωληθή, δεν είναι ποσώς μέσος όρος. Το μεν είναι πράξις ελευθέρου ανδρός, το δε δούλου. Από σας εξαρτάται, να εκλέξετε το οποίον σας συμφέρει. Λοιπόν, καλέ άνθρωπε, χορηγείς εις τους βασιλείς μεγάλην δικαιολογίαν, τον είπαν. Εάν ωμίλουν εις τους βασιλείς, επανέλαβεν ο τυφλός, ήθελα τους ειπείν, ότι, αν το ιδικόν σας χρέος ήναι το να ήσθε γενναίοι, το ιδικόν των είναι, να ήναι δίκαιοι.

Ομολογείς λοιπόν, ότι είναι δίκαιον ν' ανταμείβωνται αι εκδουλεύσεις; Ναι, αλλ' εις τον λαμβάνοντα αυτάς ανήκει να στοχασθή περί τούτου· τόσον χειρότερον εις εκείνον, αν τας λησμονήση. Έπειτα, ποίος από ημάς είναι βέβαιος, ότι σταθμίζων τας ιδικάς του θέλει κρατεί ίσην την στάθμην; Π. χ. εις το επιτήδευμά σας, διά να νομίζη έκαστος εαυτόν θεμένον εις την ανήκουσαν τάξιν, και να ήναι ευχαριστημένος, πρέπει καθείς να προστάζη και κανείς να μη υπακούη· τούτο δε είναι των αδυνάτων. Πιστεύσατέ με, η Κυβέρνησις ενδέχεται ενίοτε να μη έχη φρόνησιν και δικαιοσύνην· όμως είναι δικαιοτέρα και εμπειροτέρα εις τας εκλογάς της, παρά αν επίστευε την οποίαν γνώμην έκαστος από σας έχει περί εαυτού. Και τις είσαι, ώστε να μας ομιλής τοιουτοτρόπως; τον είπε με εντονωτέραν φωνήν ο κύριος του αγροκηπίου, νέος τις. Είμαι ο Βελισάριος, απεκρίθη ο γέρων.

Φαντάσου εις την εκφώνησιν του ονόματος Βελισάριος, εις την εκφώνησιν του ονόματος του ήρωος εκείνου, του τοσάκις θριαμβεύσαντος εις τα τρία μέρη του κόσμου, οποίος ήτον ο θαυμασμός, οποία η ταραχή των νέων τούτων. Η ακινησία, η σιωπή εφανέρωσεν ευθύς το σέβας, από το οποίον εκυριεύθησαν, και λησμονούντες, ότι ο Βελισάριος ήτο τυφλός, ουδείς εξ αυτών ετόλμα να υψώση προς αυτόν τα όμματα.

Ω μέγιστε άνερ! τον είπε τελευταίον ο Τιβέριος, πόσον η τύχη είναι άδικος και σκληρά! Τι! σέ, εις τον οποίον η αυτοκρατορία εχρεώστει εις διάστημα τριάκοντα ετών την δόξαν της, την ευημερίαν της, σέ τολμώσι να κατηγορήσωσιν ως αποστάτην και προδότην, σε έσυραν εις τα δεσμά, σε εστέρησαν του φωτός! αλλά συ είσαι, όστις μας έδωκες μαθήματα καθιερώσεως και ζήλου! Και ποίος θέλετε να σας δώση; είπεν ο Βελισάριος. Οι δουλικώς θηρεύοντες την εύνοιαν; Α! οποία αισχύνη! πόσον μεγάλη αχαριστία! εξακολούθησεν ο Τιβέριος. Οι μεταγενέστεροι δεν θέλουν το πιστεύσει ποτέ. Τωόντι, είπεν ο Βελισάριος, τούτο μ' εφάνη ολίγον παράξενον· δεν ενόμιζα να κακοποιηθώ τόσον· αλλ' εστοχαζόμην ν' αποθάνω ευεργετών την πολιτείαν αποθαμένος δε, ή τυφλός, είν' έν και το αυτό. Όταν αφιερώθην εις την πατρίδα μου δεν εξαίρεσα τους οφθαλμούς μου· ό,τι με είναι προσφιλέστερον παρά το φως και την ζωήν, η φήμη μου και προ πάντων η αρετή μου δεν είναι εις την εξουσίαν των καταδρομέων μου. Όσα έκαμα, ενδεχόμενον να εξαλειφθώσιν από την μνήμην της αυλής, ποτέ όμως και από την των ανθρώπων, και αν τούτο συμβή, εγώ τα ενθυμούμαι, και τούτο αρκεί.

