Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 5
Τα ονόματα «Ελλάς» και «Αχαιίς γαία» φαίνονται ακολουθούντα την αυτήν περίπου οδόν καθώς το «Άργος». Σημαίνουσι πρώτον την εν Φθία χώραν του Αχιλλέως, την πατρίδα των φυλών εκείνων, όσαι κατόπιν ωνόμασαν την εν Πελοποννήσω αποικίαν των «Αχαΐαν» και την εν Ιταλία «Μεγάλην Ελλάδα». Αλλά κατά το πλείστον μέρος της _Ιλιάδος_ «Αχαιοί» ονομάζονται εν γένει οι Έλληνες, Ελλάς δε σημαίνει την εν Φθία. Εν τη _Οδυσσεία_ ευρίσκομεν το όνομα «Ελλάς» έχον την έπειτα γενικήν σημασίαν, και εν τω Β της _Ιλιάδος_ άπαντα και το «Πανέλληνες». Τούτο μαρτυρεί επέκτασιν του γεωγραφικού ορίζοντος του ποιητού· δηλαδή πρώτον πάντες οι δρώντες ήσαν «Αχαιοί» ή «Αργείοι»· έπειτα τα παλαιά ονόματα Αχαιοί και Αργείοι εξηκολούθουν σημαίνοντα πάντας εκείνους, αλλά το πεδίον των επών επεξετάθη πολύ πέρα των παλαιών ορίων και επεξετείνετο έτι μάλλον. Τα δε τελευταία μέρη της Οδυσσείας περιλαμβάνουσι και την Σικελίαν και την Κυρήνην και περιέχουσιν ειδήσεις τινάς περί των σκυθικών χωρών, ίσως δε και των υπερβορείων. (74)
Άλλην βαθμιαίαν πρόοδον δεικνύουσι τα έθιμα του γάμου. Καθώς παρετήρησεν ο Αριστοτέλης, οι Έλληνες κατ' αρχάς απλώς ηγόραζον τας συζύγους· ωραία κόρη ήτο πολύτιμος, καθό _αλφεσίβοια_, ήτοι παρέχουσα βόας, διά των _έδνων_, ήτοι της αμοιβής, ήν προσέφερον χάριν της οι μνηστήρες. Αλλά κατά τους ενδόξους χρόνους το έθιμον αντεστράφη· αντί να λαμβάνη αμοιβήν διά την θυγατέρα του ο πατήρ, έδιδεν αυτός και προίκα· κατά δε τα μεταγενέστερα μέρη των επών τα _έδνα_ σημαίνουσι προίκα. Αλλ' υπάρχουσι και διάμεσοι σταθμοί, έν δε των αδικημάτων των μνηστήρων είναι ότι αρνούνται να πληρώσωσι τα _έδνα_.
Άλλο χρονολογικόν τεκμήριον παρέχει η χρήσις του υπερφυσικού. Τα έπη όχι μόνον περιέχουσι, καθώς έδειξεν ο Rohde (75) ίχνη παναρχαίας θρησκείας, ήτοι λατρείας των προγόνων και του εξιλασμού των νεκρών ανάμεικτα μετά μεταγενεστέρου «Ιωνισμού», τολμηρού και αθρήσκου, αγνοούντος οιονδήποτε μυστήριον και μεταχειριζομένου τους θεούς ως ρητορικά κοσμήματα ή και χάριν κωμικής διασκεδάσεως, αλλά περιέχουσι και ίχνη εντάσεως ή χαλαρώσεως της υπερφυσικής μηχανής. Εις τας παλαιοτάτας σκηνάς το θείον πρόσωπον εισάγεται μόνον όπου υπάρχει πραγματικόν μυστήριον, όπου δηλαδή υπερφυσική εξήγησις είναι αναγκαία χάριν των απλουστέρων. Ο Οδυσσεύς εμβαίνει εις την πόλιν των Φαιάκων αφανής, και προχωρεί απαρατήρητος, επειδή η Αθηνά περιέβαλεν αυτόν νέφος· εάν δε ο Αχιλλεύς σύρων το ξίφος εναντίον του βασιλέως, αισθάνεται κάτι να τον συγκρατή και να τον νουθετή, τούτο ενέφαινε θείαν χείρα και φωνήν. Αλλά βραδύτερον οι θεοί εισάγονται ως απλά κοσμήματα, πολεμούντες προς αλλήλους και καταντώντες κοινά πρόσωπα των επών. Όσον περισσοτέρας ευρίσκομεν θείας αναμείξεις, τόσον νεώτερον είναι το ποίημα εκείνο, μέχρις ού φθάνομεν εις τας κωμικάς μεταμορφώσεις της Αθηνάς εν τη Οδυσσεία και τας δυσαρέστους σκηνάς των μαχομένων θεών εν τω Ε και τω Υ. Βεβαίως ουδέ τα πρωιμώτατα μέρη των επών ήσαν όλως διόλου άνευ θεών, διότι οι θεοί δεν εδημιουργήθησαν εν τη Ασία· ήσαν «Ολύμπιοι» και είλκον την καταγωγήν και τα στερεότυπα επίθετα εκ της πρώτης πατρίδος των Αχαιών.
