Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 36

Chapter 36717 wordsPublic domain

206) [_Εκδόσεις_. Τα αποσπάσματα του Στησιμβρότου παρά _C. Müller_, F. H. Gr. II 52-58. Βλ. _Wilamowitz-Möllendorff_ εν Hermes 12,361].

207) [_Εκδόσεις_ νέαι της Αθηναίων πολιτείας υπό _A. Kirchoff_ Berollini, γ' έκδ. 1889 και ιδίως υπό *_E. Kalinka_ μετά εισαγωγής, γερμαν. μεταφράσεως και σημειώσεων (Teubner) 1913. — Ανετυπώθη και εν Αθήναις κατά την έκδοσιν L. Dindorf-Fr. Ruehl χάριν του Αρχαιολογικού Φροντιστηρίου].

208) [_Εκδόσεις_. Τα πεζά αποσπάσματα του _Κριτίου_ παρά _C. Müller_ F.H. Gr. II, 68-71. — Τα ελεγεία παρά _Bergk_, P. L. Gr. σ 279-284 και _Hiller-Crusius_ σ. 134-6. — Τα δε τραγικά (ών μέγιστον το απόσπ. του Σισύφου) παρά _A. Nauck_ T. G. F. σ. 770-5.].

209) [Ο χαριέστατος έπαινος του Σωκράτους υπό του Αλκιβιάδου εν _Πλάτωνος Συμποσίω_, σ. 215-222].

210) _Αριστοφάνους_ Ιππής 1329, _Αχαρνής_ 637.

211) Η ελληνική λέξις _εραστής_ είναι ζωηρωτέρα και δροσερωτέρα της αγγλικής lover.

212) Περικλής παρά _Θουκυδίδη_ Β' 63. Ισχυρότερον ο Κλέων εν Γ' 37, ο Εύφημος Στ', 85 πρβ. Α' 124, Ε' 989.

213) Η κατά του Θουκυδίδου δίκη κα?? εκτίθεται υπό του _Grote_ (VI, 191·), αλλ' ούτος παραδέχεται το ιστόρημα του Μαρκελλίνου ότι κατήγορος ήτο ο Κλέων.

214) [Εις τον _Κράτιππον_ αμέσως ή εμμέσως αποδίδουσί τινες τα υπό των πλείστων εις τον _Θεόπομπον_ αποδιδόμενα νέα αποσπάσματα, άπερ εκ παπύρων της Οξυρύγχου εξέδωκαν τω 1909 ο _Grenfell_ και _Hunt_ υπό την επιγραφήν Hellenica Oxyrhynchia].

215) [Και ο _Πλούταρχος_ Κίμ. 4· «μνήμα . . δείκνυται»]

216) [_Rudolph Hirzel_ εν Ερμή XIII (1878) σ. 16-49].

217) _Αριστοτέλους_ Ρητορικής 1365 α 31, 1411 α I. _Πλουτάρχου_ Περικλής 28.

218) _Wilamowitz-Möllendorff_ εν Ερμή XII 465 Την γνώμην ταύτην ευλόγως αντέκρουσεν ο _Weil_ εν Journal des Savants 1902 σ. 96].

219) [Η κριτική του κειμένου του _Θουκυδίδου_, η στηριζομένη κυρίως επί επτά χειρογράφων του ι'-ιγ' αιώνος, κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας επλουτίσθη δι' αιγυπτιακών παπύρων και μεμβρανών, άς εσχάτως συνέλεξε _Fr. Fischer_. Thucydides reliquiae in papyris et membranis Ægyptiacis servatae (Teubner) 1913].

220) [Την μετά των Αργείων συμμαχίαν των Αθηναίων, ήν εξέδωκεν ο _Κουμανούδης_· βλ. C. I. A. τόμ. VI σ. 14 και 15 και πρβ. _Θουκυδ_. Ε' 47].

221) Ο Müller Strübling, εννοείται, θεωρεί το χωρίον ως παρέμβλημα. Ο Θουκυδίδης μετεχειρίζετο το δεκαδικόν σύστημα των αριθμών, ουχί το των αττικών επιγραφών.

222) [Ε', 26,3 «και τοις από χρησμών τι ισχυρισμένοις μόνον δη τούτο εχυρώς ξυμβάν].

223) [Ο γάλλος ούτος ιστοριογράφος, (1445-1511), όστις επωνομάσθη πατήρ της νεωτέρας Ιστορίας, επαινείται, προ πάντων υπό του _Saint Beuve_, διά την οξύτητα μεθ' ής ερμηνεύει τα ελατήρια των πράξεων των συγχρόνων του, ιδίως της Αυλής, και διαγράφει τους χαρακτήρας των προσώπων εντός των Απομνημονευμάτων αυτού, (Memoires»), ών νέα έκδοσις υπό de Mandrot, 1901].

224) [Τολμηροτάτη αλλά και ατυχεστάτη κατά του Θουκιδίδου επίκρισις είναι η του _F. M. Cornford_ Thucydides mythistoricus, 1907, όστις εζήτησε ν' αποδείξη ότι η συγγραφή είναι απλή δραματοποιία, η «ιστορική τραγωδία» των γεγονότων].

