Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 7
Αλλά διατί εγράφοντο κατάλογοι γυναικών; Διά δύο λόγους. Πρώτον μεν λέγεται ότι οι Λοκροί εμέτρουν τας γενεαλογίας αυτών από των γυναικών αλλά και αν τούτο, τοιουτοτρόπως λεγόμενον, θεωρηθή απαράδεκτον, υπάρχει αξιόπιστος μαρτυρία, εκτός της Νοσσίδος και των άλλων ποιητριών, περί της εν Λοκρίδι μεγάλης σημασίας των γυναικών. Έπειτα δε πλείστα βασιλικά γένη της Ελλάδος ελέγοντο καταγόμενα εκ θεών· τούτο δε κατά τους χρόνους της τοπικής τρόπον τινά μονοθεϊστικής θρησκείας εξοικονομείτο ως εξής· ο τοπικός βασιλεύς εγίνετο απόγονος του τοπικού θεού. Ότε όμως οι γεωγραφικοί φραγμοί κατερρίφθησαν και επομένως επληθύνθησαν οι γνωστοί θεοί, αι γενεαλογίαι εκείναι έπρεπε να συστηματοποιηθώσι και πολλαχού να διορθωθώσι. Παραδείγματος χάριν, θεσσαλικοί τινες βασιλείς κατήγοντο εκ της Τυρούς και του ποταμού Ενιπέως· τούτο βεβαίως εντός της πεδιάδος αυτών ήτο αρκετόν· αλλ' όμως ότ' εξήλθον πέραν αυτής, ανεκάλυψαν ότι τα γένη των ανήγοντο εις τον Ποσειδώνα, τον βασιλέα του «ευρέος πόντου» και ίσως πάντων των υδάτων, και δεν ηρκούντο πλέον εις τον τοπικόν ποταμόν. Εν δε τη Νεκυία της _Οδυσσείας_ ευρίσκομεν τον δεύτερον του μύθου σταθμόν· πραγματικός πρόγονος ήτο ο Ποσειδών αλλ' επλησίασε την Τυρώ μεταμορφωθείς εις ποταμόν! Όθεν αι σχετικώς μόνιμοι πρόγονοι, αι θνηταί γυναίκες, απετέλουν την ασφαλεστέραν βάσιν προς απαρίθμησιν των μεταβαλλομένων θείων προπατόρων. Η εν Αλεξανδρεία έκδοσις είχε πέντε βιβλία *_Γυναικών καταλόγου_, τα δε δύο τελευταία ήσαν αι καλούμεναι *_Ηοίαι_. Η περίεργος αύτη επιγραφή είναι νόστιμος πληθυντικός της φράσεως _ή οίη_, «ή καθώς η . . . .», ήτο δε τρόπος μεταβάσεως εις νέαν ηρωίνην.
_Η οίη Φθίη, Χαρίτων από κάλλος έχουσα Πηνειού παρ' ύδωρ καλή ναίεσκε Κυρήνη.
Or like her who dwelt in Phthia, with the Charites' own loveliness, by the waters of Pênêus, Cyrene the fair.
Υπάρχουσιν 124 αποσπάσματα του *_Καταλόγου_ και 26 των *_Ηοιών_. Εάν δε κάποτε αντιφάσκουσιν, τούτο δεν είναι παράδοξον, ουδέ δύναται να βεβαιωθή ότι τα πέντε βιβλία της εν Αλεξανδρεία εκδόσεως περιείχον πάσας τας γυναίκας των Ησιοδείων καταλόγων. Αφού άπαξ ο τύπος _ή οίη_ καθιερώθη, ευκολώτατον ήτο να παρεντεθή εις τον κατάλογον και άλλη πρόγονος. Εξίσου δ' εύκολον ήτο να επεκταθή μία _ηοίη_ εις επύλλιον, και πράγματι τοιαύτη είναι η γένεσις του τρίτου σωθέντος Ησιοδείου ποιήματος, της _Ασπίδος του Ηρακλέους_, όπου πρόγονος, εννοείται, είναι η μήτηρ του ήρωος, η Αλκμήνη.
Η _Ασπίς_ αρχίζει
. . . ή οίη, προλιπούσα δόμους και πατρίδα γαίαν ήλυθεν εις Θήβας μετ' Αρήιον Αμφιτρύωνα | Αλκμήνη
{ Or like Alcmênê, when she fled her home and fatherland, and came to Thebes }
προχωρεί δε εις την γέννησιν του Ηρακλέους, όστις, λέγει, εφόνευσε τον Κύκνον, έπειτα δε διηγείται τον φόνον τούτον. Προκειμένου δε περί του οπλισμού του Ηρακλέους, ακολουθεί μακρά της ασπίδος περιγραφή (88).
