Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 9

Chapter 9235 wordsPublic domain

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ ο Αμοργίνος οφείλει την ιδιάζουσαν ορθογραφίαν του ονόματός του εις τους γραμματικούς, τους θέλοντας να διακρίνωσιν αυτόν από του ενδοξοτέρου ομωνύμου, Σιμωνίδου του Κείου (131). Αι ελεγείαι του, μεταξύ των οποίων υπήρχε και αρχαιολογία των Σαμίων, δεν υπάρχουσι πλέον, αλλ' ο Στοβαίος διέσωσεν εν τη Ανθολογία του ιαμβικόν ποίημα περί γυναικών — πιθανώς απάντησιν εις τα εξ αμάξης ποιήματα, όσα κατά τινας εορτάς αι χωρικαί γυναίκες απέτειναν αφόβως προς τους άνδρας. Ο Σημωνίδης παραβάλλει την αγαθήν γυναίκα προς την μέλισσαν, την φιλάρεσκον και σπάταλον προς «_ίππον αβρήν_» { like a mare} και ούτω καθεξής. Η «_εξ υός τανύτριχος_» { The pig-woman } είναι η άλουτος και άπλυτος (132).

Τρεις ήσαν οι ιαμβικοί ποιηταί οι καταριθμούμενοι εις τον Αλεξανδρεωτικόν κανόνα — ο Σημωνίδης, ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ. Αλλ' εξαιρουμένου ίσως του Ιππώνακτος, ουδείς ποιητής έγραψε μόνον ιάμβους. Η δ' εσωτερική συγγένεια, λόγου χάριν, του Θεόγνιδος και του Αρχιλόχου προς τον Ησίοδον αποδεικνύει ότι η μετρική κατάταξις δεν είχε μεγάλην σημασίαν. Πολλά δε των έργων του Σόλωνος εκ της υποθέσεώς των ηδύναντο aδιαφόρως να γραφώσιν είτε εις ελεγειακούς στίχους είτε εις ιαμβικούς. Το ιαμβείον φαίνεται συνδεόμενον προς λαϊκούς και οικογενειακούς θεούς, τον Διόνυσον και την Δήμητρα, καθώς το μεγαλοπρεπές εξάμετρον προς τον Απόλλωνα και τον Δία. Είναι δε το ιαμβείον το πλησιέστερον εις τον συνήθη λόγον μέτρον· ελληνικός ρητορικός λόγος, ως και αγγλική εφημερίς, έχει πολλούς ιαμβικούς στίχους εν μια στήλη. Τοιουτοτρόπως το ιαμβείον εξυπηρέτησε τον ελληνικόν δραματικόν διάλογον και άλλον αδιακόπως ευρυνόμενον κύκλον θεμάτων, όπου βαθμηδόν εισήλθεν. Ο Ευριπίδης, λόγου χάριν, όστις έβλεπε ποίησιν και έννοιαν υπό πάσαν πέτραν των οδών, εύρισκε το ιαμβικόν τρίμετρον ευχερέστερον και αυτού του πεζού λόγου. Αλλ' ότε κατά πρώτον εστιχουργήθη τούτο, είχε σκωπτικήν χροιάν.

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ ο Πάριος (περί τα 650 π. Χ;) επεσκίασε πάντας τους προγενεστέρους ιαμβογράφους και εθεωρείτο κοινώς ως ο άριστος, τασσόμενος πλησίον του Ομήρου. Η τοιαύτη δόξα είχε δύο λόγους· πρώτον, ένα φιλολογικόν πόλεμον εν Αλεξανδρεία, και δεύτερον, ότι ο Αρχίλοχος εν τω κύκλω του δεν είχεν αντιπάλους. Και τα ολιγοστά του αποσπάσματα (133) δικαιολογούσι την κρίσιν του Κοϊντιλιανού, [Χ,1,16] «βραχείαι και ισχυραί αι γνώμαι, πλήρεις αίματος και νεύρων, ώστε τινές νομίζουσιν ότι και οσάκις ελαττούται, το σφάλμα είναι της ύλης (των ποιημάτων) ουχί της ευφυίας αυτού». Τούτο έχει, εννοείται, άλλον λόγον. Ο Αρχίλοχος ήτο των δυνατών εκείνων ανδρών, όσοι δεν ανέχονται την ήτταν. Δεν αγαπά την μεγαλοπρέπειαν των πραγμάτων, θέλει θέματα τοιαύτα, ώστε να αισθάνεται την υπεροχήν του. Πλην των λυσσαλέων ιάμβων, και οι μικρότατοί του στίχοι έχουσιν αγρίαν καλλονήν·