Αλλά και η προς έκαστον θεόν σχέσις των επών έχει σημασίαν, όχι μεν χρονολογικήν, αλλά τοπικήν. Ο Ζεύς και η Ήρα ολίγου αξιούνται σεβασμού. Η δε Ίρις είναι καθώς οι αδέξιοι άγγελοι του Ευριπίδου. Ο Άρης φανερά μισείται ως αιμοδιψής και θρασύδειλος Θραξ, Η δε Αφροδίτη η μαχομένη κατ' απήχησιν της φοινικικής Αστάρτης, της αληθώς πολεμικής, γελωτοποιείται και μυκτηρίζεται διά την αδεξιότητά της. Δύο μόνον θεοί ευρίσκουσι σεβασμόν — ο Απόλλων, σύμμαχος μεν των Τρώων, αλλά καθ' όλα θεία μορφή, και ο Ποσειδών, ο κινούμενος εντός ιδιαζούσης αίγλης. Ο λόγος είν' ευνόητος· αυτοί είναι οι πραγματικοί θεοί της Ιωνίας. Και οι άλλοι βεβαίως είναι θεοί· αλλά είναι θεοί άλλων λαών και η περί αυτών γνώμη μας εξαρτάται κατά μέρος εκ της περί των λατρευόντων αυτούς γνώμης. Η Αθηνά τιμάται αμέσως μετά τους δύο ιωνικούς θεούς· εν δε τη _Οδυσσεία_ και τω Κ της _Ιλιάδος_ υπερτερεί αυτών. Αλλ' αι Αθήναι τόσον μόνον κατώρθωσαν· δεν ηδυνήθησαν να πείσωσι την ιωνικήν ποίησιν ν' απεικονίση την σκυθρωπήν θεάν των ως μεγάλην κατά πάντα· η Αθηνά παρέμεινεν εν τω έπει φιλοπόλεμος επίβουλος και αδυσώπητος, καίτοι πιστή σύμμαχος· εκείνη διέπραξε την ασυγχώρητον του Έκτορος προδοσίαν.
Μεγάλη προσοχή χρειάζεται εις την εκτίμησιν της σημασίας των επαναλήψεων και παραθέσεων των στίχων. Παραδείγματος χάριν, ο μετημφιεσμένος Οδυσσεύς αρχίζει να προλέγη την επάνοδόν του [προς την Πηνελόπην] εν τω τ 303 μετά της φυσικής επικλήσεως
_ίστω νυν Ζευς πρώτα, θεών ύπατος και άριστος ιστίη τ' Οδυσήος αμύμονος, ήν αφικάνω._
{Zeus hear me first, of gods most high and great, And brave Odysseus' hearth, where I am come}
Αλλ' ότε λέγει το αυτό [προς τον Εύμαιον] εν τω ξ 158 η πρόρρησις είναι όχι μόνον ασύνετος, αλλά και όλως έκτοπος, αφού ο Οδυσσεύς δεν θέλει ν' αναγνωρισθή, ελαφρά δε προσθήκη
ίστω νυν Ζευς πρώτα θεών, ξενίη τε τράπεζα
{ Zeus, hear me first of gods and thy kind board}
ελέγχει την μίμησιν. Το χωρίον έχει καλώς εν τω τ και κακώς εν τω ξ. Ομοίως το λεγόμενον εν κ 135 είναι φυσικόν·
_ένθα δ' έναιεν Κίρκη ευπλόκαμος, δεινή θεός αυδήεσσα,_
{In the isle there dwelt Kirke fair-tress'd, dread goddess full of song}
διότι η Κίρκη ήτο πράγματι δεινή και η _αυδή_ αυτής ήτο μαγική επωδή· αλλά το εν τω μ 448
_ένθα Καλυψώ ναίει ευπλόκαμος, δεινή θεός αυδήεσσα_
{Calypso in the isle Dwelleth fair-tress 'd, dread goddess full of song}
είναι άτοπον· διότι η Καλυψώ δεν ήτο _δεινή_, ουδέ _αυδήεσσα_, πλην κατά μίμησιν της Κίρκης, το δε σπουδαιότερον, η σύνδεσις τοιούτου ρήματος και τοιούτου επιθέτου «ναίει ευπλόκαμος» δεν είναι ομηρικός τρόπος εκφράσεως.
Επίσης η περιγραφή του Ταρτάρου εν τη Θεογονία 720
τόσσον ένερθ' υπό γης όσον ουρανός έστ' από γαίης
{As far 'neath earth as is the heaven above}
είναι φυσική και πρωτότυπος. Αλλά το Ομηρικόν (Θ, 16)
τόσσον ένερθ' Αίδεω, όσον ουρανός έστ' από γαίης
{As far 'neath hell as heaven is 'der the earth}
φαίνεται μίμησις και υπερβολή.