Υπήρχον και Ησιόδεια έπη αποδοκιμασθέντα. Γνωστότατα τούτων ήσαν τα *_Ναυπάκτια_, σειρά μακρών γενεαλογιών αλλά και αι αργείαι και κορινθιακαί συλλογαί, αι αποδιδόμεναι εις τον «Εύμηλον» περιείχον Ησιόδεια στοιχεία. Ο δε κύριος αυτού αντίζηλος έφερε κωμικώς το πλαστόν όνομα Κέρκωψ (πιθηκοειδής) Μιλήσιος. Τα _Έργα_ είναι η _Ιλιάς_ του Ησιόδου, ήτοι το μόνον ομοφώνως εις αυτόν αποδιδόμενον έπος. Οι περί τον Ελικώνα οικούντες έδειξαν εις τον Παυσανίαν (ή τον υπ' αυτού αντιγραφόμενον Θ' 31,4) μολίβινον πίνακα των _Έργων_ άνευ του προοιμίου και του είπον ότι ουδέν άλλο εποίησεν ο Ησίοδος παρά τα _Έργα_.
Ο *_Κήυκος γάμος_ αναφερόμενος εις Τραχίνιον ηγεμόνα, όστις εφιλοξένησε τον Ηρακλή, ήτο πιθανώς εκτεταμένη _Ηοίη_ όπως η _Ασπίς_· το αυτό ήτο πιθανώς και ο *_Αιγίμιος_, επύλλιον δύο βιβλίων διηγούμενον την μάχην του προγόνου εκείνου των Δωριέων εναντίον των Λαπιθών. Η *_εις Άδου κατάβασις_ είχεν ήρωα τον Θησέα. Η δε * _Μελαμπόδεια_ ήτο πιθανώς αφήγησις περί ονομαστών μάντεων. Περιεργότερα φαίνονται τα ολιγοστά λείψανα των *_Χείρωνος υποθηκών_ προς τον μαθητήν του Αχιλλέα. Ο σοφός Κένταυρος παρήγγελλε θυσίας εις τους θεούς κατά την πρώτην είσοδον εις οικίαν και διώριζεν αρχήν της παιδείας την επτά ετών ηλικίαν.
Των _Έργων_ ήτο γνωστή και μακροτέρα έκδοσις, τα *_Μεγάλα Έργα_. Yπήρχον δε και έπη περί *_Αστρονομίας_ και *_Οιωνοσκοπίας_ και *_Γης περίοδος_ και *_Ιδαίοι Δάκτυλοι_, — οι εν Κρήτη αναθρέψαντες τον Δία. Τα ονόματα ταύτα δεικνύουσιν οπόσος όγκος βοιωτικής ποιήσεως υπήρχε το πάλαι. Καθώς πας ηρωικός μύθος έτεινε να διαμορφωθή εις έπος, ούτω και παν μόριον τέχνης ή γνώσεως ή ηθικής αρχής, όπερ εξήγειρεν είτε την περιεργίαν του λαού είτε του ποιητού την φαντασίαν (89).
ΟΡΦΕΥΣ. — ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ
Εξετάζοντες την κοινωνικήν και την λογοτεχνικήν ιστορίαν της Ελλάδος, παρατηρούμεν μεγίστην μεταξύ αυτών αντίθεσιν. Η μεν κοινωνική ιστορία δεικνύει τους Ελληνας κατ' εξοχήν ευσεβείς, ως οι Αθηναίοι ενόμιζον εαυτούς, ή κατά την φράσιν του αποστόλου Παύλου «_δεισιδαιμονεστέρους_» [Πράξ. 17, 22], η δε σωθείσα λογοτεχνία είναι εντελώς άθρησκος. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος έχουσιν ανά στόμα τους θεούς, αλλ' ο μεν Όμηρος μεταχειρίζεται αυτούς ως στοιχεία διηγήσεως, ο δε Ησίοδος ως άρθρα προς κατάταξιν. Πού λοιπόν είναι τα θρησκευτικά συγγράμματα των Ελλήνων, τα ποιήματα τα πραγματευόμενα περί θεών ως θεών; Βεβαίως υπήρχον. Το έθνος, όπερ είχε βωμόν εις εκάστην καμπήν των ορεινών ατραπών, και είχε θρησκευτικήν τελετήν διά πάσαν πράξιν του καθημερινού βίου, θεούς παντός δάσους και ποταμού και κρήνης και ήρωας παντός μεγάλου γεγονότος ή μεγάλης ιδέας, αληθινής ή φανταστικής· όπερ προετίμησε να θυσιάση την άμυναν των Θερμοπυλών παρά την τέλεσιν μιας εορτής· του οποίου η πρώτη ως προς την παιδείαν πόλις κατά την ήκιστα ευσεβή περίοδον επέτρεψε ν' αφεθή ολόκληρος στρατός να καταστραφή ένεκεν εκλείψεως της σελήνης (90) και εξεμάνη διότι απεκόπησαν τα άσεμνα άκρα ολίγων αρχαίων αγαλμάτων — το έθνος τούτο δεν αντιπροσωπεύεται επαρκώς διά μόνης της μη θρησκευτικής λογοτεχνίας. Πράγματι δε δυνάμεθα να διακρίνωμεν ότι τα θρησκευτικά συγγράμματα των Ελλήνων ήσαν και παλαιά και πολυάριθμα.