_κρύπτωμεν δ' ανιηρά Ποσειδάωνος άνακτος δώρα_

{ Oh, hide the bitter gifts of our lord Poseidon! }

λέγει, εννοών «ας θάψωμεν τους πνιγμένους μας συντρόφους»·

_Εν δορί μεν μοι μάζα μεμαγμένη, εν δορί ο οίνος Ισμαρικός, πίνω ο εν δορί κεκλιμένος· τούτο είναι καύχημα ληστού._

{ In my spear is kneaded bread, in my spear is wine of Ismarus ; and I lie upon my spear as I drink! }

_Επτά γαρ νεκρών πεσόντων, ούς εμάρψαμεν ποσίν, χίλιοι φονήες ειμέν._

{ There were seven dead men trampled under foot, and we were a thousand murderers! }

Τι σημαίνει άρα γε τούτο; δύναται να εικάση τις πολλά. Αλλ' οι ολίγοι ερωτικοί του στίχοι δεικνύουσι την μεγάλην από της Σαπφούς διαφοράν. Το φλογερόν και ωχρόν πάθος, όπερ εκφράζεται σχεδόν όλον εις γλώσσαν φυσικήν, ημπορεί να φαίνεται ωραίον εντός καρδίας όπως η ιδική της· αλλά τι άγριον και απροσπέλαστον πράγμα καταντά εντός της ψυχής του πικραμένου τούτου μισθοφόρου! Η φοβερά έντασις του αισθήματος και του νου του παριστάνουσιν ενίοτε αυτόν ως τον αθλιώτατον των αθλίων αυτού συντρόφων. Περί του βίου του ολίγα μανθάνομεν. Ηναγκάσθη ν' αφήση την Πάρον — δύναται να υποθέση τις και άλλους σπουδαιοτέρους λόγους εκτός της φερομένης αυτού πενίας — και αποκατεστάθη εις την Θάσον μετ' άλλων τυχοδιωκτών·

_ως Πανελλήνων οϊζύς ες Θάσον συνέδραμον_

{ a wretched island, bare and rough as a hog's back in the sea}

Κατά τινα μάχην προς τους κατοίκους της απέναντι στερεάς έρριψε την ασπίδα τρεπόμενος εις φυγήν, και κατόπιν έλεγε κωμικούς αστεϊσμούς διά το πάθημά του. Είχε μνηστευθή μετά της Νεοβούλης, θυγατρός σεβαστού πολίτου της Πάρου, του Λυκάμβου. Αλλ' ο Λυκάμβης διέλυσε την μνηστείαν, ο δε Αρχίλοχος ελύσσα καθ' όλην του την ζωήν εναντίον του πατρός και της κόρης. Οι μεταγενέστεροι έλεγον ότι και οι δύο εκρεμάσθησαν. Ο Αρχίλοχος δεν ηδύνατο να μείνη πλέον εν τη Πάρω· η εν Θάσω αποικία είχεν αποτύχει· εδίωκε λοιπόν την τύχην, ζων πότε ως στρατιώτης και πότε ως πειρατής, μέχρις ού εσκοτώθη πολεμών κατά της Νάξου.

_Ειμί δ' εγώ θεράπων μεν Ενυαλίοιο άνακτος και Μουσέων ερατόν δώρον επιστάμενος._

{ I am a servant of the lord god of war, and I know the lovely gift of the Muses! }

Ο Αρχίλοχος επολέμει και έγραφε στίχους εξαισίους. Αλλά φαίνεται ότι ουδέν άλλο καλόν ηδύνατο να κάμη (134).

Πολύ κατώτερος του Αρχιλόχου ήτο ΙΠΠΩΝΑΞ ο Εφέσιος. Η παράδοσις παρίστανεν αυτόν επαίτην, χωλόν, στρεβλώσαντα εαυτόν και ευρόντα τον _σκάζοντα ίαμβον_ { halting iambic}, ήτοι τρίμετρον διάστροφον, έχοντα τον τελευταίον πόδα παρά πάσαν του αναγώστου προςδοκίαν σπονδείον ή τροχαίον. Πάντα τα έργα του Ιππώνακτος ήσαν υβριστικά. Εμαστίγωσε δε προ πάντων τους καλλιτέχνας Βούπαλον και Άθηνιν, επειδή τον είχον γελοιογραφήσει· επετέθη δ' εννοείται, και κατά των γυναικών.

_Δυ ημέραι γυναικός εισιν ήδισται, Όταν γαμή τις κακφέρη τεθνηκυίαν_ (135).

{ A woman gives a man two days of pleasure: the day he marries her, and the day he carries out her corpse! }

Οι αρχαιότεροι ιαμβογράφοι δεν είχον πολύ πνεύμα, έδιδον μόνον δυνατά κτυπήματα διά λέξεων αντί ράβδων και πετρών (136). Οι δε των ενδόξων χρόνων, ο Έρμιππος, ο Κερκιδάς και ο Αισχρίων, δεν εθαυμάζοντο, καθώς φαίνεται, εν Αλεξανδρεία.

