Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 31
Αύτη είναι η μία μεγάλη διαφορά· η άλλη είναι παραπλησία. Είδομεν πως η ήττα του 404 εμάρανε τας ελπίδας των Αθηνών, εσάλευσε την πίστιν αυτών εις τον ίδιον προορισμόν και εις την ανθρωπίνην πρόοδον. Κατόπιν αι ήτται της Χαιρωνείας και της Κραννώνος απέσβεσαν και τους απομείναντας σπινθήρας. Αι Αθήναι και η όλη διανοουμένη Ελλάς είδον εναργή την εκ των μεγάλων μαχών προκύπτουσαν αμείλικτον αλήθειαν, ότι εν τέλει κατισχύει η υλική βία. Η ελευθέρα πολιτική ζωή παρήλθεν. Αι δε πολιτικαι θεωρίαι ήσαν άχρηστοι, διότι οι δορικτήτορες δεν ήκουον αυτάς. Και αυτός ο Αριστοτέλης ο γενόμενος διδάσκαλος του Αλεξάνδρου και διατελών φίλος αυτού, εθεώρει ότι αι κατακτήσεις και το όλον σύστημα του Αλεξάνδρου ήσαν εντελώς άσχετα προς οιανδήποτε λογικήν σύστασιν της κοινωνίας. Την ιδέαν ταύτην εχάραξαν βαθυτέραν τα γεγονότα των δύο κατόπιν αιώνων και πολιτικαί φιλοδοξίαι δεν εκίνουν πλέον ούτε την ζωήν ούτε την λογοτεχνίαν. Βεβαίως πολλαί γενεαί και πολλοί λαοί έζησαν καλώς και άνευ ελευθερίας πολιτικού βίου ή Λόγου ή σκέψεως. Αλλ' αυτά τόσον ήσαν ερριζωμένα εντός της καρδίας της ελληνικής φυλής, ώστε ωλιγοψύχησεν αφότου εστερήθη τούτων.
Οι άνθρωποι του μεσαίωνος και οι Ανατολίται αντί διαφέροντος είχον τουλάχιστον θερμήν θρησκευτικήν πίστιν. Αλλά οι μεταγενέστεροι Έλληνες εστερούντο και της παραμυθίας ταύτης. Ήδη από του πέμπτου αιώνος η θρησκεία εψυχορράγει μεταξύ των πεπαιδευμένων μετά δε τον τέταρτον δεν ήτο άξια ουδέ καν να πολεμηθή· εθεωρείτο δηλαδή μωρία χρήσιμος μόνον εις τον όχλον πας δε φιλόσοφος ηρωτάτο αν είχε τίποτε άλλο προς αντικατάστασιν αυτής· προς ικανοποίησιν δε της ζητήσεως ταύτης κατηναλώθη κατά τον τέταρτον αιώνα πολλή ευφυία. Εξ ενός αι Αθήναι επληρώθησαν περιέργων θρησκευμάτων αναζησάντων, εισαχθέντω ή εφευρεθέντων· η δεισιδαιμονία ήτο τότε σπουδαίον στοιχείον της ζωής· τούτο υποδεικνύει μεν και η επιμονή του Επικούρου εις το ζήτημα τούτο, καθώς και αι κωμωδίαι του Αντιφάνους και του Μενάνδρου, ο _Οιονιστής_ και ο _Δεισιδαίμων_ αλλά διαρρήδην μαρτυρούσιν αι σωθείσαι επιγραφαί. Εξ άλλου ήλθον τα μεγάλα Φιλοσοφικά συστήματα, τρία των οποίων ήσαν καθαυτό θρησκευτικά, αρμόζοντα μάλλον εις τον έκτον π. Χ. αιώνα ή τον τρίτον. Οι μεν Κυνικοί εφρόντιζον μόνον περί της αρετής και της σχέσεως της ψυχής προς τον θεόν· ο δε κόσμος και η σοφία του και αι τιμαί του δι' αυτούς ήσαν άχυρα. Οι δε Στωικοί και οι Επικούρειοι, καίπερ διαφέροντες εντελώς εκ πρώτης όψεως, ήσαν σχεδόν όμοιοι κατά τον τελικόν σκοπόν. Αυτοί κυρίως εφρόντιζον περί της ηθικής δηλαδή του πρακτικού ζητήματος, πώς πρέπει να κανονίζη ο άνθρωπος τον βίον. Και ησχολήθησαν μεν ολίγον και αι δύο σχολαί εις την επιστήμην, οι μεν Επικούρειοι εις την φυσικήν, οι δε Στωικοί την λογικήν και την ρητορικήν, αλλά μόνον ως μέσον άγον προς τον κύριον σκοπόν. Οι Στωικοί επεζήτουν να προσελκύσωσι τας καρδίας και τας συνειδήσεις των ανθρώπων διά δεξιότητος περί αφηρημένα επιχειρήματα και διά εξάρσεως των στοχασμών και της εκφράσεως, οι δ' Επικούρειοι να καθοδηγήσωσι την ανθρωπότητα εις τον προορισμόν της χωρίς να υποδουλωθή εις ιδιοτρόπους θεούς ή να θυσιάση την ελευθέραν βούλησιν.