Οι σύνδειπνοι, καταπεπληγμένοι, επαρακάλεσαν ευθύς τον ήρωα να καθίση εις την τράπεζαν. Όχι, τους είπεν, εις την ηλικίαν μου, ο καλός τόπος είναι η εστία. Ηθέλησαν να τον κάμουν να δεχθή την καλητέραν κλίνην του αγροκηπίου· αυτός όμως ηθέλησε μόνον άχυρον. Εκοιμήθην πολλάκις χειρότερον, είπε. Λάβετε μόνον φροντίδα περί του παιδίου τούτου, το οποίον με οδηγεί, και το οποίον είναι τρυφερώτερον εμού.

Την επαύριον ο Βελισάριος ανεχώρησεν ευθύς, και η ημέρα εφώτισε τον οδηγόν του, και προ της εγέρσεως των ξένων του, οίτινες αποκαμόντες από την θήραν έτι εκοιμώντο. Μαθόντες δε ούτοι, ότι αναχωρεί, ηθέλησαν να τον συνοδεύσουν, και τον επρόσφεραν άρμα ευρύχωρον με όλα τα αναγκαία. Εις μάτην, είπεν ο νέος Τιβέριος, δεν μας κρίνει αξίους τόσον, ώστε να δεχθή τα δώρα μας.

Εις τούτου του νέου την ψυχήν η άκρα αρετή εις την άκραν δυστυχίαν έκαμε την μεγαλητέραν εντύπωσιν. Όχι, είπεν εις φίλον του τινά, όντα εις την εύνοιαν του βασιλέως, όχι ποτέ η εικών, ποτέ οι λόγοι τούτου του γέροντος δεν θέλουν εξαλειφθήν από την ψυχήν μου. Ενώ μ' εταπείνονε, μ' έκαμε να αισθανθώ, πόσα πρέπει να κάμω, αν θέλω να γενώ ποτέ άνθρωπος.

Η διήγησις αύτη ήλθεν εις τα ώτα του Ιουστινιανού, όστις ηθέλησε να ομιλήση τον Τιβέριον.

Ο Τιβέριος, αφού πιστώς παρέδωκεν, όσα συνέβησαν, είναι αδύνατον, επρόσθεσε, τόσον μεγάλη ψυχή να εμιάνθη εις την οποίαν τον κατηγορούν συνωμοσίαν, και ήθελα δώσειν την ζωήν μου εις εγγύησιν, αν η ζωή μου ήναι αξία να γενή της αρετής του εγγυητής. Θέλω να τον ίδω και να τον ακούσω, είπεν ο Ιουστινιανός, χωρίς να γνωρισθώ· και εις την οποίαν κατάστασιν κατήντησεν, τούτο είναι πολλά εύκολον. Αφ' ότου εκβήκεν από την φυλακήν, δεν πρέπει να ήναι πολύ μακράν· ακολούθησε τα ίχνη του, και πάσχισε να τον ελκύσης εις το αγροκήπιόν σου· εγώ δε θέλω υπάγει εκεί κρυφίως. Ο Τιβέριος εδέχθη την προσταγήν μετά χαράς, και ευθύς την ακόλουθον ημέραν εκίνησε προς τον δρόμον, τον οποίον ο Βελισάριος είχεν ακολουθήσει.

Κεφάλαιον Β'.

Εντοσούτω ο Βελισάριος ωδοιπόρει, ζητών έλεος, προς παλαιάν τινά και κρημνισμένην οικοδομήν, όπου η οικογένειά του τον επρόσμενεν. Απηγόρευσεν εις τον οδηγόν του να τον ονομάζη καθ' οδόν. Αλλά το ευγενές πρόσωπον και το σεμνόν σώμα του ήσαν ικανά ώστε να κινήσωσι την περιέργειαν. Φθάσαντες το εσπέρας είς τινα κώμην, εστάθησαν εις την θύραν οίκου, ο οποίος, αν και απλούς, είχε καλήν πρόσοψιν.

