Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 32

Chapter 32126 wordsPublic domain

Το ύφος του Θεοκρίτου και το περιεχόμενον των ειδυλλίων είναι τόσον σύμφωνα, ώστ' ευκόλως διαφεύγει τον αναγνώστην η μεγάλη των θεμάτων του ποικιλία. Επειδή δε τα ποιήματά του ονομάζονται _ειδύλλια_, τα θέλομεν όλα ειδυλλιακά. Αλλά η λέξις _ειδύλλιον_ είναι υποκοριστικόν του είδος, ήτοι μορφή ή ύφος, η δε κοινή χρήσις αυτής φαίνεται ότι προέρχεται εκ της συνηθείας του να επιγράφωνται ταύτα χάριν μουσικής οδηγίας κατά την περίστασιν «ειδύλλιον βουκολικόν ή αιπολικόν» . Των δε σωζομένων 32 ειδυλλίων του Θεοκρίτου μόνον δέκα παριστώσι βίον καθαυτό ποιμενικόν, πραγματικόν ή ιδανικόν· έξ είναι επικά, δύο εγράφησαν χάριν «ευκαιριών», δύο αποτείνονται προς προστάτας, έξ είναι καθαρώς ερωτικά και δύο είναι πραγματικαί εικόνες της καθημερινής ζωής. Τούτων περιφημόταται είν' αι _Αδωνιάζουσαι_, (ειδ. ιε') μίμος περιγράφων τας εντυπώσεις δύο μεσαίας τάξεως Συρακοσίων γυναικών, της Γοργούς και της Πραξινόης εκ της μεγάλης εορτής του Αδώνιδος, της εορταζομένης εν Αλεξανδρεία υπό Πτολεμαίου του β'. Το ειδύλλιον τούτο παριστάνεται κάποτε και επί παρισιανών θεάτρων, διότι περιέχει αληθινήν καλλονήν εν μέσω της κωμικής και υπέρ το δέον πιστής πραγματικότητος. Ο δε προηγούμενος μίμος, ο _Κυνίσκας έρως_, (ειδ. ιδ') διαγράφων συντόμως τι εκίνει τους νέους να κατατάσσωνται ως μισθοφόροι εις ξένους στρατούς, δεν είναι μεν τόσον εύμορφος, αλλ' έχει περισσότερον ίσως βάθος και αλήθειαν και, προσθετέον, πιστότερον αποδιδομένην αγροικίαν. Το β' ειδύλλιον αι _Φαρμακεύτριαι_, απεικονίζον τον έρωτα της Σιμαίθας και τας μαγγανείας αυτής, είναι δύσκολον να καταταχθή· είναι πραγματικόν, ωραίον, τραγικόν, ιδιαιτέρως κωμικόν και εν γένει, αλησμόνητον· διότι παρουσιάζει το βάθος της ζωής, όπως ο μίμος την επιφάνειαν· και ενώ πολλαί εγράφησαν απομιμήσεις, απέμεινε μοναδικόν αριστοτέχνημα. Τρία ποιήματα φαίνονται εκφράζοντα τα προσωπικά του ποιητού αισθήματα, αποτεινόμενα προς τον εταίρον του και παριστώντα διά του σοβαρού και ηρέμου ύφους το έπακρον ίσως της τοιαύτης συγκινήσεως. Έν τούτων, το κθ', εκφράζει το συχνά περιαδόμενον αίσθημα περί του καταλλήλου τόπου της αγάπης ή της φιλίας [στ. 12]

«_ποίησον καλιάν μίαν ειν ενί δενδρίω όππη μηδέν απίξεται άγριον όρπετον_»

{ A single nest built in a single tree, Where no wild crawling thing shall ever climb }

Το _εις Ιέρωνα Εγκώμιον_ και το προς τον Πτολεμαίον είναι τόσον καλά όσον δύνανται να είναι τοιούτου είδους ικεσίαι. Και τα μικρά έπη, τα διά της μορφής υπενθυμίζοντα τας _Ηοίας_, ουδέποτε στερούνται χάριτος και δρόσου, καίτοι καθόλου φαίνονται ψυχρά. Δύο άλλα ποιήματα, το ζ' τα _Θαλύσια_, περιγράφοντα εξοχικόν περίπατον εις την Κω εν ημέρα συγκομιδής, και το κη' η _Ηλακάτη_, ποιημάτιον συνοδεύον δώρον προς την Θευγενίδα, την γυναίκα του φίλου του ιατρού Νικίου, δεν είναι μόνον αυτά καθ' εαυτά πραγματικοί μαργαρίται, αλλά και αναδίδουσιν άρωμα ερασμίου χαρακτήρος.