Δύο μόνον μεγάλα συστήματα απέμειναν περισσότερον σκεπτόμενα και ολιγώτερον παθαινόμενα· η Ακαδήμεια, ήτις μετά τον θάνατον του ιδρυτού της και του Σπευσίππου εστράφη από παραδόξου μεταφυσικής εις κριτικήν και σκεπτικήν εκλεκτικότητα, και το Λύκειον ή ο Περίπατος, όπου η γνώσις ωργανώθη κατά τρόπον αποτελούντα το κυριώτατον γνώρισμα της περιόδου ταύτης. Ο ιδρυτής αυτής ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ο Σταγιρίτης (384-322 π. Χ.) και κατά τον χαρακτήρα και κατά τους χρόνους ίσταται μεταξύ φιλοσόφου των Αθηνών και λογίου της Αλεξανδρείας. Ήλθεν εις τας Αθήνας δεκαεπταέτης και διέμεινεν ενταύθα είκοσιν έτη. Αλλά ηνδρώθη υπό την σκιάν του Μακεδόνος, έχων πατέρα τον ιατρόν του Αμύντα του β'· δεν ηγάπα λοιπόν τους δημοκρατικούς, ουδ' εφρόντιζε περί της πολιτικής τύρβης των Αθηνών· το πρώτον έργον, όπερ εδημοσίευσεν, επιστολή κατά το ύφος του Ισοκράτους, ήτο _προτρεπτικός εις φιλοσοφίαν_, όπου ο θεωρητικός βίος προκρίνεται του αντιθέτου, του πρακτικού· εις την αρχήν ταύτην παρέμεινε πιστός ο Αριστοτέλης μέχρι τέλους. Κύριον διδάσκαλον είχε τον Πλάτωνα· αλλ' ήτο ακόρεστος εραστής της γνώσεως, καταγινόμενος όχι μόνον εις την ιστορίαν της προηγουμένης φιλοσοφίας, εις τας μαθηματικάς ζητήσεις του Ευδόξου και τα μυστήρια των Πυθαγορείων, αλλά και εις λεπτομερείς σπουδάς, καθώς την συναγωγήν των δραματικών διδασκαλιών και των ειδών των πολιτευμάτων. Τας προς τον διδάσκαλόν του σχέσεις απεικονίζει καλώς η περίφημος φράσις των _Ηθικών_· [Α', 6 σ. 1095 α 16] _«δυοίν γαρ όντοιν φίλοιν, όσιον προτιμάν την αλήθειαν_» { Both being dear, I am bound to prefer Truth! } Άλλος περισσότερον αφωσιωμένος ή ολιγώτερον πρωτότυπος μαθητής, π.χ. ο Σπεύσιππος, δεν ήθελεν αντιθέσει τον Πλάτωνα προς την αλήθειαν. Μετά τον θάνατον του Πλάτωνος (347) σχολάρχης της Ακαδημείας εξελέγη ο Σπεύσιππος, τότε δε ο Αριστοτέλης ενόμισε πρέπον ν' αφήση τας Αθήνας, καθώς και ο Ξενοκράτης, ο μετέπειτα διάδοχος του Σπευσίππου. Ο Αριστοτέλης, περάσας τρία έτη εν Άσσω της Μυσίας, ενυμμεύθη την Πυθιάδα, την ανεψιάν του εκεί δυνάστου, κατά τρόπον ρωμαντικόν, αφού δηλαδή την έσωσεν από τινος οχλαγωγίας. Κατά δε το 343 π. Χ. προσεκλήθη εις την Πέλλαν υπό του Φιλίππου, και ανέλαβε την εκπαίδευσιν του Αλεξάνδρου, όστις ήτο τότε δέκα τριών ετών.