Άλλο είδος ιαμβικής ποιήσεως, ο _αίνος_, ο περί ζώων μύθος, ανεπτύχθη κυρίως υπό το όνομα του Αισώπου. Ο ΑΙΣΩΠΟΣ φαίνεται μάλλον μυθικός, όπως ο Κέρκωψ και ο Κρεώφυλος, επινοηθείς διά ν' αποκτήσωσι πατέρα και οι μύθοι. Ήτο ξένος δούλος — εκ της Θράκης, της Φρυγίας ή της Αιθιοπίας — δουλεύων εις του αυτού κυρίου τον οίκον, όπου και η Ροδώπις, η εταίρα, η καταστρέψασα της Σαπφούς τον αδελφόν· εφονεύθη δε ο Αίσωπος εν Δελφοίς. Οι Δελφοί αναφέρονται συχνά προκειμένου περί τάφων ή θανάτων επιφανών ανδρών· είχον τους τάφους του Νεοπτολέμου και του Ησιόδου, οίτινες είλκυον πολλούς θεατάς· διά δε τον φόνον του εμπνευσμένου του Απόλλωνος λειτουργού, του Αρχιλόχου, εζήτουν αποζημίωσιν παρά του φονέως. Αλλά, προκειμένου περί του Αισώπου, κάποιος απόγονος του κυρίου του, Ιάδμων, έλαβε τον φόνον αυτού ως βάσιν, όπως αξιώση αποζημίωσιν παρά των Δελφών· είναι λοιπόν δύσκολον να εννοήσωμεν, πώς αντεστράφη το διήγημα. Κατά την παράδοσιν ο Αίσωπος ωμίλησε μετά του Κροίσου και των Επτά σοφών· ο δε Αριστοφάνης λέγει κωμικώς [Όρν. 471] «_ουδ' Αίσωπον πεπάτηκας_». { a jocular reproach, not to have 'trodden well' your Æsop}. Οπωςδήποτε ο Αίσωπος δεν ήτο ποιητής, αλλ' ο μυθικός ευρετής ιδίου τύπου διηγήματος, όπερ οιοςδήποτε ηδύνατο να στιχουργή, καθώς έκαμεν ο Σωκράτης (137), ή να συλλέξη εν πεζώ λόγω, καθώς ο Δημήτριος ο Φαληρεύς. Αι παλαιοτάται των ημετέρων συλλογών είναι οι ίαμβοι του Φαίδρου, αι λατινικαί ελεγείαι του Αβιανού και οι σκάζοντες του Βαβρίου, και οι τρεις χριστιανικών χρόνων.

Δ'

ΤΟ ΜΕΛΟΣ

ΣΑΠΦΩ, ΑΛΚΑΙΟΣ, ΑΝΑΚΡΕΩΝ.

Το κυρίως άσμα, το μέλος, των αρχαίων διαιρείται εις δύο, α') το ίδιον του ποιητού άσμα και β') το χορικόν άσμα, δηλαδή των υπ' αυτού διδαχθέντων χορευτών. Υπάρχουσι λείψανα παλαιών δημοτικών μελών, όλως αδεσπότων εις ποικίλους ήχους· π. χ. το άσμα του μύλου — καθαυτό τραγούδι διά να περνά η ώρα —

_Άλει, μύλε, άλει Και γαρ Πιττακό άλει, μεγάλας Μυτιλάνας βασιλεύων_

{ Grind, Mill, grind; Even Pittacus grinds; Who is king of the great Mytilene }

και το _Χελιδόνισμα_ όπερ έψαλλον κατά την άνοιξιν περιερχόμενα τα παιδία της Ρόδου. Κάπως υψηλότερα τούτων ήσαν τα _Σκόλια_, άσματα συμποτικά, εξ ών εμορφώθη χωριστή μελωδία εις τέσσαρας στίχους κατά την Λεσβίαν μετρικήν. Τούτων περιφημότατατον είναι το εις Αρμόδιον και Αριστογείτονα σκόλιον, αλλά πάντα σχεδόν τα σωζόμενα λείψανα είναι ωραία έργα, το δε

_Αιαί, Λειψύδριον προδωσέταιρον, οίους άνδρας απώλεσας, μάχεσθαι αγαθούς τε και ευπατρίδας οί τότ' έδειξαν οίων πατέρων έσαν·_

{ Ah, Leipsydrion, false to them who loved thee, . . .}

το άσμα των εξορίστων, οίτινες ήλθον εις τον βράχον εκείνον φεύγοντες τον Πεισίστρατον, είναι καθαυτό θελκτικόν (138).

