Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 8

Chapter 8484 wordsPublic domain

Αλλά το κύριον ρεύμα του διδακτικού έπους ενωρίς ήδη απέβη θρησκευτικόν. Ο Ησίοδος έπεσεν υπό την επήρειαν του Ορφέως· και αυτά δε τα παραδεδομένα έπη επηρεάσθησαν. Ο Κέρκωψ, ο λεγόμενος ως ο πραγματικός ποιητής Ησιοδείων τινών επών, έγραψε θρησκευτικόν βιβλίον και εκαλείτο Πυθαγόρειος· τούτο δε κατ' εκείνους τους χρόνους, ότε ο Πυθαγόρας ήτο αγέννητος, εσήμαινεν Ορφικός. Ο δε Εύμηλος εγίνωσκε τόσα περί του κόσμου, όσα θα ηδύνατο να μάθη μόνον παρά του Ονομακρίτου. Και αυτό δε το έπος του Αριστέου, όπερ ηδύνατο να λογισθή ως γεωγραφικόν, πρόδρομος των ποικίλων «_Περιηγήσεων_», είλκυε βεβαίως την προσοχήν διά των θαυμάτων και της θεολογίας.

Η Ορφική θεοσέβεια συνεκίνει κυρίως τον κοινόν λαόν και δεν επιφαίνεται εν τη λογοτεχνία· αλλά διακρίνομεν αυτήν οσάκις υποκινεί την φιλοσοφίαν. Αύτη εξηγεί τον Πυθαγόραν, τον σοφόν και ευσεβή άνδρα, όστις αποχαιρετίσας τον κόσμον, έγινεν ιερεύς ασκητικής αδελφότητος, πιστευούσης εις καθαρμόν και εις μυστήρια.

Η ανάδειξις χωριστού φιλοσοφικού έπους οφείλεται αμέσως εις την περίεργον πνευματικήν επανάστασιν του ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ του Κολοφωνίου, μαθητού του Αναξιμάνδρου. Ο Ξενοφάνης διωχθείς υπό της περσικής επιδρομής του 546 π. Χ., ηναγκάζετο να πορίζεται τον άρτον ως ραψωδός· αλλά παρά του Αναξιμάνδρου είχε διδαχθή ότι όσα ερραψώδει ήσαν ψεύδη.

7] _Πάντα θεοίσ' ανέθηκαν Όμηρος θ' Ησίοδός τε όσσα παρ' ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν._

{ Homer and Hesiod fastened on the gods all that is a shame and a rebuke to man, thieving and adultery and the cheating one of another. }

Μετέβαλε το «άπειρον» του διδασκάλου του εις θεόν·

1] είς θεός εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος . . .

{ there is one God most high over men and gods }

2] ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ' ακούει.

{ all of him sees, thinks, and hears }

Έγραψε λοιπόν αληθινήν ποίησιν ιδικήν του — το μέγα διδακτικόν έπος *_Περί φύσεως_, ιστορικόν έπος *_Κολοφώνος κτίσιν_ και _Αποικισμόν εις Ελέαν_ εαυτού και των συνεξορίστων. Οι δ' 67 ενιαυτοί, ούς αναφέρει ότι παρήλθον,

24] _βληστρίζοντες εμήν φροντίδ' αν' Ελλάδα γην_,

{ tossed his troubled thoughts up and down Hellas }

φαίνεται ότι περιελάμβανον πολλούς χαλεπούς αγώνας κατά ωργανωμένης αντιδράσεως, της οποίας ηχώ έχομεν εν τοις *_Σίλλοις_. Ο Ξενοφάνης ούτε μέγας φιλόσοφος, ούτε μέγας ποιητής ήτο· αλλά το γεγονός, ότι κατ' αυτήν την επικράτησιν της επικής παραδόσεως εκήρυξε το ευαγγέλιον της ελευθέρας φιλοσοφίας και διελάλησε τολμηρώς όσα καθείς ησθάνετο κρυφίως, ανέδειξεν αυτόν μεγάλην δύναμιν εν τη ζωή και τη λογοτεχνία της Ελλάδος. Κίναι ίσως ο μόνος απροκάλυπτος θρησκευτικός επικριτής ο σωθείς εκ των αρχαίων χρόνων. Οι κατόπιν σκεπτικοί ή αδιάφοροι επροσποιούντο ότι εθεώρουν την περί θρησκείας ελευθεροστομίαν ως σκιαμαχίαν ή και ακαλαισθησίαν.

