Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 6

Chapter 6622 wordsPublic domain

Περί δε της χρονολογίας των επών τούτων λέγομεν ότι την τελικήν των μορφήν προσέλαβον πολύ βραδύτερον ή τα σωζόμενα Ομηρικά και τότε, καθώς φαίνεται, μάλλον χάριν της ιστορικής ύλης ή της ποιητικής αξίας. Περιέχουσι φράσεις της _Ιλιάδος_, της _Οδυσσείας_ και της _Θεογονίας_· παραμελούσι δε οικτρώς το δίγαμμα και νεωτερίζουσιν εις την γλώσσαν. Εξ άλλου όμως είναι σφάλμα να εκλάβωμεν τας περί προγονολατρείας, μαγικής, καθαρμών και των τοιούτων μαρτυρίας αυτών ως μεταγενέστερα σημεία. Ταύτα πάντα είναι παμπάλαια έθιμα, άπερ ο Όμηρος αφήκεν αμνημόνευτα, όπως και άλλα πολλά, εξ οιαςδήποτε είτε φυλετικής, είτε κοινωνικής, είτε και άλλης αντιπαθείας προς αυτά. Και η ύλη των απορριφθέντων επών είναι συχνά παλαιοτάτη. Είδομεν ήδη την σχέσιν του δ της _Οδυσσείας_ προς την *_Μικράν Ιλιάδα_. Εν δε τοις *_Κυπρίοις_ ο Αλέξανδρος επιφαίνεται εν όλη τη παλαιά του δόξη, ως κατακτητής της Σιδώνος· υπάρχει δε κατάλογος των Τρώων, όστις αδύνατον ήτο ν' αντιγραφή εκ του σωζομένου ισχνού του Β, είναι δε μάλλον πηγή αυτού· υπάρχει μία διήγησις του Νέστορος φαινομένη μάλλον ως το πρωτότυπον της Νεκυίας· Η δε φράσις «_Διός δ' ετελείετο βουλή_» είναι βεβαίως ολιγώτερον φυσική εκεί όπου ευρίσκεται εν τη _Ιλιάδι_ ή εν τοις *_Κυπρίοις_, όπου αναφέρεται εις το όλον σχέδιον της διά του Τρωικού πολέμου ανακουφίσεως της γης από του ανθρωπίνου βάρους. Έχομεν 125 διάφορα των *_Κυπρίων_ αποσπάσματα, εξ ών το έπος φαίνεται χωριστόν και ανεξάρτητον από της άλλης επικής παραδόσεως.

Και η *_Τηλεγόνεια_, αν και καθ' ύλην ήτο απλώς συνέχεια της _Οδυσσείας_, παριστάνουσα τον υιόν του Οδυσσέως και της Κίρκης Τηλέγονον πλέοντα προς αναζήτησιν του πατρός του, ακριβώς όπως έπραξε και ο Τηλέμαχος, είναι πλήρης γνησίως αρχαϊκού μύθου. Ο Οδυσσεύς επαναλαμβάνεται εν τω υιώ, καθώς ο Αχιλλεύς, και καθώς ο Λανσελώτος και ο Τριστάνος. Υιός του «μακράν περιπλανωμένου» είναι ο «μακράν μαχόμενος» (Τηλέμαχος) και άλλος εκ της Καλυψούς ο «μακράν δαμάζων» (Τηλέδαμος). Ο τοξότης είχε τοξότην υιόν και ο υιός πλανάται, διότι και ο πατήρ επλανήθη. Το δε τέλος της *_Τηλεγονείας_ φέρει τον απλούστατον μυθικόν τύπον. Ο Τηλέγονος ακουσίως πληγώνει θανασίμως τον πατέρα του, εκείνος δε του δίδει την Πηνελόπην ως γυναίκα. Αυτός φέρει πάντας εις την μαγικήν νήσον της Κίρκης, εκείνη καθαρίζει αυτόν του φόνου και καθιστά τον Τηλέμαχον και την Πηνελόπην αθανάτους· εντέλει δε οι δύο υιοί νυμφεύονται τας μητρυιάς των· αλλ' ο Οδυσσεύς μένει, ως φαίνεται, νεκρός. Τούτο δεν είναι μεταγενέστερον ή διεσκευασμένον έπος. Ο ποιητής αυτού, ο Κυρηναίος Ευγάμων (ο καλούς γάμους ποιών) εθεωρείτο ίσως τραχύς υπό των Ελλήνων του πέμπτου αιώνος· αλλά θα ήτο αγαπητός μεταξύ των παλαιών μυθοποιών, οίτινες εποίουν τον Ηρακλή αρμόζοντα την Δηιάνειραν μετά του Ύλλου, και τον Οιδίποδα νυμφευόμενον την χήραν του αποθανόντος βασιλέως ως μέρος της βασιλείας.