Αλλ' όμως πράγματι η μεν Καλυψώ (δηλ. η καλύπτουσα) είναι πιθανώς αρχέτυπος εν τω μύθω του Οδυσσέως, η δε Κίρκη δευτερεύουσα. Υπήρχον δε άλλοι μύθοι, όπου η Κίρκη είχεν ανεξάρτητον ύπαρξιν και μετέβαλλε τους Αργοναύτας εις άρκτους και τίγρεις, πριν μεταβάλη εις χοίρους τους εταίρους του Οδυσσέως. Η δε _Θεογονία_, ής το χωρίον δανείζεται η _Ιλιάς_, δανείζεται και αυτή πολλά χωρία της _Ιλιάδος_ και της _Οδυσσείας_.
Δύο τινά δύνανται να υποτεθώσι περί των τοιούτων επαναλήψεων· πρώτον μεν ότι πάντα τα τοιαύτα χωρία ανάγονται εις αρχέτυπον μη υπάρχον ήδη, είτε δηλαδή εις ωρισμένον χωρίον μη σωζομένου έπους, είτε εις κοινόν εν τη εποποιία τύπον· δεύτερον δε, ότι τα μεγάλα έπη εξηκολούθουν ν' αναπτύσσωνται επί τόσον χρόνον, ώστε πάντα είχον τον καιρόν να παραλαμβάνωσι στίχους αλλήλων. Εμνημονεύσαμεν ήδη ότι η περιγραφή του φόνου του Πατρόκλου (Π 380-480) περιέχει φράσεις της _Οδυσσείας_ και της _Θεογονίας_. Αλλά το παραδοξότατον παράδειγμα είναι ότι η εν Άδου σκηνή του ω της _Οδυσσείας_, το νεώτατον αυτής επίρραμμα, περιγράφει την μνηστηροφονίαν κατά τρόπον, μη συμφωνούντα προς την σωζομένην διασκευήν του έπους, αλλά προς προηγουμένην, ήν εξηφάνισεν η σωθείσα.
Πλην των κατά λέξιν μιμήσεων έχομεν και άλλας, γενικωτέρας. Παραδείγματος χάριν οι μεγάλοι παρ' Ομήρω κατάλογοι, ο των πλοίων εν τω Β, των Μυρμιδόνων εν τω Π της _Ιλιάδος_, ο των γυναικών εν τω λ της _Οδυσσείας_ σχεδόν αναμφιβόλως απορρέουσιν εκ βοιωτικής ή _«Ησιοδείου»_ πηγής. Επίσης πολλά μέρη του δ’ αποτελούνται εκ συντόμων και ατελών αποσπασμάτων των _Νόστων_ του Αγαμέμνονος, του Αίαντος του μικρού και του Μενελάου. Φαίνονται δε αναφερόμενα εις πληρέστερον και λεπτομερέστερον πρωτότυπον, πιθανώτατα εις την σειράν των * _Νόστων_, ενός των απορριφθέντων επών. Την δε διήγησιν της Ελένης (δ 247 κεξ.) ότι εν Τροία εβοήθησε τον Οδυσσέα αναφέρει ο Πρόκλος — μάρτυς εννοείται ύποπτος — ως υπάρχουσαν εν τη *_Μικρά Ιλιάδι_. Η δε επομένη (271 κεξ.) παριστά την Ελένην εχθρικήν προς τους Έλληνας και δεν δύναται ν' απορρέη εκ της αυτής πηγής. Αλλά και αυτή φαίνεται ως επιτομή. Όμοιον είναι και το περί Βελλεροφώντος εν τω Ζ 179, ότι ο Προίτος
_πρώτον μεν ρα χίμαιραν αμαιμακέτην εκέλευσεν πεφνέμεν· η δ' άρ' έην θείον γένος ουδ' ανθρώπων, πρόσθε λέων, όπιθεν δε δράκων, μέση δε χίμαιρα δεινόν αποπνείονσα πυρός μένος αιθομένοιο· και την μεν κατέπεφνε θεών τεράεσσι πιθήσας.
{Proitos first sent him to slay the Chimaira : now she was a thing divine and not mortal, in front a lion, and behind a serpent, and in the middle a wild goat, breathing furious fire. Yet he slew her, obeying the signs of the gods.}
Τίνα σημεία εννοεί και πώς; και ποία η έννοια των επομένων;
_αλλ' ότε δη και κείνος απήχθετο πάσι θεοίσιν ήτοι ο κάπ πεδίον το Αλήιον οίος αλάτο όν θυμόν κατέδων, πάτον ανθρώπων αλεείνων·_ (200 κεξ)
{But when he, too, was hated of all the gods, then verily down the Plain of Wandering alone he wandered, eating his heart, shunning the tread of men!}
το αρχικόν έπος θα έλεγεν, αλλ' η σύνοψις θεωρεί πάσας τας λεπτομερείας ως γνωστάς.