Οι δύο άλλοι βουκολικοί ποιηταί, ο ΒΙΩΝ και ο ΜΟΣΧΟΣ, ομολογουμένως είναι μιμηταί του Θεοκρίτου. Ο _Βίων_ ήτο νεώτερος αυτού καί πιθανώς έγραψε τον _Αδώνιδος επιτάφιον_ χάριν της εορτής εκείνης, εις την οποίαν ανάγονται αι _Αδωνιάζουσαι_. Ο επιτάφιος είναι λαμπρόν τεχνικόν έργον· ανθηρόν, μονότονον, σχεδόν ανατολικόν εις την υπερβολικήν και άσωτον φαντασίαν, αρμόζει τελείως προς το θέμα του. Ίσως ουδεμίαν ενέχει πραγματικήν συγκίνησιν, αλλά παρασύρει θυελλωδώς την φαντασίαν και είναι ζυγισμένον ώστε να προκαλέση χειμάρρους δακρύων εκ μέρους προσώπων, όπως η Γοργώ και η Πραξινόη. Ο δε Μόσχος παριστάνει εαυτόν ως μαθητήν του Βίωνος, λέγεται δε ότι υπήρξε φίλος του Αριστάρχου, αν και, το ύφος φαίνεται νεώτερον. Τούτο είναι περίκοσμον ως η ρωμαϊκή ποίησις της αργυράς περιόδου, και γέμει εκ των μικρών εκείνων φράσεων, αι οποίαι όζουσι λεξικού και εμφαίνουσιν αυταρέσκειαν. Ο Βίων καλείται _Δώριος Ορφεύς_ ο Όμηρος _Καλλιόπας γλυκερόν στόμα_ και όμως ο τρόπος ούτος δεν ημπορεί ν' αμαυρώση τα έμφυτα χαρίσματα του ποιητού. Μεταξύ των αναριθμήτων ήχων της ελληνικής βουκολικής ποιήσεως, όσαι πλήσσουσιν ακόμη τα ώτα της νεωτέρας Ευρώπης, πολλαί προέρχονται εκ του _Βίωνος επιταφίου_ (328).

[Εις την πρωτοτυπωτέραν αλεξανδρεωτικήν ποίησιν ανήκουσι και τα ποιήματα εκείνα] άπερ εφανέρωσεν ο υπ' αρ. 535 πάπυρος του Βρεττανικού Μουσείου (329), έργα αξιόλογα κυρίως διότι αποτελούσι τα σπουδαιότατα σωζόμενα δείγματα ενός όλου είδους, του μίμου. Ο ΗΡΩΔΑΣ ήτο πρόσωπον σχεδόν άγνωστον, αναφερόμενον μόνον τρις ή τετράκις· και αυτό το όνομά του δεν είναι ασφαλές· ο Αθηναίος τον ονομάζει _Ηρώνδαν_, αλλ' ο Πλίνιος και ο Στοβαίος παραλείπουσι το ν. Τα έργα του και η ζωή του μας ήσαν όλως σκοτεινά, αι δε περί των χρόνων του γνώμαι εκυμαίνοντο μεταξύ του έκτου και του τρίτου π. Χ. αιώνος! Και τα μεν ζήτημα του _ν_ μένει ακόμη άλυτον, διότι ο πάπυρος δεν έχει επιγραφήν. Αλλ' ήδη δυνάμεθα να εικάσωμεν και την πατρίδα και τους χρόνους του ποιητού. Ο Ηρώδας φέρει όνομα δωρικόν, αλλά γράφει ιωνιστί. Τόποι δε των μίμων του είναι είτε η αναπόφευκτος Αλεξάνδρεια, είτε η Κως, και περί Κωακών πραγμάτων κάμνει πολύν λόγον. Αλλ' η Κως ήτο δωρική νήσος, όπερ ερμηνεύει το δωρικόν όνομα του ποιητού. Την δε διάλεκτον αυτού πιθανώς μεν επέβαλλεν η λογοτεχνική παράδοσις του μίμου, αξιοσημείωτος δ' όμως είναι και η επί των επιγραφών της Κως ανάμειξις ιωνικών τύπων, προερχομένη ίσως εξ ιωνικής επιμειξίας. Ούτω πατρίς του Ηρώδα ήτο πιθανώς η Κως, τους δε χρόνους αυτού καθορίζει μνεία των «θεών αδελφών», ήτοι Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου και της αδελφής αυτού Αρσινόης, οίτινες απεθεώθησαν ζώντες περί τα 268 π. Χ. Λαλεί δε περί του Απελλού, ως προ μικρού αποθανόντος, όπερ συνάδει προς την χρονολογίαν ταύτην. Μνημονεύεται δε ότι προ των μίμων έγραψεν άλλα είδη ποιήσεως· έζη λοιπόν κατά τους χρόνους του Καλλιμάχου και του Θεοκρίτου.