Περί των μαθημάτων εκείνων ουδέν είναι γνωστόν και πιθανώς ολίγα είχον κοινά ο ζηλωτής του Αχιλλέως και ο μέγας θεωρητικός, πλην τούτου μόνον, ότι και οι δύο ήσαν υπέροχοι. Γνήσιος φίλος του Αριστοτέλους ήτο, φαίνεται, ο Φίλιππος. Ο Αριστοτέλης είχεν ίσως ποθήσει, καθώς ο Πλάτων και ο Ισοκράτης, να προσηλυτίση κανένα ηγεμόνα· τουλάχιστον έκαμε προ του Φιλίππου δύο πειράματα επί δύο μικρών δυναστών, του Θεμίσωνος της Κύπρου και του Ερμείου, του θείου της γυναικός του. Έν έτος μετά τον θάνατον του Φιλίππου, ο μεν Αριστοτέλης επανήλθεν εις τας Αθήνας, ο δε Αλέξανδρος εξεστράτευσε κατά των Περσών. Αλλ' ο Αριστοτέλης ουδέποτε είχεν επιδοκιμάσει το σχέδιον της κατακτήσεως της Ασίας· διότι δεν ήτο «_θεωρητικόν_». Αλλά και την άλλην του συμβουλήν, ότι ο κατακτητής έπρεπε να είναι των μεν Ελλήνων ηγεμών, των δε βαρβάρων κύριος, απέρριψεν ο Αλέξανδρος, επιμένων να μη κάμνη διάκρισιν μεταξύ των δύο. Yπήρχεν επίσης και άλλη μεταξύ των προστριβή, ιδιαιτέρα και χειροτέρα· κάποιος Καλλισθένης, τον οποίον ο Αριστοτέλης του αφήκεν ως σύμβουλον, εθεωρήθη ως μέτοχος συνωμοσίας και εθανατώθη. Αλλά φανερά διάστασις διδασκάλου και μαθητού δεν επήλθεν. Κατ' εκείνο δε πιθανώς το έτος (335) ο Αριστοτέλης ίδρυσε την φιλοσοφικήν σχολήν του εντός οικοδομής, εχούσης «περίπατον», ήτοι στεγασμένον ηλιακόν, και κειμένης πλησίον του άλσους του Λυκείου Απόλλωνος, ολίγον έξω του άστεως (319). Τούτο ήτο ίδρυμα μάλλον ομοιάζον προς τας βιβλιοθήκας της Αλεξανδρείας ή προς την Ακαδήμειαν και πιθανώς έχον, όπως εκείναι, χορηγίαν βασιλικήν. Η παντοφάγος πολυμάθεια του Αριστοτέλους και η οργανωτική του μεγαλοφυία εύρον εκεί τον εντελή προορισμόν των. Εκεί ο φιλόσοφος περιστοιχούμενος υπό των συμφιλοσοφούντων, καθωδήγει αυτούς εις ποικίλας ερεύνας και συλλογάς· ήκουεν αντιλογίας και επέκρινεν αυτάς ελευθέρως· και τοιουτοτρόπως ανήγειρε το γιγάντειον εκείνο οικοδόμημα, της ωργανωμένης και αιτιολογουμένης γνώσεως, όπερ υπήρξε το θαύμα των έκτοτε γενεών.