Ο οικοδεσπότης έμβαινεν έχων σκαπάνην εις την χείρα. Το σχήμα, οι χαρακτήρες του γέροντος τούτου είλκυσαν την προσοχήν του. Τον ηρώτησε, ποίος ήτον; Είμαι γέρων στρατιώτης, απεκρίθη ο Βελισάριος. Στρατιώτης! είπεν ο χωρικός, και ιδού η ανταμοιβή σου! Η μεγίστη του βασιλέως δυστυχία, είπεν ο Βελισάριος, είναι το να μη δύναται ν' ανταμείβη όλον το υπέρ αυτού χυνόμενον αίμα. Κινηθείς από την απόκρισιν ταύτην ο χωρικός, υπεδέχθη εις τον οίκον του τον γέροντα.

Σε παρουσιάζω, είπεν εις την γυναίκα του, άνδρα γενναίον, όστις υποφέρει με καρτερίαν την σκληροτάτην της αρετής δοκιμασίαν. Σύντροφέ μου, είπε, μη αισχύνου διά την κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκεσαι, έμπροσθεν οικογενείας, γνωριζούσης την δυστυχίαν. Αναπαύσου· μετ' ολίγον θέλομεν δειπνήσειν. Εντοσούτω ειπέ με, σε παρακαλώ, εις ποίους πολέμους εστράτευσες. Επολέμησα εις την Ιταλίαν κατά των Γότθων, είπεν ο Βελισάριος, εις την Ασίαν κατά των Περσών, εις την Αφρικήν κατά των Βανδάλων και των Μαυρουσίων.

Τας τελευταίας ταύτας λέξεις ακούσας ο χωρικός, δεν ηδυνήθη να κρατήση βαθύν στεναγμόν. Λοιπόν, είπεν, συ έκαμες όλας του Βελισαρίου τας εκστρατείας! — Ποτέ δεν εχωρίσθημεν. — Ο άριστος ανήρ! οποία σταθερά ψυχή! οποία δικαιοσύνη! οποία μεγαλοψυχία! Ζη; διότι εις την ερημίαν μου είναι υπέρ τα εικοσιπέντε έτη, αφού δεν ακούω να ομιλώσι περί ουδενός! — Ζη — Α! είθε να τον ευλογήση ο Θεός και να τον δώση μακροβιότητα! — Εάν σε ήκουεν, ήθελε πολύ κατανυχθήν από τας οποίας ευχάς υπέρ αυτού εύχεσαι. — Και πώς λέγουν, ότι είναι εις την αυλήν; παντοδύναμος; λατρευόμενος αναμφιβόλως; — Φευ! ηξεύρεις, ότι ο φθόνος προσκολλάται εις την ευτυχίαν. — Α! είθε ο βασιλεύς να προφυλαχθή από το να ακούση τους εχθρούς του μεγάλου τούτου ανδρός. Ούτος είναι ο δαίμων ο προστατεύων και εκδικών την αυτοκρατορίαν του. — Είναι πολλά γέρων! — Δεν βλάπτει· θέλει είσθαι εις τα βουλευτήρια, ό τι ήτον εις τα στρατόπεδα· και η σοφία του, αν τον ακούσωσι, θέλει είσθαι ίσως ωφελιμωτέρα παρά την ανδρείαν του. Πόθεν σε είναι γνωστός; ερώτησεν ο Βελισάριος κατανυχθείς. Ας καθίσωμεν εις την τράπεζαν, είπεν ο χωρικός· εκείνο το οποίον ζητείς θέλει μας φέρειν πολύ μακράν.