Ο χώρος επιτρέπει μόνον απλάς νύξεις περί του άλλου χρονολογικού τεκμηρίου, όπερ ήδη χρησιμοποιείται μεγάλως εν τη «υψηλοτέρα κριτική», λέγω την ανάλυσιν του μύθου. Αλλ' αξιοσημείωτον είναι π. χ. ότι το περί τα πλοία τείχος εν τη _Ιλιάδι_ είναι μεταγενεστέρα προσθήκη· διότι κτίζεται κατά περίστασιν αδύνατον, πότε υπάρχει και πότε δεν υπάρχει και πάλιν αναφαίνεται μυστηριωδώς, αφού ο Απόλλων κατηδάφισεν αυτό. Ο δε Αχιλλεύς εν τω Π της _Ιλιάδος_ λαλεί ως εάν μη συνέβησαν τα εν τω I. Του Οδυσσέως αι πλάναι εν τω κ και τω μ και ίσως εν τω ι φαίνεται κατ αρχάς ότι συνετέθησαν εις τρίτον πρόσωπον, όχι πρώτον, αι δε εν τω ξ και τω τ πλασταί αυτού διηγήσεις φαίνονται προερχόμεναι εκ παλαιοτέρας του μύθου διασκευής. Του δε τ και των επομένων ραψωδιών οι ποιηταί φαίνονται αγνοούντες ότι η Αθηνά είχε μεταμορφώσει τον ήρωα εν τω ν εις παλαιόν γέροντα και ότι ούτος παρέμεινε γέρων μέχρι του τέλους του σ. Αλλά ψυχή της τοιαύτης κριτικής είναι η λεπτομερής ανάλυσις. Όθεν εκλέγομεν έν προς διασάφησιν παράδειγμα, την μνηστηροφονίαν.
Κατά την σωζομένην έκδοσιν ο Οδυσσεύς αρχίζει διά του τόξου, εξαντλεί όλα του τα βέλη, καταθέτει το τόξον και λαμβάνει δόρυ και ασπίδα και περικεφαλαίαν, άπερ εν τω μεταξύ εκόμισεν ο Τηλέμαχος. Αλλ' ενώ αυτός ήλλασσεν όπλα, τι έκαμνον τα ξίφη των οι 50 εκείνοι απηλπισμένοι άνδρες; Πάντες σχεδόν οι κριτικοί διακρίνουσιν εδώ συνδυασμόν παλαιοτέρας τοξομαχίας προς νεωτέραν δοριμαχίαν. Περί της πρώτης ας αρχίσωμεν από των νίπτρων του τ. Εκεί ο Οδυσσεύς ομιλεί μετά της Πηνελόπης, παρούσης της Ευρυκλείας και των αμφιπόλων. Ο Οδυσσεύς δεν τολμά ν' αναγνωρισθή αμέσως, επειδή γνωρίζει ότι αι αμφίπολοι δεν είναι πισταί. Λαλεί προς την γυναίκα του δι' υπαινιγμών, λέγει ότι είδε τον Οδυσσέα, ότι ο Οδυσσεύς είναι εν τη Θεσπρωτία και ότι αναμφιβόλως θα έλθη προ της λήξεως του έτους εκείνου. Θα ήθελε βεβαίως να αποπέμψη τας αμφιπόλους, αλλά, εννοείται, δεν ημπορεί. Ενθυμείται την Ευρύκλειαν, την παλαιάν τροφόν του· και ότε η Πηνελόπη διατάσσει τας αμφιπόλους ν' απονίψωσιν αυτόν, εκείνος ζητεί όπως η Ευρύκλεια και όχι άλλη πλύνη τους πόδας του. Τότε η γραία διά μιας (τ 392) τον αναγνωρίζει εκ της ουλής. Αλλά κατά την σωζομένην διασκευήν ο «πολύμητις» εκπλήσσεται διά τούτο· απειλεί την Ευρύκλειαν ίνα σιωπήση και δεν επακολουθεί τίποτε. Το δε σπουδαιότερον, η Πηνελόπη, ενώ προ μικρού έμαθε παρ' αξιοπίστου ανθρώπου, ότι ο Οδυσσεύς ζη και τάχιστα θα επανέλθη, αίφνης αποφασίζει ότι δεν ημπορεί πλέον ν' αναβάλη την μνηστείαν, φέρει κάτω το τόξον του ανδρός της, και δηλοί ότι θα υπανδρευθή εκείνον, όστις ήθελε περάσει το βέλος διά μέσου δώδεκα πελέκεων· ο δε Οδυσσεύς ακούει και ευχαριστείται. Δεν υπήρχεν άρα γε αρχικώς κάποιος λόγος της προτάσεως της Πηνελόπης και της χαράς του Οδυσσέως; Βεβαίως υπήρχε δολοπλοκία. Ο Οδυσσεύς ήθελε να τον αναγνωρίση η Ευρύκλεια, ν' αποπέμψη τας αμφιπόλους και ν' αποκαλύψη την είδησιν εις την Πηνελόπην. Κατόπιν οι δύο σύζυγοι εξύφαινον το τέχνασμα του τόξου. Τούτο βεβαίως μέχρι τούδε είναι απλή εικασία· αλλά παραδόξως πιστοποιεί αυτήν η εν τω ω διήγησις του φάσματος του Αμφιμέδοντος. Αύτη δεν είναι η της σωζομένης Οδυσσείας· είναι η παλαιά, η περί φόνου διά του τόξου, σκευωρηθέντος διά συνεννοήσεως των συζύγων (στ. 167).