Οι μίμοι πάντες είναι γραμμένοι εις στίχους «σκάζοντας» ή «χωλιάμβους» και παριστάνουσι κάπως ευθύμως και γελοιογραφικώς σκηνάς της καθημερινής ζωής κατά την χυδαιοτέραν αυτής όψιν. Έχουσιν επιτυχεστάτην γλώσσαν, δεικνύουσι δε θαυμάσιον παρατηρητικόν, ήρεμον δε και αβίαστον πνεύμα, όπερ και κατά τον τρόπον και κατά το θέμα ενθυμίζει Γάλλους δραματικούς. Ο πρώτος μίμος παριστάνει νεαράν ύπανδρον γυναίκα, την Μητρίχην, δεχομένην την επίσκεψιν της γραίας Γυλλίδος, η οποία βλέπουσα, ως λέγει, την παρατεινομένην απουσίαν του ανδρός της Μητρίχης, της προτείνει κάποιον αθλητήν ως αντικαταστάτην. Αλλ' η Μητρίχη αποποιείται την παρηγορίαν ταύτην, έχει δε και άλλο προτέρημα, ότι μόνη μεταξύ των γυναικών του Ηρώδα δεν εξυβρίζει τας δούλας. Η κατά τούτο χυδαιότης των λοιπών λυπεί ημάς, καθόσον φαίνεται πιστώς αντιγράφουσα την ζωήν ως και εν ταις _Αδωνιαζούσαις_].

Εν τω β' μίμω αναίσχυντος αλλά κωμικός μέτοικος κατηγορεί ενώπιον των δικαστών [πλούσιον Φρυγά, ότι του επυρπόλησε το ανήθικον κατάστημά του). Εν τω γ' βλέπομεν μητέρα οδηγούσαν τον υιόν της εις το σχολείον. Εν τω δ' γυναίκες «_ Θυσιάζουσαι_» περιέρχονται το Ασκληπιείον της Κω και θαυμάζουσι τα αγάλματα και τας ζωγραφίας. Εν τω ε' η ζηλότυπος Βίτιννα στέλλει τον Γάστρωνα να φάγη «_χιλίοις μεν εις το νώτον . . . χιλίας δε τη γαστρί_», και κατόπιν μετανοεί και τον ανακαλεί. Εν τω ς' δύο νεαραί γυναίκες συνομιλούσιν ιδιαιτέρως περί δούλων και φορεμάτων· η ομιλία των δεν είναι ούτε πνευματώδης ούτε κωμική, αλλ' όμως έχει εξαιρετικήν αληθοφάνειαν. Εν δε τω ζ' η Μητρώ συνιστά εις τον _Σκυτέα_ νέας πελάτιδας, [ερχομένας ν' αγοράσωσιν υποδήματα].

Οι επτά ούτοι μίμοι του Ηώδα διατηρούνται καλώς, υπάρχουσι δε και θρύμματα εξ άλλων. Πάντες θα ήσαν διασκεδαστικότατοι παριστανόμενοι κατά πρώτον εν Κω ή εν Αλεξανδρεία, με το σκώμμα νωπόν όλον, και με τας ελαφράς σκιάς ευκόλως ορατάς. Αλλά το humour ήτο κατά μέγα μέρος πρόσκαιρον και τοπικόν. Ο δε σημερινός αναγνώστης βλέπει πιθανώς ότι οι μίμοι ήσαν έργα κάλλιστα, αλλά δεν ποθεί να τους αναγνώση πάλιν. Εάν δε πράξη τούτο, κύριος λόγος θα είναι η μεγάλη αρχαιολογική αυτών αξία, και δεύτερος η πράγματι δεξιά μίμησις. Ο Ηρώδας είναι κομψός και εις τα εγκώμια του Πτολεμαίου, ενώ και ο Καλλίμαχος και ο Θεόκριτος έφθασαν μέχρις υπερβολών (330)·

Πλην του έρωτος το άλλο μέγα χαρακτηριστικόν του Αλεξανδρεωτικού έπους και της ελεγείας ήτο η λογιότης. Υπήρχον δηλαδή πολλά αρχαιολογικά ποιήματα. Ο ΡΙΑΝΟΣ έγραψε περί μεσσηνιακών πολέμων, παριστών τον Αριστομένη ως είδος Wallace και άλλα έπη. Έτι περισσότερα ήσαν τα φιλοσοφικά ποιήματα (331). ΑΡΑΤΟΣ ο Σολεύς έγραψε _Φαινόμενα_ μετά μετεωρολογικού παραρτήματος. Ο ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ έγραψε _Θηριακά_ και _Αλεξιφάρμακα_, σωζόμενα και *_Περί κτίσεων πόλεων_ (332). Ουδέτερος των ποιητών τούτων αρέσκει σήμερον εις ημάς, διότι προτιμώμεν την επιστήμην καθαράν και αμιγή. Η κατά τους αρχαίους χρόνους έκτακτος επίδρασις και φήμη του Αράτου ωφείλετο, φαίνεται, εις τούτο, ότι επέτυχεν ούτως ειπείν να οικειοποιηθή μίαν των μεγάλων συγκινήσεων του ανθρώπου. Κατά τους αμέσους μετ' αυτόν αιώνας ουδείς σχεδόν πεπαιδευμένος ηδύνατο ν' ατενίση προς τα άστρα χωρίς να ψιθυρίση ένα στίχον των _Φαινομένων_ (333). Ο πολυμαθέστατος λόγιος των Πτολεμαϊκών χρόνων, ο ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ έγραψε τα γεωγραφικά και χρονολογικά του έργα εις λόγον πεζόν, επίσης δε τα περί της αρχαίας κωμωδίας. Το δε μικρόν του έπος περί του θανάτου και της εκδικήσεως του Ησιόδου και η ελεγεία _Ηριγόνη_ είχον μυθικάς και ως θα ελέγομεν ημείς «ποιητικάς υποθέσεις».