Το παράδειγμα του Ξενοφάνους ωδήγησε τον μέγαν εν τη φιλοσοφία μαθητήν αυτού να στιχουργήση τας αφηρημένας του δοξασίας. Το *_Περί φύσεως_ έπος του ΠΑΡΜΕΝΙΔΟΥ ήτο διηρημένον εις δύο βιβλία, το μεν πρώτον περί αληθείας, το δε δεύτερον περί ψεύδους· είχε δε μυθολογικόν τέλος· η ανάβασις του ποιητού μετά των θυγατέρων του Ηλίου, αίτινες οδηγούσιν αυτόν διά των πυλών της Νυκτός και της Ημέρας εις το ιερόν της Σοφίας, προξενεί δυνατήν εντύπωσιν· το όλον όμως έργον θα ήτο προτιμότερον αν εγράφετο εις πεζόν λόγον.

Αλλ' αληθής ποιητής ήτο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ο Ακραγαντίνος, ίσως τόσον μέγας, όσον ο θαυμαστής αυτού Λουκρήτιος (106), ειργάζετο δε και ωραιοτέραν ύλην. Διέπρεψε και ως πολίτης, πρωταγωνιστήσας υπέρ ελευθερίας κατά των τυράννων Θήρωνος και Θρασυδαίου. Αλλ' ο βίος του, καθώς και των συγγενών αυτού πνευμάτων, του Πυθαγόρου και κατόπιν Απολλωνίου του Τυανέως, εκαλύφθη διά θαυμάτων· εσταμάτησε τους ανέμους· απεξήρανε τεράστιον έλος· ανέστησε γυναίκα νεκράν· προείπε την ώραν ότε θ' ανεκαλείτο υπό των θεών και εξηφανίσθη χωρίς ν' αποθάνη. Οι αντίζηλοί του έλεγον ότι εξ απλής κενοδοξίας ερρίφθη εις την Αίτναν, όπως αφανίση παν ίχνος του και πιστευθή ως αθάνατος (107). Αλλά πώς λοιπόν εγνώσθη τούτο; Εφόρει χαλκάς «κρηπίδας» και το ηφαίστειον έρριψεν έξω μίαν! Υγιεστέρα παράδοσις έλεγεν ότι απέθανεν εξόριστος εν Πελοποννήσω· ο δε χαρακτήρ αυτού αφήκε βαθείαν εντύπωσιν εις το πνεύμα των Ελλήνων και των Αράβων. Περί του συστήματος αυτού λαλούμεν κατόπιν· αλλ' αληθής της ποιήσεως αυτού ζωή είναι η θαυματουργία· ιδού τι λέγει εξόριστος θεός [εν τω *_Περί φύσεως_ 1]·

_Έστιν ανάγκης χρήμα, θεών ψήφισμα παλαιόν αΐδιον, πλατέεσσι κατεσφραγισμένον όρκοις εύτε τις αμπλακίησι φόνω φίλα γυία μιήνη αύτως ή επίορκον αμαρτήσας επομόσση (δαίμων οίτε βίοιο λελόγχασι μακραίωνος) τρις μεν μυρίας ώρας από μακάρων αλάλησθαι γεινόμενον παντοία διά χρόνου είδεα θνητών._

{ There is an utterance of Fate, an ancient decree of the gods, everlasting, sealed with broad oaths ; when any being stains his hand with sin of heart or swears an oath of deceiving, aye, though he be a Spirit, whose life is for ever, for thrice ten thousand years he wanders away from the Blessed, growing, as the ages pass, through all the shapes of mortal things, passing from one to another of the weary ways of life.}

32] _Αιθέριον γαρ σφε μένος πόντονδε διώκει πόντος δ' ες χθονός ούδας απέπτυσε, γαία δ' ες αυγάς ηελίου ακάμαντος, ο δ' αιθέρος έμβαλε δίναις, άλλος δ' εξ άλλου δέχεται, στυγέονσι δε πάντες._

{The might of the Æther hunts him to the Sea, the Sea vomits him back to the floor of Earth, and Earth flings him to the fires of Helios the unwearied, and he to the whirlwinds of Æther. He is received of one after another, and abhorred of all. }

Ο Εμπεδοκλής ενεθυμείτο προηγουμένους βίους·

11] Ήδη γαρ ποτ' εγώ γενόμην κουρός τε κόρη τε θάμνος τ' οιωνός τε και είν' αλί έλλοπος ιχθύς·

{I have been a youth and a maiden and a bush and a bird and a gleaming fish in the sea.}

απεστρέφετο δε την σφαγήν των ζώων προς τροφήν των ανθρώπων·

440] _Ου παύσεσθε φόνοιο δυσηχέος; ουκ εσοράτε αλλήλους δάπτοντες ακηδείησι νόοιο_;

{Will ye never cease from the horror of bloodshedding? See ye not that ye devour your brethren, and your hearts reck not of it ?}

Αλλά κατ' αυτόν και η κυαμοφαγία είναι επίσης φοβερά·

451] _δειλοί, πάνδειλοι, κυάμων από χείρας έχεσθε_.

