Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 4

Chapter 4197 wordsPublic domain

Γινώσκομεν ότι κάτοχοι του έπους εν τη Ιωνία ήσαν οι «Ομηρίδαι» ή «ραψωδοί», και έχομεν τεκμήρια, ότι ούτοι απετέλουν εταιρείας ή σχολάς (63). Γινώσκομεν δε καθόλου πώς απήγγελλεν ο ραψωδός· ηδύνατο δηλαδή να εκλέξη το θέμα του εξ οιουδήποτε μύθου, καθώς οι αοιδοί της _Οδυσσείας_ (64)· είχε δε πιθανώς στίχους τινάς ως εισαγωγήν — τούτο λέγει ο Πίνδαρος, οι δε Ομηρικοί ύμνοι δεικνύουσι τι εννοεί — και πιθανώς στίχους τινάς ως τέλος. Πάντως δε θα εδοκίμαζε να παρεμβάλη στίχους ιδίους και επεισόδια, διά να καταστήση την ραψωδίαν του τερπνήν όσον ήσαν και των άλλων. Ώστε θ' απέρριπτε παν καθωρισμένον κείμενον, και θ' απέκρουε πάσαν υποταγήν των μερών εις έν όλον.

Τα σωζόμενα έπη γέμουσι τοιούτων ιχνών των ραψωδών· ταύτα είναι αναπτύξεις των απαγγελλομένων μύθων και όπου δεν υπάρχει αρκετή ενότης και συνοχή, έχουσι πολλά τα τρωτά. Ούτω λόγου χάριν, εν τω Ε η υπεράνθρωπος αριστεία του Διομήδους επισκιάζει τον Αχιλλέα και διασπά την πλοκήν της _Ιλιάδος_. Αλλά τι έμελε τούτο τον ραψωδόν, τον επιζητούντα επευφημίας και αποτεινόμενον προς ακροατάς, αγαπώντας τον Διομήδη; Η Δολώνεια του Κ εκεί, όπου ευρίσκεται, δεν είναι δυνατή· διότι όχι μόνον παρατείνει τεραστίως μίαν νύκτα, αλλά και διχοτομεί συνεχή διήγησιν. Αλλά χωριστή θα ήτο θαυμασία. Άλλο παράδειγμα είναι η περιγραφή καθαράς νυκτός, καθ' ήν υπάρχει νηνεμία

_εκ τ' έφανεν πάσαι σκοπιαί και πρώονες άκροι και νάπαι· ουρανόθεν δ' άρ' υπερράγη άσπετος αιθήρ._

{when all the high peaks stand out, and the jutting promontories and glens; and above the sky the infinite heaven breaks open!}

Ταύτα υπάρχουσιν εν τω θ 557, όπου αι πυραί των Τρώων παραβάλλονται προς άστρα· αλλ' υπάρχουσι και εν τω Π 299, όπου η στενοχωρία των Δαναών παρέρχεται ως νεφέλη, αφήνουσα καθαράν νύκτα. Οι σχολιασταί διαφωνούσι πού ήτο η αρχική θέσις. Πανταχού και οπουδήποτε. Τοιούτοι ωραίοι στίχοι, άπαξ ακουόμενοι, ήσαν πειρασμός παντός ραψωδού και ήτο επόμενον να ευρίσκωνται όπου εδίδετο αφορμή. Το αυτό και περί των πολλαπλών παρομοιώσεων του Β 455 κεξ., δηλαδή δεν απηγγέλλοντο πάσαι ομού, αλλ' εξ αυτών ο ραψωδός εξέλεγε την αρέσκουσαν.

Αλλά και όπου η σύνθεσις φαίνεται άψογος, αι μεταξύ των επεισοδίων συνεκτικαί φράσεις _«ως οι μεν τοιαύτα προς αλλήλους αγόρευαν» «ως έφατ' ευχόμενος»_ {Thus then did they fight, Thus then did they pray} και αι αρχαί άλλων θεμάτων διά φράσεων, ως _«ήμος δ' ηριγένεια φάνη»_, {Thus rose Dawn from her bed} υποδηλούσιν ότι άλλος ραψωδός ήρχιζεν εκ του μέσου ενός επικού συνόλου, τα δε προηγούμενα και τα επόμενα εθεωρούντο οπωςδήποτε γνωστά εις τους ακροατάς.

Αλλά περί των σωζομένων ομηρικών επών το θαυμαστόν είναι όχι ότι έχουσιν ίχνη των χειρών των ραψωδών, αλλά ότι δεν έχουσι και περισσότερα. Όπως ευρίσκονται σήμερον, δεν είναι κατάλληλα εις ραψωδίαν. Διότι ως σύνολα είναι παραπολύ μακρά προς απαγγελίαν, πλην εξαιρετικής τινος ευκαιρίας, ως η τότε νομοθετηθείσα, και αρκετά συμπαγή, ώστε δυσκόλως να καταμερίζωνται εις αποσπάσματα στρογγύλα, είναι δε απίθανον ότι ο νόμος προςέδωκεν εις αυτά την παρούσαν μορφήν διά μιας. Απέβλεπε μάλλον εις την ορθήν συνέχειαν της αληθινής αφηγήσεως. Δεχόμενος δε ραψωδούς (65), επέτρεπε πιθανώς εις αυτούς ελευθερίαν εις τον διάκοσμον, και δεν επέβαλλε την προςκόλλησιν εις τας λέξεις του κειμένου.