Ανάλογοι προς εκείνα φαίνονται οι Βεδικοί ύμνοι των Ινδών. Δηλαδή θα υπήρχον όμοιοι προς αυτούς ελληνικοί ύμνοι, καθόσον τα επίθετα των Ομηρικών θεών «_εκαεργός Απόλλων, πότνια Ήρη, εκατηβελέταο άνακτος_» είναι προδήλως αρχαία και συνετέθησαν συμφώνως προς το δακτυλικόν μέτρον. Γινώσκομεν δε ότι οι παλαιοί χρησμοί ήσαν έμμετροι· ότι υπήρχον ιεροί ύμνοι χάριν των ναών όλως διόλου διάφοροι των σωζομένων Ομηρικών ύμνων. Έχομεν δε και μαρτυρίας ότι κατά τα μυστήρια της Ελευσίνος εψάλλοντο και άσματα ιερά.
Τα μυστήρια ταύτα δεν αναφέρονται υπό του Ομήρου. Αλλά τούτο δεν σημαίνει βεβαίως ότι ήσαν μεταγενέστερα· σημαίνει μάλλον ότι ήσαν είτε λίαν ιερά, είτε πάγκοινα. Αι ανθρωπολογικαί ανακαλύψεις υποδεικνύουσιν ότι τα Ελευσίνια μυστήρια είναι μορφή της πρωτογόνου εκείνης θρησκείας, της μόλις διακρινομένης από της λεγομένης «συμπαθητικής μαγείας», ήτις εκράτησε μεταξύ πολλών και διαφόρων φυλών. Τα Ελευσίνια ήσαν δράμα· δηλαδή ο μύθος της Μητρός (του σίτου) και της Κόρης (του νέου σίτου), ήτις αναβαίνει εκ των μυχών της γης και σκορπίζει τον πλούτον, παριστάνετο δραματικώς. Κατά τους πρώτους γνωστούς εις ημάς χρόνους το δράμα περιελάμβανε τον θεόν των αμπέλων ή γενικώτερον των δένδρων, τον Διόνυσον. Τούτο είναι σιτολατρεία και βλαστολατρεία, δεν είναι δε απλώς αρχαϊκή, είναι πρωτόγονος.
Πλην των Ελευσινίων υπήρχον και άλλα μυστήρια, Ορφικά ή Βακχικά. Κοινή δε των αρχαίων και των σημερινών γνώμη είναι ότι τα Βακχικά όργια ήσαν επείσακτα, δηλαδή ότι ο θεός των Θρακών παρά πάσαν αντίστασιν κατήλθεν εις την Ελλάδα. Αν αληθεύη τούτο, θα ήλθεν ενωρίτατα. Αλλά φαίνεται πιθανώτερον ότι ο Διόνυσος ήτο μάλλον «νέηλυς» {new-comer} ή αλλοδαπός· ομοιάζει τον νέον ενιαυτόν, την άνοιξιν, το θέρος, τον τρυγητόν. Είναι παν έτος εν πάση χώρα, ξένος ερχόμενος και γινόμενος δεκτός ως ξένος κατά δε το τέλος του ωρισμένου χρόνου εξορίζεται, εξορκίζεται κατακόπτεται εις μικρά ή αποδιώκεται. Οπωςδήποτε είναι παλαιότατος και διά την πραγματικήν θρησκείαν της Ελλάδος εξαιρέτως σημαντικός. Πραγματική δε θρησκεία είναι η λαϊκή θρησκεία. Ο πολυπλόκως συνδυαζόμενος Διόνυσος και Βάκχος ήτο κοινός λαϊκός θεός ή μάλλον είχεν εντός εαυτού συνηνωμένου αναριθμήτους ομοίους θεούς, λατρευομένους υπό του κοινού λαού καθ' όλην την Ελλάδα. Περί αυτού μανθάνομεν κυρίως εξ αλεξανδρεωτικών και ρωμαϊκών πηγών, όλως αθρήσκων, όπου φαίνεται απλώς ως θεός του οίνου και των δένδρων, αλλά προ πάντων είναι προσωποποιία του πνεύματος της εκστάσεως, της έξω φρενών ορμής, ήτις εξαίρει τον άνθρωπον υπεράνω εαυτού, παρέχει εις αυτόν δύναμιν και «χάριν» και αφήνει την ψυχήν ελευθέραν των δεσμών του σώματος. Το αυτό πνεύμα κατά τρόπον ημερώτερον, υγιέστερον και καλλιτεχνικώτερον διεπλάσθη εις την όλως αλλοίαν ιδέαν του Απόλλωνος. Η θρησκεία αύτη είχε βεβαίως μορφάς ποικιλωτάτας, διότι οι θεοί ούς ελάτρευεν, είχον ποικίλα ονόματα και ιδιότητας, καθόσον διέφερον εν ταις χώραις της καταγωγής αυτών. Αλλά αι σπουδαιόταται αυτής απόψεις φαίνεται ότι περιελαμβάνοντο κατά το μάλλον ή ήττον εις τας αποκαλύψεις του «Ορφέως».