Τα συγγράμματα του Αριστοτέλους οι μεταγενέστεροι περιπατητικοί διήρεσαν εις εξωτερικούς και ακροαματικούς λόγους, δηλαδή έργα προς δημοσίευσιν και υπομνήματα προς διδασκαλίαν. Η δόξα δε του φιλοσόφου κατά τους αρχαίους χρόνους εστηρίζετο εντελώς εις την πρώτην τάξιν, και ιδίως εις τους δημωδεστέρους διαλόγους· και όμως είναι πράγματι περίεργον, ότι εξαιρουμένης ίσως της Αθηναίων πολιτείας, ουδέ έν έργον της σειράς εκείνης διεσώθη. Ο ημέτερος Αριστοτέλης δεν περιλαμβάνει συμπληρωμένα και προσωπικά έργα τέχνης, καθώς είναι οι διάλογοι του Πλάτωνος αλλά μόνον _υπομνήματα_, δηλαδή τας χάριν της σχολής σημειώσεις. Τούτο εξηγεί τους υπαινιγμούς και τας ελλείψεις του ύφους, τα ανέκδοτα και τα παραδείγματα, τα οποία μνημονεύονται χωρίς ν' αναπτύσσωνται· εξηγεί επίσης τας επαναλήψεις και παραδρομάς και τας ενιαχού αντιφάσεις. Διάφοροι συμφιλοσοφούντες, συνεκόμισαν ύλην, ποικίλοι δε σχολάρχαι επανέλαβον και επεξειργάσθησαν τα μαθήματα. Ούτως η _Ρητορική_ του εστηρίζετο μεν επί των συλλογών του μαθητού Θεοδέκτου, επεξετάθη δε κατόπιν υπό του διαδόχου του Θεοφράστου. Τα _Φυσικά_ καταριθμούνται εις τον Αριστοτέλη· το δε _Περί φυτών_ εις τον Θεόφραστον· αλλά προφανώς και οι δύο ειργάσθησαν και εις τα δύο. Τα _Ηθικά_ περιέχουσιν ευδιάκριτα ίχνη τριών σχολαρχών, δηλαδή αυτού του διδασκάλου, του Ευδήμου και άλλου τινός. Των _Μετά τα φυσικά_ πιθανώς αι κύριαι γραμμαί διεγράφησαν κατά τας αρχικάς θεωρίας του Αριστοτέλους. Το δε _Περί ποιητικής_ φαίνεται ως προσωπική απάντησις αυτού προς την πρόκλησιν, ήν εν τη Πολιτεία (σ. 607 ό προτείνει ο Πλάτων «_τοις προστάταις αυτής_ (της ποιήσεως), _όσοι μη ποιητικοί, φιλοποιηταί δε, άνευ μέτρου λόγον υπέρ αυτής ειπείν_». Αλλά πάντα τα έργα ταύτα φέρουσι προσθήκας και σχόλια άλλων διδασκάλων. Πολιτεύματα δε διάφορα η σχολή συνέλεξε και ανέλυσεν 158 εκ των τότε υπαρχόντων. Αυτός δε ο Αριστοτέλης έγραψε την _Πολιτείαν_ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών· αλλ' εδημοσίευσε το μέγα θεωρητικόν του σύγγραμμα, τα _Πολιτικά_, πριν οι συλλέκται του συμπληρώσωσι το έργον των (320).
Ήμισυν αιώνα μετά τον θάνατον του Αριστοτέλους ο Περίπατος εξέπεσεν εις ασήμαντον ίδρυμα, τα δε έργα του διδασκάλου ολίγον ανεγινώσκοντο μέχρι της ρωμαϊκής περιόδου, ότε η σπουδή αυτών ανεζωπυρήθη. Αίτιον της ολιγωρίας ήτο πρώτον μεν ότι πολλά τούτων ήσαν ρηξικέλευθα· ταύτα δε ταχέως παραμερίζονται, καθόσον άλλοι προχωρούσι πατούντες επ' αυτών. Έπειτα δε ότι εχρειάζετο χρήμα προς νέας ερεύνας, οι δε ποικίλοι «διάδοχοι» του Αλεξάνδρου τας χορηγίας των εφύλασσον χάριν των ιδικών των πόλεων. Αλλά προς τούτοις κατεφάνη ή μάλλον απεδείχθη εκ της πείρας αυτού του Αριστοτέλους, ότι η παντογνωσία υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην δύναμιν. Τα μεγάλα καθιδρύματα της Αλεξανδρείας προθύμως εδαπάνων χάριν ωρισμένων τινών κλάδων, οίον της αρχαίας ποιήσεως ή της μηχανικής, περισσότερον κόπον και χρήμα ή όσον ηδύνατο να διαθέση το Λύκειον χάριν της όλης εγκυκλοπαιδικής σοφίας. Και αυτός ο πολυμαθέστατος Ερατοσθένης μεγάλως υπελείπετο του Αριστοτέλους.