225) [Ο τρόπος, καθ' όν καταλήγει η συγγραφή σχεδόν εν μέσω φράσεως — _και αφικόμενος πρώτον εις Έφεσον_ (ο Τισσαφέρνης) _θυσίαν εποιήσατο τη Αρτέμιδι_ — εμφαίνει ότι ο θάνατος υπήρξεν απρόοπτος, καθιστά δε πιθανήν την παράδοσιν (_Πλουτάρχου_ Κίμ. 4) ήν απορρίπτει ο Μαρκελλίνος, ότι ο Θουκυδίδης εφονεύθη εν Σκαπτή ύλη, ως φαίνεται όχι μετά τα 399].

226) [_Εκδόσεις_ νέαι του κειμένου του Θουκυδίδου εν τη Biblioth, Oxon. υπό _H. Steuart_ εις 2 τόμ., 1900-1 και εν τη Biblioth. Teubner υπό _Car. Hude_, edit. major εις 2 τόμ. 1901, edit. minor εις 2 τόμ. 1903. — Τα παλαιά σχόλια εν τέλει της παρισιανής εκδόσεως του _F. Haase_ Didot) 1869. — Άλλα σχόλια εκ χφ. της Πάτμου εδημοσίευσεν ο _Ι. Σακελλίων_ εν Revue de Philologie I (1877), σ. 182-8. — Άλλα παλαιά σχόλια του β' μ Χ. αιώνος εις το Β' βιβλίον εκ παπύρων εδημοσίευσαν ο _Grenfell_ and _Hunt._ Oxyrhynchus Papyri VI (1908) σ. 107-149. — _Εκδόσεις_ μετά ελλην. σημειώσεων υπό Α. Πανταζή Μισίου εις 4 τεύχη, εν Αθ. 1882-98. Των τριών πρώτων βιβλίων υπό _Γ. Δ. Ζηκίδου_ εν Αθ. 1892-1902. — Του Α' βιβλίου υπό _Γαβριήλ Σοφοκλέους_ εν Αθ. 1902, και υπό _Κ. Κοσμά_ Αθ. 1915-Μετά σχολίων υπό _Γ. Μιστριώτου_, εις 8 τόμ. εν Αθ. 1902-07. — Χωριστά Σχόλια εις τας δημηγορίας του Θουκυδίδου υπό _Γρ. Ν. Βερναρδάκη_ εν Αθ. β' έκδ. 1885. — Μετά γαλλ. σχολίων κριτικών και ερμηνευτικών τα δύο πρώτα βιβλία υπό _Alfred Croiset_, Paris, 1886. — Μετά γερμαν. σχολίων την δόκιμον έκδοσιν του _J. Classen_ επεξειργάσθη ο _J. Steup_ (παρά Weidmann) κατά τεύχη (1912). — Την του _Got. Böhme_ ο _Widmann_ (παρά Teubner) εις 9 τεύχη (1908). — Παλαιότεραι η του Ρορρο Stahl 1875-83 και η του Krüger και Pökel, 1885 — Μετά λατιν. σχολίων _H. van Herwerden_ εις 5 τόμ. Trajecti ad Rhenum 1877-82].

227) [Οι αρχαίοι υποκριταί εφόρουν ενδύματα διάφορα των του χορού και πολυτελέστερα και πολυχρωμότερα των του καθημερινού βίου. Και το σώμα των υποκριτών εμεγεθύνετο ποικιλοτρόπως και εγίνετο υψηλοτέρον διά υψηλών κοθόρνων, το δε πρόσωπον εκαλύπτετο διά φοβερών προσωπείων, εχόντων μεγάλους οφθαλμούς και ανοικτόν στόμα. Τας γυναίκας υπεκρίνοντο άνδρες και μόνον κατά τους ρωμαϊκούς και ίσως τους Πτολεμαϊκούς χρόνους αναφέρονται, σκηνικαί γυναίκες. Καθόλου κατά τους ενδόξους χρόνους του Αττικού θεάτρου ουδεμία κατεβάλλετο προσπάθεια όπως οι τραγικοί υποκριταί φανώσιν, όπως θέλομεν ημείς, πρόσωπα φυσικά, αλλά μάλλον υπερφυσικά όπως ήτο η όλη τάσις του Αισχύλου, ο οποίος κατά την παράδοσιν είχεν εξεύρει την της στολής ευπρέπειαν και σεμνότητα].

228) Γνωστοτάτη εξαίρεσις είναι ο _*Ανθεύς_ (όχι το _*Άνθος_) του Αγάθωνος [Εν ώ πάντα τα πρόσωπα είχον επινοηθή υπό του ποιητού]. Ο Αγάθων κατέλιπε τας Αθήνας περί τα 407 π Χ. τεσσαρακοντούτης, κατέχων ήδη θέσιν υποδεστέραν μόνον της του Σοφοκλέους και του Ευριπίδου, αλλά πλην της πρωτοτυπίας του και του Σωκρατικού ή Πλατωνικού πνεύματός του είχε μόνιμον επίδρασιν εις το δράμα. Ο Αριστοφάνης πικρώς επετέθη κατ' αυτού εν ταις _Θεσμοφοριαζούσαις_ όπερ μαρτυρεί περί των εν τη τέχνη καινοτομιών αυτού.