Την ταξινόμησιν ταύτην μαρτυρεί η όλη ιστορία των επών κατά τον τέταρτον π. Χ. αιώνα, σπουδαίον δε είναι, ότι ταύτα όπως είναι σήμερον οργανικώς αδιαίρετα, προσαρμόζονται μάλλον εις τας απαιτήσεις αναγνωστών· αναγνώστας δε πολλούς ούτε αι Αθήναι, ούτε η Ιωνία είχε περί το 470 π. Χ. Τότε ο μεν Αναξίμανδρος έγραψε τα σοφά του διδάγματα χάριν ολίγων μαθητών, όπως απομνημονεύσωσιν αυτά, ο δε Ξενοφάνης απετείνετο κυρίως διά στίχων εις τα ώτα· μόλις 40 έτη βραδύτερον ο μεν Ηρόδοτος συνέπηξε τας διηγήσεις του εις βιβλίον χάριν των φιλομούσων προς ιδιαιτέραν ανάγνωσιν, ο δ' Ευριπίδης ήρχισε να συνάγη βιβλία.

Τούτο συντελεί όπως εννοήσωμεν πώς έζη και πώς ανεπτύσσετο το ιωνικόν έπος, πριν μεταφυτευθή. Δηλαδή απηγγέλλετο, δεν ανεγινώσκετο· τα επεισόδια της _Ιλιάδος_ και της Οδυσσείας είχον κατά το πλείστον την υπάρχουσαν τάξιν, και τα έπη είχον περίπου το σημερινόν μάκρος, αν και βεβαίως υπήρχον Ιλιάδες χωρίς Κ και Οδύσσειαι, λήγουσαι εκεί, όπου και ο Αρίσταρχος επέραινε το έπος, παραλείπων 1 1/2 ραψωδίαν, ήτοι εις το ψ 296. Αλλά το σπουδαιότερον, η _Ιλιάς_ δεν έληγε κατ' ανάγκην εις την ταφήν του Έκτορος. Διότι γινώσκομεν έκδοσιν, εξακολουθούσαν μετά τον τελευταίον ημών στίχον

Ως οί γ' αμφίεπον τάφον Έκτορος, ήλθε δ' Αμαζών (66)

{So dealt they with the burying of Hector; but there came the Amazon, daughter of Ares, great-hearted slayer of men}

και διηγουμένην τον έρωτα του Αχιλλέως προς την Αμαζόνα, τον φόνον αυτής υπ' αυτού, ίσως δε και τον ανδρείον θάνατον και τούτου. Διότι ο θάνατος του Αχιλλέως, καθώς ενόησεν ο Γκαίτε, είναι το απαιτούμενον τέλος της σωζομένης _Ιλιάδος_. Ότε ο αθάνατος ίππος Ξάνθος και ο αποθνήσκων Έκτωρ προλέγουσιν αυτόν, αισθανόμεθα ότι οι λόγοι των πρέπει να επαληθεύσωσι, διότι άλλως ο μύθος δεν έχει έννοιαν. Και αν ήτο πράγματι κανείς εκ των επιφανεστέρων Ομηριδών ο απεικονίσας το τελευταίον εκείνο ψυχορράγημα, ότε όχι πλέον ο Κεβριόνης ή ο Πάτροκλος, αλλ' αυτός ο Αχιλλεύς

_κείτο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ιπποσυνάων,_

{under the blind dust-storm, the mighty limbs flung mightily, and the riding of war forgotten,}

Ο κόσμος πρέπει να μνησικακή κατ' εκείνων, οίτινες εξ υπερβολικής φιλοπατρίας δεν ηνείχοντο τέλος του εθνικού έπους, καταλήγον εις θρίαμβον των Τρώων.

Εννοείται ότι ο ιωνικός Όμηρος δεν είχεν «Αθηναϊκάς παρεμβολάς» ήτοι χωρία ως το εγκώμιον του Μενεσθέως, η περί Σαλαμίνος αξίωσις, η μνεία του Θησέως, της Φαίδρας και της Αριάδνης και τέλος των Αθηναίων, οίτινες καταλέγονται ως _«Ιάονες ελκεχίτωνες»_ { long-robed Ionians}, πολεμούντες ως πεζικόν τάγμα (Ν 685). Προ πάντων δε η γλώσσα του έπους, ει και μη καθαρά, ήτο τουλάχιστον αρκετά διάφορος του κοινού ημών κειμένου· ήτο δηλαδή απηλλαγμένη αττικισμών.

Η ΕΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

Πρέπει ν' αναλύσωμεν την διάλεκτον ταύτην και να ίδωμεν την ιστορικήν αυτής ανάπτυξιν.