Πλείστα των παλαιών θρησκευτικών ποιημάτων ανήγοντο εις τον Ορφέα ή τον συγγενή αυτού Μουσαίον, όπως τα ηρωικά εις Όμηρον και τα διδακτικά εις τον Ησίοδον. Αλλά δεν είναι τίποτε γνωστόν περί της τύχης αυτών προ της μεγάλης θρησκευτικής αναγεννήσεως του έκτου αιώνος, της συνδεομένης προς το όνομα του Ονομακρίτου. Αι παλαιαί χωρισταί λατρείαι της φυλής και της οικογενείας διεταράχθησαν υπό της αυξανομένης επικοινωνίας των ανθρώπων. Χωνευθείσαι δε εις την Ομηρικήν θεολογίαν, απέβαλον την αγιότητα αυτών· ουδέ ηδύναντο να επιζήσωσι μετά τον Ησίοδον και τους καταλόγους αυτού. Κατόπιν ήλθεν αφ' ενός μεν η απιστία της ιωνικής φιλοσοφίας και η εξήγησις του κόσμου διά της φυσικής, αφ' ετέρου δε άλλη, βαθυτέρα και περιπαθεστέρα πίστις. Ο Θαλής ηδύνατο κάλλιστα να ελπίζη εις την γνώσιν, αλλ' ο κοινός άνθρωπος επίστευεν εις άλλα. Μεταξύ των ατυχημάτων του έκτου αιώνος, της παρακμής των αποικιών, των εμφυλίων πολέμων, της πτώσεως της Συβάρεως και της ιεράς Νινευί επήλθε και η μεταστροφή από της παρούσης εις την μέλλουσαν ζωήν, η πεποίθησις εις ευτυχίαν υπερφυσικήν, κειμένην πέρα των ατυχιών και των πολέμων.
Έκτοτε υψώθη μέγα θρησκευτικόν κύμα, μόλις μεν διακρινόμενον εντός των σωθέντων έργων, αλλά συγκινήσαν πάντα τα μαντεία και τους δημώδεις ναούς από της Καρίας μέχρι της Iταλίας. Η κυρία εκδήλωσις του κινήματος εκείνου ήτο η Ορφική. Αύτη επιφαίνεται κατά πρώτον ως προσωπική θαυματοποιός θρησκεία, σχετιζομένη προς την λατρείαν του Διονύσου. Πολλά δε των κυριωτέρων αυτής δογμάτων είν' ευδιάκριτα. Επίστευεν εις την αμαρτίαν και εις τον θρησκευτικόν καθαρμόν αυτής, εις την αθανασίαν και την θεότητα της ψυχής, εις αιωνίαν πέραν του τάφου ανταμοιβήν των αγνών και των εναγών, — εννοείται δε ότι ουδείς εκτός των μεμυημένων ήτο εντελώς αγνός — και τέλος εις την ενσάρκωσιν και τα πάθη του Διονύσου του Ζαγρέως. Ο Ζαγρεύς ήτο υιός του Διός και της Κόρης· κατεσπαράχθη δε υπό των Τιτάνων, οίτινες εκεραυνώθησαν διά τούτο. Και από μεν της νεκράς τέφρας αυτών επλάσθη το άνθρώπινον σώμα, εκ δε του ζώντος αίματος του Ζαγρέως η ψυχή. Ο Ζαγρεύς εγεννήθη και πάλιν εκ του Διός και της θνητής Σεμέλης και έζησε μεν ως άνθρωπος, αλλ' ήτο θεός· ανέβη δε εις τον ουρανόν και κατέστη ο μέγιστος και υπό μίαν έποψιν ο μόνος θεός. Έκαστος λάτρις του Βάκχου ηδύνατο να επαυξήση το αθάνατόν του κεφάλαιον μέχρις ού γίνη «Βάκχος» και αυτός, πραγματοποιών την δυνάμει θεότητά του.
Τοιουτοτρόπως λάτρις της εν Φρυγία Κυβήβης έγινε Κύβηβος και πολλοί Ορφικοί μάντεις κατήντησαν Ορφείς. Τα μυθικά όργια των Μαινάδων ουδέποτ' ενεφανίσθησαν πράγματι εν Ελλάδι. Η προς τον οίνον σχέσις απεκρούετο υπό των εκλεκτών, και ήτο δευτερεύουσα. Ο Διόνυσος ήτο κυρίως ο έσω θεός, το πνεύμα της λατρείας και της ανεξηγήτου χαράς· εμφανίζεται δε κάλλιστα επικοινωνών προς τας αγνάς ψυχάς και προς τα άγρια πλάσματα της φύσεως, επί των αβάτων βουνών κάτωθεν των άστρων.