229)[Η συμμετοχή του χορού εις την αρχαίαν τραγωδίαν από τινων ετών εμελετήθη βαθύτερον. Βεβαίως την παρουσίαν αυτού επέβαλλεν όχι τόσον ο μύθος του δράματος, όσον η κατά παράδοσιν τελετή της Διονυσιακής εορτής. Ομολογουμένως δε τα στάσιμα μη προάγοντα την δράσιν της τραγωδίας, πολλάκις χαλαρώνουσι το διαφέρον των θεατών. Αλλά διά της μουσικής συνετέλουν τα άσματα του χορού εις την αισθητικήν εντύπωσιν του συνόλου, δηλαδή είτε εις την μετάδοοιν του ελέου ή του φόβου είτε εις τον καλλιτεχνικόν κατευνασμόν των αισθημάτων τούτων· ούτω διά του πρώτου στασίμου της _εν Ταύροις Ιφιγενείας_ ο χορός των Θεραπαινίδων επιτείνει τον φόβον της ηρωίδος, αλλά την φοβερωτάτην σκηνήν της _Μηδείας_ διακόπτει χορικόν μάλλον ήρεμον (στ. 1081-1115). Ποιητικώς δε τα χορικά ηδύναντο να εξάρωσι τον ακροατήν από των περιπετειών της υποθέσεως εις γενικώτερα προβλήματα του ανθρωπίνου βίου π. χ. από του έρωτος του Αίμονος εις την αιωνίαν ισχύν του θεού τούτου. Οσάκις δε τον χορόν απετέλουν όντα υπερφυσικά, Ωκεανίδες, Ευμενίδες, Βάκχαι, ο αρχαίος θεατής ησθάνετο ότι ευρίσκετο εντός άλλου περιβάλλοντος υπό διάφορον φως. Τοιουτοτρόπως οι μεγάλοι τραγικοί κατώρθωσαν να χρησιμοποιώσι δεξιώς τον χορόν, πόσον δ' εμελέτησαν το θέμα, μαρτυρεί το γεγονός, ότι ο Σοφοκλής έγραψε κατά τον Σουΐδαν πεζήν περί χορού πραγματείαν. Αλλά περί των χορών του Ευριπίδου παρατηρεί ο Αριστοτέλης ότι δεν ήσαν «μόρια του όλου» όπως οι του Σοφοκλέους. Από δε του Αγάθωνος ήρχισαν οι λοιποί να άδωσιν «εμβόλιμα» χορικά, δηλαδή ξένα προς τον μύθον].

230) Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει τον Θέσπιν και ο ψευδοπλατωνικός διάλογος _Μίνως_ (321 Α) λέγει ρητώς ότι η τραγωδία δεν αρχίζει «_ως οίονται από Θέσπιδος ουδ' από Φρυνίχου_» αλλ' ήτο πολύ παλαιοτέρα.

231) [Περιμάχητον κατά τα τελευταία έτη είναι το ζήτημα της σκηνής του πέμπτου π. Χ. αιώνος, ήτοι της ακμής του ελληνικού θεάτρου. Η πρώτη σημασία της λέξεως ήτο βεβαίως η του υποστέγου όπου ενεδύετο ο υποκριτής αλλ' έπειτα εσήμαινεν όλον το εστεγασμένον οικοδόμημα· (Δηλία επιγραφή του 279 π. Χ. λέγει «_της σκηνής το τέγος . . . το λογείον της σκηνής_») ή μόνον το λογείον, εφ' ού τότε εδίδασκον οι υποκριταί, αλλ' εσήμαινε και μόνην την όπισθεν σκηνογραφίαν, οι δε μεταγενέστεροι γραμματικοί έγραφον «εις πέντε σκηνάς διαιρεί το δράμα_». Αλλ' επειδή τα παλαιότατα λείψανα σκηνής (ελληνικά θέατρα ανεσκάφησαν πολλά και εν Ελλάδι και εν Σικελία και εν Μ. Ασία) ανάγονται μόνον εις τον τέταρτον π. Χ. αιώνα, του δ' εν Αθήναις Διονυσιακού θεάτρου η σκηνή καθ' όλον τον πέμπτον αιώνα ήτο ξυλίνη, απομένει μεγάλη περί του σχήματος και της χρήσεως της σκηνής, εκείνης αμφιβολία. Επί Αυγούστου ο Βιτρούβιος (V, 7) μαρτυρεί ρητώς ότι το επί της σκηνής λογείον του Ελληνικού θεάτρου, «εφ' ού διδάσκουσιν οι τραγικοί κωμικοί υποκριταί» είχεν ύψος ουχί μικρότερον δέκα ποδών, non plus duodecim από της ορχήστρας, «_όπου ήσαν οι θυμελικοί». (Το ύψος τούτο ήτο αναγκαίον, όπως βλέπωσι τους υποκριτάς οι επί των ανωτέρων κερκίδων καθήμενοι θεαταί). Αλλ' ο Dörpfeld εξερευνήσας τα σωζόμενα ερείπια, φρονεί ότι η μαρτυρία του Βιτρουβίου αναφέρεται εις τα μεταγενέστερα Ελληνικά θέατρα, ενώ κατά τους ενδόξους χρόνους οι υποκριταί, εξερχόμενοι της σκηνής, εδίδασκον εν τη ορχήστρα, όπου δηλαδή ίστατο και ο χορός, επί δε της σκηνής παρίστατο μόνον η σκηνογραφία. Αλλά την τολμηράν ταύτην θεωρίαν προσκρούουσαν και εις πολλά χωρία προ πάντων του Αριστοφάνους, απορρίπτουσι πολλοί, εν οίς και _A. E. Haigh_, The attic Theater, Oxford, 1907].