Εν δε τω πεζώ λόγω επεκράτουν η πολυμάθεια και η έρευνα. Αι στρατείαι του Αλεξάνδρου ήνοιξαν μεγάλην έκτασιν του κόσμου εις την ελληνικήν επιστήμην, και τα ταξείδια του ναυάρχου του Νεάρχου και άνδρες ως ο Πολέμων μετέβαλον εντελώς την παλαιάν γεωγραφίαν. Τα κυριώτατα των σωζομένων εγχειριδίων είναι ο _Περίπλους_ του ΣΚΥΛΑΚΟΣ του Καρυανδέως και η φερομένη υπό το όνομα του ΣΚΥΜΝΟΥ του Χίου έμμετρος _Περιήγησις_ (334). Η δ' επιστημονική κατάταξις της γεωγραφίας εξετελέσθη υπό του Ερατοσθένους και του Ιππάρχου, ευρόντων και συστήματα προς υπολογισμόν του πλάτους και του μήκους και μεταχειρισθέντων την τριγωνομετρίαν. Τα μαθηματικά, τα καθαρά και εφηρμοσμένα, ανεπτύχθησαν υπό πολλών διαπρεπών ανδρών, εν οίς ο ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ, ζων επί Πτολεμαίου του α' (335) και ο ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ, όστις απέθανε κατά τα 212 π. Χ. (336) Η μηχανική — τότ' αι μηχαναί κατά μέγα μέρος ήσαν ξύλιναι η δε κινητήριος δύναμις συνήθως ήτο νερόν ή απλή βαρύτης, — ανεπτύχθη και χάριν πολεμικών σκοπών και χάριν της καθημερινής ζωής. Μεταξύ των σωζομένων έργων του ΗΡΩΝΟΣ υπάρχει περίεργον χωρίον, περιγράφον μικράν μηχανήν, η οποία, κινουμένη κατ' αρχάς, ηδύνατο άνευ βοηθείας να παραστήση τετράπρακτον τραγωδίαν περιλαμβάνουσαν ναυάγιον και πυρκαϊάν (337).

Η πολυμάθεια ιδιαιτέρως εφηρμόσθη εις την λογοτεχνίαν. Υπήρχον δύο μεγάλαι βιβλιοθήκαι εν Αλεξανδρεία η μεν πρώτη πλησίον του Μουσείου και των ανακτόρων· η δε κατά χρόνον και σπουδαιότητα δευτέρα πλησίον του ναού του Σεράπιδος. Αύται ιδρύθησαν τη συνεργασία Δημητρίου του Φαληρέως, υπό του α' Πτολεμαίου, ωργανώθησαν υπό του β', του Φιλαδέλφου, και απετέλεσαν εφεξής την εστίαν των γραμμάτων. Ο Ζηνόδοτος, ο Καλλίμαχος, ο Ερατοσθένης, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, και ο Αρίσταρχος προέστησαν αλληλοδιαδόχως της βιβλιοθήκης· ποιόν ποτε ίδρυμα είχεν ως προϊσταμένους ομοίους γίγαντας; Των βιβλιοθηκαρίων εκείνων πρώτος σκοπός ήτο να συνάγωσι και διασώζωσι βιβλία· προς τούτο παν πλοίον καταπλέον εις την Αλεξάνδρειαν ηρευνάτο και ούτε χρημάτων ούτε τεχνασμάτων εφείδοντο αι αρχαί· δεύτερος δε να συντάξωσι catalogues raisonnés· κύριον του Καλλιμάχου έργον ήσαν *_Πίνακες των εν πάση παιδεία, διαλαμψάντων και ών συνέγραψαν_ { catalogue raisonné } εις 120 τόμους· τέλος δε ν' αποχωρίσωσι τα γνήσια έργα από των νόθων και να ερμηνεύσωσι τους δυσκόλους και απηρχαιωμένους συγγραφείς. Και οι άλλοι βασιλείς ίδρυον βιβλιοθήκας, περιφημοτάτη δε ήτο η εν Περγάμω των Ατταλιδών. Η Πέργαμος ήτο σπουδαιότερον και αυτής της Αλεξανδρείας κέντρον τέχνης, αλλ' ως προς τα γράμματα ήτο κατωτέρα. Διότι είχεν αρχίσει πολύ αργά, ότε η Αλεξάνδρεια είχεν αρπάσει πλείστα των μοναδικών βιβλίων. Έπειτα δε δεν είχε πάπυρον. Το φυτόν εφύετο μόνον εν Αιγύπτω, οι δε Πτολεμαίοι απηγόρευσαν την εξαγωγήν αυτού· ούτως η Πέργαμος ηναγκάσθη να χρησιμοποιή μόνον το δαπανηρόν υλικόν, το φέρον το όνομά της, την περγαμηνήν. Εις την κριτικήν η Πέργαμος ηκολούθει καθόλου την Στωικήν σχολήν [ΚΡΑΤΗΣ ο Μαλλώτης και οι μετ' αυτόν] ενέκυψαν ιδίως εις την ερμηνείαν πολλάκις φαντασιωδώς, εξετάζοντες το πνεύμα μάλλον παρά το γράμμα των παλαιών συγγραφέων, και απέκρουον την αυθεντίαν του Αριστάρχου και την τελείαν προσήλωσιν εις την ακριβή γνώσιν.