Οι Ορφικοί ύμνοι εκχειλίζουσιν εκ της χαράς ταύτης· είναι πλήρεις επαναλήψεων και μεγαληγορίας και διεγείρουσι την συγκίνησιν. Ο πρώτος ύμνος — πολύ μεταγενέστερος, αλλά χαρακτηριστικός — λέγει·
Εινοδίην Εκάτην κλήζω, τριοδίτιν εραννήν, ουρανίην, χθονίην τε και ειναλίην κροκόπεπλον, τυμβιδίην, ψυχαίς νεκύων μέτα βακχεύουσαν — λισομένοις κούρην τελεταίς οσίησι παρείναι.
{ I call Hecatê of the Ways, of the Cross-ways, of the darkness, of the Heaven and the Earth and the Sea; saffron-clad goddess of the grave, exalting amid the spirits of the dead, Perseia, lover of loneliness, Queen who holdest the Keys of the World, . . . be present at our pure service with the fulness of joy in thine heart! }
Ο ύμνος ούτος είναι του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος όπως και τα πλείστα των σωθέντων ακεραίων Ορφικών ποιημάτων. Τοιουτοτρόπιος έχομεν αυτά μόνον υπό την εσχάτην αυτών μορφήν, ότε η θρησκεία εξέπνεε (91) Αλλά σπουδαίον είναι το γεγονός ότι κατά πάντας τους αιώνας τους από του τετάρτου μ. Χ. μέχρι του έκτου π. Χ. υπάρχουσιν Ορφικοί διδάσκαλοι, μάλλον ή ήττον επιφανείς. Κατά τους ενδοξοτάτους χρόνους, λόγου χάριν, πολλά παρέχουσιν Ορφικά σημεία ο Πίνδαρος, ο Εμπεδοκλής, Ίων ο Χίος, Κρατίνος ο κωμικός, Πρόδικος ο σοφιστής, ίσως δε και ο Ευριπίδης. Ο δε Πλάτων (92) παραπονείται ότι _βίβλων όμαδον παρέχονται Μουσαίου και Ορφέως, Σελήνης τε και Μουσών εκγόνων_. { crowd of books by Orpheus and Musaeus }. Εκτός του πλήθους τούτου — τα του Μουσαίου ήσαν τουλάχιστον ένδεκα σειραί ποιημάτων και πολυάριθμοι χρησμοί — υπήρχον έργα παντοδαπών άλλων ολιγώτερον επισήμων μάντεων και καθαρτών. Υπήρχεν ο καλούμενος «Βάκις» — πας οπωςδήποτε αγνός ηδύνατο πιθανώς να γίνη Βάκις — ού οι χρησμοί ήσαν εμπόρευμα της αθηναϊκής αγοράς (93). Ο Επιμενίδης, ο εκ Κρήτης ιατρός, ο καθαρίσας τας Αθήνας από του Κυλωνείου άγους, ήτο διάσημος ποιητής *_Αργούς ναυπηγίας, *Καθαρμών_ και *_Χρησμών_. Αν και εκοιμήθη 57 έτη εντός σπηλαίου, δύναται να θεωρηθή πραγματικώτερος παρά κάποιον άλλον όμοιον, τον Υπερβόρειον Άβαριν, όστις περιήλθε τον κόσμον μετά χρυσού — ή κατ' άλλους επί χρυσού — οϊστού { golden arrow }(94), όν έδωκεν εις αυτόν ο Απόλλων. Ο Άβαρις ενομίζετο ως προομηρικός· αλλά τα περίφημα αυτού ποιήματα εστηρίζοντο εις έργον ανθρώπου ιστορικού, Αριστέου του Προκοννησίου, το περί Αριμασπών έπος, το περιέχον αποκαλύψεις περί των Υπερβορείων και των γρυπών, γενομένας εν εκστάσει. Ο Αριστέας ενεφανίσθη εν Μεταποντίω, ενώ δις είχεν αποθάνει εν Προκοννήσω (95).
Και αυτοί μεν ήσαν οι παράσιτοι των Ορφικών· κύριον δε πρόσωπον φαίνεται ότι υπήρξεν ο Ονομάκριτος. Ούτος αφιερώθη εις την διεύθυνσιν της θρησκευτικής πολιτικής του Πεισιστράτου και του Ιππάρχου και την παραποίησιν ή έκδοσιν αρχαίων Ορφικών ποιημάτων. Και ουδέποτε μεν μνημονεύεται ως ποιητής αυτός, ουδ' ετιμάτο υπό των μεταγενεστέρων, ελέγετο δε ότι εφωράθη πλαστογραφών χρησμούς του Μουσαίου και εξωρίσθη κακός κακώς υπό του Ιππάρχου. Αλλ' όμως ο Ηρόδοτος (Ζ, 6) μαρτυρεί και τούτο, ότι κατόπιν ήτο φίλος [των Πεισιστρατιδών] κατά την εξορίαν των, ουδείς δε αρνείται ότι υπήρξε των σημαντικωτάτων ανδρών του έκτου π. Χ. αιώνος.