Το Λέσβιον μέλος κατά το τέλος του εβδόμου αιώνος εκορυφώθη εις δύο ονόματα, τον Αλκαίον και την Σαπφώ (139). Αλλ' η γυνή ενίκησε τον άνδρα, αν μη κατ' αλήθειαν, τουλάχιστον κατά την αντίληψιν των επιγενομένων. Μετ' αυτήν ολόκληρος εσμός ποιητριών εξεχύθη εκ διαφόρων της Ελλάδος μερών, η Κόριννα και η Μυρτίς εκ Βοιωτίας, η Τελέσιλλα εξ Άργους, η Πράξιλλα εκ Σικυώνος, η δε Ήριννα, [η κατά Σουίδαν «εταίρα Σαπφούς και ομόχρονος» κατά τον Ευσέβιον ήκμαζε] περί τα μέσα του τετάρτου αιώνος (140).

Ο ΑΛΚΑΙΟΣ κατέτριψε την ζωήν πολεμών, πρώτον μεν κατά των Αθηναίων περί της κατοχής του Σιγείου, όπου και αυτός, καθώς ο Αρχίλοχος, έρριψε την ασπίδα, ήν οι εχθροί αφιέρωσαν εις την Αθηνάν, έπειτα δε κατά του δημοκρατικού τυράννου Μελάγχρου και του διαδόχου αυτού Μυρτίλου. Αλλ' εν τέλει οι Μυτιληναίοι έθεσαν πέρας εις τον εμφύλιον σπαραγμόν, αναδείξαντες «αισυμνήτην» τον «σοφόν» Πιττακόν, τότε δε ο Αλκαίος εξωρίσθη. Έκτοτε υπηρέτει ως μισθοφόρος εν Αιγύπτω και αλλαχού, ο δε αδελφός του Αντιμενίδας εν Βαβυλώνι, οπόθεν και επανήλθε

_λάβαν του ξίφεος χρυσοδέταν έχων_,

αφού παλαίσας εφόνευσεν ένα Ιουδαίον ή Αιγύπτιον γίγαντα. Κατόπιν ο ποιητής έτυχεν αμνηστίας και ανεκλήθη. Τα έργα του εν Αλεξανδρεία διηρούντο εις δέκα βιβλία· ήσαν δε πάντα ποιήματα χάριν ευκαιριών, ύμνοι, στασιωτικά (δηλαδή φατριαστικά), συμποτικά και ερωτικά. Την κυρίαν του Αλκαίου δύναμιν φαίνεται ότι απετέλουν αι πολιτικαί και προσωπικαί αναμνήσεις, τα βάσανα των πλανών της εξορίας και των εκστρατειών, η gravis militia, καθώς λέγει Ο Οράτιος [_Carm_. Ι,18,5]. Η Σαπφώ και ο Αλκαίος απεικονίζονται ομού επί πολλών αγγείων και ο θρύλος περί ειδυλλίου μεταξύ των ήτο αναπόφευκτος. Η παράδοσις εφύλαξεν ωραίαν αυτού φράσιν εν μέτρω Σαπφικώ «_Ιόπλοκ' άγνα, μελλιχόμειδε Σάπφοί_», { Thou violet-crowned, pure, softly- smiling Sappho, } και απάντησιν της Σαπφούς εν Αλκαϊκώ μέτρω — λεπτόν αμοιβαίον φιλοφρόνημα (141). Πας του Αλκαίου στίχος έχει χάριν περισσήν, η δ' εξ αυτού ονομασθείσα στροφή είν' εξαίσιον μετρικόν επινόημα. Ο λόγος του ρέει αυτομάτως και μελωδικώς και φαίνεται πηγάζων αμέσως από καρδίας εκχειλιζούσης ως η του Αρχιλόχου, αλλά πολύ ευγενεστέρας. Ο Αλκαίος είναι υπερήφανος Αιολεύς ευπατρίδης, ελευθέριος, φιλοπότης, ελευθερόστομος, περιπαθής· καίτοι δ' επολέμησεν αντί μισθού κατά τας ημέρας της δυστυχίας, ουδέποτε φαίνεται και ότι έγραψεν αντί μισθού (142).

Η νεωτέρα αυτού ΣΑΠΦΩ — το όνομα φέρεται διαφόρως _Ψάπφα_, και _Ψάπφω_ (143), — γεννηθείσα εν Ερέσω της Λέσβου, διαμένουσα δε εν Μυτιλήνη, συνεμερίσθη τας πολιτικάς τύχας της φατρίας του Αλκαίου [κατά το Πάριον χρονικόν φυγούσα εις Σικελίαν]. Μανθάνομεν ότι είχε σύζυγον εξ Άνδρου, — το όνομά του Κερκώλας δεν είναι βέβαιον, — και θυγατέρα Κληίδα, ής η ύπαρξις ίσως υπετέθη σφαλερώς εκ των στίχων [84 (76)]

_Έστι μοι κάλα πάις, χρυσίοισιν ανθέμοισιν εμφέρην έχοισα μόρφαν, Κλήις αγαπάτα_.