{Wretched, thrice-wretched, keep your hands from beans. }

Όχι διότι τα «κουκκιά» είναι τροφή ερεθιστική, αλλά διότι θρησκευτικώς ενομίζοντο ως ακάθαρτα (108).

ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΙΑΜΒΟΣ

Η χρήσις της λέξεως «λυρική» προς δήλωσιν πάσης ποιήσεως μη επικής και δραματικής, είναι νέα και ανακριβής. Η λέξις σημαίνει ότι η ποίησις εψάλλετο προς λύραν ή κατά μικράν επέκτασιν προς άλλο τι όργανον. Αλλά και το έπος κατ' αρχάς εψάλλετο· ο «Όμηρος» εκράτει φόρμιγγα, ο δε «Ησίοδος» φόρμιγγα ή ράβδον. Εξ άλλου δε η «λυρική» ελεγεία και ο ίαμβος ενωρίτατα ήρχισαν να παραλείπωσι την μουσικήν. Πάσα ελληνική ποίησις επήγαζεν έκ τινος μορφής του μέλους, δηλαδή λέξεων αρμοζομένων προς μουσικήν· αλλά βαθμηδόν τα ποικίλα είδη της ποιήσεως ή απέρριψαν την μουσικήν, εφόσον εχρειάζοντο προσοχήν και σαφήνειαν ιδεών, ή έπεσον έτι μάλλον υπό το κράτος της μουσικής, εφόσον απέβλεπον εις την έκφρασιν αισθήματος αορίστου. Ώστε σπανίως δυνάμεθα να είπωμεν, εάν ωρισμένοι στίχοι απηγγέλλοντο ή εψάλλοντο. Αι ελεγείαι του Θεόγνιδος φαίνεται ότι εψάλλοντο κατά τα συμπόσια προς αυλόν. Αλλ' ο Πλάτων, λαλών περί του Σόλωνος, μεταχειρίζεται οτέ μεν το άδειν, οτέ δε το ραψωδείν· τα δύο κύρια διακριτικά του μέλους και του λόγου είναι η καλουμένη «στροφή» και η επί μιας συλλαβής παράτασις της φωνής. Λόγου χάριν, ο πεντάμετρος, όστις προήλθεν εκ του εξαμέτρου, λογιζομένης μιας μακράς συλλαβής ως δύο κατά το τέλος εκάστου ημιστιχίου, είναι «λυρικώτερος» του απλού εξαμέτρου· και η ελεγεία, ήν αποτελούσι ζεύγη εξαμέτρων και πενταμέτρων, είναι «λυρικωτέρα» του ομοιομόρφου εξαμέτρου έπους. Αι ιαμβικαί στροφαί παράγουσιν μεγαλοπρεπέστατον μέλος του Αισχύλου (109), ενώ ο κοινός ιαμβικός τρίμετρος είναι η εγγυτάτη προς τον πεζόν λόγον ποιητική μορφή.

Περί των αρχαίων ελληνικών μελών υπάρχουσιν όλως ανακόλουθοι και αόριστοι ειδήσεις. Τα «σκόλια» ή συμποτικά άσματα είχον εκ παραδόσεως ωραιότατον μέλος, αλλά είναι άδηλον τίνος ποιητού. Ποικίλα δε αθλητικά μέλη, καλούμενα «νόμοι», καθώς ο «πολυκέφαλος νόμος», ο «αρμάτειος νόμος» (110) αποδίδονται εις «Όλυμπον» τον Φρύγα, όστις ελέγετο υιός Μαρσύου του Σατύρου, [ζων επί Μίδα του β', ήτοι περί τα 700 π. Χ.] δύσκολον δε είναι να πιστοποιηθή ως ιστορικόν πρόσωπον, απλώς επειδή επικαλείται «Όλυμπος ο νεώτερος». Τα δε λυρικά μέλη κατά μέγα μέρος ανάγονται εις τον ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΝ τον εξ Αντίσσης της Λέσβου. Περί τούτου φέρονται δύο θρύλοι, διδακτικοί· ελέγετο δηλ. ότι αφού ο Ορφεύς κατεσπαράχθη — καθό Βακχική ενσάρκωσις — υπό των γυναικών της Θράκης, η κεφαλή του και η λύρα του ερρίφθησαν υπό των κυμάτων εις την πατρίδα του Τερπάνδρου. Ούτως ο Τέρπανδρος είναι ο αναπτύξας την αιολικήν ή εγχώριον ελληνικήν μουσικήν. Επίσης όμως ελέγετο ότι διδάσκαλον είχε Χρυσόθεμιν τον Κρήτα. Αλλ' η Κρήτη ήτο μία των πρώτων δωρικών αποικιών. Ούτως ο Τέρπανδρος συνενώνει την ιθαγενή έγχορδον μουσικήν μετά της μουσικής των Δωριέων κατακτητών. Παν ό,τι παραδίδεται περί αυτού, και αυτό το όνομά του (ο τέρπων τους άνδρας) φέρει μυθικήν χροιάν (111). Ούτω π. χ. ηύξησε τας χορδάς της λύρας από τεσσάρων εις επτά· εποίησεν επτά κιθαρωδικούς νόμους· είς ιδίως, καλούμενος «Τερπάνδρειος νόμος» είχεν επτά μέρη (112) αντί των τριών απλών, αρχής, μέσου και τέλους. Ενίκησε δε τετράκις εν Δελφοίς, πριν ακόμη ιδρυθή οιοσδήποτε αγών! Ήτο και ο πρώτος νικητής κατά τα Κάρνεια της Σπάρτης. Αλλά πάντες οι τοιούτοι αγώνες δεν κατεγράφοντο κατ' αρχάς, ο δε πρώτος νικητής συνήθως ήτο μυθώδης (113).