232) Βλ. _Wilamowitz-Moellendorf_ τόμ. I σ. 88.

233)[Αλλ' υπάρχει και άλλη ερμηνεία, πιθανοτέρα, ότι υποκριτής σημαίνει ερμηνεύς, υποφήτης του τραγικού ποιητού (έχων προς αυτόν οίαν σχέσιν ο ραψωδός προς τον επικόν)· ωνομάσθη δε ούτω αφ' ότου ο ποιητής έπαυσε να διδάσκει αυτός τα δράματά του. _Αριστοτέλους_ Ρήτορ. Γ' 1 σ. 1403 β' 23 «υπεκρίνοντο γαρ αυτοί τας τραγωδίας οι ποιηταί το πρώτον». Πρβ. _Bywater_ εν τη εκδόσει της _Αριστοτέλους_ Ποιητικής σελ. 136].

234) [_Aριστοτέλους_ Αθην. Πολιτεία § 66 (ο άρχων) έπειτα χορηγούς τραγωδοίς καθίστησι τρεις εξ απάντων Αθηναίων τους πλουσιωτάτους· πρότερον δε και κωμωδοίς καθίστη πέντε, νυν δε τούτους αι φυλαί φέρουσιν].

235) [Τανωτέρω στηρίζονται εις την υπόθεσιν του Welcker (1826) ότι η τραγωδία προήλθεν εκ του σατυρικού δράματος, ού οι σάτυροι εφόρουν δέρματα τράγου, τούτο δε το δράμα εκ του διθυράμβου. Αλλ' η φράσις του Αριστοτέλους «_εκ των εξαρχόντων τον διθύραμβον_» ουδέν τοιούτον μεταβατικόν στάδιον υποσημαίνει. Την μαρτυρίαν του Αριστοτέλους ολοσχερώς απορρίπτων ο καθηγητής _W. Ridgeway_, The origin of Tragedy, Cambridge, 1910 θεωρεί ως αρχήν της τραγωδίας τους περί τους τάφους των ηρώων θρήνους, η _Miss Harrison_ τας προς τον Δαίμονα Ενιαυτόν τελετάς κτλ. Τελευταίος ο καθηγητής _R. Flickinger_, The Greek Theater and its drama, Chicago, 1918 σ. 15 επανερχόμενος εις την μαρτυρίαν ότι «τοις αγωνιζομένοις τράγος εδίδοτο» εικάζει ότι ο Κλεισθένης (590 π. Χ.) προέθηκε το έπαθλον τούτο, οι δε θεαταί γινώσκοντες τους εν Κορίνθω «σατυρικούς» χορούς διέκριναν τους εν Σικυώνι ως «τραγικούς»].

236) _Εκδόσεις_. Τα αποσπάσματα του _Φρυνίχου_» παρά _Nauck_, Tragicorum Graecorum Fragmenta (Teubner) 1889 σ. 720-5-Τα του _Χαριλάου_ σ. 719 του δε Πρατίνα σ. 726-8.

237) [Παρβ. Σχολιαστήν _Αριστοφάνους_ Θεσμοφοριάζ. 135, Αισχύλου απόσπ. 59].

238) [Ο Αισχύλος ουδέν τοιούτο λέγει].

239) [O _Bergk_ υπώπτευεν ως διεσκευασμένον υπό μεταγενεστέρου το τέλος των _Επτά_ από των κομμών της Αντιγόνης και της Ισμήνης (στ. 961 κεξ.) ο δε _Wilamowitz_ από του επεισοδίου του Κήρυκος (στ. 1005 κεξ.). Άλλοι όμως, ως ο _Paul Girard_ (εν Revue de Philologie XΧ (1896) σ. 8) και ο _Max Wundt_ εν Philologus LXV (1906) σ. 357) υποστηρίζουσι την γνησιότητα του κειμένου].

240) [Ούτως οι Σχολιασταί και οι νεώτεροι, (_Wilamowitz_). Αλλά φυσικωτέρα μέχρις εσχάτων εθεωρείτο η σειρά Πυρφόρος, Δεσμώτης, Λυόμενος].