Την δε δοριμαχίαν προαγγέλλει χωρίον του π (281-298) αθετηθέν υπό των αρχαίων γραμματικών, ως ανακόλουθον προς τα λοιπά. Εκεί ο Οδυσσεύς συνεννοείται μετά του Τηλεμάχου ν' αποκομίση πάντα τα άλλα όπλα εκ του μεγάρου και ν' αφήση μόνον δύο φάσγανα, δύο δόρατα και δύο ασπίδας προς ιδικήν των χρήσιν. Τούτο υπήρξεν αφορμή της διά δοράτων μνηστηροφονίας υπό του Οδυσσέως και του Τηλεμάχου, ήτις εν τη σωζομένη διασκευή συνεδυάσθη ως δεύτερον του φόνου μέρος. Τα ίχνη ταύτα της διά τόξου μάχης και της διά δοράτων (ήτις και πάλιν ετροποποιήθη) ανεζήτησεν ο Otto Seeck (76) καθ' όλα τα σχετικά της _Οδυσσείας_ μέρη.
Περίεργον δε είναι ότι οσάκις δυνάμεθα να παραβάλωμεν τους μύθους των ημετέρων επών προς τους υπό άλλων ποιητών εκφραζομένους και προς την αγγειογραφίαν του πέμπτου π. Χ. αιώνος, πολλάκις — ίσως πάντοτε — τα ημέτερα έπη φαίνονται μάλλον επεξειργασμένα και νεωτερίζοντα. Ούτως εν ταις *_Μεγάλαις Ηοίαις_ ο Αλκίνοος και η Αρήτη δεν είναι σύζυγοι αλλ' αδελφοί· η δε ημετέρα _Οδύσσεια_ μετά προσοχής προσπαθεί να δείξη ότι ήσαν απλώς πρώτοι εξάδελφοι. Ότε δε ο ναυαγός Οδυσσεύς συναντά την Ναυσικάαν, αποσπά κλάδον δένδρου — διά τι; Προφανώς, διά να δειχθή ικέτης, ως ικέτην δε απεικονίζει αυτόν αγγείον του πέμπτου αιώνος. Αλλ' η ημετέρα _Οδύσσεια_ παριστάνει αυτόν κρύπτοντα διά του κλάδου το γυμνόν σώμα, ομοίως δε και ταγγεία του τετάρτου αιώνος. Μία παράδοσις του φόνου του Έκτορος, ήν ηκολούθει ο Σοφοκλής εν τοις *_Νίπτροις_, παρίστανε τον Αχιλλέα σύροντα τον αντίπαλον ζωντανόν όπισθεν του άρματος. Αύτη είναι η ωμοτέρα και σκληροτέρα παραλλαγή. Η ημετέρα _Ιλιάς_ δεν δύναται μεν ν' αποσιωπήση την αγρίαν ύβριν, αλλά παραλείπει την βάσανον. Πώς και πότε επήλθεν η φιλάνθρωπος αυτή τροπή; Δεν δυνάμεθα να είπωμεν, αλλά βεβαίως προεκρίθη μετά σκέψιν και θα εκανονίσθη ότε τα έπη διεσκευάζοντο χάριν της ιεράς τελετής των Αθηνών.