Ο Βελισάριος δεν αμφίβαλε ποσώς, ότι ο ξενοδόχος του ήτο ταξίαρχός τις των στρατευμάτων του, ο οποίος ήθελε να καυχηθή δι' αυτόν. Ούτος, ενώ εδείπνουν, τον εζήτησε να τον διηγηθή τους πολέμους της Ιταλίας, και της Ανατολής, χωρίς να τον αναφέρη τους εις την Αφρικήν. Ο Βελισάριος δι' απλών αποκρίσεων τον ευχαρίστησεν εντελώς. Ας πίωμεν, τον είπεν ο ξενοδόχος του, προς το τέλος του δείπνου, ας πίωμεν εις την υγείαν του στρατηγού σου· και είθε ο Θεός να τον δώση τόσον καλόν, όσον κακόν μ' έκαμεν! — Εκείνος! υπέλαβεν ο Βελισάριος, σ' έκαμε κακόν! — Έκαμε το χρέος του, και δεν πρέπει να παραπονεθώ δι' αυτό. Αλλά, φίλε μου, μέλλεις να ιδής, ότι εγώ έπρεπε να μάθω εις την τύχην των δυστυχών να συμπάσχω. Επειδή εστράτευσες εις την Αφρικήν, είδες τον βασιλέα των Βανδάλων, τον δυστυχή Γελίμερον, τον οποίον ο Βελισάριος θριαμβεύων έσυρεν εις Κωνσταντινούπολιν με την γυναίκα και τα τέκνα του. Ο Γελίμερος εκείνος σε προσφέρει ξενίαν, και με αυτόν εδείπνησες. Συ ο Γελίμερος! εφώναζεν ο Βελισάριος, και ο αυτοκράτωρ δεν σε έθεσεν εις τάξιν πλέον αξίαν σου! Το υπεσχέθη· εφύλαξε τον λόγον του· μ' επρόσφερεν αξιώματα ((1), όμως δεν τα ηθέλησα. Όταν τις χρηματίση βασιλεύς και παύση, δεν είναι άλλη θεραπεία παρά την ανάπαυσιν και την από τον κόσμον αναχώρησιν. — Συ ο Γελίμερος! — Ναι! εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος επολιορκήθην, αν το ενθυμήσαι, επί του όρους Παπούα. Υπέφερον εκεί ανήκουστα κακά. Ο χειμών, ο λιμός, το τρομερόν θέαμα ολοκλήρου λαού, καταντήσαντος εις απελπισίαν, και ετοίμου να καταφάγη τα τέκνα και τας γυναίκας του, η άοκνος επιμέλεια του καλού Φαρά, όςτις, ενώ μ' επολιόρκει, δεν έπαυε παρακινών με να ευσπλαγχνισθώ εμαυτόν και τους στρατιώτας μου· τέλος, η εις του στρατηγού σας την αρετήν δικαία μου πίστις με παρεκίνησαν να παραδώσω τα όπλα. Με πόσον απλούν και μετριόφρον ήθος μ' εδέχθη! οποίον σέβας έκαμε να με προσφέρωσιν, οποίαν συστολήν! πόσον ο ίδιος εθεράπευε την δυστυχίαν μου! Εντός ολίγου θέλουν γίνει τριάκοντα έτη, αφού εις ταύτην την ερημίαν κατοικώ· ουδέ στιγμή παρήλθε χωρίς υπέρ αυτού να ευχηθώ.