Τα κριτικά ζητήματα, τα γεννώμενα εκ των απορριφθέντων επών, είναι πολλά. Πώς π.χ. μόνη η *_Μικρά Ιλιάς_ αφέθη φέρουσα το γλωσσικόν του έπους ένδυμα τόσον λεπτόν, ώστε να διαφαίνεται πανταχού το αιολικόν ιδίωμα; Ο στίχος

_νυξ μεν έην μέσσα, λαμπρά δ' επέτελλε σελάνα_

παρέχει το μακρόν αιολικόν α και πιθανώς τα διπλά σύμφωνα, άλλοι δε στίχοι ετροποποιήθησαν μόνον επιπολαίως. Πιθανώς έπη τινά εξηκολούθησαν να άδωνται μόνον εν τη Λέσβω κατά την επιχώριον διάλεκτον μέχρι του χρόνου των αρχαϊκών συλλογών του τετάρτου π. Χ. αιώνος ή και κατόπιν· και ίσως εάν ποτε το ποίημα τούτο ανεκαλύπτετο εξ αιγυπτιακού τινος τάφου, θα είχομεν δείγμα του κοινού και δημοτικού έπους, πριν τορνευθή υπό της ιωνικής ευφυίας. Καθόλου το ύφος αυτού φαίνεται άκαμπτον, παραβαλλόμενον προς την γλώσσαν, ήν εμφαίνουσιν η μιλησιακή _Αιθιοπίς_ και η * _Ιλίου Πέρσις_.

Μεταξύ των άλλων απορριφθέντων επών ήσαν καί τινα ανήκοντα εις «κύκλον» δυνάμενον να ονομασθή κοσμικόν, ως η [υπό του Αθηναίου μνημονευομένη] *_Τιτανομαχία_. Ο δε Θηβαϊκός κύκλος, ο θεωρούμενος υπό των γραμματικών ως εισαγωγή εις τον Τρωικόν, περιελάμβανεν *_Οιδιπόδειαν, *Θηβαΐδα_ και *_Επιγόνους_, έπος πραγματευόμενον περί των απογόνων των Επτά, οίτινες εκυρίευσαν τας Θήβας. Παρασιωπώμεν την _*Μινυάδα, την *Οιχαλίας Άλωσιν, την *Δαναΐδα, την *Ατθίδα και άλλα_(81).

ΥΜΝΟΙ Ή ΠΡΟΟΙΜΙΑ

Έθιμον των ραψωδών ήτο «από θεού άρχεσθαι» ήτοι συνήθως εκ «Διός» ή από των Μουσών. (82) Τούτο έδωκεν αφορμήν εις ανάπτυξιν του προοιμίου, ως χωριστού είδους ποιήσεως, ής δείγματα παρέμειναν οι λεγόμενοι Ομηρικοί ύμνοι· η λέξις «ύμνος» δεν είχεν ακόμη την έπειτα θρησκευτικήν χροιάν. Τα βραχύτατα των προοιμίων τούτων απλώς επικαλούνται τον θεόν διά των οικείων επιθέτων, αναφέρουσί τινα των κατορθωμάτων αυτού και καταλήγουσι συνήθως εις τον στίχον

_αυτάρ εγώ και σείο και άλλης μνήσομ' αοιδής._

{ Beginning from thee, I will pass to another song }

Οι πέντε μακρότεροι ύμνοι είναι, όπως και οι Πινδαρικοί επίνικοι, παραδείγματα του πού δύναται να φθάση λογοτεχνικόν είδος, απομακρυνόμενον του αρχικού σκοπού του, μέχρις κατανοηθή ότι υπερέβη τα όριά του. Το προοίμιον ανεπτύχθη ως κάτι χωριστόν, μέχρις ού δεν ήτο πλέον προοίμιον.