Η ηθική αυτή βελτίωσις είναι έν των σημείων της τελικής επεξεργασίας των επών. Αύτη παρέδωκεν εις ημάς τας εξαισίας μορφάς της Ελένης και της Ανδρομάχης, όχι ως ευτελών αντικειμένων αγοράς και αρπαγής οποία ποτε υπήρξαν, αλλ' ως γυναικών ετοίμων να εμφανισθώσιν επί της τραγικής σκηνής. Αύτη παρέδωκε τον ευγενή και λαμπρόν των Λυκίων ιπποτισμόν, του Σαρπηδόνος και του Γλαύκου· τον γλυκύν χαρακτήρα του χοιροβοσκού Ευμαίου· την πρόθυμον αυτού περιποίησιν προς τον ξένον, τον δυνάμενον να δώση πληροφορίαν τινά περί του Οδυσσέως, εφόσον εκείνος κρύπτεται· την μοναδικήν του τιμιότητα, ότι και αυτός τρώγει και εις τον ξένον και εις αυτόν τον Τηλέμαχον προσφέρει κρέας χοίρων κατωτέρων, φυλάττων τους καλυτέρους, καθόσον επιτρέπουσιν οι μνηστήρες, διά τον κύριόν του (ξ 3,80· π 49)· και την συγκινητικήν παράβασιν της αρχής του ταύτης, συνοδευομένην υπό πολλών δικαιολογιών, ότ' εχαροποίησεν αυτόν ο πλαστός του Οδυσσέως λόγος· «άξεθ' υών τον άριστον.» (ξ 414) {Bring forth the best of the hogs!}. Αλλ' υπέρ πάντας ο Έκτωρ διεμορφώθη προς το συμπαθέστερον. Η παλαιοτάτη ποίησις βεβαίως τον εμίσει και έχαιρε διά τον σπαραγμόν του, αν και αναμφιβόλως εκεί θα ήτο φοβερώτερος και θ' απεδεικνύετο μάλλον «ανδροφόνος» ή όσον παριστάνει αυτόν η _Ιλιάς_, όπου όχι μόνον ο Αχιλλεύς, αλλά και ο Διομήδης και ο Αίας και ο Ιδομενεύς και αυτός ο Μενέλαος πλέον ή άπαξ αντιτάσσονται προς αυτόν. Εκ της απόψεως ταύτης εζημιώθη ο Έκτωρ, αλλ' εξάλλου ωφελήθη. Διότι αι τελευταίαι ραψωδίαι τρέπουσι προς αυτόν την συμπάθειαν ημών. Αι δύο κυριώταται ηθικαί αποφάσεις του έπους κατακρίνουσι τον Αχιλλέα ότι έσυρεν αυτόν· οι θεοί φυλάττουσιν άθικτον τον νεκρόν του και αποδοκιμάζουσι την σκληρότητα του νικητού. Αι δε σκηναί του Ζ, ο αποχωρισμός αυτού από της Ανδρομάχης, η προς τον μικρόν Αστυάνακτα τον φοβηθέντα την πατρικήν περικεφαλαίαν συμβουλή, η ήρεμος αποδοχή πάλης κατ' αυτόν ολεθρίας και αγώνος κατ' αυτόν απεγνωσμένου, πάντα ταύτα είναι αληθώς πλήρη μεγάλης φαντασίας. Αλλά το τέλειον αριστοτέχνημα, έν των μεγίστων ποιητικών κατορθωμάτων, είναι η φυγή του Έκτορος εν τω Χ. Η φυγή εκείνη είναι καθαρός, απροκάλυπτος φόβος· και όμως όλοι αισθανόμεθα ότι ο φεύγων είναι ανήρ γενναίος. Μόνον ότι εστάθη έξω των πυλών είναι αρκετόν και δύναται να εμπνεύση θάρρος. Αλλ' ο τρόμος του μακρόθεν επερχομένου Αχιλλέως αυξάνεται καθ' όσον αναμένομεν αυτόν, μέχρις ού καταντά πλέον ακατάσχετος. Ο Έκτωρ τότε φεύγει κατ' ανάγκην και ουδείς δικαιούται να τον ονειδίση· διότι η φυγή εκείνη είναι απλώς νέα σταγών εις το ποτήριον της ειμαρμένης, ήτις απεφάσισεν όπως ο Έκτωρ φονευθή, καή η Τροία, ο Αστυάναξ κατασφαγή και η Ανδρομάχη συρθή δούλη. Εάν ο παλαιός ποιητής απέκλινε προς τον θριαμβευτήν και επέχαιρε διά την καταισχύνην του Έκτορος, ήλθε κατόπιν άλλος, όστις λαμβάνων πάντα τα περιστατικά, μεταστρέφει αυτά αντιθέτως, διότι αισθάνεται πόσον οξυτέρα είναι πάντοτε του ηττημένου η συμφορά και επομένως παθητικωτέρα.
Το δε θαυμαστόν είναι ότι ουδ' ο Αχιλλεύς παραβλάπτεται ενώπιον ημών. Παραμένει τρόπον τινά μέγας μέχρι τέλους· και θλιβόμεθα μεν διά τας ωμάς πράξεις, όπου τον εξωθεί η λύπη, αλλά δεν τον αντιπαθούμεν. Τούτο καταφαίνεται προ πάντων εν τω Ω, όπου ο Πρίαμος εισέρχεται εις την σκηνήν του Αχιλλέως. Ο είς σέβεται τον άλλον, και καθείς καταπνίγει τον πόνον του διά προσποιητής φιλοφροσύνης· αλλά το όνομα του Έκτορος μόλις δύναται να μνημονευθή και οι θεράποντες φυλάττουσι σκεπασμένον τον νεκρόν, μήπως εκ της θέας εκραγή η οδύνη του Πριάμου και θυμωθή ο Αχιλλεύς
και ε κατακτείνειε, Διός δ' αλίτηται εφετμάς
{and Achilles slay him and sin against God}
(Ω 586). Τούτο είναι το αληθινόν πάθος του πολέμου, η όψις των πραγμάτων εξ αμφοτέρων των μερών η αμέτρητος θλίψις, διά την οποίαν ουδείς ατομικώς είναι ορθόν να κατακριθή. Ενίοτε ο Όμηρος, καθό αρχαίος ποιητής, θεωρείται ως μη αβρός και ως μη βαθύς ακόμη. Αλλά δεν είναι τάχα θαύμα λεπτοτάτης φαντασίας ότι συμπαθούμεν προς τον φεύγοντα Έκτορα, τον ωμόν Αχιλλέα, την άπιστον Ελένην, χωρίς μηδ' επί στιγμήν να λησμονήσωμεν τα ιδανικά της ανδρείας, της φιλανθρωπίας και της αρετής;
Η δύναμις αύτη των Ελλήνων, όπως εισχωρώσι ζωηρώς εις τα αισθήματα αμφοτέρων των συγκρουομένων, είναι ίσως το κάλλιστον χάρισμα της ελληνικής μεγαλοφυίας· κατά τούτο συγγενεύουσιν ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης και τούτο καθωδήγησε τας Αθήνας όπως εύρωσι το δράμα (77).