Εγνώριζα καλώς, είπεν ο Βελισάριος, την φιλοσοφίαν εκείνην, ήτις, επί του όρους, όπου έμελλες τόσα να υποφέρης, σ' έκαμνε να κιθαρωδής τας δυστυχίας, ήτις σ' έκαμνε να μειδιάς καταφρονητικώς, εμφανιζόμενος προς τον Βελισάριον, και την ημέραν του θριάμβου του, να φυλάξης το πρόσωπόν σου τούτο αμετάβλητον, το οποίον ο βασιλεύς εθαύμασε. Φίλε μου, απεκρίθη ο Γελίμερος, η ισχύς και η αδυναμία της ψυχής εξαρτώνται πολύ από τον τρόπον του θεωρείν τα πράγματα. Δεν ησθάνθην εις εμαυτόν την γενναιότητα και την σταθερότητα, παρά αφού ενόμισα όλα ταύτα παίγνιον της τύχης. Ήμην ο τρυφηλότατος των βασιλέων της γης, και από το ανακτόριόν μου, όπου ενετρύφων εις τας ηδονάς, την πολυτέλειαν και την χαυνότητα, μετέβην αίφνης εις των Αιθιόπων τα σπήλαια όπου, κοιμώμενος επί αχύρων, ετρεφόμην από κριθήν κακοτετριμμένην και ημιψημένην υπό θερμοσποδίαν, και εκατήντησα εις τοιαύτην αθλιότητα, ώστε άρτος, σταλθείς εις εμέ από τον εχθρόν δι' έλεος, ήτον δώρον ατίμητον. Εντεύθεν έπεσα εις τα δεσμά και εφέρθην εις θρίαμβον. Μετά τούτο θέλεις ομολογήσει, ότι πρέπει ή να αποθάνη τις, ή να φανή ανώτερος των προσβολών της τύχης. Έχεις εις την φρόνησίν σου, τον είπεν ο Βελισάριος, πολλάς αιτίας παραμυθίας· όμως εγώ σε υπόσχομαι άλλην μίαν, πριν αποχωρισθώμεν. Μετά την ομιλίαν ταύτην υπήγαν να κοιμηθώσιν.

Ο Γελίμερος, άμα εχάραξε, πριν υπάγη να γεωργήση τον κήπον του, υπήγε να ίδη, αν ο γέρων είχε κοιμηθή καλά. Τον ηύρεν όρθιον, με την βακτηρίαν εις την χείρα, και έτοιμον ν' αναχωρήση. Τι! τον είπεν, δεν θέλεις να μείνης ολίγας ημέρας εις τους ξενοδόχους σου; Τούτο είναι αδύνατον, απεκρίθη ο Βελισάριος· έχω γυναίκα και κόρην, αι οποίαι στενάζουσι διά την απουσίαν μου. Υγίαινε· μη κάμης κανένα θόρυβον διά το οποίον μένει να σε είπω. Ούτος ο πτωχός, ο τυφλός ούτος, ο γέρων στρατιώτης, ο Βελισάριος τέλος, δεν θέλει λησμονήσει ποτέ την φιλοξενίαν, την οποίαν από σέ έλαβε. — Τι λέγεις; ποίος; ο Βελισάριος; — Ναι, ο Βελισάριος σε εναγκαλίζεται! — Ω Θεέ δίκαιε! έκραξεν ο Γελίμερος καταπεπληγμένος και ως έξω φρενών γενόμενος· ο Βελισάριος εις το γήρας του, ο Βελισάριος τυφλός και εγκαταλελειμμένος! Έκαμαν κάκιστα, είπεν ο γέρων· παραδίδοντές τον εις το έλεος των ανθρώπων, πρώτον του εξέκοψαν τους οφθαλμούς. Α! είπεν ο Γελίμερος με κραυγήν οδυνηράν και έντρομον, είναι δυνατόν; Ποίοι είναι τα θηρία! . . . . .

Οι φθονεροί, είπεν ο Βελισάριος, μ' εκατηγόρησαν, ότι πασχίζω να λάβω το διάδημα, ενώ ο μόνος μου στοχασμός ήτο ο τάφος. Τους επίστευσαν, μ' έβαλαν εις τα δεσμά. Ο λαός τέλος επανέστη, και εζήτησε την ελευθέρωσίν μου· έπρεπε να ενδώσωσι εις του λαού το ζήτημα· αλλ' αποδίδοντές με την ελευθερίαν, μ' εστέρησαν το φως. — Και ο Ιουστινιανός το επρόσταξε!. — Τούτο ήτον το θλιβερώτερον. Ηξεύρεις με πόσην προθυμίαν και αγάπην τον υπηρέτησα. Τον αγαπώ εισέτι, και λυπούμαι, ότι είναι περικυκλωμένος από κακούς ανθρώπους, ατιμάζοντας το γήρας του. Αλλ' αθυμία μεγίστη διεχύθη εις την ψυχήν μου, όταν έμαθα, ότι αυτός ο ίδιος εψήφισε την καταδίκην μου. Οι μένοντες να την εκτελέσωσι δεν ετόλμων, οι δήμιοί μου έπιπταν εις τους πόδας μου. Τετέλεσται, ολίγος καιρός μ' έμεινε, χάρις τω Θεώ, να ήμαι τυφλός και πτωχός. — Αξίωσον, είπεν ο Γελίμερος, τας τελευταίας ταύτας ημέρας τόσον λαμπράς ζωής να τας περάσης μαζί μου. Τούτο ήθελεν είσθαι εις εμέ, είπεν ο Βελισάριος, γλυκεία παρηγορία· αλλά το χρέος με καλεί εις την οικογένειάν μου, και υπάγω ν' αποθάνω εις τας αγκάλας της. Υγίαινε.