Η σωζομένη συλλογή περιλαμβάνει 34 ποιήματα διαφόρων χρόνων και τόπων, η δε παράδοσις του κειμένου είναι σφόδρα συγκεχυμένη Π. χ. οι πρώτοι 546 στίχοι φέρονται ως είς ύμνος, εις τον Απόλλωνα. Αλλά πάντως περιλαμβάνουσι δύο ύμνους, τον μεν πρώτον (1-178) υπό Ίωνος ποιητού περί της γεννήσεως του ιωνικού θεού επί της τραχείας Δήλου, τον δε δεύτερον υπό ποιητού της Στερεάς Ελλάδος περί του φόνου της δρακαίνης [στ. 300] και της εν Δελφοίς εγκαταστάσεως του δωρικού θεού. Αλλά και πάλιν τα δύο ταύτα μέρη δεν είναι απλά, αλλ' αποτελούνται υπό χωριστών, πράγματι δε ο Αθήναιος [Α' σ. 22 β] λέγει «εν τοις εις Απόλλωνα ύμνοις». Το ιωνικόν μέρος του ύμνου είναι πιθανώτατα το παλαιότερον μέρος της σωζομένης συλλογής. Και αναφέρεται μεν ως Ομηρικόν υπό του Θουκυδίδου (Γ' 104,4) και του Αριστοφάνους (Όρν. 575), αλλ' αποδίδεται εις τον Ομηρίδην Κύναιθον τον Χίον υπό του γραμματικού Διδύμου· τούτο σημαίνει ότι δεν ήτο νεώτερον των απορριφθέντων επών. Ο δε εις Ερμήν ύμνος παρέχει χρονολογικόν τεκμήριον, περιγράφων την επτάχορδον φόρμιγγα ως αμέσως ευρεθείσαν υπό του θεού, εγράφη δηλαδή αφού η αρχική τετράχορδος είχεν όχι μόνον παλαιωθή, αλλά και λησμονηθή. Το ωραίον απόσπασμα (ζ') το περί της συλλήψεως του Διονύσου υπό Τυρσηνών πειρατών, φαίνεται ως αττικόν έργον του πέμπτου ή και του τετάρτου π. Χ. αιώνος. Το δε εις Πάνα προοίμιον (ιθ') είναι πιθανώς των Πτολεμαϊκών χρόνων. Τέλος δε ο εις Άρη (η') ύμνος φαίνεται μάλλον του τετάρτου μ. Χ. αιώνος.

Όσον εφθαρμένοι και αν είναι οι σωθέντες ύμνοι, αναγινώσκονται πάντοτε λίαν ευαρέστως. Ο εις Αφροδίτην, περιγράφων μόνον την επίσκεψιν της Αφροδίτης εις τον Αγχίσην, βόσκοντα τους βους επί της Ίδης, εκφράζει κάλλιον παντός άλλου ελληνικού έργου την άνετον εκείνην χαράν του φυσικού βίου, ήτις κοινώς νομίζεται ως ελληνικόν γνώρισμα. Ο εις Δήμητρα, όστις ανευρέθη [κατά τα 1780] εν Μόσχα (83) «μεταξύ χοίρων και ορνίθων», είναι πιθανώτατα ο κάλλιστος πάντων. Είναι δε περίεργος καθό πρώιμον αττικόν ή ελευσινιακόν έργον. Μέρη τινά είναι ίσως υδαρά και αδύνατα, αλλά το πλείστον είναι άξιον του μεγαλοπρεπούς μύθου, εξ ού εβλάστησεν, ως λ. χ. το εν αρχή μέρος, το παριστών την Περσεφόνην

παίζουσαν κούρησι συν Ωκεανού βαθυκόλποις 5 άνθεά τ' αινυμένην, ρόδα και κρόκον ηδ' ία καλά λειμών' αμ μαλακόν και αγαλλίδας ηδ υάκινθον νάρκισσόν θ' όν φύσε δόλον καλυκώπιδι κούρη Γαία, Διός βουλήσι, χαριζομένη Πολυδέκτη, θαυμαστόν γανόωντα, σέβας δε τε πάσιν ιδέσθαι . . . Η δ' άρα θαμβήσασ' ωρέξατο χερσίν αμ' άμφω 15 καλόν άθυρμα λαβείν· χάνε δε χθων ευρυάγυια Νύσιον αμ πεδίον, τη όρουσεν άναξ πολυδέγμων ίπποις αθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υιός. Αρπάξας δ' αέκουσαν επί χρυσέοισιν όχοισιν ήγ' ολοφυρομένην . . .

{ Okeanos' 'deep-breasted daughters, and plucking flowers, roses and crocus and pretty pansies, in a soft meadow, and flags and hyacinth, and that great narcissus that Earth sent up for a snare to the rose-face maiden, doing service by Gods will to Him of the Many Guests. The bloom of it was wonderful, a marvel for gods undying and mortal men; from the root of it there grew out a hundred heads, and the incensed smell of it made all the wide sky laugh above, and all the earth laugh and the salt swell of the sea. And the girl in wonder reached out both her hands to take the beautiful thing to play with ; then yawned the broad-trod ground by the Flat of Nysa, and the deathless steeds brake forth, and the Cronos-born king, He of the Many Names, of the Many Guests ; and He swept her away on his golden chariot.}

Αυτό το επίθετον του Αϊδωνέως «_πολυσημάντωρ Πολυδέγμων_» { Him of the Many Thralls, of the Many Guests, } απεικονίζει το μεγαλείον αυτού επαξίως του όλου μύθου (84).

ΚΩΜΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Των εις τον Όμηρον αποδιδομένων κωμικών ποιημάτων το μόνον σωζόμενον παράδειγμα είναι η _Βατραχομυομαχία_, καλή παρωδία του πολεμικού έπους. Πρόδηλον μύθευμα, παραδόξως πιστευόμενον υπό του Α. Ludwig εν τη μεγάλη αυτού εκδόσει, απέδιδεν αυτήν εις τον Κάρα Πίγρητα, όστις επολέμησε κατά τα Μηδικά. Η μάχη ήρχισε διότι ο μυς Ψιχάρπαξ, ελθών εις λίμνην, διά να σβήση την δίψαν του, επείσθη υπό του βασιλέως των βατράχων Φυσιγνάθου, υιού του Πηλέως (ο ήρως του Πηλίου κατήντησεν εδώ του πηλού!) να καθίση εις την ράχιν του, διά να ίδη τα βασίλειά του. Δυστυχώς ύδρος τις — συνήθως σημαίνει νεροφείδι, αλλ' εδώ ίσως νοείται άλλο είδος υδροβίου ζώου — έδειξε την κεφαλήν του έξω του νερού και ο βάτραχος αμέσως εχώσθη εις το βάθος. Ο ποντικός επνίγη, αλλ' όχι ανεκδίκητος. Κάποιος συγγενής τον είδεν εκ της όχθης, και ήρχισε φοβερός πόλεμος, όπου διέπρεψαν οι ποντικοί. Τέλος η Αθηνά παρεκάλεσε τον Δία να προλάβη τον όλεθρον των βατράχων. Ο Ζευς κατέπεμψε πρώτον κεραυνούς, έπειτα δε καρκίνους, οίτινες έτρεψαν τους ποντικούς, και ούτως έληξεν ο πόλεμος (85).

Τοιαύτα κωμικά περί μαχών ποιήματα φέρονται πολλά· _Αραχνομαχία, *Γερανομαχία, *Επάκτιον_. Τινά τούτων ήσαν ιαμβικά και επομένως ξένα της Ομηρικής ποιήσεως. Ονομαστότατον δε πάντων των κωμικών επών ήτο ο *_Μαργίτης_, επονομαζόμενος ούτως εκ του ήρωος, όστις ήτο μάργος, κενοδόξος και ανίκανος κατά τον αθάνατον στίχον

_Πόλλ' ηπίστατο έργα, κακώς δ' ηπίστατο πάντα_.

και πάλιν

_Τον δ' ούτ' αρ σκαπτήρα θεοί θέσαν, ούτ' αροτήρα ούτ' άλλως τι σοφόν πάσης δ' ημάρτανε τέχνης_.

{ He was not meant by the gods for a digger or a ploughman, nor generally for anything sensible; he was deficient in all manner of wisdom. }

Μεταγενέστεροι μετρικοί συγγραφείς λέγουσιν ότι το ποίημα ήτο μείγμα ηρωικών και ιαμβικών στίχων, τούτο δ' εμφαίνει μεταγενεστέραν νοθείαν παλαιού έργου, αδύνατον δε ν' αληθεύη περί του ποιήματος, όπερ ο Αριστοτέλης ενόμιζεν ως Ομηρικόν (86). Ο Μαργίτης θα ήτο κωμικώτερος του Σχολαστικού του Ιεροκλέους, του ήρωος των _Αστείων_, βιβλίου, εξ ού ελήφθησαν και πολλοί αστεϊσμοί του αγγλικού _Joe Millers_. Ο Σχολαστικός ήτο εντελώς μωρός μετά τινος αγαστής μετριοφροσύνης.

Αλλά τι εννοούσιν οι καλούντες τα ποιήματα ταύτα Ομηρικά; Τούτο μόνον, ότι προέρχονται εκ χρόνων, ότε το όνομα των ποιητών ενομίζετο ανάξιον μνείας και ίσως και τούτο, ότι, προκειμένου περί κωμικής μάχης, αστειότερον ήτο να παρασταθή αυτή ως έργον του θείου Ομήρου.