Αρχαία και μυκτηρισθείσα διαίρεσις της ελληνικής γλώσσης ήτο η εις τέσσαρας διαλέκτους, ιωνικήν, αιολικήν, δωρικήν και «επικήν». Τούτων αι μεν τρεις πρώται, σημαίνουσιν ή εμφαίνουσιν πραγματικάς φυλετικάς διακρίσεις, η δ' «επική» είναι προδήλως τεχνητόν όνομα. Αλλά και το δηλούμενον πράγμα είν' επίσης τεχνητόν — γλώσσα, ήν ούτε οι Ίωνες, ούτε οι Δωριείς, ούτε οι Αιολείς ελάλησάν ποτε· πλουσία γλώσσα, ρυθμική και κινητική, πολυσύνθετόν τι όργανον προς έκφρασιν του ηρωικού μύθου· διάλεκτος, ως ελέχθη, υποκειμένη καθ' εκάστην φράσιν εις τας απαιτήσεις του επικού μέτρου· τα στερεότυπα αυτών επίθετα, οι φραστικοί τύποι, αι τροπαί του λόγου οιονεί βαίνουσιν επί του εξαμέτρου. Αλλά ενώ υπό μίαν έποψιν είναι τεχνητή, εξ άλλου εμποιεί την εντύπωσιν αυτής της φύσεως λαλούσης. Κοιναί και τυχαίαι φράσεις

[Λ 492] ως δ' οπότε πλήθων ποταμός πεδίονδε κάτεισιν . . . .

{ down from the hills on their head}

[Ο 626]. . . ανέμοιο δε δεινός αήτη| ιστίω εμβρέμεται

{high West wind shouting over a wine-faced sea}

φαίνονται ζωνταναί· δεν αποδίδουσι μεν τον θόρυβον ακριβώς ή τον ήχον, αλλά την όλην αισθητικήν εντύπωσιν χειμάρρου και ανέμου. Αι δε περί ανθρωπίνων αισθημάτων εκφράσεις είν' έτι μαγικώτεραι·

[τ,18] τέτλαθι δη, κραδίη, και κύντερον άλλο ποτ έτλης.

{Bear, O my heart, thou hast borne yet a harder thing.}

Δεν υποβιβάζομεν λοιπόν την επικήν διάλεκτον, λέγοντες ότι, όπως έχει, δεν είναι γλώσσα, αλλά μείγμα γλωσσικώς ασυμφύλων τύπων, νεωτέρων και πρωτογενών.

Υπάρχουσι πρώτον αττικισμοί. Τύποι καθώς _Τυδή, έως, νικώντες_ μόνον επί αττικής γης ηδύναντο να ειςχωρήσωσιν εις τα έπη και μάλιστα όχι πολύ προ του 500 π. Χ. Τουλάχιστον ταποσπάσματα των νόμων του Σόλωνος φαίνονται εν τω συνόλω αρχαϊκώτερα. Αλλά χάριν ακριβολογίας πρέπει να διακρίνωμεν πρώτον μεν τους αντικαταστατούς αττικισμούς — π. χ. υπάρχουσι στίχοι αρχόμενοι από του έως και μετρικώς επανορθούμενοι μόνον διά του Ιωνικού _ήος_, είναι δηλ. κατά τάλλα δόκιμοι ιωνικοί στίχοι, ο δε αττικός τύπος απλούν σφάλμα του Αθηναίου βιβλιογράφου, — έπειτα δε τους αναποσπάστους αττικισμούς, δηλ. στίχους, μετρικώς ορθούς, όπως ευρίσκονται, αλλά χωλαίνοντας, εάν οι τύποι τραπώσιν εις ιωνικούς· οι στίχοι ούτοι βεβαίως είναι μεταγενέστεροι, συντεθέντες εν τη Αττική, αφού αι Αθήναι παρέλαβον το έπος.

Υπάρχουσι δε και πολυάριθμοι τύποι νόθοι — δηλαδή απόπειραι, γενόμεναι υπό Αθηναίου ραψωδού ή βιβλιογράφου προς συνδυασμόν δυσνοήτου Ιωνικού τύπου και του ιδίου αττικού, οσάκις ο αττικός δεν ήρμοζεν εις το μέτρον. π.χ. ο ιωνικός ήτο _ορέοντες_, ο δε αττικός _ορώντες_, ήτοι τρεις συλλαβαί αντί τεσσάρων· τα ημέτερα κείμενα παρέχουσιν _ορόωντες_, δηλαδή διέστρεψαν τον αττικόν τύπον διά παρατάσεως του ω. Ομοίως το _σπείους_ είναι απόπειρα προς αντικατάστασιν του ασυναιρέτου _σπέεος_ διά του αττικού _σπέους_ και το _ευχετάασθαι_ είναι παράτασις του _ευχετάσθαι_. Η γραφή βεβαίως ηκολούθει την προφοράν· ο γραφεύς δηλ. έγραφεν ό,τι έλεγεν ο απαγγέλλων.