Ο Γελίμερος τον ησπάζετο, τον έβρεχε με τα δάκρυά του, και δεν εδύνατο ν αποχωρισθή απ' αυτόν. Έπρεπε τέλος να τον αφήση ν' αναχωρήση. Ο Γελίμερος τότε ακολουθών αυτόν με τα όμματα· Ω ευημερία, έλεγεν, ευημερία! ποίος λοιπόν ημπορεί να εμπιστευθή εις εσέ; Ο ήρως, ο δίκαιος, ο έμφρων Βελισάριος! . . . . Α! διά τούτο πρέπει να νομίζω εμαυτόν ευδαίμονα, σκάπτων τον κήπον μου. Και ταύτα λέγων ο βασιλεύς των Βανδάλων, έλαβε πάλιν την σκαπάνην του.

Κεφάλαιον Γ'.

Ο Βελισάριος επλησίαζεν εις το καταφύγιον, όπου η οικογένειά του τον επρόσμενεν, ότε άλλο τι συμβάν τον εφόβησεν, ότι θ' απομακρυνθή από αυτήν διά παντός. Οι πλησίον της Θράκης κατοικούντες λαοί δεν έπαυον εισβάλλοντες εις αυτήν. Τάγμα Βουλγάρων είχεν ήδη εισβάλει, ότε διεδόθη η φήμη, ότι ο Βελισάριος εκβήκεν από το δεσμωτήριον, εστερημένος της οράσεως, και ζητεύων υπήγαινε να ενταμώση την εξορισθείσαν οικογένειάν του. Ο ηγεμών των Βουλγάρων εκατάλαβε, πόσον ήθελε τον ωφελήσει το να έχη μαζί του τον μέγα τούτον άνδρα, μη αμφιβάλλων ποσώς, ότι, ως λυπημένος, θέλει δράξει τα προς εκδίκησιν μέσα. Μαθών ποίαν οδόν ηκολούθησεν, επρόσταξε των στρατιωτών του τινάς να τον ακολουθήσωσι, και περί την δύσιν του ηλίου ο Βελισάριος ανηρπάσθη.

Έπρεπε να υποχωρήση εις την βίαν και ν' αναβή ίππον μεγαλοπρεπή, τον οποίον έφεραν δι' αυτόν. Δύο εκ των Βουλγάρων τον ωδήγουν, και άλλος τις επήρε τον μικρόν του οδηγόν όπισθεν του ίππου του. Ημπορείς να εμπιστευθής εις ημάς, τον είπαν· ο ανδρείος ηγεμών, ο οποίος μας έστειλε, τιμά τας αρετάς σου, και συμπάσχει διά την δυστυχίαν σου. Και τι θέλει από εμέ; ερώτησεν ο Βελισάριος· θέλει, τον είπον οι βάρβαροι, να σε ποτίση με το αίμα των εχθρών σου! Α! ας με αφήση χωρίς εκδίκησιν, είπεν ο γέρων, το έλεός του είναι σκληρόν δι' εμέ. Εγώ άλλο δεν θέλω πλην ν' αποθάνω ησύχως εις τον κόλπον της οικογενείας μου, και σεις με απομακρύνετε από αυτήν. Πού με οδηγείτε; Απέκαμα, και θέλω ν' αναπαυθώ. Ύπαγε λοιπόν, τον είπαν, ν' αναπαυθής κατ' αρέσκειάν σου, φθάνει μόνον ο του πλησίον αγροπυργίου κύριος να μη προφυλάττεται, και να μη ήναι ισχυρότερος.