ΗΣΙΟΔΟΣ

Ως το περί πολέμων και περιπλανήσεων έπος επροσωποποιήθη, αποδοθέν εις τον «Όμηρον», τον αοιδόν των βασιλέων, ούτω το απλώς διδακτικόν έπος επροσωποποιήθη, αποδοθέν εις τον αγροτικόν ποιητήν «Ησίοδον». Είναι αλήθεια ότι τα Ησιόδεια ποιήματα περιέχουσι προσωπικάς τινας μνείας και έν αυτών, τα _Έργα_ συχνότατ' αποτείνεται προς τον «Πέρσην», υποτιθέμενον ως φίλον του ποιητού, άπαξ δε ως αδελφόν του. Αλλ' είδομεν ότι αι μνείαι είναι πλασταί, πιθανώς δε και ο Πέρσης είν' επίσης πλάσμα. Διότι αν πραγματικός άνθρωπος είχεν αρπάσει την κληρονομίαν του Ησιόδου διά διαφθοράς των «δωροφάγων βασιλέων», ο Ησίοδος δεν θ' απέμενε φίλος του. Ο Πέρσης είναι πρόσωπον πλασθέν, όπως ακούη το διδακτικόν έπος και πράγματι εκτελεί το καθήκον τούτο. Αφού ο Ησίοδος θέλει να επαινέση την φιλεργίαν και να ψέξη τας αδικίας των ανθρώπων και ιδίως των δικαστών, ο «Πέρσης» πρέπει να είναι οκνηρός ως σκύλος, άπειρος του κόσμου και φιλόδικος. Αφού δε ο Ησίοδος θέλει να εγκωμιάση την δικαιοσύνην, ο Πέρσης πρέπει να φαίνεται φίλος πάσης λαθροχειρίας. Δεν έχομεν λοιπόν πληροφορίαν τι ήτο ο Ησίοδος, αλλά μόνον παράδοσιν ποίος εικάζετο ότι ήτο. Κατ' αυτήν εγεννήθη εν Κύμη της Αιολίδος· ο πατήρ του μετοικήσας εις Βοιωτίαν, ήλθεν εις την Άσκραν, κώμην εύμορφον και εύφορον, ήτις κείται επί των προπόδων του Ελικώνος, αλλ' υπό του ποιητού περιγράφεται ως

_χείμα κακή, θέρει αργαλέη, ουδέποτ' εσθλή_.

{ bad in winter, insufferable in summer }

Εκεί έβοσκε ποίμνια επί του Ελικώνος, μέχρις ού μίαν ημέραν αι Μούσαι τον εχαιρέτισαν ως εξής [Θεογ. 26]

«_Ποιμένες άγραυλοι, κάκ' ελέγχεα, γαστέρες οίον, ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία ίδμεν δ' εύτ' εθέλωμεν, αληθέα γηρύσασθαι_»·

{Boors of the wild fields, by-words of shame, nothing but belly! We know how to tell many false things true-seeming, but we know how to speak the real truth when we will. }

τούτο έκαμε τον Ησίοδον ποιητήν. Αλλ' ουδέν άλλο πληροφορούμεθα περί αυτού μέχρι του θανάτου του, πλην μόνον ότι διέβη ποτέ το μεταξύ Αυλίδος και Χαλκίδος στενόν, όπως αγωνισθή και αυτός εις τον κατά την ταφήν του βασιλέως της Ευβοίας Αμφιδάμαντος ποιητικόν αγώνα και ότι ουδέποτε επέρασε θάλασσαν, καίτοι πολλά συμβουλεύει περί ναυτικών πραγμάτων. Απέφευγε δε την Πελοπόννησον, διότι χρησμός προείπεν ότι θ' απέθνησκεν εν Νεμέα· αλλ' εφονεύθη εν τω ιερώ του Νεμείου Διός παρά την Οινόην και ερρίφθη εις την θάλασσαν υπό των αδελφών της Κλυμένης ή Κτιμένης, ήτις ελέγετο ότι εγέννησεν υιόν εις τον ογδοηκοντούτη ποιητήν· αλλ' οι δελφίνες εκόμισαν το σώμα εις την ξηράν και επίσημος τάφος ανηγέρθη εν Ορχομενώ. Ο υιός ήτο ο πολύς λυρικός Στησίχορος!

Αλλά τούτο δεν είναι ουδέ μύθος γνήσιος· είναι πλαστόν μύθευμα των αρχαίων γραμματικών. Αλλ' ίσως εκ των μυθευμάτων τούτων δυνάμεθα να πορισθώμεν ιστορικήν τινα είδησιν. Τα περί των επών λεγόμενα μαρτυρούσι πάντα ότι εν Βοιωτία υπήρχε παλαιά αγροτική ποίησις, πιθανώτατα απότοκος των παλαιών αιολικών ραψωδιών των Αχαιών, εξ ών ανεπτύχθη ο «Όμηρος»· και ότι η ποίησις εκείνη επλουτίσθη ποτέ και ενισχύθη διά του υψηλού έπους της Ιωνίας. Ότι δηλαδή πιθανώς Ίωνες ποιηταί εγκατεστάθησαν εις την Βοιωτίαν και παρέλαβον την επιχώριον ποίησιν. Εάν δε είς εξ αυτών ωνομάζετο Ησίοδος, τούτο είναι σχεδόν ασήμαντον· το όνομα δεν φαίνεται πλαστόν (87). Οπωςδήποτε η βοιωτική ποίησις ήνθησεν ως χωριστόν επικόν είδος, καταγόμενον μεν εκ του ιωνικού «Ομήρου», αλλά φέρον και πολλά εντόπια χαρακτηριστικά.