Αι Αθήναι παρέμειναν έδρα της φιλοσοφίας. Αλλ' η κυρίως λογοτεχνία προσειλκύσθη βαθμηδόν εις τόπον, όπου ηδύνατο να εύρη καλούς μισθούς και αναπαύσεις. Και κατά τους ενδόξους χρόνους οι ποιηταί είχον συναχθή εις τας αυλάς του Ιέρωνος και του Αρχελάου. Τότε δ' όμως αι Αθήναι υπερείχον των ενδιαιτημάτων εκείνων διά της ελευθερίας του λόγου και της σκέψεως και διά της συμπαθείας και της συμμέτρου αναπτύξεως των συγγραφέων και του κοινού· επί πλέον δε διότι κατά το πλείστον του πέμπτου αιώνος ήσαν ο ασφαλέστατος και ησυχώτατος εν τω κόσμω τόπος διαμονής. Αλλ' από του τετάρτου δεν ήσαν. Περισσοτέραν ασφάλειαν παρείχον αι πρωτεύουσαι πόλεις των μεγάλων μοναρχών, τας οποίας επροστάτευον στρατοί πολυάριθμοι και ησκημένοι. Ούτως ασφαλής ήτο η Πέλλα, η Αντιόχεια και μετά την εκδίωξιν των Γαλατών η Πέργαμος· ασφαλεστάτη δε η Αλεξάνδρεια. Κοινωνία δε βαθέως αισθανομένη ουδαμού υπήρχε πλέον. Ο λογογράφος έπρεπε κατ' ανάγκην να είναι λόγιος και το μέτρον της λογιότητος κατά τους χρόνους εκείνους ήτο υπερβολικόν. Διότι αδιακόπως εγράφοντο νέα βιβλία χάριν των ήδη αναγνωσάντων πάντα τα προτού, αλλά ταύτα μόλις ήσαν καταληπτά εις τους επιλοίπους. Ποιητής του τρίτου αιώνος — αλλά και πολύ πρότερον ποιητής ως ο Αντίμαχος — ήλπιζε ν' αναγνωσθή μόνον υπό τινων ομοτέχνων, δηλαδή ανθρώπων εχόντων αρκετήν άνεσιν και μάθησιν, όπως ευκόλως παρακολουθώσι τα διανοήματά του.
Μόνον έν εκ των λογοτεχνικών ειδών, η κωμωδία παρέμεινε πιστή εις την γενέθλιόν της γην. Η αττική ευφυία, η ελευθερία του λόγου, το δραματικόν πνεύμα δεν ήτο δυνατόν να μεταφυτευθώσιν. Η μέση και η νέα κωμωδία ήσαν πιθανώς υπέρ παν άλλο το αυτόματον και πρωτότυπον λογοτέχνημα των τότε χρόνων. Η διαίρεσις μεταξύ των δύο περιόδων δεν ήτο σαφής. Η μέση κωμωδία αδρομερώς χρονολογείται από του 404 μέχρι του 338, του έτους της εν Χαιρωνεία μάχης, γνωρίζεται δε εκ της προς την παρωδίαν αγάπης και της γελοιοποιήσεως των ποιητών και των μύθων. Η δε νέα, καθώς ήδη είπομεν, εξέτεινε τον κύκλον της εις πάντα τα θέματα της καθημερινής ζωής. Η πλοκή αυτής είναι έντεχνος και πολλάκις αληθοφανής. Διότι οι χρόνοι των «διαδόχων» ήσαν πλήρεις περιπετειών και ραδιουργιών, η δε πραγματική ζωή παρείχεν εις την σκηνήν πρότυπα μισθοφόρων, κλεμμένων κορών, τυχοδιωκτών μετά παραδόξων μεταβολών της τύχης, επίσης δε παρασίτων και εταιρών. Και η φράσις της νέας κωμωδίας ομοιάζει προς την ζωντανήν· διότι είναι γλώσσα βασιζομένη εις την ζωήν, και μη απομακρυνομένη της ζωής, εντελώς αντίθετος της τεχνητής καλλονής του τότε έπους και της ελεγείας, τείνουσα να φανή «αστική και καθαρά» και χαρίεσσα, αλλ' όχι επιτετηδευμένη. Ο ΑΝΤΙΦΑΝΗΣ και ο ΑΛΕΞΙΣ ανήκοντες εις την μέσην