241) [Ο συγγραφεύς παραθέτει μετάφρασιν έμμετρον όλων των στίχων 855-9 _Εκδόσεις_ νέαι του κειμένου του Αισχύλου εν τη Biblioth. Teubner _H. Weil_ 1910, εν τη Biblioth. Oxon υπό _A. Sidwick_, 1900 νεωτά??υπό _Ud. de Wilamowitz-Moellendorff_, Berolini, apud Weidma?? 1914-Εν τη Ζωγραφείω βιβλιοθ. Αισχύλου δράματα σωζόμενα και απολω?? αποσπάσματα μετά εξηγητικών και κριτικών σημειώσεων τη συνεργασία _Ζωμαρίδου_ υπό _N. Wecklein_ Αθήνησι 1891-97, — Παλαιοτέρα ελλην. έκδοσις Αισχύλος παραφρασθείς σχολιασθείς τε και εκδοθείς υπό _Νεοφ. Δούκα_ Αιγίνη, 1889. — Τραγωδίαι Αισχύλου εκδιδόμεναι μετά σχολίων υπό _Γ. Μυστριώτου_ Προμηθεύς εν Αθήναις 1902 — Τα αρχαία σχόλια εν τω γ' τόμ. εκδόσεως _G. Dindorf_, Οxonii, 1851 — _Π. Παπαγεωργίου_ Κριτικά και περιγραφικά εις τα παλαιά Αισχύλου σχόλια Teubner 1887. — Scholia in Aisch. Persas edidit _O. Dahnhardt_, Teubner 1894. — Lexicon Æschyleum ?? _G. Dindorfius_ Teubner, 1876. — Τα μέτρα των χορικών Æschyli Ca?? edidit _O. Schroeder_, Teubner, 1907. — Τα αποσπάσματα των άλλων δι?? των _Nauck_, Tragicorum Graecorum fragmenta, Teubner, 1889 σ.1?]

242) [Αλλά βλ. ανωτέρω (σημ. 162) την κρίσιν του συγγραφέως του Περί ύψους].

243) [Ο. I. Λ. αρ, 237 τόμ. I σ. 125].

244) [Πώς αν τις αίσθοιτο εαυτού προκόπτοντος επ' αρετή 7. Παρά Βερναρδάκη τόμ. Α' σ. 191 φέρεται «διαπεπαιχώς» και _της αυτού_, ήτοι του Αισχύλου, αλλ' ο συγγραφεύς ερμηνεύει _της αυτού_, ήτοι του Σοφοκλέους].

245) Πρώτος ο σύγχρονος του Σοφοκλέους Αρίσταρχος ο Τεγεάτης κατά Σουίδαν «εις το νυν αυτών μήκος τα δράματα κατέστησεν».

246) [Την Σοφόκλειον Ηλέκτραν επικρίνει και ο _Δ. Βερναρδάκης_ εν τοις Προλεγομένοις των Φοινισσών σ. πα'-πε', αλλ' υπερασπίζει το δράμα εκτενέστατα ο _Π. Παπαγεωργίου_ εν τοις Προλεγομένοις της εκδόσεως αυτού. Η συζήτησις αρξαμένη κυρίως από του Σλέγελ (1808) περιστρέφεται περί το ζήτημα, τις των τριών τραγικών επραγματεύθη δεξιώτερον το φοβερόν θέμα της μητροκτονίας, εννοείται δ' ότι αι γνώμαι και τα επιχειρήματα ποικίλλουσι μεγάλως].

247) [Σήμερον έχομεν περισσότερα λείψανα της Σοφοκλείου τέχνης. Διότι ανεκαλύφθησαν επί παπύρων πολλοί στίχοι του &Ευρυπύλου& (εξ ών αναγινώσκονται δεκάδες τινές) και 24 στίχοι του _Αχαιών συλλόγου_ (περιέχοντες διάλογον Οδυσσέως και Αχιλλέως) και, το σπουδαιότατον, 400 περίπου στίχοι των _Ιχνευτών_, ήτοι σχεδόν το ήμισυ του σατυρικού τούτου δράματος. Επειδή δε προτού σατυρικών είχομεν μόνον τον _Κύκλωπα_ του Ευριπίδου, κατανοούμεν ήδη κάλλιον τι ήτο το είδος τούτο του δράματος. Ότι δηλαδή σατυρικά ωνομάζοντο, διότι είχον χορόν Σατύρων, ών εξήρχε Σειληνός, είχον δε πάντα παλαιάν αγροίκον ευθυμίαν. Οι _Ιχνευταί_ υπόθεσιν έχουσι την εκ του εις Ερμήν Ομηρικού ύμνου γνωστήν κλοπήν των βοών του Απόλλωνος. Ο θεός επιφαινόμενος τάσσει αμοιβήν εις όν τινα εύρη τον κλέπτην και τα κλοπιμαία. Ο χορός των Σατύρων διαιρούμενος εις δύο ημιχόρια, αναζητεί τα ίχνη, εξιχνεύει τας βους (όθεν και το όνομα _Ιχνευταί_) και μετά την διήγησιν της νύμφης Κυλλήνης, ότι εγεννήθη νέος ευφυέστατος θεός, όστις ανεκάλυψεν ήδη νέαν λύραν, συνάγει ότι «ουκ άλλος εστίν κλοπεύς | αντ' εκείνου». Το τέλος λείπει, αλλ' η λύσις ήτο πιθανώς, ότι ο παις χαρίζων την χελώνην, κατεπράυνε τον Απόλλωνα. Τα νέα αποσπάσματα του Σοφοκλέους συνήχθησαν (εν τη σειρά των Kleine Texte Lietzmann) υπό _Ernest, Diehl_, Supplementum Sophocleum, Bonn 1913, περιέχονται και εις τα (εν τη Biblioth. Oxon.) _Athur Hunt_, Tragicorum Graecorum Fragmenta Papyricea. Ειδικαί δ' εκδόσεις των _Ιχνευτών_ υπό _C. Robert_ μετά γερμαν. μετάφρ. Berlin, 1913 και _Wilamowitz Moellendorff_, Teubner 1913, και _N. Terzaghi_ ιταλιστί Firenze 1913].