Ο δε θάνατος του Ησιόδου; Γινώσκομεν ότι η Ησιόδειος ποίησις εξετείνετο εις τε την Λοκρίδα και την Βοιωτίαν, ιδίως δε οι κατάλογοι των γυναικών ήσαν λοκρικοί. Ο περί Κλυμένης λόγος επλάσθη βεβαίως εκ της επιθυμίας όπως η καταγωγή του Στησιχόρου δειχθή ποιητική και ένδοξος. Το επίλοιπον του μύθου σημαίνει άρα γε ότι η Λοκρίς εθεώρει τον Ησίοδον ως ιδικόν της, ενώ οι Βοιωτοί έλεγον ότι ήτο Βοιωτός, ως εξήγησιν δε του τάφου εύρισκον ότι οι Λοκροί εφόνευσαν αυτόν; Η κατά την ταφήν του Αμφιδάμαντος νίκη του Ησιόδου είναι προςθήκη μεταγενεστέρα, φαίνεται δε ότι μεταξύ των ανταγωνιστών κατελέγετο και ο Όμηρος. Ο λόγος όμως περί αγώνος μεταξύ Ομήρου και Ησιόδου, και νίκης του Ησιόδου δύναται, καθώς είδομεν, να αναχθή μέχρι του πέμπτου τουλάχιστον αιώνος.

Των ποιημάτων του Ησιόδου έχομεν κατ' όνομα τρία διασωθέντα, αλλά ταύτα δύνανται να θεωρηθώσι και δώδεκα· τόσον μικράν ενότητα έχει έκαστον — η _Θεογονία_, τα _Έργα_ και η _Ασπίς του Ηρακλέους_.

Τα «_Έργα και Ημέραι_» είναι ποίημα περί των έργων, δηλαδή των γεωργικών, μετά παραρτήματος περί των αισίων και απαισίων ημερών του μηνός και παρεμβολής ηθικών προς τον Πέρσην συμβουλών. Είναι δε μονότονον, απέριττον και ταπεινόν, δηλ. κάπως άξεστον και τραχύ, λαλιά εκείνων των Μουσών, όσαι αγαπώσι _ταληθέα_· οι στίχοι ουδεμίαν έχουσιν έξαρσιν· φαίνονται τρόπον τινά λεγόμενοι υπό ανθρώπου κουρασμένου και σκυμμένου κατά το τέλος του ημερινού καμάτου, ανθρώπου, όστις αγαπά την αγροτικήν ζωήν, αλλά θα την ηγάπα περισσότερον, αν είχε περισσοτέραν τροφήν και ολιγωτέραν εργασίαν. Το αίσθημα είναι ολιγοστόν. Το πικρόχολον της πρώτης γνώμης είναι χαρακτηριστικόν

25] _και κεραμεύς κεραμεί κοτέει και τέκτονι τέκτων και πτωχός πτωχώ φθονέει και αοιδός αοιδώ_.

{ Potter is wroth with potter, and carpenter with carpenter; aye, beggar is envious of beggar, and minstrel of minstrel! }

Πικρά είναι και η γνώμη περί των δικαστών, όσοι ληστεύουσι τους πτωχούς

40] _νήπιοι, ουδέ ίσασιν όσω πλέον ήμισυ παντός ουδ' όσον εν μαλάχη τε και ασφοδέλω μέγ όνειαρ_.

{ Fools, they know not how the half is more than the whole, nor the great joy there is in mallow and asphodel. }

Η μολόχα και ο ασφόδελος ήσαν τροφή των πτωχών. Αι ηθικαί γνώμαι γίνονται βαθύτεραι κατά το μέσον του έργου, και δεικνύουσιν αληθινήν και αγαστή του καθήκοντος αντίληψιν·

311] Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ' όνειδος. 349] Ευ μεν μετρείσθαι παρά γείτονος, ευ δ' αποδούναι αυτώ τω μέτρω, και λώιον, αι κε δύνηαι. 356] Δως αγαθή, άρπαξ δε κακή, θανάτοιο δότειρα. 695] Ωραίος δε γυναίκα τεόν ποτί οίκον άγεσθαι 701] πάντα μάλ' αμφίς ιδών, μη γείτοσι χάρματα γήμης. Ου μεν γαρ τι γηναικός ανήρ ληίζετ' άμεινον της αγαθής, της δ' ούτε κακής ου ρίγιον άλλο, δειπνολόχης, ήτ' άνδρα και ίφθιμόν περ εόντα, εύει άτερ δαλοίο και ωμώ γήραϊ δώκε.