Εκ των καταλληλοτάτων προς έρευναν και γνώσιν πεδίων ήτο, φυσικά, η ιστοριογραφία. Αμέσως μετά τον θάνατον του Θουκιδίδου και πριν αποθάνη ο Ξενοφών, ο ιατρός του Αρταξέρξου ΚΤΗΣΙΑΣ έγραψε _Περσικά και Ινδικά και Περίπλουν_, εν μέρει μεν όπως επανορθώση πλάνας τινάς του Ηροδότου, αλλ' εν μέρει και όπως αυξήση τους μύθους αυτού. Ούτω δε κατήντησε σπουδαιότερος ως μυθιστοριογράφος ή ως ιστορικός (338). Ο δε Σικελιώτης στρατηγός ΦΙΛΙΣΤΟΣ έγραψεν εξόριστος ιστορίαν του καιρού του, λαβών ως πρότυπον τον Θουκυδίδην, κολακεύσας δε, καθώς ελέγετο, τον β' Διονύσιον, όπως ανακληθή εκ της εξορίας. Τέλος εφονεύθη κατά την στάσιν του Δίωνος (357 π. Χ.).

Των δε ιστοριογράφων όσοι ήκμασαν κατά τα τέλη του δ' αιώνος, κοινόν χαρακτηριστικόν ήτο ότι δεν ήσαν άνδρες πολιτικοί ή στρατιωτικοί, αλλ' απλοί λόγιοι. Πρώτοι δε του καταλόγου ήσαν δύο μαθηταί του Ισοκράτους. Εκ τούτων ΕΦΟΡΟΣ ο Κυμαίος έγραψε καθολικήν ιστορίαν, αρχομένην από της μεταναστάσεως των Δωριέων και λήγουσαν εις τα 340 π. Χ. Ο Έφορος ήτο συλλογεύς και κριτικός, αλλ' όχι ερευνητής· αντέγραφε δηλαδή προηγουμένους συγγραφείς ελευθέρως και πολλάκις κατά λέξιν· αλλ' απέρριπτε τας παλαιοτάτας περιόδους ως μυθικάς, και παραβάλλων τας πηγάς του, διώρθωνεν αυτάς. Ως Ισοκράτειος, επέμενε λίαν εις το ύφος και την σύνταξιν. Αλλά περιγράφων μάχας, κατά Πολύβιον «γελοίος φαίνεται»· σημειωτέον όμως ότι ο Πολύβιος λέγει περίπου τα αυτά περί πάντων των μη στρατιωτικών. Μέγα μέρος του Εφόρου αντεγράφη, μάλλον ή ήττον πιστώς εν τη σωζομένη ιστορία του Διοδώρου (339).

Ο δεύτερος Ισοκράτειος, όστις έγραψεν ιστορίαν, ήτο σπουδαιότερος ανήρ, ο ΘΕΟΠΟΜΠΟΣ (γεννηθείς κατά τα 380). Ήτο Χίος και είχε την κοινήν προκατάληψιν των νησιωτών εναντίον του αθηναϊκού κράτους, και άλλας δριμυτέρας εναντίον των στρατιωτικών δεσποτών. Τα _Ελληνικά_, διαιρούμενα εις δώδεκα βιβλία, και τα _Φιλιππικά_ εις δέκα οκτώ, ήσαν τα δύο μεγάλα του έργα. Καθώς άλλοι φλύαροι, ηγάπα και αυτός να επαινή την συντομίαν και την απλότητα· ως φαίνεται δε, ήτο κυνικός· τουλάχιστον εμίσει τον κόσμον και περιεφρόνει τα μεγαλεία. Επίστευε δε ότι όλα τα κακά της Ελλάδος αφορμήν είχον τας Αθήνας, την Σπάρτην και τας Θήβας και ότι οι βασιλείς και πολιτικοί και ηγέται των λαών ήσαν τα αποβράσματα της κοινωνίας. Επαινείται δε ως ικανός να διαβλέπη τα κρύφια αίτια και τους όπισθεν των πολιτικών παραπετασμάτων κρυπτομένους πονηρούς, το δε ύφος του εθαυμάζετο σχεδόν υπό πάντων. Το _Περί ύψους_ βιβλίον, το αποδιδόμενον εις τον Λογγίνον, περιέχει περιγραφήν του Θεοπόμπου περί της «_του Πέρσου καταβάσεως επ' Αίγυπτον_» αρχομένην από των στρωμνών και των χλανίδων και των σκηνών και καταλήγουσαν εις θυλάκους και σάκκους και κρέα τεταριχευμένα. { beginning with magnificent tents and chariots, ending with bundles of shoe-leather and pickled meats } Ο κριτικός δηλαδή κατακρίνει το «ανοίκειον πάθος»· αλλά το χωρίον εκείνο φαίνεται ότι μάλλον ήτο σκόπιμος σάτιρα. Αι πολεμικαί του περιγραφαί απήρεσκον εις τον Πολύβιον, είναι δε δύσκολον να δικαιώση τις τους μακρούς λόγους, ούς αποδίδει εις πολεμούντας στρατηγούς.