{ I have a fair little child, with a shape like a golden flower, Kle4is, my darling! }

Η Σαπφώ φαίνεται προϊσταμένη ομίλου ποιητριών και μαθητριών, συνδεομένων διά ισχυράς φιλίας και αγάπης, κύκλου κατά Μάξιμον τον Τύριον ομοίου προς τους μαθητάς του Σωκράτους. Έγραψε δε εις ποικιλωτάτους ρυθμούς, αλλά πάντα τα σωζόμενα ολίγα αποσπάσματά της φέρουσι βαθύν προσωπικόν τύπον. Όταν τεθή παραπλεύρως του Αλκαίου, αμέσως αισθανόμεθα την γυναίκα. Ο μεν Αλκαίος παθαίνεται χάριν του πολέμου, του πότου, των κινδύνων, και της πολιτικής· η δε Σαπφώ χάριν προσωπικής αγάπης τρυφεράς και ενδομύχου· οι υποβλητικοί στίχοι, όπου διαγράφει την φύσιν, η θαυμασία σύγκρισις [κόρης, ήτις έμενεν άγαμος, προς το μήλον το επί της κορυφής του δένδρου]

_οίον το γλυκύμαλον ερεύθεται άκρω επ' ύσδω άκρον επ' ακροτάτω, λελάθοντο δε μαλοδρόπηες· ου μάν εκλελάθοντ' αλλ' ουκ εδύναντ' επίεσθαι_·

{ Like the one sweet apple very red, up high on the highest bough, that the apple-gatherers have forgotten; no, not forgotten, but could never reach so far }

είναι ίσως ευμορφότερα και αυτών των ερωτικών ασμάτων, όσα ανέδειξαν αθάνατον το όνομα της Σαπφούς. Και δεν πρέπει μεν να υπερτιμώμεν τα παραδιδόμενα περισσά προς την Σαπφώ φιλοφρονήματα — ωνομάζετο κατ' εξοχήν «ποιήτρια», ως ο Όμηρος «ποιητής», «δεκάτη μούσα», «Πιερία μέλισσα», ο δε σοφός Σόλων ηύχετο να μάθη έν άσμα της Σαπφούς και κατόπιν ν' αποθάνη — αλλά βέβαιον είναι ότι η Σαπφώ αμέσως μετά θάνατον εγνωρίζετο και εθαυμάζετο καθ' όλην την Ελλάδα· πάσα δε απαθής κρίσις πρέπει να oμολογήση ότι η ερωτική αυτής ποίησις, έστω και περιωρισμένη, έχει απαράμιλλον λαμπρότητα εις την έκφρασιν του πάθους, όπερ είναι εντονώτερον ή ώστε να περιέχη και χαράν, σοβαρώτερον ή ώστε να δεχθή μεταφοράν ή διακόσμησιν (144). Αλλά δυστυχώς η απαθής κρίσις είναι σπάνιον φυτόν. Ακόρεστος ήτο η περιεργία των μεταγενεστέρων περί της γυναικός, ήτις, ενώ δεν ήτο «εταίρα», εν τούτοις εδημοσίευσε περιπαθείς ερωτικούς στίχους· η Σαπφώ λοιπόν κατήντησε μυθιστορική ηρωίνη· λόγου χάριν, ανέφερε κάπου τον βράχον της Λευκάδος· τούτο έφθανεν· εκ του βράχου εκείνου εκρημνίσθησαν άλλοι μυθικοί ήρωες· και αυτή λοιπόν εκρημνίσθη εξ άπαντος ένεκεν ανεκπληρώτου πάθους! Κατόπιν επήλθεν η προς τα ερωτικά κλίσις, η απερίσκεπτος ευθυμία της αττικής κωμωδίας και η διεφθαρμένη της Ρώμης φαντασία. Αλλά σήμερον ημείς ματαιοπονούμεν συζητούντες περί της τιμιότητος γυναικός, ήτις έζη προ 2500 ετών εν κοινωνία, περί της οποίας δεν έχομεν καμμίαν σχεδόν είδησιν. Είναι φανερόν ότι η Σαπφώ ήτο «σεβαστόν πρόσωπον» εν Λέσβω· δεν υπάρχει δ' ενωρίς αξιόπιστος μαρτυρία, ότι τα Λεσβία ήθη ήσαν έκλυτα. Είναι αλήθεια, ότι τα ποιήματά της αποτείνονται προς τας φίλας λίαν περιπαθώς, αλλά πριν να δεχθώμεν αυτά ως βασίμους μαρτυρίας, έχομεν να λύσωμεν δωδεκάδας ζητημάτων. Π. χ. είναι η δείνα λέξις ορθή; η Σαπφώ λαλεί αφ' εαυτής, ή δραματικώς; χάριν ποίας ευκαιρίας εγράφησαν οι στίχοι και δεν είναι άρα γε απλά ποιητικά πλάσματα κατά τον τρόπον των προς τον Λύκον ωδών του Αλκαίου ή, κατόπιν, του Θεόγνιδος προς τον Κύρνον; (145).