{ " Hard work is no shame ; the shame is idleness." " Help your neighbour, and he will help you. A neighbour matters more than a kinsman." " Take fair measure, and give a little over the measure — if you can." " Give willingly; a willing gift is a pleasure!' " Give is a good girl, and Snatch is a bad girl, a bringer of death! " " It is best to marry a wife; but be very careful, or your neighbours may be merry at your expense. There is no prize like a good wife: nothing that makes you shudder like a bad; she roasts you without fire, and brings you to a raw old age!' “

Αι γνώμαι αύται, κατά το τέλος εκπίπτουσιν εις δημώδεις δεισιδαιμονίας·

744 _Μη ποτ' οινοχόην τιθέμεν κρατήρος ύπερθεν πινόντων· ολοή γαρ επ' αυτώ μοίρα τέτυκται_.

{not to put the jug on the mixing-bowl when drinking; that means death!}

Μία δε συμβουλή

737 Μηδέποτ' αιενάων ποταμών καλλίρροον ύδωρ ποσσί περάν πριν γ' εύξη ιδών ες καλά ρέεθρα

{ not to cross a river without washing your hands and your sins }

όζει Ορφισμού.

Τα γεωργικά μέρη των Έργων φαίνονται γνήσια και αληθώς αγροτικά· δύνανται δε να θεωρηθώσιν ως το κέντρον του έργου, τα δε λοιπά ως παρεμβολαί και προσθήκαι. Τοιούτος είναι ο μύθος,

42] _κρύψαντες γαρ έχουσι θεοί βίον ανθρώποισι_

{ the gods had "hidden away his life from man" }

μέχρις ού ο Προμηθεύς έκλεψε το «πυρ» και το διέδωκε· τότε ο Ζευς κατεσκεύασεν είδος ωραίας παρθένου και έκαστος θεός της εχάρισε χωριστόν χάρισμα, τελευταίος δε ο Ερμής της ενέβαλε

78] _ψεύδεα δ' αιμυλίους τε λόγους και επίκλοπον ήθος_

{ the heart of a clog and the ways of a thief. }

και οι θεοί την ωνόμασαν Πανδώραν και την έδωσαν εις τον Επιμηθέα, ο οποίος την εδέχθη εκ μέρους των ανθρώπων. Άλλος μύθος είναι ο περί τεσσάρων γενών — τουλάχιστον έπρεπε να είναι τέσσαρα, ήτοι χρυσούν, αργυρούν, χαλκούν και σιδηρούν. Αλλά χάριν του Ομήρου οι πολεμισταί της Τροίας καταλαμβάνουσι θέσιν τινά τασσόμενοι μετά το χαλκούν γένος και προ του ημετέρου. Ημείς είμεθα το σιδηρούν και κινδυνεύομεν να καταντήσωμεν και χειρότεροι. Διότι μας αφήκαν πάντες οι θεοί, εκτός της Αιδούς και της Νεμέσεως — των δύο ερασμίων ιδεών, άς ο σοφιστής Πρωταγόρας εθεώρει ως βάσεις της κοινωνικής ηθικής. Αλλ' ο Ησίοδος φρονεί ότι εν τέλει θαποδιώξωμεν και αυτάς και τότε θαφανισθώμεν. Δύο δε μόνον χωρία επιτρέπουσι την ελπίδα αισιωτέρου μέλλοντος·

260] όφρ' αποτείση δήμος ατασθαλίας βασιλέων, οι λυγρά νοεύντες άλλη παρκλίνωσι δίκας, σκολιώς ενέποντες (πρβ. 175)

{all may be well when the Demos at last arises and punishes the sins of the princes}

Αξιοπαρατήρητος είναι η διαφορά της προς τους αρχαίους βασιλείς νομιμοφροσύνης του ευτυχούς ιωνικού έπους από της πίκρας εναντίον των ευγενών αδημονίας του αγροτικού έπους της Βοιωτίας.

Τα _Έργα_ είναι δροσερώτατα εις τας περιγραφάς των ωρών του έτους — θέματος αγαπητού εις το ελληνικόν αίσθημα μέχρι των ημερών του Λόγγου. Π. χ.

_Μήνα δε ληναιώνα, κάκ' ήματα, βουδόρα πάντα, 505] τούτον αλεύασθαι και πηγάδας, αίτ' επί γαίαν πνεύσαντος Βορέαο δυσηλεγέες τελέθουσιν, όςτε διά Θρήκης ιπποτρόφου ευρέι πόντω εμπνεύσας ώρινε· μέμυκε δε γαία και ύλη· πολλάς δε δρυς υψικόμους ελάτας τε παχείας 510] ούρεος εν βήσσης πιλνά χθονί πουλυβοτείρη εμπίπτων, και πάσα βοά τότε νήριτος ύλη, κτλ._

{ bad days, enough to flay an ox, when the north wind rides down from Thrace, and earth and the plants shut themselves up ; and he falls on the forest and brings down great oaks and pines; and all the wood groans, and the wild beasts shiver and put their tails between their legs. Their hides are thick with fur, but the cold blows through them, and through the bull's hide and the goat's thick hair; but it cannot blow through to the gentle little girl who sits in the cottage with her mother, }

Πόσον δε ωραίον είναι το θέρος, διά το οποίον πολλοί έψεξαν την αισθητικήν του Ησιόδου, ότι αγαπά να κάθηται εις την σκιάν, τρώγων κρέας τράγου και πίνων γάλα και οίνον.