Αι τοιαύται μεταβολαί θα συνέβησαν μόνον ότε αι Αθήναι δεν ηδύναντο ν' αποβλέψωσιν αλλού προς ακριβεστέραν πληροφορίαν, ότε δηλαδή δεν υπήρχον ιωνιστί λαλούντες αοιδοί, ώστε να διορθώσωσι τους Αθηναίους βιβλιογράφους. Μερικοί μάλιστα τότε μόνον δεν θα εφαίνοντο ανόητοι, ότε η _κοινή_ λεγομένη διάλεκτος ήρχισε να συγχέη τα πραγματικά ιδιώματα και να δανείζεται τα πάντα εκ της αττικής, δηλαδή θα επλάσθησαν περί τα τέλη του τετάρτου π. Χ. αιώνος.

Και ο μεν αποχωρισμός των αττικών τύπων είναι ευκολώτατος· υπάρχει όμως και άλλο μη ιωνικόν στοιχείον της Ομηρικής γλώσσης, πάντοτε αναγνωρισθέν, αλλ' από των αρχαίων ήδη χρόνων διαφόρως εκτιμώμενον, όπερ φαίνεται ότι ανήκεν εις το σύμπλεγμα των διαλέκτων, των λαλουμένων εν Θεσσαλία, Λέσβω και τη Αιολική παραλία της Ασίας, περιλαμβανομένης και της Τρωάδος. Τύποι, καθώς _Ατρείδαο, Μουσάων, κεν_ αντί _αν, πίσυρες_ αντί _τέσσαρες_, σύνθετα διά του ερι- , επίθετα εις -εννος και πολλαί ρημάτων εγκλίσεις απεδείχθησαν αιολικαί, επίσης δε και πολλαί λέξεις, ως _πολυπάμμονος, Θερσίτης, άμυδις_.

Αλλ' υπάρχει και άλλη πρωιμωτέρα τάξις «νόθων τύπων», ούτ' αιολικών, ούτε ιωνικών, αλλ' εξηγουμένων μόνον εκ της αναμείξεως αμφοτέρων. Π. χ. το _κεκληγώτες_ δεν είναι γνήσιον· είναι το αρχικώς αιολικόν _κεκλήγοντες_ συνδυαζόμενον καθόσον επιτρέπει το μέτρον προς το ιωνικόν _κεκληγότες_. Το _ηπύτα κήρυξ_ είναι το αιολικόν _άπυτα_, συνδυαζόμενον κατά το μέτρον προς το ιωνικόν _ηπύτης_. Σπουδαιοτάτη δε πασών είναι η χρήσις του F, δίγαμμα ή βαυ, ήχου παρομοίου προς το αγγλικόν W, όστις ηφανίσθη εκ της ιωνικής και της αττικής διαλέκτου και εν τω μέσω λέξεως (ως εις το αγγλικόν Νorwich, Berwich) και εν τη αρχή (όπως εις το who και το λαγκαστριανόν 'ooman). Επέζησεν όμως εν ταις δωρικαίς επιγραφαίς, και όπου της Αιολίδος δεν κατίσχυσεν η ιωνική, μέχρι του πέμπτου και ενιαχού του τετάρτου π. Χ. αιώνος· υπό δε των αρχαίων ωνομάζετο «αιολικόν γράμμα». Υπάρχουσι λοιπόν 3354 χωρία των επών, απαιτούντα την αποκατάστασιν του δίγαμμα — , δηλ. οι στίχοι χωλαίνουσιν άνευ αυτού· εξ άλλου υπάρχουσιν 617 χωρία, όπου κατά την αρχαίαν αιολικήν έπρεπε να υπάρχη, αλλά το μέτρον δεν επιτρέπει τούτο. Δηλαδή το μέγα μέρος των επών εφύλαξε την συνήθειαν και την παράδοσιν της αιολικής προφοράς, μικρόν δε μόνον μέρος την ιωνικήν.

Τα γεγονότα ταύτα συνεζητήθησαν σφοδρότατα· αλλ' ο μόνος τρόπος προς ελάττωσιν της σημασίας αυτών είναι ν' αποδειχθή ότι πάντα δεν είναι αιολικά λείψανα του εβδόμου αιώνος, αλλά πανάρχαιοι ελληνικοί τύποι ανερχόμενοι εις χρόνους, ότε τα επί της ασιατικής ακτής διεσπαρμένα πολίσματα δεν είχον ακόμη συνενωθή εις κοινά «Ιώνων» και «Αιολέων», αλλ' η ιστορική αύτη εικασία άγει ημάς εις δυσκολίας.