Ο Σικελιώτης ΤΙΜΑΙΟΣ ήτο ιστοριογράφος των αυτών τάσεων, ήτοι λόγιος, αδαής του πραγματικού πολέμου, έγραψε δε την ιστορίαν της νήσου του εις 38 βιβλία. Και αυτός έψεγεν όχι μόνον τους βασιλείς και τους πολιτικούς, αλλά και τους άλλους ιστοριογράφους (340) · αλλ' είχε την ιδιάζουσαν αρετήν ότι εξήντλησε τας ιστορικάς πηγάς του και αυτάς τας επιγραφάς και τα μνημεία και αυτά τα Καρχηδονικά και Φοινικικά αρχεία. Ο δε Πολύβιος επαινεί και των χρονολογιών του την ακρίβειαν (341).

Παραλείποντες τας ειδικάς ιστορίας, όπως την _Ατθίδα_ του Φιλοχόρου και τους _Σαμίων ώρους_ του Δούριδος, ευρίσκομεν την παλαιάν κριτικήν του Ηροδώρου αναζώσαν υπό ιστορικόν σχήμα. Ο ΕΥΗΜΕΡΟΣ και ο μαθητής του ΠΑΛΑΙΦΑΤΟΣ μετεποίουν τον μύθον και την θρησκείαν κατά τον κοινόν νουν, διδάσκοντες ότι οι καλούμενοι θεοί πάντες ήσαν θνητοί άνθρωποι, τους οποίους μετά θάνατον ελάτρευον οι όμοιοί των είτε εκ δεισιδαιμονίας είτε εξ ευγνωμοσύνης. Ο Ευήμερος ευτύχησε να εύρη εν Κρήτη επιγραφήν, ως ενόμιζε, τάφου, λέγουσαν _Ζαν Κρόνου_ (342). Ευρίσκομεν επίσης σπουδαία προϊόντα του κοσμοπολιτικού πνεύματος του καιρού εκείνου, του πνεύματος, όπερ εγέννησε την μετάφρασιν των Εβδομήκοντα και τα έργα του Φίλωνος· ήσαν αι ιστορίαι του ΒΗΡΩΣΟΥ, ιερέως του Βήλου εν Βαβυλώνι και του ΜΑΝΕΘΩΝΟΣ, ιερέως του Σεράπιδος εν Αλεξάνδρεια (343).