Το πόρισμα είναι ότι καθώς υπήρχον έπη, ούτως υπήρχον και μέλη πολλαχού της Ελλάδος προ των αρχαιοτάτων ημών μνημείων. Οι τοπικοί ρυθμοί ήσαν ποικίλοι και η αρμονία γενικώς εταξινομείτο γεωγραφικώς, η δωριστί, η φρυγιστί, η λυδιστί, η αιολιστί, η ιαστί αρμονία και ούτω καθεξής. Η τοιαύτη διαίρεσις φαίνεται εις ημάς άτεχνος, εξ άλλου όμως δεικνύει ότι ωρμήθη εξ ωρισμένης γνώσεως εκάστου είδους. Οι μαθηταί του Σωκράτους, οίτινες έβλεπον τα πάντα ως ηθικολόγοι, εφιλοσόφησαν πολλά περί της ηθικής αξίας εκάστης αρμονίας. Κατ' αυτούς η δωριστί το ανδρώδες εμφαίνει και μεγαλοπρεπές, η φρυγιστί ήτο αγρία και διεγερτική, η λυδιστί θηλυπρεπής, η δε αιολίς είχε «το γαύρον και ογκώδες» { turbulent chivalry}. Αλλά ταύτα φαίνονται αυθαίρετα· διότι ενώ ο Πλάτων περιλαμβάνει την ιαστί αρμονίαν εις τας «_μαλάκας τε και συμποτικάς_» { effeminate and bibulous } (114) ο μαθητής αυτού Ηρακλείδης ο Ποντικός λέγει «_το της ιαστί γένος αρμονίας . . . . . αυστηρόν και σκληρόν_» { austere and proud. } (115). Η Σωκρατική παράδοσις ανεύρισκεν ιδίως ηθικήν έννοιαν εις τας διαφοράς εγχόρδων και εμπνευστών οργάνων, ενώ δε η λύρα και η κιθάρα εθεωρούντο χρήσιμοι εις τους αγαθούς πολίτας, ο αυλός ή ο πλαγίαυλος ή ό,τι άλλο αντιστοιχεί προς τα διάφορα του αρχαίου «αυλού» είδη, ενομίζετο αρμόζων εις γυναίκας ή βαρβάρους. Και όμως ο αυλός ήτο το αγαπητόν όργανον των Σπαρτιατών, των Βοιωτών και των Δελφών· όσον και αν ετάρασσε τους ευαισθήτους Αθηναίους, ήρεσκεν εις τους Δωριείς· αλλ' ίσως εις ημάς θα εφαίνετο εντελώς ανούσιος.

Τα τοπικά γένη της μουσικής είχον και αντίστοιχα μετρικά γένη. Λόγου χάριν τα μέλη της Λέσβου και της Τέω παρέμειναν απλά· η μουσική δηλαδή εκείνη έθελγε και αγύμναστα ωτία. Οι δε συνήθεις ιωνικοί ρυθμοί και άπαξ ακουόμενοι, εφαίνοντο εξαίσιοι, αλλ' οι δωρικοί κάπως ήσαν τραχύτεροι, οι δε πολλοί των αιολικών ήσαν αισθητοί μόνον εις ολίγους μουσικωτέρους. Καθόλου οι σταθεροί κανόνες, η υπήχησις της ρυθμικής κινήσεως και η συνεχής αλλ' υποτεταγμένη μουσική, κατέστησε τους Έλληνας ικανούς να παράγωσι διά του μέτρου εντυπώσεις, τας οποίας ουδέ ο τολμηρότατος και μελωδικώτατος των Άγγλων ποιητών ουδέποτε θα ωνειρεύετο να πλησιάση. Κανέν ίσως άλλο των αρχαίων κατορθωμάτων δεν ευρίσκεται τόσον μακράν ημών, όσον το υψηλότερον λυρικόν ποίημα. Ανεπτύξαμεν αληθώς οι νεώτεροι την μουσικήν ως χωριστήν τέχνην και υπερέβημεν κατά πολύ τους Έλληνας εις τούτο, αλλ' αντί ποίας φοβεράς θυσίας!