Αναμφισβήτητον είναι ότι το «αιολικόν» στοιχείον είναι το παλαιότατον (67)· η γλωσσική και η ιστορία τούτο μαρτυρούσι, σπουδαίον δε φαίνεται το περίεργον γεγονός ότι η εις την αιολικήν μετατύπωσις των επών παράγει ομοιοτέλευτα και παρηχήσεις μηνυούσας παναρχαίαν ποίησιν, τόσον πολλάς, ώστε να μη θεωρηθώσιν ως απλαί συμπτώσεις. Κρατεί δε ως γενικός κανών ότι όπου οι αιολικοί και ιωνικοί τύποι είναι μετρικώς αδιάφοροι — όπου δηλαδή ο στίχος ευοδούται κατ' αμφοτέρους — υπάρχει ο ιωνικός· όπου δε δεν είναι αδιάφορος, τότε επί μεν των παλαιοτέρων του ποιήματος μερών αρμόζει μόνος ο αιολικός, επί δε των μεταγενεστέρων μόνος ο ιωνικός. Όπου δε πάλιν αι δύο διάλεκτοι σημαίνουσι το αυτό πράγμα διά λέξεων όλως διαφόρων, η αιολική λέξις παραμένει καθώς είχε· π. χ. το _λαός_ φυλάττει το α, διότι το ιωνικόν ήτο _δήμος_. Το δε ιωνικόν _νηός_ (ναός) υπάρχει πανταχού, αλλ' ακριβώς επειδή οι ναοί είναι μεταγενέστεροι· διότι η παναρχαία λατρεία εγίνετο επί βωμών υπαίθρων (68).

Αλλ' υπάρχουσι και πολλαί των κανόνων τούτων εξαιρέσεις. Ο Fick, όστις μετέφρασε πάντα «ταρχαιότερα μέρη» του Ομήρου εις υποτιθέμενον αιολικόν πρωτότυπον, παραλείπων ό,τι δεν δύναται να μετατυπωθή ως μεταγενέστερον ή νόθον, ηναγκάσθη να φανή ανακόλουθος προς την μέθοδόν του· π. χ. οσάκις το _Fιδέσθαι_ δεν επιδέχεται δίγαμμα, πότε θεωρεί αυτό μεταγενέστερον και πότε τρέπει εις _ικέσθαι_. Καθ' όμοιον τρόπον η συναίρεσις του _νικώντες_ είτ' εμφαίνει αιολικόν τι _νικάντες_, είτε είναι πρόδηλος αττικισμός. Οσάκις δ' έπειτα παρατηρείται ότι πλην των ιωνισμών όσοι μένουσιν αμετακίνητοι, υπάρχουσι και πολλοί αιολισμοί, ουδαμώς χωρούντες εις το μέτρον, δεν πρέπει να συμπεραίνωμεν ότι ο ιωνισμός των επών είναι αποτέλεσμα σκοπίμου εργασίας Ίωνός τινος αοιδού — ο Fick τολμηρώς αποδίδει τούτο εις Κύναιθον τον Χίον — αλλ' ότι είναι μέρος της βαθμιαίας και μόλις συνειδητής μεταπλάσεως και μετατυπώσεως, εις ήν υπόκειται πάσα παραδιδομένη ποίησις. Η αυτή πορεία διακρίνεται και εις τας ποικίλας διαλεκτικάς παραλλαγάς του Niebelungenlied και του Chanson de Roland. Καλόν δε παράδειγμα παρέχει και η αγγλική Ballad of Sir Degrevant, όπου ο ήρως Agravain έχει D προ του ονόματός του, και πότε μεν ομοιοκαταληκτεί προς το retenaunce ή chaunce, πότε δε προς το recreaunt ή το avaunt. και τούτο διότι κατάγεται εξ αγγλονορμανδικού προτύπου, όπου ο Sieur d' Agrivauns εσχημάτιζεν αιτιατικήν λήγουσαν εις t, d' Agrivaunt (69).

Η ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝ

Το εκ της γλώσσης τεκμήριον είναι ελλιπές, αν μη παρεξετάσωμεν και την υπόθεσιν των επών. Ποία φυλή, λόγου χάριν, ηδύνατο να ενδιαφέρεται περί του θέματος της _Ιλιάδος_; Η σκηνή υπόκειται εν Τροία επί αιολικού εδάφους. Ήρως δε είναι ο Αχιλλεύς εκ της αιολικής Θεσσαλίας. Ο δε κατ' εξοχήν βασιλεύς, ο Αγαμέμνων, είναι πρόγονος των βασιλέων της αιολικής Κύμης. Άλλοι ήρωες κατάγονται εκ της βορείας και της στερεάς Ελλάδος, εκ Κρήτης και εκ Λυκίας. Τους δε Ίωνας αντιπροσωπεύει μόνον ο Νέστωρ, ήρως υποδεέστερος και μη αναγκαίος εις την πλοκήν του έπους.

Η μαρτυρία αύτη σαλεύει την περί ιωνικής καταγωγής του πυρήνος της _Ιλιάδος_ γνώμην· αλλά μήπως το αυτό επιχείρημα, αγόμενον περαιτέρω, δεν υποδεικνύει κάτι παραδοξότερον, δηλαδή πελοποννησιακήν καταγωγήν; Ο Αγαμέμνων είναι βασιλεύς του Άργους και των Μυκηνών· ο Μενέλαος βασιλεύς της Σπάρτης· ο Διομήδης κατά μικράν τινα σύγχυσιν επίσης βασιλεύς του Άργους· ο Νέστωρ της εν Μεσσηνία Πύλου. Αλλ' η απάντησις εις την απορίαν ταύτην ρίπτει απροσδόκητον φως εις την ιστορίαν των επών. Δηλαδή πάντες οι ήρωες εκείνοι εσύρθησαν εις την Πελοπόννησον εκ των εν τη βόρεια Ελλάδι κατοικιών αυτών!