κωμωδίαν, έγραψαν πλέον των 200 κωμωδιών έκαστος (321), ο δε ΑΛΕΞΆΝΔΡΟΣ και ο ΦΙΛΗΜΟΝ πλέον των 200 ομού (322). Περί του ανηθίκου της νέας κωμωδίας ελέχθησαν πολλά, καθόλου ειπείν αδίκως. Διότι γενικώς οι ποιηταί έκλινον προς την ηθικήν, αλλά συστηματικώς απείχον από παντός υψηλού τόνου και ίσως παρέβλεπον την δραματικήν και υπέροχον όψιν των ευγενεστέρων φάσεων της ζωής. Ο Μένανδρος ήτο πιστός φίλος του Επικούρου, κατακρινόμενος και αυτός ως υπερμέτρως εγκωμιάζων την ηδονήν. Η τέχνη και η δύναμις της μέσης κωμωδίας εις την περιγραφήν συμποσίων παριστάνεται κάποτε ως σύμπτωμα της τότε αγροικίας. Αλλά το συμπόσιον ήτο ανέκαθεν έν των στοιχείων της κωμωδίας· πώς ήτο δυνατή κωμωδία χωρίς κώμον; Αλλά και αι σωζόμεναι μαρτυρίαι παραπλανώσιν ημάς, προερχόμεναι κυρίως εκ των _Δειπνοσοφιστών_ του Αθηναίου, βιβλίου, όπερ έθελξε την αρχαιότητα διά των παρατιθεμένων περί συμποσίων περικοπών και αποφθεγμάτων. Αλλά προ πάντων πρέπει να ενθυμώμεθα ότι η μέση κωμωδία επί χρόνων απορίας και πάσα γραμματεία μαρτυρεί ότι πεινασμένοι ακροαταί καταβροχθίζουσιν απλήστως φανταστικά δείπνα. Όπισθεν των μακρών εκείνων καταλόγων των οψαρίων και των κρεάτων υπήρχε πολλή φαιδρότης, αλλά και ίση δυστυχία.
Σπουδαίον ελατήριον της πλοκής της νέας κωμωδίας απετέλει ο ρωμαντικός και περιπετειώδης έρως, τοιούτος δ' ευρίσκετο τότε μεταξύ ταραχωδών υποθέσεων και χαρακτήρων διεφθαρμένων. Των σατυρικών δραμάτων αύται αι ηρωίδες ήσαν εταίραι. Άλλων πολύ περισσοτέρων τα κύρια πρόσωπα εσώζοντο εκ των ονύχων των εταιρών και των συντρόφων των. Άλλων πάλιν, ολιγωτέρων, αι ηρωίδες είχον, ως φαίνεται, κάποιον «παρελθόν», αλλ' ουχ ήττον παριστάνοντο συμπαθητικαί. Τέλος έν ή δύο, καθώς η _Άμαστρις_ του Διφίλου, ως ηρωίνην είχον ενάρετον, ή τουλάχιστον σεβαστήν, ηγεμονίδα, το δε έργον ήτο καθαυτό ιστορικόν δράμα. Πάντως δε το αισθηματικόν μέρος ήτο περισσότερον παρά το κωμικόν.
Ο Φιλήμων εν τέλει απήλθεν εις την Αλεξάνδρειαν και ο Μάχων έζησεν εκεί· αυτοί όμως ήσαν εξαιρέσεις. Ο Μένανδρος έμεινε πάντοτε πιστός εις τας Αθήνας. Η περί του ανδρός τούτου αντίληψις ημών πηγάζει αφ' ενός μεν εκ του περιφήμου αγάλματός του και των φανταστικών επιστολών (323), άς έγραψεν εν ονόματι του Μενάνδρου ο σοφιστής Αλκίφρων (περί τα 200 μ. Χ.), αφ' ετέρου δ' εκ των πολυαρίθμων αυτού αποσπασμάτων. Αι επιστολαί εκείναι είναι δεξιώταται και καθιστώσιν αγαπητόν τον πεπαιδευμένον και εύκολον την φύσιν ποιητήν, όστις ουδέν άλλο ηγάπα παρά τα γράμματα και την ησυχίαν και ανεξαρτησίαν του και δεν εδέχετο αντί οποιουδήποτε μισθού να κατοικήση εις την αυλήν της Αλεξανδρείας ή να γράψη κωμωδίας χάριν των πολλών, όπως αποκομίση όσα ο Φιλήμων άθλα (324).