Ουδεμίαν επιζητεί του χαρακτήρος του υπεράσπισιν ΑΝΑΚΡΕΩΝ ο Τήιος· καίτοι, αφού έζησε μετά καλών συντρόφων μέχρι των 85 ετών, ήτο αδύνατον να ήτο τόσον έκλυτος, όσον αυτός θέλει να πιστεύσωμεν. Η ποίησίς του επήγαζεν εκ των Λεσβίων ποιητών και των σκολίων του συμπολίτου του Πυθέρμου. Τω 545 π. Χ. έφυγεν εκ της πατρίδος του ένεκα της περσικής επιδρομής, και εγκατεστάθη εις τα Άβδηρα, την εν Θράκη αποικίαν των Τηίων· εκεί είδεν ολίγην μάχην, όπου, καθώς επιμελώς διηγείτο, έπαθεν ό,τι και ο Αρχίλοχος και ο Αλκαίος· τέλος εκολλήθη εις πολλούς ηγεμονικούς φίλους, τον Πολυκράτη εν Σάμω, τον Ίππαρχον εν Αθήναις, Εχεκράτη τον Αλευάδην εν Θεσσαλία. Των έργων αυτού, ελεγειών, επιγραμμάτων, ιάμβων και ωδών, εν Αλεξανδρεία υπήρχον πέντε βιβλία· ημείς έχομεν έν απόσπασμα σαρκαστικόν [το κατά του πονηρού Αρτέμωνος] και πολλάς βακχικάς και ερωτικάς ωδάς, αποτεινομένας ιδίως προς τον εταίρον αυτού Βάθυλλον. Πάντα ήσαν δημοτικώτατα και εγέννησαν πλείστας απομιμήσεις κατά πάσας τας περιόδους ελληνικής λογοτεχνίας· ούτως έχομεν _Ανακρεόντεια_ ποικίλων χρόνων από του τρίτου αιώνος π. Χ. μέχρι της αναγεννήσεως. Τα Ανακρεόντεια είναι αθώα πάσης νοθείας· λ. χ. έν παριστάνει τον Ανακρέοντα φαινόμενον εις το όνειρον του ποιητού του· άλλων ο ποιητής απλώς λαμβάνει την λύραν του Ανακρέοντος, ίνα ψάλη τον έρωτά του προς «νεώτερον Βάθυλλον». Η διάλεκτος, η παράστασις του Έρωτος ως ανησύχου παιδαρίου, αι προσωποποιίαι, αι περιγραφαί καλλιτεχνημάτων, πάντα είναι μαρτύρια μεταγενεστέρων χρόνων. Αλλ' όμως αναμφίβολος είναι η σπανία χάρις των ποιημάτων τούτων, αληθινών και ψευδών. Ο Ανακρέων διακρίνεται μεταξύ των Ελλήνων διά την ρέουσαν ευκολίαν του ρυθμού, της σκέψεως και της φράσεως. Τον κατανοεί και παιδίον, είναι δε μουσικώτατος. Αλλά τα μη γνήσια ποιήματα είναι πλέον Ανακρεόντεια ή αυτός ο Ανακρέων. Συγκρινόμενος προς αυτά ο γνήσιος Ανακρέων έχει πολλήν ποικιλίαν θεμάτων και ρυθμών, ακόμη δε και αρκετήν μεγαλοπρέπειαν και εγκράτειαν της έκτης εκατονταετηρίδος. Πιθανώτατα δε η όλη περί του ανθρώπου έννοια ημών θα ήτο υψηλοτέρα, εάν έλειπον αι αδιάκοποι απομιμήσεις, αίτινες καθώρισαν τον Ανακρέοντα ως τύπον γέροντος ευθύμου και ερωτύλου (146).