Προ του έκτου αιώνος ουδέν έχομεν καθαρώς Ορφικόν ποίημα, αλλά νομίζομεν ότι ανευρίσκομεν ίχνη της επιδράσεως ή ίσως του πνεύματος, εξ ού επήγασαν αυτά. Ο περίεργος εις την Εκάτην την _μοννογενή_ ύμνος της _Θεογονίας_ (στ. 411 κεξ.) δεν δύναται να ονομασθή ασφαλώς Ορφικός, αλλ' είναι αλλότριος της θρησκείας των Ησιοδείων επών. Αι παρ' Ομήρω μνείαι του Διονύσου φαίνονται νόθαι ή ουχί Ομηρικαί και τα περί αμαρτήματος και της τιμωρίας του Λυκούργου λεγόμενα μηνύουσι την ύπαρξιν Ορφικών θρύλων (96). Η αιωνία ποινή των αμαρτωλών εν τη Νεκυία φαίνεται Ορφική. Τοιούτο φαίνεται και το άλλο, ότι ο ήρως ουδένα των μακάρων είδε· και τούτο διότι δεν ήτο μεμυημένος. Ο εις τον Άρη και ο εις την Αθηνάν Ομηρικός ύμνος, ίσως δε και ο εις τον Ποσειδώνα, ενέχουσιν ίχνη μυστηρίων. Εκ δε των παλαιών επών η * _Αλκμεωνίς_ έλεγε πολλά περί καθαρμών και περιείχε και επίκλησιν εις τον Ζαγρέα (97). Τα δε *_Κορινθιακά_ του Ευμήλου δεικνύουσιν ομοίας τάσεις. Ο Εύμηλος ήτο των Βακχιαδών, η δε *_Ευρωπία_ αυτού ανεφέρετο εις τον Διόνυσον, και επραγματεύετο τα Ορφικά θέματα της Μηδείας και της Τιτανομαχίας. Άλλα δε έπη, καθώς η *_Μινυάς_, είχον αποκαλύψεις περί του Άδου (98). Το σπουδαίον γεγονός είναι ότι η μυστική και «οργιαστική» του κόσμου ερμηνεία είχε πάντοτε υποφήτας εν Ελλάδι, καίτοι το κύριον ρεύμα της απιστίας, το διευθυνόμενον εξ Αθηνών, εχώρει πάντοτε αντιθέτως, τείνον να καταλάβη την έννοιαν των πραγμάτων διά μόνης της σκέψεως.
Γ'
ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ, ΤΟΥ ΗΣΙΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΦΕΩΣ.
ΕΠΟΣ.
Το τέλος του παλαιού έπους επήλθεν ότ' εγεννήθη η ιδέα της συγγραφικής ιδιοκτησίας. Ραψωδός ως ο Κύναιθος θα ηδύνατο να διασκευάζη τον Όμηρον, όν απήγγελλε, χωρίς να έχη ανάγκην να δημοσιεύση τα έπη ως ιδικά του. Ο δε Ονομάκριτος ηδύνατο να καταλογίζη την ιδικήν του θεολογίαν εις τον Ορφέα χωρίς να διανοήται μήτε ν' απατήση κανένα, μήτε ν' αρνηθή τα εαυτού. Τοιαύτη συνιδιοκτησία των λογοτεχνημάτων διήρκεσε μακρότερον επί του έπους ή του μέλους. Αλλά κατά τον έκτον και πέμπτον αιώνα ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Ορφεύς παρεμερίσθησαν υπό ζώντων αυθυπάρκτων ποιητών.
Πρώτος επικός ποιητής εν τη πραγματική ιστορία φέρεται ΠΕΙΣΑΝΔΡΟΣ ο εκ Καμείρου της Ρόδου, ο γράψας την * _Ηράκλειαν_. Η παράδοσις αναβιβάζει αυτόν εις παμπαλαίους χρόνους, αλλά πράγματι φαίνεται ότι ήτο ο «Όμηρος» της Ρόδου. Αυτά ταποσπάσματα φέρουσι την σφραγίδα του έκτου αιώνος, δηλαδή την ομολογίαν της αμαρτίας και την επίκλησιν του καθαρμού. Ο Πείσανδρος δεν μνημονεύεται κατά τους ενδόξους χρόνους· ίσως «ανεκαλύφθη» κατά την αρχαΐζουσαν τάσιν του τρίτου αιώνος, ως η παλαιοτάτη πηγή των δώδεκα του Ηρακλέους άθλων, της λεοντής και του ροπάλου (99). Τον Ηρακλή έλαβεν επίσης ως ήρωα και ο μάντις και ποιητής ΠΑΝΥΑΣ(Σ)ΙΣ ο Αλικαρνασσεύς. Το όνομα τούτο ήτο καρικόν, αλλ' ο Πανύασις ήτο θείος του Ηροδότου, εφονεύθη δε κατά τινα στάσιν εναντίον του Λυγδάμιδος, του Καρός τυράννου της πατρίδος του. Κατά τινα των Αλεξανδρέων κριτικών ο Πανύασις ήρχετο αμέσως μετά τον Όμηρον ως επικός ποιητής· κατ' άλλους δε τέταρτος, ήτοι μετά τον Ησίοδον και τον Αντίμαχον. Παρά Κοϊντιλιανώ [Χ, 1,56] φέρεται μεταξύ των δύο τούτων ποιητών — υπερτερών του μεν Ησιόδου κατά την υπόθεσιν, του δε Αντιμάχου κατά την πλοκήν. Τα αποσπάσματα δεν ομοιάζουσι προς Ομηρικά, αλλ' είναι δυνατά και εύμορφα. Κατά τύχην διεσώθησαν τρία τεμάχια, φέροντα κάπως τον τόνον της τότε συμποτικής ελεγείας. Κατά το έν τούτων το πρώτον κύπελλον ανήκει εις τας Χάριτας και τας Ώρας και τον Διόνυσον, το δεύτερον εις την Αφροδίτην και το τρίτον εις την Ύβριν και την Άτην.