Β'
ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ. ΟΡΦΕΥΣ. ΗΣΙΟΔΟΣ.
ΤΑ ΑΠΟΡΡΙΦΘΕΝΤΑ ΕΠΗ.
Αφού εκ των περιφερομένων πολυπληθών επών απεχωρίσθησαν και συνεπήχθησαν δύο πολυσύνθετα ποιήματα, πολλή και πάλιν απέμενεν ανώνυμος ποίησις, προτού μεν ισότιμος προς τα προτιμηθέντα δύο, αλλά κατόπιν καταμερισθείσα και εγκαταλειφθείσα. Η απορριφθείσα αύτη ποίησις δεν συνετάχθη εις σύνολα χωριστά, αλλ' αφέθη εις πάντα ραψωδόν να τροποποιή αυτήν και να εκλέγη ό,τι θέλει. Είναι δε σήμερον αναχρονισμός η κατάστρωσις σειράς επών, οία τα * _Κύπρια_, η _Ιλιάς_, η *_Αιθιοπίς_, η *_Μικρά Ιλιάς_, η *_Ιλίου Πέρσις_, οι *_Νόστοι_, η _Οδύσσεια_ και η *_Τηλιγόνεια_, ως ποιημάτων χωριστών και συνεχών, συντεθέντων υπό διαφόρων ποιητών. Τα * _Κύπρια_ π. χ., μέγας όγκος επών, εχόντων κέντρον τας προ του πολέμου πράξεις του Πάριδος και της Κυπρίας θεάς, αποδίδονται εις τον Όμηρον, τον Κρεώφυλον, τον Κυπρίαν, τον Ηγησίαν και τον Στασίνον· η δε *_Πέρσις_ απονέμεται εις τον Όμηρον, τον Αρκτίνον και τον Λέσχην και εις άλλον ποιητήν ονομαζόμενον Ηγίαν, Αγίαν ή Αυγίαν, και καταγόμενον εκ της Τροιζήνος ή της Κολοφώνος. Τινά των ονομάτων τούτων ανήκον ίσως εις πραγματικούς ραψωδούς, άλλα δ' όμως ήσαν εντελώς πλαστά. Ο Κυπρίας π. χ. οφείλει την ύπαρξίν του εις την ανακάλυψιν ότι εν τη φράσει «τα Κύπρια έπη» θα υπήρχεν η δωρική γενική του ονόματος Κυπρίας, ούτω δ' ελύετο το πρόβλημα της πατρότητος των επών.
Αφού δε απέθανεν η προφορική ποίησις — ίσως κατά τον τέταρτον π. Χ. αιώνα — , οι λόγιοι ήρχισαν να συνάγωσι τα λείψανα αυτής. Αλλ' η συναγωγή εκείνη των αρχαίων επυλλίων ολίγους ηύρεν αναγνώστας και ταχέως εξηφανίσθη. Ό,τι δε γινώσκομεν περί των απορριφθέντων επών προέρχεται σχεδόν ολόκληρον εκ των μυθολογικών εγχειριδίων, όσα κατέγραφον την μυθικήν ιστορίαν εις κεφάλαια ή «κύκλους». Έχομεν δε λιθίνους πίνακας, παριστώντας την επικήν ιστορίαν εις σειράν εικόνων. Γνωστοτέρα τούτων είναι η Tabula Iliaca του Καπιτωλίνου Μουσείου, χαραχθείσα ολίγον π. Χ. [και φέρουσα την επιγραφήν
[_ω φίλε παι, Θεοδώρειον μάθε τάξιν Ομήρου_]
{ the arrangement of Homer }
ήτοι την κατά τινα Θεόδωρον κατάταξιν (78). Είς των πινάκων αναφέρει «Τρωικόν κύκλον» και «Θηβαϊκόν κύκλον». Αλλά μνημονεύεται και ιστορικός κύκλος, όν έγραψε Διονύσιος ο Σάμιος (79) κατά τον γ' ή τον β' π. Χ. αιώνα. Η φράσις λοιπόν «επικός κύκλος» σημαίνει κυρίως μέρος επικής ιστορίας περιλαμβανόμενον εντός μιας επιτομής. Κατά συνήθη δε κατάχρησιν ελέγοντο «κύκλος» και αυτά τα αρχαία έπη, τα γνωστά μόνον ως πηγαί των εγχειριδίων. Ούτω σφάλλεται ο Αθηναίος παραπέμπων (εν βιβλ. ΙΑ' σ. 477 e και 481 e) εις τον ιστορικόν Κύκλον του Διονυσίου διά των λέξεων «εν τοις περί του Κύκλου», ήτοι εκλαμβάνων τον κύκλον ως σημαίνοντα τα έπη.