Όπως εις την κωμωδίαν, ούτω και εις την ελεγειακήν και την επικήν ποίησιν υπεισήλθε το αυτό περιπετειώδες ερωτικόν διαφέρον και ανύψωσεν αυτάς εις μεγίστην ακμήν. Η μεταγενεστέρα ελληνική ελεγεία δεν ήτο μόνον αυτή περικαλλής, αλλ' είχε και μεγάλην επίδρασιν· δηλαδή ο Καλλίμαχος, ο Ευφορίων, και ο Φιλητάς είναι οι κυρίως εμπνεύσαντες την μικρόβιον λατινικήν ελεγείαν. ΦΙΛΗΤΑΣ. [ο Τηλέφου, Κώος (περίπου 338-285 π. Χ.)] είναι ο πρώτος αντιπρόσωπος της αλεξανδρεωτικής ελεγείας· ωχρός μελετητής, τόσον ισχνός, ώστε «σφαίρας εκ μολίβου πεποιημένας είχε περί τω πόδε, ως μη υπό ανέμου ανατραπείη», κριτικός του Ομήρου, διδάσκαλος του Πτολεμαίου του β' και του Θεοκρίτου· ποιητής ερωτικών ελεγειών, εις τας οποίας έδωκε το όνομα της ερωμένης του Βιττίδος, και ενός ειδυλλίου περί Οδυσσέως και Πολυμήλης. Ο Φιλητάς και ο ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ ο Σάμιος, του οποίου πολλά χαριτωμένα επιγράμματα διέσωσεν η Ανθολογία (325), ήσαν οι μόνοι ζώντες ποιηταί, τους οποίους ο Θεόκριτος ανεγνώριζεν ως ανωτέρους του. Ο δε φίλος του Φιλητά, ΕΡΜΗΣΙΑΝΑΞ ο Κολοφώνιος μας αφήκε μόνον έν μακρόν απόσπασμα, περιέχον απλούν σχεδόν κατάλογον αρχαίων εραστών, ο οποίος θα συνεκίνησε πολλούς των αναγνωστών του Αθηναίου ως γλυκεία και μακρινή απήχησις. Αλλ' ο ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, [ο Κυρηναίος ευπατρίδης (περίπου 310-240 π. Χ.) ο εισελθών εις την υπηρεσίαν του ανακτόρου και της βιβλιοθήκης], ο αρχαιολόγος και ποιητής, υπερηκόντισε κατά την δόξαν και την επίδρασιν πάντας ίσως τους από Πλάτωνος μέχρι Κικέρωνος λογογράφους. Διότι ενόησε και εξέφρασεν ό,τι εχρειάζοντο και ό,τι ηδύναντο να εκτιμήσωσιν οι σύγχρονοί του. Οι δημιουργικοί χρόνοι κατ' αυτόν είχον περάσει και ήτο αδύνατον να γράφη τις τότε καθώς ο Όμηρος, ο Ησίοδος ή ο Αισχύλος· όπως εκείνοι έγραψαν χάριν του καιρού των, ούτως, ενόμιζε, και ημείς πρέπει ν' ακολουθήσωμεν τον ιδικόν μας και όχι να γελωτοποιώμεθα, διαγωνιζόμενοι προς αυτούς επί του ιδικού των εδάφους. Τώρα δυνάμεθα να γράψωμεν μόνον μικρά ποιήματα κομψά και τέλεια καθ' έκαστον στίχον. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα του Καλλιμάχου δεν είν' ευάρεστα εκτός ολίγων ωραίων επιγραμμάτων και της εις _Λουτρά της Παλλάδος_ ελεγείας. Τα λοιπά φαίνονται κάπως ψυχρά και επιζητούντα να εκπλήξωσιν· εκ τούτου δε παραβλάπτεται η ποίησις του μεγάλου κριτικού· ίσως δε πολλοί προτιμώσι τον Απολλώνιον, όστις παρέβη την απαγόρευσιν του διδασκάλου (326).