Οι τρεις ούτοι ποιηταί παριστώσι την προσωπικήν λυρικήν ποίησιν της Ελλάδος. Ο Αλκαίος περικλείει πάσαν εκδήλωσιν ανησύχου και ίσως πατριωτικού βίου. Η Σαπφώ εκφράζει μετά φλεγούσης αγωνίας την εσωτερικήν ζωήν, τα συνήθως σιωπηλά πάθη. Ο Ανακρέων σκορπίζει ελαφρά τεμάχια ωδών, αναφερόμενα εις απλήν διασκέδασιν των αισθήσεων ή της φαντασίας. Αλλ' η προσωπική ωδή δεν έφθασε ποτέ το καλλιτεχνικόν μεγαλείον, τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά ύψη του χορικού άσματος. Είναι δε δηλωτικόν της ημετέρας αδυναμίας προς εντελή κατανόησιν της ελληνικής ποιήσεως τούτο, ότι συνήθως ημείς προτιμώμεν μάλλον εκείνο το είδος, όπερ ολόκληρος η αρχαιότης εθεώρει ως ευκολώτερον και υποδεέστερον.

ΤΟ ΧΟΡΙΚΟΝ ΑΣΜΑ

Πλην της προσωπικής λυρικής υπήρχε βεβαίως εν Ελλάδι κατά χρόνους αρχαιοτέρους των παλαιοτάτων σωζομένων ποιημάτων η συνήθεια του εορτασμού σπουδαίων περιστάσεων διά του χορού και του άσματος ολοκλήρου ομίλου. Η περίστασις ηδύνατο, εννοείται, να είναι δημοσία ή ιδιωτική, αλλά κατά τους πρώτους χρόνους ήτο μάλλον ή ήττον θρησκευτική, π. χ. νίκη, θέρος, εορτή, γέννησις, θάνατος ή γάμος. Κατά δε τους χρόνους, ότε πρώτον ημείς γνωρίζομεν τα χορικά, ταύτα πάντοτε μηνύουσιν εξ επαγγέλματος ποιητήν και όμιλον εξ επαγγέλματος χορευτών, και συνήθως κάτι νέον, — δηλαδή νέον χορόν, νέαν μουσικήν, νέα λόγια — διά πάσαν νέαν περίστασιν. Είναι δε τούτο καθολικόν. Οι μεγάλοι λυρικοί είναι Λέσβιοι, Ιταλιώται, Ρηγίνοι, Κείοι, Βοιωτοί, ο δε αρχαιότατος λέγεται ότι ήτο Λυδός. Ο ποιητής ηδύνατο να στείλη προς εκτέλεσιν το έργον του και αλλού, βέβαιος ότι εκεί θα ευρεθώσι δόκιμοι εκτελεσταί, δυνάμενοι να νοήσωσι και τον χορόν και το άσμα. Και η διάλεκτος είναι τρόπον τινά καθολική. Έχει δηλαδή αιολικά, «επικά» και δωρικά στοιχεία, και μόνον η αναλογία τούτων ποικίλλει κατά τους διαφόρους ποιητάς. Τα γεγονότα ταύτα αρκούσι να δείξωσιν ότι τα χορικά και αυτού του Αλκμάνος, πολύ δε μάλλον τα του Σιμωνίδου είναι υψηλώς ανεπτυγμένα έργα. Τα δε άριστα των σωζομένων ειδών, οι επίνικοι του Πινδάρου, παριστώσι την τελείαν ανάπτυξιν άνθους, όπου αρχίζει πλέον η παρακμή.

Τι σημαίνει άρα γε η μείξις αύτη των διαλέκτων; Η αιολική είναι η γλώσσα του άσματος ένεκα της Σαπφούς και του Αλκαίου· διότι πας ψάλτης, ακολουθών αυτούς, επηρεάζετο υπ' αυτών. Το δε επικόν στοιχείον απορρέει εκ του Ομήρου, όστις τότε περίπου διεδόθη ως κοινόν κτήμα της Ελλάδος (147). Αλλά το δωρικόν είναι ανάγκη να εξηγηθή.