248) [Η επίκρισις αύτη φαίνεται λίαν αυστηρά. Οι παλαιοί Έλληνες και τους μάντεις εννοούσαν ανθρώπους και μάλιστα Έλληνας, δηλαδή έχοντας το αιώνιον ελληνικόν φιλότιμον. Οι άγιοι άνθρωποι εφάνησαν πολύ μετά τον Σοφοκλή].

249 [_Εκδόσεις_ νέαι του κειμένου των τραγωδιών του Σοφοκλέους εν τη Biblioth. Teubner. υπό G. Dindorf επιμελεία _S. Mekler_ και εν τη Loeb Classical Library υπό _F. Storr_ εις 2 τόμ. 1919 μετ' αγγλ. μετάφρ. Των δε αρχαίων σχολίων _Π. Παπαγεωργίου_ Scholia in Sophoclis TraGoedias vetera, Teubner, 1888. — Μετά σχολίων ελληνικών, πλην των πολλών σχολικών εκδόσεων, _Γ. Μυστριώτου_, Τραγωδίαι Σοφοκλέους εις 7 τόμους, και Εισαγωγαί εις τας τραγωδίας του Σοφοκλέους, Αθ. 1904. — Κάλλιστα έργα εν τη Ζωγραφείω βιβλιοθήκη, _Δ. Σιμιτέλου_ Σοφοκλέους τραγωδίαι τόμ Α' Αντιγόνη. Αθ. 1887 και _Πέτρου Παπαγεωργίου_, Σ. δράματα τόμ. Α' Ηλέκτρα εν Αθ. 1910. — Μετ' αγγλικών σχολίων αρίστη η ανατυπουμένη _R. C. Jebb._ Sophocles, the plays and fragments, with critical notes. Cambridge, εις 7 τόμ. Των δε αποσπασμάτων The Fragments of Sophocles by _A. C. Pearson_ εις 3 τόμ. Cambridge 1917. — Μετά γερμανικών η ανατυπουμένη _Schneidewin- Nauck_, Berlin, Weidmann εις 7 τόμ. — Ειδικόν λεξικόν, Lexicon Sophocleum composite _Frid Ellendt_, curavit Hermannus _ Genthe_, Berolini, 1872. — Τα παλαιά αποσπάσματα του Σοφοκλέους παρά _Nauck_. Fr, Tr. Gr. σ. 129-360. Τα νέα βλ. ανωτ. σ. 244].

250) [Εις τα _τέως περί Ευριπίδου γνωστά_ πάπυρος της Οξυρύγχου (δημοσιευθείς εν τόμ. IX σ. 124 αρ. 1176) προσέθηκεν εξ έργου του περιπατητικού Σατύρου — όπερ φαίνεται ότι ήτο η πηγή των σωζομένων βίων των τραγικών — νέας τινας ειδήσεις· ήτοι α') ότι ο Ευριπίδης κατηγορήθη υπό του Κλέωνος επί ασεβεία β) ότι έφυγεν εξ Αθηνών, ωργισμένος κατά των αντιτέχνων ποιητών και γ') ότι αυτός είχε ποιήσει το προοίμιον των Περσών του _Τιμοθέου_. Το απόσπασμα έχει μορφήν διαλόγου και φαίνεται ότι το έργον ήτο προωρισμένον προς χρήσιν των πολλών]

251) Το πέμπτον έθλον εδόθη μετά τον θάνατόν του.

252) [Περί του βίου και των έργων του Ευριπίδου έγραψε νεώτερον ωραίον βιβλίον ο συγγραφεύς του προκειμένου έργου _Gilbert Murray_ Euripides and his age, εξαίρετον δε άρθρον ο _Dietrich_ εν Pauly-Wissowa R. E. τόμ. VI (1907) στ. 1241-81].

253) Παρομοία σκηνή υπήρχεν εν τη *_Μελανίππη_, όπου, η ηρωίνη πρόκειται να απολογηθή υπέρ των δύο νόθων τέκνων της λέγουσα το παν εκτός της αληθείας.

254)[Πρβ. Αντιόπης, απόσπ. 19 Φευ, φευ, το δούλον ως απανταχή γένος | προς την ελάσσω μοίραν ώρισεν θεός].