Η ετυμολογία της λέξεως «έλεγος» είναι σκοτεινή. Ίσως αρχικώς ήτο μέτρον πένθιμον, συνοδευόμενον, οπότ' εψάλλετο, υπό αυλού. Αλλ' απαντά πρώτον επί πολεμικών ωδών και συν τω χρόνω κατήντησεν ο ειδικός του έρωτος στίχος.

Ο πρώτος γνωστός ελεγειακός, ο ΚΑΛΛΙΝΟΣ, ήτο Εφέσιος και έγραψε διάλεκτον μικρόν απέχουσαν των ιωνικών μερών του Ομήρου. Επολέμησε κατά των εισβαλόντων Κιμμερίων (περί τα 650 π. Χ.) και κατά της πόλεως Μαγνησίας. Συνεχρόνησε δε περίπου μετά του μεγάλου Αρχιλόχου, αλλ' ο μεν Καλλίνος ελάλει περί της Μαγνησίας ως μαχομένης, ο δε Αρχίλοχος εγίνωσκε την άλωσιν αυτής (116). Ο δε ΤΥΡΤΑΙΟΣ ο Αφιδναίος έγραψε χάριν των Σπαρτιατών επί του δευτέρου μεσσηνιακού πολέμου πολεμικάς ελεγείας, όπου λαλεί ως Δωριεύς ευπατρίδης, ως Σπαρτιάτης. Αλλ' επειδή υπήρχεν Άφιδνα και εν τη Αττική, καθώς εν τη Λακωνική, η αθηναϊκή κακολογία, τροποποιούσα παλαιόν ανέκδοτον, έπλασεν ότι δήθεν η Σπάρτη, στενοχωρουμένη δεινώς εκ του πολέμου, εζήτησεν εξ Αθηνών αρχηγόν και ότι οι Αθηναίοι απέστειλαν ένα χωλόν γραμματοδιδάσκαλον, όστις έδωκε τόσον θάρρος εις τους απηλπισμένους, ώστ' ενίκησαν (117). Ομοίως οι Σάμιοι διηγούντο ότι εδάνεισαν εις τους Πριηνείς μίαν μάντιδα προς βοήθειαν εναντίον των Καρών· ότι δηλαδή και μία γραία της Σάμου έφθανε να διδάξη τους Πριηνείς το πολεμείν! Ο Τυρταίος κατά την μεταγενεστέραν παράδοσιν την μη σπαρτιατικήν, καταντά πρόσωπον σχεδόν κωμικόν — λόγου χάριν κατά τα Μεσσηνιακά του Ριανού (του τρίτου π. Χ. αιώνος). Αλλά το δωρικόν αυτού όνομα, το γεγονός ότι αι ελεγείαι του εψάλλοντο εν Κρήτη ως και εν Πελοποννήσω και αι προς αυτόν απονεμόμεναι κατά τας λακωνικάς εορτάς τιμαί υπεμφαίνουσιν ότι ήτο προσωποποιία του δωρικού πολεμικού _ελέγου_ και ότι παν ανώνυμον δωρικόν πολεμικόν άσμα εγίνετο ιδικόν του — λόγου χάριν οι ολίγον αρχαϊκοί στίχοι, ούς διέσωσεν ο Λυκούργος (118). Τα ποιήματα πιθανώς ήσαν κατ' αρχάς δωρικά· αλλά τα σωθέντα αποσπάσματα φέρουσιν ιωνικόν ένδυμα και μάλιστα νεώτερον. Η συλλογή περιέχει και έν αναπαιστικόν εμβατήριον, προέρχεται ο εξ Αλεξανδρείας και επιγράφεται «_Ευνομία_». (119)

Μέγιστος των ελεγειακών ποιητών είναι ΜΙΜΝΕΡΜΟΣ ο Κολοφώνιος. Εδοξάσθη κυρίως διά την *_Ναννώ_, μακρόν ποίημα ή ποιητικήν συλλογήν περί έρωτος ή παλαιών ερωτικών μύθων, φέρουσαν το όνομα της ερωμένης του, ήτις ήτο αυλητρίς, όπως και αυτός ήτο αυλητής. Αλλά και οι πολεμικοί του στίχοι είναι τεχνικώτεροι των του Τυρταίου και του Καλλίνου (120). Ο Μίμνερμος πλην του έρωτος και της μάχης αισθάνεται βαθύτατα και την φύσιν. Ωραίον είναι λόγου χάριν το απόσπασμα [11]