Κυριωτάτη ημών πηγή είναι κάποιος Πρόκλος, πιθανώς Βυζαντινός (80), εξ ού αντλούμεν περίληψίν τινα του Τρωικού κύκλου, φερομένην εν τω ενετικώ κώδικι Α και εν τη _Μυριοβίβλω_ του Φωτίου. Εάν παν ό,τι λέγει ο Πρόκλος ήτο αληθινόν, θα ήτο σπουδαιότατον. Αλλ' όχι μόνον αναχωρεί από ψευδούς αντιλήψεως της συστάσεως των επών — ταύτα πιθανώς εξηφανίσθησαν αιώνας όλους προ του Παυσανίου — αλλά και φαίνεται ότι έγραψε παραλαβών το κείμενον εξ επιτομής τινος, συμφωνούσης ενίοτε κατά λέξιν προς την του Απολλοδώρου — έπειτα δε είτ' εξ εικασίας είτε άλλως πως παρενέβαλε τας φράσεις «_Εξής δε εστιν Ιλιάδος μικρής βιβλία τέσσαρα Λεσχέω Μυτιληναίου περιέχοντα τάδε» «Έπεται δε τούτοις Ιλίου Πέρσιδος βιβλία δύο Αρκτίνου Μιλησίου, περιέχοντα τάδε_». Διότι γνωστόν εκ της μνείας παλαιοτέρων συγγραφέων είναι ότι τα έπη εκείνα είχον έκτασιν πολύ περισσοτέραν ή όσην ο Πρόκλος παραχωρεί. Π. χ. η *_Μικρά Ιλιάς_ αρχίζει κατ' αυτόν εκ της περί των όπλων του Αχιλλέως φιλονικίας του Αίαντος και του Οδυσσέως και καταλήγει εις την παραδοχήν του Δουρείου ίππου. Αλλά πολύ απωτέραν αρχήν μηνύει αυτό το σωθέν προοίμιον του έπους
Ίλιον αείδω και Δαρδανίην εΰπωλον, ης πέρι πολλά πάθον Δαναοί θεράποντες Άρηος·
{ I sing of Ilion and Dardania, land of chivalry, for which the Danaoi, henchmen of Ares, suffered many things; }
απώτερον δε τέλος αποδεικνύουσι τα εξ αυτού αποσπάσματα τα περιγράφοντα την άλωσιν. Εκείθεν πηγάζουσι π. χ. οι στίχοι του Βεργιλίου [Aen. II 575] περί του Αινείου, όστις εσκόπει να φονεύση την Ελένην, αλλά συνεκρατήθη υπό της Αφροδίτης· εν τη _Μικρά Ιλιάδι_ αυτή της Ελένης η καλλονή παρέλυε τον Μενέλαον. Αλλ' εν γένει ο Βεργίλιος, καθώς και η πηγή του Πρόκλου, προτιμά την πληρεστέραν παραλλαγήν, την προερχομένην εκ του κυρίου περί της αλώσεως έπους, του «Αρκτίνου του Μιλησίου», ενώ ο Θεόδωρος απορρίπτων αμφότερα τα έπη, ακολουθεί την λυρικήν _Πέρσιν_ του Στησιχόρου.
Επίσης ο Πρόκλος παριστάνει την * _Αιθιοπίδα_ και την *_Πέρσιν_ ως δύο χωριστά έπη, έχοντα μεταξύ μέγα χάσμα. Η κατ' αυτόν *_Αιθιοπίς_ αρχίζει αμέσως από του τέλους της _Ιλιάδος_, περιγράφει τους άθλους της Αμαζόνος Πενθεσιλείας και του Αιθίοπος Μέμνονος και λήγει εις την περί των όπλων του Αχιλλέως φιλονικίαν. Η δε *_Ιλίου Πέρσις_ αρχίζει από της εισαγωγής του Δουρείου ίππου. Η *_Αιθιοπίς_ είχε πέντε βιβλία, η δε *_Πέρσις_ δύο, ήτοι εν όλω επτά. Είς όμως των πινάκων παριστά και τα δύο ποιήματα ως έν συνεχές εξ 9500 στίχων, τόσοι δε θ' απετέλουν δέκα τουλάχιστον βιβλία. Εξάλλου ο Πρόκλος αναφέρει τους *_Νόστους_, οι οποίοι θα ήσαν σειρά χωριστών ραψωδιών καθώς περίπου αι *_Ηοίαι_, (βλ. κατωτέρω), ως έν έπος.