Ο Διομήδης πρώτον δεν έχει τόπον εις το Άργος· πλην της μετά του Αγαμέμνονος περιπλοκής, η γενεαλογία του μόνον εκ μητρός επιτρέπει την κληρονομίαν ταύτην. Μικρά δε μελέτη των κατά τόπους λατρειών δεικνύει ότι ήτο Αιτωλός ήρως. Ήτο ιδρυτής πόλεων εν Ιταλία και σταθερός σύντροφος του Οδυσσέως, όστις αντιπροσωπεύει τας βορειοδυτικάς νήσους. Ήτο δε υιός του Τυδέως, όστις έφαγε την κεφαλήν του αντιπάλου του, και συγγενής του Αγρίου και των υιών αυτού, ο πράγματι λεοντώδης ήρως των αγρίων φύλων του Βορρά.

Αυτός ο Αγαμέμνων κατήγετο εκ της πεδιάδος της Θεσσαλίας. Είναι βασιλεύς του Άργους και μόνον κατά τινας μεταγενεστέρους στίχους, των Μυκηνών. Ήδη δε ο Αρίσταρχος εσημείωσεν ότι Πελασγικόν Άργος παρ' Ομήρω εσήμαινε την Θεσσαλικήν πεδιάδα. Αλλά και το «ιππόβοτον Άργος» {horse-rearing Argos} θα ήτο το αυτό, διότι το Άργος της Πελοποννήσου δεν είχεν ιππικόν ουδέ κατά τους ιστορικούς χρόνους. Βαθυτέρα δε μελέτη της λέξεως Άργος εντός των επών δεικνύει την βαθμιαίαν αυτής διάδοσιν από της Θεσσαλίας εις την όλην Ελλάδα και κατόπιν τον δεύτερον αυτής εντοπισμόν εν Πελοποννήσω. Ο Αγαμέμνων είναι ο πολυτάλαντος βασιλεύς της Θεσσαλικής πεδιάδος· διά τούτο ανέκαθεν συνδέεται προς τον Αχιλλέα, τον πτωχόν, αλλ' ισχυρόν βασιλέα των παρά την θάλασσαν βουνών, διά τούτο δ' εκλέγει την Αυλίδα ως τόπον συναθροίσεως του στόλου.

Ο δε Αίας κατά την μεταγενεστέραν παράδοσιν είναι Σαλαμίνιος ήρως· αλλά παρ' Ομήρω ουδεμίαν έχει πράγματι πατρίδα. Είναι ο ήρως της επταβοείου ασπίδος, έχων πατέρα τον Τελαμώνα (τον κρατούντα την ασπίδα) και υιόν τον Ευρυσάκη (τον έχοντα ευρύ σάκος)· εάν δ' έχη συγγενείς, πρέπει ν' αναζητήσωμεν αυτούς μεταξύ των γειτόνων του αδελφού του, του Λοκρού, και του Φώκου, αδελφού του πατρός του, όστις ενθυμίζει την Φωκίδα· καίτοι πολλοί μύθοι φαίνονται συνάπτοντες το όνομά του προς την _φώκην_ και παριστώσιν αυτόν ως ήρωα των ακτών (70). Μέχρι τούδε εσχηματίσαμεν γενικήν τινα υπόθεσιν αρχικής του μύθου σκηνής, όπου πάντες οι ήρωες ήσαν εκ της βορείας Ελλάδος. Αλλά πού έγινεν η μάχη;

Ο Αχιλλεύς και Αγαμέμνων υπήρχον εξ αρχής, επίσης δε ο Έκτωρ και το Ίλιον και προ πάντων ο Αλέξανδρος ή Πάρις και η Ελένη. Αλλά πρέπει κατ' ανάγκην το Ίλιον να ήτο εν Τροία εκεί, όπου το Χισαρλίκ; Αξιοσημείωτον είναι ότι η σκηνή των παρομοιώσεων εις ταρχαιότερα μέρη των επών είναι θεσσαλική και όχι ασιατική· ότι ο Έκτωρ (ο κρατών) κατά τους τοπικούς μύθους δεν συνάπτεται προς την ιστορικήν Τροίαν — οι ήρωες αυτής είναι Αινείας καί τις Δάρης (71) ότι ο Αινείας εκείνος καίπερ έπειτα ταυτισθείς προς ένα των ηρώων της χώρας του Χισαρλίκ, αρχικώς φαίνεται φυλετικός ήρως των εν τη νοτία Θεσσαλία Αινιάνων, ακριβώς όπως ο Τεύκρος (ο επιτυγχάνων), ο τοξότης, συνάπτεται βραδύτερον προς το Ίλιον και οι κάτοικοι αυτού γίνονται Τεύκροι. Εν τέλει δε βεβαίως υπάρχει κάποιος μύθος, τον οποίον πρέπει να ερευνήσωμεν. Η αρχική περί της Ελένης μάχη ήτο αναμφιβόλως αγών μεταξύ φωτός και σκότους εν τω ουρανώ, ακριβώς ως οι Νιβελούγγοι απεικόνιζον τα νέφη, ο δε Sigurd ήτο ηλιακός ήρως, πριν καταβιβασθώσιν εις την Ουορματίαν (Worms) και την Βουργουνδίαν. Αλλά φαίνεται ότι πρώτος επίγειος τόπος της Ελένης υπήρξεν όχι η Τροία, αλλά τα νότια της Θεσσαλίας, όπου και οι πρώτοι αοιδοί (72).