Οι ποιηταί, καθώς είδομεν, δεν ήσαν μόνον Δωριείς· αλλ' οι προστάται της ποιήσεως ήσαν, δωρικόν δε κατά μέγα μέρος ήτο και το πνεύμα αυτής. Διότι της μεν ιωνικής και αιολικής παιδείας σκοπός ήτο η ελευθερία του ατόμου· η δε δωρική υπέτασσεν αυτόν προκειμένου και περί αυτής της ποιήσεως, εις κοινόν ευρύτερον και αδιαφορούσα περί των αισθημάτων ενός εκάστου, εζήτει παρ' αυτού να εκφράση τα αισθήματα του συνόλου. Οι πρώτοι χορικοί ποιηταί, ο Αλκμάν και ο Στησίχορος, ήσαν πιθανώς δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι έκαστος χάριν της ιδίας πόλεως. Τούτο είναι έν δωρικόν στοιχείον των χορικών ασμάτων. Άλλο δε είναι, ότι ευθύς ως έπαυσε να εκτελήται υπ' αυτού του κοινού ως δημόσιον καθήκον, απέβη διασκέδασις κατά παραγγελίαν ενός προστάτου, δαπανώντος. Οι μη χορικοί ποιηταί, Αλκαίος, Σαπφώ, Αρχίλοχος, έγραφον προς ιδίαν ευχαρίστησιν και ήσαν κατά την Αριστοτελικήν φράσιν «_εαυτών_» και ουχί «_άλλου_». Ο Ανακρέων έζησεν εν αυλαίς και θα συνετηρείτο βεβαίως εκ της αυλικής προστασίας, αλλά τα ποιήματά του προφανώς εγράφησαν προς ιδίαν τέρψιν και όχι κατ' εντολήν του Πολυκράτους. Αλλ' η άσκησις χορού εξ επαγγέλματος σημαίνει δαπάνην, και η δαπάνη σημαίνει προστάτην δαπανώντα. Όθεν ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης μετά των εξησκημένων αυτών χορευτών ηδύναντο να υπάρχωσι μόνον διά της προστασίας πλουσίων ολιγαρχικών.

Το πλουσιώτατον ιωνικόν κράτος, αι Αθήναι, δυσαρέστως έβλεπον την ανάπτυξιν ταύτην του χορού. Οι αθηναϊκοί διθύραμβοι και αι τραγωδίαι δεν εγράφοντο κατ' εντολήν ενός, ουδέ παριστάνοντο υπό εμμίσθων υποκριτών, αλλ' εδιδάσκοντο πανηγυρικώς υπό ελευθέρων πολιτών, ως υπηρετών του μεγάλου Δήμου. Και ενίοτε μεν πλουσιώτατός τις πολίτης ηδύνατο να παρασκευάζη, καθώς Δωριεύς ευπατρίδης, διδασκαλίαν ιδίου διθυράμβου· αλλά και αυτός ο Μεγακλής, όστις παρήγγειλε διθύραμβον εις τον Πίνδαρον, φαίνεται μέτριος και φειδωλός παραβαλλόμενος προς τους Αιγινήτας και προς τους τυράννους. Ο Αλκιβιάδης παρήγγειλε διθύραμβον εις τον Ευριπίδην, αλλά τούτο ήτο δείγμα της επιδεικτικής του σπατάλης. Εν γένει δ' αι ιωνικαί πολιτείαι ήσαν είτε πτωχοτέραι είτε δημοκρατικώτεραι ή ώστε ν' αναπτύξωσιν επαγγελματικά χορικά άσματα.

Το χορικόν άσμα απετέλει χωριστόν είδος, έχον ιδίαν ενότητα, αλλά δεν είχεν έν όνομα. Όθεν ο Αριστοτέλης συχνά μεταχειρίζεται το ειδικόν όνομα «διθύραμβος» προς δήλωσιν του όλου γένους· τούτο είναι λαϊκή επέκτασις της εννοίας, επελθούσα μετά την ανάπτυξιν του νεωτέρου αττικού διθυράμβου υπό του Τιμοθέου και του Φιλοξένου. Και αυτά δε τα ονόματα των διαφόρων ειδών των χορικών ασμάτων είναι όλως αόριστα. Δηλαδή ότε οι γραμματικοί της Αλεξανδρείας συνήθροισαν τα διεσπαρμένα έργα του Πινδάρου και του Σιμωνίδου εχρειάζοντο βάσιν τινά προς διαίρεσιν και κατάταξιν. Ούτω κατά τα θέματα έχομεν _συμποτικά, επιθαλάμια, θρήνους, επινίκια_· κατά δε την σύστασιν του χορού, _παρθένια, παιδικά_, ή πάλιν εξ άλλης απόψεως, _στάσιμα, εμβατήρια, χορικά_. Κατόπιν έρχονται ίδια ονόματα, εις ουδεμίαν υπαγόμενα τάξιν· _παιάν_ είναι ύμνος εις τον Απόλλωνα· _διθύραμβος_ εις τον Διόνυσον (148) _ιάλεμος_ είναι ίσως θρήνος δι' ασθένειαν και όχι θάνατον. Η σύγχυσις είναι φανερά· οι κατ' ιδίαν συλλέκται έκαμνον καθείς άλλην διαίρεσιν· μετεχειρίζοντο δε και τοπικά ονόματα διά τοπικάς ποικιλίας ασμάτων, αρχικώς ασχέτων π. χ. εάν _ιάλεμός_ τις πράγματι διέφερε _θρήνου και θρήνος επικηδείου_, τούτο εσήμαινε μόνον, ότι πάντα ταύτα ήσαν ονόματα τοπικά και ότι ο ρυθμός αυτών συνέβαινεν ακασταχού { in the different localities } να διαφέρη.