_Ηέλιος μεν γαρ πόνον έλλαχεν ήματα πάντα· ουδέ κοτ' άμπαυσις γίγνεται ουδεμία ίπποίσίν τε και αυτώ, επεί ροδοδάκτυλος Ηώς Ωκεανόν προλιπούσ' ουρανόν εισαναβή. Τον μεν γαρ διά κύμα φέρει πολυήρατος ευνή κοιίλη, Ηφαίστου χερσίν εληλαμένη χρυσού τιμήεντος υπόπτερος, άκρον εφ' ύδωρ εύδονθ' αρπαλέως χώρου αφ' Εσπερίδων γαίαν ες Αιθιόπων, ίνα δη θοόν άρμα και ίπποι εκτάσ', όφρ' Ηώς ηριγένεια μόλη_.

{ Surely the Sun has labour all his days, And never any respite, steeds nor god, Since Êos first, whose hands are rosy rays, Ocean forsook, and Heaven's high pathway trod; At night across the sea that wondrous bed Shell-hollow, beaten by Hephaistos' hand, Of winged gold and gorgeous, bears his head Half-waking on the wave, from eve's red strand To the Ethiop shore, where steeds and chariot are, Keen-mettled, waiting for the morning star» }

Η επίδρασις του Μιμνέρμου εμεγαλύνετο συν τω χρόνω και το σχέδιον της *_Ναννούς_ παρέμεινεν ως δημιουργόν σπέρμα της μεγάλης ελεγειακής ποιήσεως της Αλεξανδρείας και των Ρωμαϊκών αυτής απομιμήσεων (121). Παν ό,τι έγραψεν ο Μίμνερμος έχει χρώμα και μελωδίαν, αλλά και πνεύμα όπου χρειάζεται, καθώς εν τη περιγραφή της αλώσεως της Σμύρνης (122).

Μετά τους μη αττικούς τούτους ποιητάς, ούς μόλις βλέπομεν ως σκιάς, θαυμάζομεν ακούοντες όσα διηγείτο η Αττική παράδοσις περί του ΣΟΛΩΝΟΣ, του υιού του Εξηκεστίβου (639-559 π. Χ.). Η παράδοσις είναι θρύλος μάλλον ή ιστορία, και αναφέρεται εις τα εξής· τας περιηγήσεις, την μανίαν του, και τας προς τον Πεισίστρατον συμφωνίας. Αι περιηγήσεις ήσαν πιθανώς κοινά εμπορικά ταξείδια, αλλ' απετέλουν ωραίον πλαίσιον διά την ελληνικήν αντίληψιν του περιπλανωμένου σοφού. Ακούομεν, εναντίον πάσης χρονολογίας, πώς συνήντησε τον πλουσιώτατον των βασιλέων, τον Κροίσον, όστις του επέδειξε τους θησαυρούς του και κατόπιν τον ηρώτησεν αν είδε κανένα «_πάντων ολβιώτατον_» { most fortunate } (123). Ο Σόλων ωνόμασε μερικούς αφανείς ανθρώπους, οίτινες αφού έπραξαν το καθήκον των, αγαπώμενοι υπό των πολιτών απέθανον άριστα. Και τότε μεν τα λόγια εκείνα εφάνησαν ανόητα, αλλά κατόπιν ωμολογήθη όλη των η αλήθεια υπ' αυτού του Κροίσου, ότε ο Κύρος ητοιμάζετο να τον καύση, και του Κύρου, όστις ακούσας το πράγμα, δεν εξετέλεσε την καταδίκην. Ο Σόλων ήτο στρατιωτικός και πολιτικός ανήρ, όστις νέος μεν έγραψεν ερωτικά ποιήματα, έπειτα δ' έστρεψε την στιχουργικήν του τέχνην εις πρακτικούς σκοπούς, κυκλοφορών πολιτικά ποιήματα, καθώς και οι μετά δύο αιώνας διάδοχοί του εκυκλοφόρουν πολιτικά φυλλάδια και λόγους. Άγνωστον είναι κατά πόσον το σύστημα τούτο ήτο δάνειον εκ των μεγάλων πόλεων της Ιωνίας ή ανεπτύχθη εκ της ιδίας αττικής πολιτικής ροπής. Του Σόλωνος σώζονται πολλά εκτενή αποσπάσματα ελεγειακά, ιαμβικά, και τροχαϊκά· πάντα βεβαίως έχουσι μεγάλην ιστορικήν σημασίαν, αλλά ως ποιήματα έχουσι την ακαμψίαν και την πεζότητα του πρακτικού ανθρώπου (124). Τούτων περιεργότατα είναι τα αναφερόμενα εις τον κατά των Μεγαρέων πόλεμον περί της κατοχής της Σαλαμίνος και εις την «σεισάχθειαν», την μεγάλην νομοθετικήν του Σόλωνος καινοτομίαν. Ως μεταρρυθμιστής ο Σόλων ηττήθη υπό των εκτάκτων του καιρού εκείνου δυσχερειών· επιζήσας είδε την πτώσιν του πολιτεύματος, όπερ ενομοθέτησεν, και την αύξησιν του Πεισιστράτου· αλλ' ο χαρακτήρ αυτού εφυλάχθη ζωηρός εν τη μνήμη των Αθηναίων, και παρέμεινεν ως τύπος αγαθού και μεγάλου νομοθέτου, όστις ηδύνατο, αλλ' ως τίμιος άνθρωπος, δεν ηθέλησε να τυραννεύση (125).