Ο Σλήμαν, ότε ανεκάλυψε τα πρώτα θαυμάσια ευρήματα των Μυκηνών και του Χισαρλίκ, επίστευεν ότι εύρεν αυτόν τον νεκρόν του Αγαμέμνονος και αυτό εκείνο το κύπελλον, όπου έπινεν ο Νέστωρ, φέρον άθικτα τα περιστέρια εις τας λαβάς. Σήμερον μειδιώμεν πάντες διά ταύτα· αλλά δύσκολον είναι να ορίσωμεν την πραγματικήν σχέσιν, την υπάρχουσαν μεταξύ του πολιτισμού, του περιγραφομένου υπό του Ομήρου, και των μεγάλων ανακτόρων και τειχών, των τάφων και των όπλων και των αγγείων, άπερ ήδη ανεσκάφησαν εκ τόσων τόπων της Ελλάδος.

Των εννέα διαδοχικών πόλεων του Χισαρλίκ η έκτη κάτωθεν αντιστοιχεί εγγύτατα προς τον πολιτισμόν των Μυκηνών, πολιτισμόν κατά πολλά όμοιον προς τον παριστώμενον εις ταρχαιότερα της _Ιλιάδος_ μέρη. Ο Ομηρικός οίκος δύναται να διαφωτισθή υπό του ανακτόρου της Τίρυνθος. Ο «_θριγκός κυάνοιο_» {cornice of blue kyanos}, αίνιγμα προτού, εξηγείται υπό των κυανών υαλοειδών τεμαχίων των ευρεθέντων εν Μυκήναις. Οι ανασκαφέντες τάφοι και ταρχαιότερα μέρη του Ομήρου συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι έχουσιν όπλα χαλκά και σιδηρά κοσμήματα, συμφωνούσι δε ουσιωδώς κατά τον οπλισμόν και τα έργα της τέχνης, τα τορευτά ξίφη και τας ασπίδας, τας θήρας λεόντων και ταύρων υπό αρματηλατών, επίσης δε ως προς την πρόδηλον άγνοιαν της γραφής.

Εξ άλλου όμως η ομοιότης επικρατεί μόνον εις ταρχαιότερα μέρη των επών και μάλιστα όχι εντελώς ουδέ εις ταύτα. Οι μεν Μυκηναίοι έθαπτον τους νεκρούς, οι δε ήρωες των επών έκαιον αυτούς· το έθος δε τούτο φαίνεται ότι εκράτησε κατά τας θαλασσίας μεταναστάσεις, ότε οι πλανώμενοι δεν είχον έδαφος ασφαλές προς ενταφιασμόν των οικείων. Οι κάτοικοι της Τίρυνθος μετεχειρίζοντο εργαλεία λίθινα προς κατασκευήν χαλκίνων όπλων, ενώ το αρχαιότατον έπος περιγράφει σιδηρά εργαλεία· εν γένει δε δυνάμεθα ν' αποδεχθώμεν την θεωρίαν του Ε. Μeyer, ότι το έπος ήκμασε κατά τινα «μεσαίωνα» πίπτοντα μεταξύ των μυκηναϊκών και των ενδόξων χρόνων της Ελλάδος (73).