6,10] _Αλλά, πέπον, μέτρον γαρ έχεις γλυκεροίο ποτοίο, στείχε παρά μνηστήν άλοχον, κοίμιζε δ' εταίρους_.
{ and so you had better go home to your wedded wife!}
Μερικοί στίχοι δυσκόλως διαφεύγουσι την μνήμην του αναγνώστου
15] _Τλη μεν Δημήτηρ, τλη δε κλυτός Αμφιγυήεις, τλη δε Ποσειδάων, τλη δ' αργυρότοξος Απόλλων ανδρί παρά θνητώ θητευέμεν εις ενιαυτόν._
{ Demeter bare, and the great Craftsman bare, Silver Apollo and Poseidon bare, To serve a year, a mortal master's thrall. }
ΧΟΙΡΙΛΟΣ ο Σάμιος ήτο επίσης φίλος του Ηροδότου και εμιμήθη αυτόν και τον Αισχύλον [ποιήσας *_Περσηίδα_ ή Περσικά] ήτοι λαβών θέμα την περσικήν επιδρομήν και εγκωμιάσας τας Αθήνας. Μανθάνομεν δε ότι ηκολούθησε τον Λύσανδρον τον Σπαρτιάτην στρατηγόν — πιθανώς ως οικιακός ποιητής — και κατόπιν ότι μετέβη εις την αυλήν Αρχελάου του Μακεδόνος. Το έπος του Χοιρίλου ήτο το πρώτον «ιστορικόν», ως ημείς εννοούμεν την λέξιν ταύτην· σωζόμενον αυτού απόσπασμα παραπονείται ότι πάντα τα μυθικά θέματα είχον εξαντληθή (100). Ο δε νεώτερος Χοιρίλος, ο εγκωμιάσας τον Αλέξανδρον δι' αθλίων στίχων και διαβοηθείς ότι έλαβεν ένα χρυσούν Φίλιππον δι' έκαστον αυτών (101) — το αυτό ανέκδοτον λέγεται και περί άλλων — θα ήτο εγγονός εκείνου. Εάν δε πράγματι εποίησε το επιτύμβιον του Σαρδαναπάλλου, δεν ήτο κακός ποιητής, αν και το πρωτότυπον πεζόν ήτο καλύτερον.
Αντίζηλος Χοιρίλου του πρεσβυτέρου ήτο ΑΝΤΙΜΑΧΟΣ ο Κολοφώνιος, ο λόγιος ποιητής της *_Θηβαΐδος_, ο προςποιούμενος ότι περιφρονεί την δημοτικότητα και υπό πολλάς επόψεις Αλεξανδρεύς γεννηθείς προώρως. Εννοείται ότι η Αλεξάνδρεια τον εθαύμαζε, θεωρούσα αυτόν, όπως και τον Εμπεδοκλή, διδάσκαλον της «_αυστηράς αρμονίας_» { the austere style, } και γενικώς έτασσεν αυτόν παρά τον Όμηρον, αν και ο Κοϊντιλιανός [Χ, Ι,53] αναφέρων την κρίσιν ταύτην παρατηρεί ότι άλλο σημαίνει να είναι τις εγγύς και άλλο δεύτερος. Τον Αντίμαχον συνδέει προς τον Πλάτωνα το ακόλουθον αόριστον ανέκδοτον. Ο Πλάτων έπεμψε τον μαθητήν του Ηρακλείδην να συλλέξη τα έργα του Αντιμάχου ή κατ' άλλους αυτός παρέμεινεν ακούων του Αντιμάχου, ενώ οι λοιποί ακροαταί αφήκαν το δωμάτιον κενόν· τότε ο Αντίμαχος είπε «Πλάτων είς εμοί χίλιοι» (102). { Plato to me is worth a thousand.} Περί τούτου συνέβησαν κατόπιν πολλαί φιλολογικαί συζητήσεις. Οι μεν φίλοι του σοφού έπους, όπως ο Απολλώνιος, εθεώρουν αυτό ως εγκώμιον του Αντιμάχου, ο δε Καλλίμαχος και ο Δούρις ως απλήν απόδειξιν του ισχυρισμού των, ότι ο Πλάτων ήτο αναρμόδιος της ποιήσεως κριτής. Τα πλείστα των αποσπασμάτων του Αντιμάχου είναι τόσον μικρά, ώστε δεν έχουσι διαφέρον, τα δε μακρότερα ή είναι γραμματικά ή αναφέρονται υπό του Αθηναίου μόνον εξ αφορμής διαφόρων αγγείων. Το ύφος εις ημάς τους νεωτέρους φαίνεται πενιχρόν και άκαμπτον, αλλά η ακαμψία αυτή και αι παράδοξοι λέξεις είναι τεχνηταί. Ο Αντίμαχος την αληθινήν του δόξαν ώφειλε μάλλον εις την ελεγείαν *_Λύδην_ παρά την *_Θηβαΐδα_ (103).