ΘΕΟΓΝΙΣ ο Μεγαρεύς (126), ο κάλλιστα σωζόμενος των ελεγειακών, χρεωστεί την αθανασίαν εις τα γνωμικά του, τα σύντομα αποφθέγματα πρακτικής φιλοσοφίας, άπερ οι αρχαίοι Έλληνες ωνόμαζον «γνώμας», οι δε Ρωμαίοι sententias. Τινά είναι απλώς ηθικά

255] _Κάλλιστον το δικαιότατον λώστον δ' υγιαίνειν, πράγμα δε τερπνότατον, την τις ερά, το τυχείν_.

{ " Fairest is righteousness, and best is health, And sweetest is to win the heart's desire."}

Άλλα είναι πικρά·

575 _οι με φίλοι προδιδούσιν, επεί τον γ' εχθρόν αλεύμαι, ώστε κυβερνήτης χοιράδας ειναλίας_.

{ " Few men can cheat their haters, Kyrnos mine; Only true love is easy to betray! " }

Άλλα εκφράζουσι δίψαν προς εκδίκησιν·

361 Ανδρός τοι κραδίη μινύθει μέγα πήμα παθόντος, Κύρν' αποτινυμένου δ' αύξεται εξοπίσω. Ευ κώτιλλε τον εχθρόν· όταν δ' υποχείριος έλθη, τείσαι μιν, πρόφασιν μηδεμίαν θέμενος.

{ " Drink while they drink, and, though thine heart be galled, Let no man living count the wounds of it: There comes a day for patience, and a day For deeds and joy, to all men and to thee! "}

Τα γνωμικά του Θεόγνιδος δεν είναι βρεφική τροφή. Ο Θέογνις είναι Δωριεύς ευπατρίδης, και σφοδρότατος φατριαστής πολιτείας ονομαστής διά τα κόμματα· πίνων αλύπητα, μισεί θανασίμως τους δημοκρατικούς, «_των είη μέλαν αίμα πιείν_» [349] { give him their black blood to drink } διότι εφόνευσαν τους φίλους του και τον εξώρισαν, συλήσαντες τα χρήματά του. Έκτοτε ο υπερήφανος ανήρ ηναγκάσθη να γράφη ποιήματα χάριν των ξενιζόντων αυτόν. Ούτω λέγεται ότι έγραψεν ελεγείαν «εις τους σωθέντας των Συρακοσίων εν τη πολιορκία». Τα σωζόμενα αποσπάσματα είν' εκρήξεις προσωπικού πάθους ή παραινέσεις, απευθυνόμεναι προ πάντων προς τον εταίρον αυτού Κύρνον. Η προς αυτόν σχέσις του Θεόγνιδος είναι χαρακτηριστική του Δωριέως στρατιώτου. Παραλαμβάνει μαζί του παίδα της αυτής κοινωνικής τάξεως, και τον διδάσκει «_οία τε παιδί πατήρ_» { like a father } (1049) όλα τα καθήκοντα του δωρικού ιπποτισμού· να πολεμή, να υπομένη σιωπών, να είναι πιστός εις την φιλίαν, να λέγη την αλήθειαν και να μη έχη σχέσεις προς κακούς [1164]. Είναι υπόχρεος να φέρη τον εταίρον οπίσω σώον ή ν' αποθάνη και αυτός· στενοχωρείται, ότι ο μικρός δεν ήλθεν εις ηλικίαν, ώστε να γίνη και αυτός καλός και άξιος Δωριεύς. Περί των λοιπών σχέσεων αυτού προς τον Κύρνον λέγομεν τόσον μόνον, ότι δεν υπήρχον γυναίκες εν τοις δωρικοίς στρατοπέδοις. Αληθώς, οι Δωριείς επιδρομείς εκόμισαν εις την Ελλάδα μείγμα τι αγαθού και πονηρού, όπερ ο γνήσιος Έλλην εθαύμαζεν ενίοτε υπέρ το δέον, καθόσον ήτο ξένον προς αυτόν — εγκράτειαν, αντοχήν, τραχύτητα, αλαζονείαν, αφοσίωσιν εις στενόν κύκλον φίλων και απολίτιστον ιδανικόν. Τα χειρόγραφα του Θεόγνιδος προέρχονται εκ συλλογής γενομένης χάριν των σχολείων κατά τον τρίτον αιώνα π. Χ. και φέρουσι παρεμβολάς χαρακτηριστικάς των διδακτικών βιβλίων. Ολόκληρα δηλαδή χωρία του Σόλωνος, του Μιμνέρμου, του Τυρταίου και άλλου ελεγειακού, του Ευήνου, κατ' αρχάς φερόμενα εν τη ώα χάριν παραβολής, παρεισέφρησαν εις το κείμενον· η δε τάξις των γνωμών συνεχύθη και ενίοτε έχομεν ηνωμένους δύο αρχικώς διαφόρους τύπους της αυτής γνώμης, ένα πρωτότυπον και ένα συντομώτερον. Αι γνώμαι πολλάκις έχουσι πολύ το αγέρωχον και δωρικόν, υπερβολήν μίσους και αγάπης και δόσιν συμβολισμού, ήτις αποδεικνύει τον Θέογνιν άξιον του ονόματος του ποιητού (127).