255)[_A. W. Verrall_, Euripides the rationalist, a study in the history of art and religion, Cambridge, 1895. O _Verrall_ έγραψε και αξιόλογα Essays on four plays of Euripides, Cambridge 1905 (Ανδρ. Ελ. Ηρ. Μ. Ορ.) και The Bacchants of Euripides and other Essays, 1910]

256) [Την γνησιότητα του _Ρήσου_ αμφισβητούσιν από του Valckenaer οι πλείστοι. O _Wilamowitz_ (Heracles I, 41) θεωρεί αυτόν ως έργον του τετάρτου αιώνος, άλλοι δε των Πτολεμαϊκών χρόνων. Βλέπε ανωτ. σ. 241].

257) Δεν έχουσιν από μηχανής θεόν η _Άλκηστις_ (438) ο _Κύκλωψ_, η _Μήδεια_ (431) οι _Ηρακλείδαι_ (427) και η _Εκάβη_ (427)· επίσης δ' αι _Τρωάδες_ (415) και οι _Φοίνισσαι_ (410). Θεόν απλώς προφητεύοντα έχουσιν η _Ανδρομάχη_ (424) αι _Ικέτιδες_, ο _Ίων_ και η _Ηλέκτρα_ (413). Θεόν επιφέροντα περιπέτειαν η _εν Ταύροις Ιφιγένεια_ (413) η _Ελένη_ και _ο Ορέστης_(408). Και η _εν Αυλίδι Ιφιγένεια_ και αι _Βάκχαι_ ανήκουσι μάλλον εις την τάξιν ταύτην.

258) [Πλούταρχος εν βίω Κράσσου, 33].

259) [Το χορικόν εσώθη υπό του _Πορφυρίου_, περί αποχής Δ' 19].

260) Νέα εκ παπύρων αξιόλογα ευρήματα προσετέθησαν εις τα τέως εκ των συγγραφέων γνωστά αποσπάσματα του Ευριπίδου. Των _Κρητών_ ανευρέθησαν νέοι 52 στίχοι, ένθα η Πασιφάη ζωηρώς απολογείται προς τον Μίνωα και τον χορόν διά τον θεήλατον έρωτά της προς τον ταύρον. Μακρά είναι τα αποσπάσματα της Αντιόπης (ήτις εδιδάχθη περί τα 410 π. Χ.) περιλαμβάνοντα την φιλονικίαν του Ζήθου και του Αμφίονος περί του αρίστου τρόπου του βίου. Επίσης ευρέθησαν πολλοί στίχοι _Μελανίππης της σοφής_ και _Μελανίππης της δεσμώτιδος_, του _Οινέως_ και του _Πειρίθου_ (αποδιδομένου και εις τον Κριτίαν, τον ποιητήν και τύραννον) της _Σθενεβοίας_, (ήτις εδιδάχθη προ του 423], ήτοι μακρά ρήσις του Βελλεροφόντου. Μακρότατα δε είναι ταποσπάσματα της _Υψιπύλης_ περιλαμβάνοντα ωραία χορικά και στιχομυθίαν του μάντεως Αμφιαράου προς την ηρωίδα, ής το τέκνον Οφέλτην εφόνευσε δράκων. Επίσης σπουδαία είναι και τανευρεθέντα μέρη του _Φαέθοντος_ (όστις εδιδάχθη προ του 425) ιδίως τα θαυμάσια χορικά. — Τα νέα αποσπάσματα του Ευριπίδου περιλαμβάνονται, εις τα _A. S. Hunt_, Tragicorum Fragmenta Papyricea, Oxoni, 1912 και πληρέστερον _H. v. Amim_ Supplementum Euripideum Bonn, 1913 εν τη σειρά Κleine Text, (αρ. 11).

261) [_Εκδόσεις_ νέαι του κειμένου του Ευριπίδου εν τη Biblioth. Oxon. υπό του συγγραφέως του προκειμένου βιβλίου _Gilbert Murray_, Euripides Fabulae, 1901 μετά σημειωμ. διαφ. γραφών εις 3 τόμ., εν δε τη Bibl. Teubner υπό _Aug. Nauck_ εις 3 τόμ. ανατυπουμένους. Ο γ' τόμος (1912) περιέχει τα Fragmenta — Εν τη σειρά Kleine Texte (αρ. 89) η Μήδ. μετά των αρχ. σχολίων υπό _E. Diehl._, 1911 — Τα δε αρχαία σχόλια εξέδωκεν ο _Gul. Dindorfius_ εις 4 τόμ. Oxonii, 1863 και _E. Schwartz_ Berolini, εις 2 τόμ. 1887 και 1891. — Μετά σχολίων ελλην. _Γ. Μιστριώτου_. Τραγωδίαι Ευριπ. Μήδ. (έκδ. β') 1902, Ιφ. Αυλ. 1916 — _Γ. Σακορράφου_, Μήδ. εν Αθ, 1891. — Αρίστη έκδοσις η εν τη Ζωγραφ. Βιβλιοθ. _Δημ. Βερναρδάκη_, Ευριπίδου Δράματα, τόμ. Α' (Φοίν.) 1888. Β' (Εκ. Ιππ. Μήδ.) 1894. Γ' (Ιφ. Αυλ. Ιφ Ταυρ. Ηλ. Αλκ.) 1903. — Μετά γαλλ. σχολίων _H. Weil_ Sept. Tragédies d' Euripide (Ιππ. Μήδ. Εκ. Ιφ. Αυλ. Ιφ. Ταύρ. Ηλ. Ορ.) Paris γ' έκδ. 1899-1907 — Μετά γερμαν. σχολίων υπό _Prinz_ και _Wecklein_ εις τομίδια ανατυπούμ. Ορ. 1906, Κύκλ. 1908. Αλκ. 1912, Ικ. 1912. κτλ. — Μνημειώδης έκδ. του Μαινομ. Ηρακλέους erklärt von V. v. Wilamowitz Moellendorff εις 2 τόμ. 1895 (β' έκδ.). — Τα μέτρα των χορικών Euripidis cantica digessit _Otto Schroeder_ (Teubner) 1910. — Τα παλαιά 1192 αποσπ. του Ευριπίδου και παρά _Nauck_ Tr. Gr. Fr. σελ. 363-716 (β' έκδ.) Περί των νέων των εκ παπύρων βλ. ανωτ. σ. 279.]