Ο Παυσανίας εν τέλει του έργου του [Ι' 38, 13] διηγείται, ότι ενώ Φαλύσιός τις εκινδύνευε να τυφλωθή, «ο εν Επιδαύρω πέμπει θεός Ανύτην την ποιήσασαν τα έπη, φέρουσαν σεσημασμένην δέλτον» προς αυτόν { the god sent to him Anyte, the epic poetess, with a sealed tablet }. Ο Φαλύσιος αναγνώσας την δέλτον, ανέλαβεν, αλλ' ημείς ουδέν άλλο γνωρίζομεν περί της ΑΝΥΤΗΣ ει μη μόνον ότι ήτο Τεγεάτις, και ότι ωνομάσθη θήλυς Όμηρος υπό του Αντιπάτρου του Θεσσαλονικέως (104) όστις παρέδωκε πολλά των επιγραμμάτων αυτής, αλλά πιθανόν και να μη ανέγνωσε τα έπη της.
Και ούτοι μεν είναι οι απόγονοι του Ομήρου. Οι δε του Ησιόδου είναι ποικιλώτεροι και αφανέστεροι. Το γενεαλογικόν έπος αναπτυσσόμενον εδιχάσθη· και ο μεν συνήθης αυτού τύπος εξηκολούθησε να ζη πολλαχού της Ελλάδος· τοιαύτα ελέγοντο τα Ναυπάκτια έπη, τα Κορινθιακά, τα Σαμιακά, τα Φωκαϊκά· αλλ' είτε φέρονται ανωνύμως, είτε αποδίδονται εις τοπικούς μυθώδεις ποιητάς, παραλλήλους του Ησιόδου, «Καρκίνον» τον Ναυπάκτιον, «Εύμηλον» τον Κορίνθιον, «Άσιον» τον Σάμιον (105). Ο δε τύπος _Ηοίη_ εδημιούργησε την «ρωμαντικήν» ή ερωτικήν ελεγείαν. Η τοιαύτη ποίησις διαπλασσομένη υπό καλλιτεχνών ως ο Μίμνερμος, ο Αντίμαχος και ο Ερμησιάναξ, λαμβάνει την μορφήν καταλόγων παλαιών εραστών, ών τα τέκνα άλλοτε μεν αναφέρονται, άλλοτε δε όχι. Τα ποιήματα ταύτα είναι _Ηοίαι_ άλλης απόψεως. Η δε διδακτική ποίησις του Ησιόδου αφ' ενός μεν ανεπτύχθη εις το ηθικόν ή γνωμικόν έπος του Φωκυλίδου, τα αποφθέγματα των Επτά σοφών και τας ελεγείας του Σόλωνος και του Θεόγνιδος, έπειτα δε τους ιάμβους Σημωνίδου του Αμοργίνου, του Αρχιλόχου και του Ιππώνακτος (βλ. κατωτ.). Αφ' ετέρου δ' έδωκεν αφορμήν εις την λογίαν περί φυσικής και γεωγραφίας ποίησιν. Αυτός ο Ησίοδος ελέγετο ποιήσας _Αστρονομίαν_ και *_Γης Περίοδον_· αλλά τοιαύτα επικά θέματα δεν αποδίδονται εις ωρισμένους ποιητάς προ του τετάρτου αιώνος και δεν ήσαν αρεστά προ του Αράτου του Σολέως (περί τα 276 π. Χ.). Ο πρώτος αναφερόμενος αστρονομικός ποιητής Κλεόστρατος ο Τενέδιος, όστις παρετήρει τα άστρα εκ της Ίδης, φέρεται ότι έζη κατά την έκτην εκατονταετηρίδα. Πρώτον δε ιατρικόν ποίημα είναι ίσως το του Περιάνδρου κατά την τετάρτην. Τα δε περί μαγειρικής έπη, όσα αναφέρει ο Αθήναιος, ήσαν μάλλον παρωδίαι. Ο φοβερός γαστρίμαργος Αρχέστρατος ο εκ Γέλας ήτο σύγχρονος του Αριστοτέλους· επίσης δε ο Μάτρων. Ήτο τότε ο καιρός της μέσης κωμωδίας, ότε τα όψα και η μαγειρική ήσαν ανεγνωρισμένα ως θέματα τερπνά.