Αλλ' αναντιρρήτως ο μέγιστος των μεταγενεστέρων Ελλήνων ιστορικών ήτο ΠΟΛΥΒΙΟΣ ο Μεγαλοπολίτης (205-123 π. Χ.). Ο Πολύβιος είχε πατέρα τον στρατηγόν των Αχαιών Λυκόρταν, τα δε 40 πρώτα έτη της ζωής του εδαπάνησεν εις την στρατιωτικήν και την πολιτικήν υπηρεσίαν της Αχαϊκής συμπολιτείας, ιδίως ότε αυτή ανθίστατο κατά των Ρωμαίων. Τω 166 απήχθη εις την Ρώμην ως όμηρος και επί 16 έτη διέτριβεν εκεί, συνάψας φιλίαν μετά των Σκιπιώνων. Τοιουτοτρόπως ηκολούθησε τον νεώτερον Αφρικανόν εις τας πλείστας των εκστρατειών του και είδε την άλωσιν της Νουμαντίας και της Καρχηδόνος. Κατά δε τα τελευταία του έτη ήτο ο κύριος μεσίτης μεταξύ των Ελλήνων και Ρωμαίων, απολαμβάνων την εκτίμησιν αμφοτέρων και τελείως συνδυάζων την φιλοπατρίαν Αχαιού ιππέως προς αφιλοκερδή και ειλικρινή προς την Ρώμην θαυμασμόν. Η ιστορία του ήρχιζεν από του 264 π. Χ. όπου κατέληγεν ο Τίμαιος, και διά των δύο πρώτων βιβλίων έφθανε μέχρι των ημερών του· κατόπιν επεξετείνετο εις καθολικήν ιστορίαν, περιγράφουσαν κατά βήμα την πρόοδον της Ρώμης μέχρι της καταστροφής της Καρχηδόνος και της τελικής καταστροφής της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ως φιλόσοφος ιστοριογράφος, ως ερευνητής των αιτίων και των αρχών, των φυσικών και των γεωγραφικών όρων, των ηθών και των τιμών, και πρώτιστα και μάλιστα των πολιτευμάτων, ουδένα έχει ο Πολύβιος ισόπαλον, ουδ' αυτόν τον Θουκυδίδην. Συνδυάζει την επιμέλειαν και την ευρύτητα της βλέψεως νεωτέρου φιλοσόφου ιστοριογράφου προς την πρακτικήν πείραν αρχαίου ιστορικού. Δυστυχώς μόνον τα πέντε πρώτα βιβλία της ιστορίας σώζονται ακέραια, των δε λοιπών δεκατριών έχομεν αποσπάσματα. Αλλά το ύφος του Πολυβίου ο Διονύσιος κατέτασσεν εις τας «συντάξεις» εκείνας, «οίας ουδείς υπομένει μέχρι κορωνίδος διελθείν». { whom no human being can expect to finish } Τούτο ήτο φυσικόν, λεγόμενον υπό διδασκάλου αττικιστού, όστις δεν ηδύνατο να συγχωρήση εις τον Πολύβιον, ότι έγραφε την κοινήν γλώσσαν του καιρού του. Είναι όμως παράδοξον ότι την εκ μέρους ρήτορος επίκρισιν ταύτην του εκφραστικού και ζωντανού λόγου του πρακτικού και συνετού ανδρός επαναλαμβάνουσι νεώτεροι λόγιοι, δυνάμενοι να παραβάλωσι το ύφος των αττικιστών και το του Πολυβίου. Βεβαίως ο Πολύβιος δεν εμποιεί την αυτήν εντύπωσιν μεγαλοφυίας ως ο Θουκυδίδης· αλλ' είναι πάντοτε ζωηρός, ακριβής, βαθύς και οξύτατος. Αναμφιβόλως έχει μίαν ή δύο προκαταλήψεις π.χ. εναντίον του Κλεομένους και των Αιτωλών. Αλλά πώς διαβλέπει τα πνεύματα και τα αισθήματα πάντων σχεδόν των μεγάλων ανδρών, ούς αναφέρει! Ο Άρατός του και ο Σκιπίων καταλέγονται μεταξύ των ζωηροτέρων χαρακτήρων της ιστορίας· ο δε Αννίβας του δεν είναι ο θεατρικός μικράνθρωπος του Λιβίου, αλλ' ευφυέστατος Σημίτης, βλεπόμενος ορθώς και δικαίως. Ο Πολύβιος είχε πεζήν ιδιοσυγκρασίαν και πολλήν κλίσιν εις την επίκρισιν άλλων ιστορικών. Αλλά πλην της επιστημονικήν του αξίας, είχε τόσην ηθικήν και πνευματικήν άμα ευγένειαν, ώστε ηδύνατο, αν και βαθυτάτα ηγάπα την πατρίδα του, να λαλή δικαίως περί των εχθρών αυτής, αν και ήτο ηττημένος, να φροντίζη μάλλον περί της αληθείας ς της ιδικής του φιλοτιμίας. Πόσον ήτο διάφορος της προκατειλημμένης κρίσεως του Τακίτου, και των καθαρών ρητορικών επιδείξεων του Ισοκρατικού Λιβίου (344)!

II

Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΚΑΙ Η ΒΥΖΑΝΤΙΑΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η επέκτασις του ρωμαϊκού κράτους μετέθεσε το εν Ευρώπη κέντρον της βαρύτητος και έταξεν εις την ελληνικήν ευφυίαν έργον δευτερεύον και αρκετά στενόν. Η Ελλάς κατήντησεν ο μισθωτός διδάσκαλος του ρωμαϊκού κόσμου. Αληθές είναι ότι εν τη ανατολή ο μέγας ελληνικός πολιτισμός, όν ίδρυσεν ο Αλέξανδρος, διέμεινεν οπωσδήποτε αυτάρκης και ανεξάρτητος της Ρώμης, η δ' ελληνική λογοτεχνία διετήρησεν εκεί πολλήν δημιουργικήν δύναμιν και πρωτοτυπίαν. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα των δύο πρώτων μ. Χ. αιώνων αποτελούνται κυρίως εκ βιβλίων αναγινωσκομένων εν τη Ρώμη· ο δε δυτικός κόσμος τόσον επεζήτει τους Έλληνας όπως μεταβώσι και διδάξωσιν αυτοί, ώστε ούτοι παρέρριψαν τα πάντα χάριν της αποστολής εκείνης. Η πρωτότυπος ποίησις σχεδόν εσιώπησεν. Ο ΒΑΒΡΙΟΣ ο μυθογράφος δεν ήτο ποιητής (345). Του δε ΟΠΠΙΑΝΟΥ τα _Αλιευτικά_ σπανίως κινούσι το διαφέρον (346). Μόνον η αισθηματική ελεγεία, περιοριζομένη ήδη εις ολιγόστιχα επιγράμματα, ήκμασε τω όντι. ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ ο Γαδαρηνός έγραψεν αυθορμήτως· ήτο λόγιος και διδάσκαλος, ούτω δ' εσχημάτισε την ποιητικήν συλλογήν, ήτις υπήρξεν η βάσις της σωζομένης Ανθολογίας του Κεφάλα· αλλ' ήτο και πραγματικός και αβρότατος ποιητής εντός στενού κάπως κύκλου. Τα πολυάριθμα ερωτικά του επιγράμματα είναι γλυκύτατα, τα δε θρηνητικά ελεγεία του τρυφερώτατα. Αλλά και του Μελεάγρου τα έργα φέρουσι σημεία των χρόνων εκείνων. Η συγκίνησίς του είναι κάπως ωχρά, η δ' ανύψωσις αυτής γίνεται πολύ συντόμως και λίαν περιτέχνως. Και έχει μεν πολλήν χάριν της φράσεως και της στιχουργίας, αλλά και έλλειψιν ευστροφίας, δηλούσαν τον ξένον. Όθεν υποπτεύει τις ότι εν τη πατρίδι του τα ελληνικά ήσαν δευτέρα γλώσσα, έξω δε του σχολείου ελάλει αραμαϊκά. Το ευφυέστατον ίσως έργον του είναι το προοίμιον της Ανθολογίας, όπου λέγει ότι έπλεξε τον μεταφορικόν στέφανον,