262) [Ο Canoni θεωρεί τον Επίχαρμον Σικελιώτην. Πρβ. το άριστον αυτού άρθρον εν Pauly-Wissowa R. E. τόμ. 6 (1907) στ. 34-41]

263) [Εν αποσπάσματι, όπερ διέσωσεν ο _Αθήναιος_ Στ' 235 F]

264) [_Εκδόσεις_. Τα αποσπάσματα του _Επιχάρμου_ (επειδή ήτο φιλόσοφος) συνελέχθησαν εις τα _G. Mullach_ Fragmenta Philosophorum Graecorum Didot 1860, σ. 131-147 και _Diels_, Vorsokratiker | σ. 87-101, και υπό G. Kaibel εις τα Roctarum Graecorum Fragmenta τόμ. VI (1889) σ. 1]

265) [_Εκδόσεις_ των αποσπασμάτων των κωμικών, παλαιοτέρα μεν η του _Aug. Meineke_ και _Fred, Bothe_ Poetarum Comicorum Graecorum Fragmenta (Didot) 1855, νεωτέρα δε και σπουδαιοτέρα _Theod. Kock_, Comicorum Atticorum Fragmenta (Teubner) εις τόμ. τρεις, 1880-88. Τα του _Χιωνίδου_ παρά _Μeineke_ σ. 1, και _Kock_ 1, σ. 4. _Μάγνητος_ παρά _Meineke_ σ. 3 _Kock_ σ. 7. _Εκφαντίδου_ παρά _Meineke_ σ. 4, _Kock_ σ. 9].

266) Εάν τούτο υπονοή ο στίχος του Αριστοφάνους _Βάτρ_. 357. Βλ. Maass. Orpheus, σ. 106.

267) [_Εκδόσεις_ των αποσπασμάτων του Κρατίνου παρά _Meineke_ σ. 6-74 και _Kock_ Ι, σ. 11-130].

268) [ΤΙΜΟΘΕΟΣ ο Μιλήσιος, ο κατ' εξοχήν μουσικός των ενδόξων χρόνων (ζήσας από 450 μέχρι περίπου 360 π. Χ .) ο τότε φημιζόμενος όσον και οι μέγιστοι ποιηταί, κατέστη γνωριμώτερος εις ημάς από του 1902, ότε πάπυρος εκ της αρχαίας Βουσίριδος (σήμερον Abousir) της Αιγύπτου απεκάλυψεν ένα των _νόμων_ αυτού ήτοι μονωδίαν (solo) τους _Πέρσας_. Ο πάπυρος γραφείς κατά τον δ' π. Χ. αιώνα είναι το αρχαιότατον των σωζομένων ελλην. χειρογράφων, και περιέχει περίπου 200 στίχους, αναφερομένους εις την εν Σαλαμίνι ναυμαχίαν. Εν αυτοίς περιγράφονται αι φωναί των μαχομένων, ιδίως ενός πνιγομένου Φρυγός, κατά τρόπον παράδοξον, μετέχοντα εποποιίας, τραγωδίας και κωμωδίας· καταλήγει δε το ποίημα ως ύμνος προς τον Πύθιον Απόλλωνα, ζητών «ειρήναν, θάλλουσαν ευνομία». Πρώτη _έκδοσις_ υπό _Wilamowitz- Moellendorff_, Timotheos die Persen, Leipzig, 1903. Γαλλ. μετάφρασις υπό Th. Reinach εν REGr. τόμ. XVI (1903) σ. 62. Νεωτέρα μελέτη του κειμένου B. Keil εν Hermes 1913, σ. 99-140].

269) [_Εκδόσεις_ των αποσπασμάτων του _Φερεκράτους_ παρά _Meineke_ σ. 82-122. _Kock_ Ι σ. 145-209].

270) [_Εκδόσεις_ των αποσπασμάτων του _Ευπόλιδος_ παρά Meineke σ. 149-208. _Kock_ Ι σ. 258-369]

271) [_Εκδόσεις_ των αποσπ. του _Φρυνίχου_ παρά _Meineke_ σ. 208-221. _Kock_ Ι 369-391 του δε _Πλάτωνος_ παρά _Meineke_ σ. 221-362. _Kock_ Ι σ.601-667].