Η προς τας γνώμας τάσις κατέληξεν εις την δημιουργίαν των Επτά σοφών. Αυτοί ανέλαβον την πατρότητα των περιφερομένων παροιμιών και γνωμικών, του _Γνώθι σαυτόν_ — όπερ επεγράφη επί του εν Δελφοίς ναού — του _Μηδέν άγαν_, του _Εγγύη, πάρα δ' άτα_ { Surety; loss to follow } και των άλλων, όσα εφέροντο εις το στόμα του λαού. Αλλ' οι «σοφοί» εκείνοι δεν ήσαν πάντοτε και αγαθοί· το όνομα του τυράννου Περιάνδρου φέρεται επί τινων καταλόγων, το δε του αισυμνήτου Πιττακού επί πάντων· η δε σοφία των ήτο κυρίως φρόνησις. Των γνωμών τούτων ελέγετο ότι κατήρτισεν έκδοσιν _Λόβων_ ο Αργείος, ρήτωρ του τετάρτου ίσως αιώνος. Αλλά και τα αινίγματα, καθώς αι γνώμαι, είναι είδος σοφίας· και πολλοί αρχαίοι γρίφοι αποδίδονται εις τον σοφόν Κλεόβουλον ή άλλως την Κλεοβουλίνην, λεγομένην θυγατέρα του Κλεοβούλου· ίσως είναι απλώς θηλυκή μορφή της σοφίας (128).

Την «γνώμην» έκαμαν δηκτικήν οι δύο συνηλικιώται, ΦΩΚΥΛΙΔΗΣ ο Μιλήσιος και ΔΗΜΟΔΟΚΟΣ ο Λέριος (περί τα 550 π. Χ.) Τα μόνα σωζόμενα τούτων έργα είν' επιγράμματα εν ελεγειακώ μέτρω. Ο Δημοδόκος αξιοί ότι ανεκάλυψε το εξής γονιμώτατον σκώμμα·

Και το δε Δημοδόκου· Χίοι κακοί· ουχ ο μεν, ός δ' ου, πάντες πλην Προκλέους· και Προκλέης δε Χίος.

{ This, too, is of Demodocus : The Chians are bad; not this man good and that bad, but all bad, except Procles. And even Procles is a Chian! }

Του επιγράμματος τούτου υπάρχουσι πολλαί, ελληνικαί και λατινικαί απομιμήσεις, τελευταία δε είναι η του Πόρσωνος καταδίκη των Γερμανών φιλολόγων «πάντων, πλην του Hermann, αλλά και ο Hermann είναι Γερμανός!» Ο δε τρόπος της εισαγωγής «_και τόδε Φωκυλίδεω_» ή «_Δημοδόκου_», φαίνεται ότι εχρησίμευεν εις τους δυο ποιητάς, ως η μνεία του Κύρνου εις τον Θεόγνιν· ήτο δηλαδή σφραγίς, αποτυπούσα το όνομα του ποιητού. Υπό το όνομα του Φωκυλίδου έχομεν ποίημα 239 εξαμέτρων, περιέχον ηθικά παραγγέλματα, αλλ' ο Bernays (129) απέδειξεν αυτό έργον ελληνίζοντος Ιουδαίου, διότι λαλεί περί αναστάσεως και συμφωνεί προς το Δευτερονόμιον (κβ', 6) περί μη λήψεως των νεοσσών εκ των φωλεών (130).