_πολλά μεν εμπλέξας Ανύτης κρίνα, πολλά δε Μοιρούς λείρια, και Σαπφούς βαιά μεν, αλλά ρόδα._

{ "Whereunto many blooms brought Anytê, Wild flags; and Moero many,—lilies white; And Sappho few, but roses.}

ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΣ ο Σιδώνιος ήτο σχεδόν ίσος προς αυτόν. Ο δε ΚΡΙΝΑΓΟΡΑΣ είναι πάντοτε εύμορφος. Πράγματι δ' εξηκολούθουν να παράγωνται παρόμοια επιγράμματα, πολλά μεν ωραία, πολλά δε ακόλαστα, μέχρι των χρόνων του ΠΑΛΛΑΔΑ κατά τον πέμπτον μ. Χ. αιώνα και του ΑΓΑΘΙΟΥ και του ΠΑΥΛΟΥ του Σιλεντιαρίου κατά τον έκτον.

Αλλά κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους υπήρχε σπουδαιότατον πλέον κώλυμα της ποιήσεως, ότι το μέτρον δεν συνεφώνει προς την ζώσαν προφοράν. Ο μεν Αισχύλος και ο Σοφοκλής εστήριζον τους στίχους των επί συλλαβών μακρών και βραχειών, άς διέκρινεν η ακοή των. Ο δε Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (257-180 π. Χ.) πλην της ποσότητος των μακρών και των βραχέων εσημειώσε και μουσικόν τινα τόνον επί των λέξεων των αττικών φράσεων και ηύρε το σύστημα του τονισμού προς διδασκαλίαν των αλλοδαπών. Δύσκολον είναι να εκτιμήσωμεν εντελώς την φωνητικήν αξίαν του τόνου τούτου· αλλ' είναι βέβαιον ότι κατά τους χρόνους της ακμής δεν είχε σχέσιν προς την στιχουργίαν, πιθανώς δε διέφευγε και την ακοήν, μέχρι δε του τέλους του Β' π. Χ. αιώνος ήτο κάτι εντελώς διάφορον του ό,τι καλούμεν ημείς τόνον, ήτοι τον δυναμικόν. Αλλά κατά τον Δ' μ. Χ. αιώνα ο ποιητής των _Διονυσιακών_ ΝΟΝΝΟΣ ο Πανοπολίτης, Έλλην Αιγύπτιος, αρχίζει αίφνης να λαμβάνη υπ' όψιν και τον τόνον. Διαιρών τον στίχον του διά της τομής εις δύο μέρη, φρονεί ότι εν μεν τω δευτέρω μέρει δεν πρέπει να πίπτη ο τόνος εις την προπαραλήγουσαν, εν δε τη πρώτη _πρέπει_. Φαίνεται λοιπόν ότι τότε ο τόνος είχεν αποβή δυναμικός, ο δε έξυπνος εκείνος άνθρωπος ηγωνίζετο «δυσί κυρίοις δουλεύειν»· στίχος, όπως ο εξής·

_ουρανόν υψιμέδοντος αιστώσαι Διός έδρην_

κατά προσωδίαν μεν είναι καλός εξάμετρος, κατά τόνον δε πλησιάζει προς τον καλούμενον «πολιτικόν» στίχον, τον κανονικόν κατά τους μέσους χρόνους, χρησιμοποιούμενον δε υπό του λαού ήδη από του Δ' μ. Χ. αιώνος (347). ΚΟΪΝΤΟΣ ο Σμυρναίος, επικός ποιητής παλαιότερος του Νόννου, αγνοεί τους τονικούς τούτους κανόνας· αλλ' ο ΚΟΛΟΥΘΟΣ και ο ΤΡΥΦΙΟΔΩΡΟΣ φυλάττουσιν αυτούς (348). Τα _Διονυσιακά_ λοιπόν ήνοιξαν νέον δρόμον.