Τοιουτοτρόπως η καθόλου εκ της υποθέσεως των επών μαρτυρία συμφωνεί προς την εκ της γλώσσης, ότι ταρχαιότερα στρώματα του έπους μετεπλάσθησαν εξ αιολικού εις ιωνικόν σχήμα· τα δε νεώτερα μέρη εποιήθησαν εν Ιωνία εν τη διαλέκτω, ήτις τότ' εθεωρείτο ως «επική», ήτοι εν τη αυτή διαλέκτω οποίαν τότε παρουσίαζον τα λοιπά έπη, αλλά μετά τινων ακουσίως ακράτων ιωνισμών· προσέτι δε ότι η μετάφρασις εγίνετο βαθμηδόν, η δε γενική ανάπτυξις διήρκεσεν επί τινας αιώνας· τέλος δε ότι πιθανώς η σπουδαιοτάτη περίοδος της αναπτύξεως ταύτης προήλθεν εκ των μεγάλων μεταναστάσεων των φυλών, όσαι συνέβησαν περίπου χίλια έτη π. Χ. Φαίνεται δε ότι αι μεταναστάσεις εκείναι μετέθεσαν και τον μυθικόν πόλεμον πέραν της θαλάσσης καθ' ούς χρόνους οι ιστορικοί Αιολείς μαχόμενοι κατά της Τροίας, της κάτωθεν του Χισαρλίκ, ηρέσκοντο να ταυτίζωσι τους ιδικούς των πολεμίους προς τους προγονικούς εχθρούς· αι μεταναστάσεις εκείναι κατεβίβασαν και τους εκ Βορρά ήρωας εις την Πελοπόννησον καθ' όν χρόνον ρεύμα Ελλήνων εκ της κοιλάδος του Ινάχου συνήντησεν εν Ασία άλλο, εκ Θεσσαλίας ρεύμα. Και ούτοι μεν συνέβαλον τους ηρωικούς των μύθους, εκείνοι δε τας αναμνήσεις των γιγαντωδών ανακτόρων και της αίγλης της Τίρυνθας και των Μυκηνών.

Αι τοιαύται μεταναστάσεις δεν είναι σπάνια ιστορικά φαινόμενα, αλλ' όμως είναι φαινόμενα εκπλήσσοντα ρωμαντικώς την φαντασίαν των νεωτέρων· π. χ. ο αόριστος θρύλος περί πολέμου εκεί πέραν, προς Βορράν· η ανθρωπίνη χαρά διά τας συμφοράς παλαιών εχθρών υπερορίων· η σκληρά αφύπνισις και φυγή ανδρών, γυναικών και παιδίων· η βιαστική κατασκευή πλοίου· η παράδοσις ζωής και περιουσίας εις άγνωστα πελάγη. Διότι τα σκάφη του καιρού εκείνου ήσαν έρμαια παντός ανέμου, οι δε κοινοί αγρόται θα ήσαν ελάχιστα ναυτικοί. Τοιουτοτρόπως θα εχάνοντο χιλιάδες μεταναστών· αποβιβαζόμενοι δε επί ακτών αξένων, απέθνησκον υπό πείνης ή μαχαίρας. Αλλά και αν κατά καλήν τύχην φιλική πόλις εδέχετο τας γυναίκας και τα παιδία, πάλιν οι ταλαίπωροι άνδρες εξεκίνουν όπως ζητήσωσι διά μέσου αγνώστων και υπό τεράτων οικουμένων θαλασσών τεμάχιον ακατοικήτου γης, όπου ν' αναπαυθώσιν. Ο Αρίσταρχος έθετε τον Όμηρον επί της Ιωνικής μεταναστάσεως. Η γνώμη αύτη θα ήτο κατά τούτο αληθής, ότι αι μεταναστάσεις — και η αιολική και η ιωνική — ανεκίνουν παλαιάς αναμνήσεις οικείας πείρας, εξ ών σειρά επυλλίων συνεχωνεύετο εις μέγα έπος και εδημιουργείτο ο «Όμηρος». Εκ των περιπετειών εκείνων ανυψώθη η Ιωνία· η δε ακμή αυτής υπήρξε και ακμή του έπους.

ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΩΝ ΕΠΩΝ

Περί της σχετικής ηλικίας των ποικίλων μερών των Ομηρικών επών έχομεν ήδη σημειώσει πολλά τεκμήρια. Τα χαλκά όπλα είναι αρχαιότερα των σιδηρών, οι ύπαιθροι βωμοί αρχαιότεροι των ναών, η εκ δέρματος ασπίς αρχαιοτέρα της εκ μετάλλου, το πεζή μάχεσθαι (μάρτυς ο «πόδας ωκύς Αχιλλεύς») αρχαιότερον του επί άρματος και τούτο πάλιν αρχαιότερον της ιππασίας και της παρατάξεως πεζικών ταγμάτων. Η δε χρήσις του ονόματος «Άργους» περί της θεσσαλικής πεδιάδος είναι παλαιοτέρα ή η ασαφής αυτού περί της Ελλάδος χρήσις, και αύτη πάλιν παλαιοτέρα της περί Πελοποννήσου. Αλλά πάντα τα τεκμήρια ταύτα πρέπει να χρησιμοποιώνται μετά μεγάλης προσοχής. Όχι μόνον διότι και μεταγενέστερος ποιητής δύναται να μεταχειρισθή αρχαϊκόν τύπον — και ο Σοφοκλής μεταχειρίζεται το χαλκός αντί του ξίφους — αλλά και διότι ταρχαιότερα και σπουδαιότατα επεισόδια είναι και κατά τους τελευταίους χρόνους επανειλημμένως επεξειργασμένα και εξωραϊσμένα. Παραδείγματος χάριν, ο φόνος του Πατρόκλου περιλαμβάνει μέρη τινά νεώτατα· αλλ' ήτο εξ αρχής αγαπητόν θέμα, μεταγενέστεροι δε αοιδοί εξηκολούθουν να καλλωπίζωσιν αυτό.