Η _Θεογονία_ είναι δοκίμιον, εννοείται όλως ασύμμετρον, περί θεών, της καταγωγής και της συγγενείας αυτών· αλλά μέρη τινά είναι πλέον ή παλαιά· είναι ωγύγια· διότι απαντώσι διάφοροι δημώδεις θεοί, ών τα ονόματα ανευρίσκονται εν τη σανσκριτική και επομένως δύνανται να θεωρηθώσιν ως αναγόμενοι εις τους ιαπετικούς χρόνους, αν και οι θεοί ούτοι, ως λίαν οικείοι, δεν μνημονεύονται υπό του ηρωικού έπους· η Εστία, η Ρέα, ο Όρθρος, ο Κέρβερος. Αλλ' όσον παλαιούς και αν ευρίσκωμεν εν τη _Θεογονία_ μύθους, η γλώσσα, δηλαδή η παρούσα του έπους μορφή, και ίσως αυτή η επίνοια της συστηματοποιήσεως των θεών, είναι σχετικώς μεταγενεστέρα. Μίαν φράσιν των _Έργων_ (στ. 702) δανείζεται ο Σημωνίδης (περί τα 650 π. Χ.), αλλ' είναι αδύνατον να ορισθή η χρονολογία των επών. Είδομεν ότι φράσεις της _Θεογονίας_ περιλαμβάνονται εις την _Ιλιάδα_ — και τανάπαλιν η _Θεογονία_ παραλαμβάνει φράσεις της _Ιλιάδος_ και της _Οδυσσείας_, εν τέλει δε αναφέρεται εις την υπόθεσιν πολλών των απορριφθέντων επών. Η κατάστασις του κειμένου είναι αθλία· πολλάκις είναι δύσκολον να εύρωμεν τον ειρμόν ή την έννοιαν, φαίνεται δε σχεδόν ως να ήσαν σημειώσεις ραψωδού, δυνάμεναι να επεκταθώσι κατά την απαγγελίαν. Υπάρχουσι δε λείψανα πραγματικής, όχι απλώς ποιητικής θρησκείας. Ο Έρως κατέχει θέσιν εξέχουσαν (στ. 120) διότι ελατρεύετο εν Θεσπιαίς, ήτις ήτο η πλησιεστάτη εις την Άσκραν πόλις. Η δ' Εκάτη έχει ύμνον (στ. 411-452) τόσον περιπαθή, ώστε φαίνεται ότι προέρχεται πάντως εκ τοπικής τινος λατρείας. Πολλά μέρη του ποιήματος, ο ακρωτηριασμός του Ουρανού και ο «καννιβαλισμός» του Κρόνου, τότε μόνον δεν προξενούσιν αηδίαν, όταν μελετηθώσιν ως αληθή λείψανα θρησκείας αγρίας. Όθεν εις εκείνους των μεταγενεστέρων Ελλήνων, όσοι σοβαρώτερον εξήταζον αυτά, εφαίνοντο, εννοείται, ανυπόφορα. Αλλά τα περί της μάχης των Τιτάνων έχουσιν αληθινήν μεγαλοπρέπειαν, ήτις θα ήτο βεβαίως ευεξήγητος, εάν είχομεν την Ομηρικήν *_Τιτανομαχίαν_. Αληθινή δε αγάπη της θαλάσσης χαρακτηρίζει τον κατάλογον των Νηρηίδων (στ. 347 κεξ.).

Η _Θεογονία_ λήγει διά καταλόγου των θεαινών, όσαι «_θνητοίσι παρ' ανδράσιν ευνηθείσαι_» εγέννησαν ανθρώπους ομοίους προς θεούς. Κατά δε τους τελευταίους στίχους ο ποιητής αλλάσσει θέμα·

_Νυν δε γυναικών φύλον αείσατε, ηδυέπειαι Μούσαι,_

{ Now, sweet Muses, sing the race of mortal women!}

εννοείται δε ότι αι Μούσαι υπήκουσαν, αλλά το ποίημα εχάθη· υπό αρχαίων μνημονεύεται διά διαφόρων ονομάτων, _Γυναικών κατάλογος, Γυναικών ηρωινών κατάλογος_, μέρη δε αυτού μνημονεύονται ως _Ηοίαι_, (εκτενέστερα δε και χωριστά _Μεγάλαι Ηοίαι_].