Το αγροπύργιον τούτο ήτο αγροκήπιον παλαιού τινός αυλικού, τ' όνομα Βήσσα, όςτις, αφού εδιοίκησεν εις την Ρώμην, όταν επολιορκείτο, και έπραξε τας φοβερωτέρας καταχρήσεις, ανεχώρησε με δέκα χιλιάδας τάλαντα ((2). Ο Βελισάριος εζήτησε να τιμωρηθή κατά τους νόμους· αλλ' ο Βήσσας, έχων εις την αυλήν υπέρ εαυτού όλους, όσοι δεν αγαπώσι να εξετάζωνται τα πράγματα με τόσην ακρίβειαν, δεν κατεδιώχθη. Κατεδικάσθη δε μόνον να ζήση εις τα χωρία του εις πάσαν αφθονίαν και αργίαν.

Δυο Βούλγαροι, σταλέντες να κατασκοπεύσωσι τους τόπους, εστράφησαν και είπαν εις τον αρχηγόν των, ότι εις το αγροκήπιον τούτο ήσαν συμπόσια και πανυγύρεις αδιάκοποι, ότι δεν ωμίλουν περί ουδενός άλλου, ειμή μόνον περί της δυστυχίας του Βελισαρίου, και ότι ο Βήσσας ηθέλησε να την εορτάσωσιν ως τιμωρίαν εκ Θεού. Α! ο ουτιδανός! εφώναξαν οι Βούλγαροι, δεν έχει πολύν καιρόν να χαίρη διά την δυστυχίαν του. Ο Βήσσας την στιγμήν, ότε αυτοί έφθασαν, ήτον εις την τράπεζαν, περιστοιχισμένος από τους κόλακάς του· και είς από αυτούς, ψάλλων τα εγκώμιά του, έλεγεν εις τους στίχους του, ότι ο Θεός εφρόντισε να τον δικαιώση, καταδικάσας τον κατήγορον του να μη ίδη ποτέ το φως. Τι προφανέστερον τούτου θαύμα! έλεγεν ο κόλαξ, και οποίος θρίαμβος της αθωότητος!. Ο Θεός είναι δίκαιος, έλεγεν ο Βήσσας, και ταχέως ή αργά οι πονηροί τιμωρούνται. Αληθινά έλεγε. Την αυτήν στιγμήν οι Βούλγαροι ξιφήρεις εμβαίνουσιν εις το αγροκήπιον, αφήσαντες ολίγους στρατιώτας περί τον Βελισάριον, και εισχωρούσι με τρομεράς κραυγάς έως του συμποσίου τον θάλαμον. Ο Βήσσας γίνεται ωχρός, ταράττεται, εκπλήττεται, και καθώς αυτός, όλοι οι συμπόται του κατελήφθησαν από φόβον θανατηφόρον. Αντί να υπερασπισθώσι, πίπτουσι γονυπετείς και παρακαλούσι να μη τους θανατώσωσι. Τους αρπάζουν, τους σύρουν εις τον τόπον, όπου ήτον ο Βελισάριος. Ο Βήσσας διά της λάμψεως των δάδων βλέπει τυφλόν τινα γέροντα έφιππον, τον αναγνωρίζει, εκτείνει προς αυτόν τους βραχίονάς του και τον ζητεί χάριν και έλεος. Ο γέρων κατανυχθείς παρακαλεί τους Βουλγάρους να φεισθώσιν αυτόν και τους συντρόφους του. Ουδεμία χάρις εις τους κακούργους, του απεκρίθη ο αρχηγός. Τούτο ήτο το σημείον της σφαγής. Ο Βήσσας και οι συμπόται του όλοι εσφάγησαν. Προστάξας να λάβωσι παρευθύς τους υπηρέτας των, οι οποίοι ενόμιζαν, ότι υπάγουν εις την καταδίκην, ζήσετε, τους είπεν ο ίδιος, και έλθετε να μας υπηρετήτε· διότι ημείς είμεθα οι δεσπόται σας.

Τότε εκάθησαν εις την τράπεζαν, και έβαλαν τον Βελισάριον να καθήση εις τον τόπον του Βήσσα.