Ο ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ επεχείρησε να γράψη έπος κατά την παλαιάν τέχνην, δηλαδή μακρόν, τολμηρόν, έχον σύνθεσιν εντελώς απλήν και γλώσσαν μη επιγραμματικήν. Τοιαύτην ποίησιν ηγάπα και ενόει αυτός να γράψη. Αλλά τα _Αργοναυτικά_ απέτυχον εν Αλεξανδρεία και ο Απολλώνιος ανεχώρησεν εις την Ρόδον, όπου επεξειργάσθη δευτέραν έκδοσιν του έργου· [εκεί δε διδάσκων ρητορικήν, ετιμήθη και επωνομάσθη Ρόδιος]. Ζων είχε μικρόν κύκλον θαυμαστών διότι το πολύ κοινόν ηκολούθει την προς το σύντομον και λαμπρόν ύφος ροπήν του Καλλιμάχου. Και αυτός ο Κάτουλλος και ο Προπέρτιος ήσαν Καλλιμάχειοι. Εις τον Βεργίλιον απέκειτο να κατακτήση τον κόσμον διά ποιήματος, όπερ εγράφη κατά το έπος του Απολλωνίου και είχε πολλά της συνθέσεως εκείνου, γλώσσαν δε κατά στίχον δανεισθείσαν παρ' αυτού. Εννοείται δ' όμως ότι ο μεν Βεργίλιος είχεν ανωτέραν τινά «αποστολήν», όπως γράψη το εθνικόν έπος της πατρίδος του, τον δε Απολλώνιον ουδείς είχε καλέσει να εγκωμιάση τους Αργοναύτας, τούτο δε καθ' εαυτό παρέχει περισσότερον εις τον Βεργίλιον διαφέρον. Αλλά πάντως η Μήδεια και ο Ιάσων των Αργοναυτικών είναι ζωηρότεροι και φυσικώτεροι των αντιγράφων των, ήτοι της Διδούς και του Αινείου της _Αινειάδος_. Ο άγριος έρως της μαγίσσης φαίνεται παράδοξος επί της βασιλίσσης της φιλοπόνου Καρχηδόνος και τα δύο κύρια γνωρίσματα του Ιάσονος, η αδυναμία, η οποία τον καθιστά προδότην, και η γλυκύτης, η οποία τον αντιθέτει προς την Μήδειαν, έρχονται ασύμφωνα προς τον γενάρχην της Ρώμης. Δύο περικοπαί δύνανται ίσως να εκλεχθώσιν ως εξόχως χαρακτηρίζουσαι την αλεξανδρεωτικήν ποίησιν. Το πρώτον είναι η γνώμη του Καλλιμάχου (εν τω _εις Απόλλωνα ύμνω_, 107 κεξ.)
_Ασσυρίου ποταμοίο μέγας ρόος, αλλά τα πολλά λύματα γης και πολλόν εφ' ύδατι συρφετόν έλκει. Δηοί δ' ουκ από παντός ύδευς φορέουσι μέλισσαι, αλλ' ήτις καθαρή τε και αχράαντος ανέρπει πίδακος εξ ιερής ολίγη λιβάς, άκρον άωτον_
{ Great is the sweep of the river of Assyria ; but it bears many scourings of earth on the food of it, and much driftwood to the sea. Apollo's bees draw not their water everywhere: a little dew from a holy fount, the highest bloom of the flower }
Το δε άλλο είναι η απάντησις της Μηδείας, ότε ο Ιάσων ήθελε να ομιλήση προς τον πατέρα της Αιήτην και να συμφωνήση περί του γάμου της, καθώς ο Θησεύς εζήτησε την Αριάδνην παρά του Μίνωος. Η Μήδεια του λέγει [_Αργοναυτικών_ Γ' 1105]
«_Ελλάδι που τάδε καλά, συνημοσύνας αλεγύνειν Αιήτης δ' ου τοίος εν ανδράσιν, οίον έειπας Μίνω Πασιφάης πόσιν έμμεναι· ουδ' Αριάδνη ισούμαι· τω μήτι φιλοξενίην αγόρευε. αλλ' οίον τύνη μεν εμεύ, ότ' Ιωλκόν ίκηαι, μνώεο· σείο δ' εγώ και εμών αέκητι τοκήων μνήσομαί· έλθοι δ' ήμιν απόπροθεν ηέ τις όσσα, ηέ τις άγγελος όρνις, ότ' εκλελάθοιο εμείο· ή αυτήν γε ταχείαι υπέρ πόντοιο φέροιεν ενθένδ' εις Ιαωλκόν αναρπάξασαι άελλαι, όφρα σ' εν οφθαλμοίσιν ελεγχείας προφέρουσα, μνήσω εμή ιότητι πεφυγμένον. αίθε γαρ είην απροφάτως τότε σοίσιν εφέστιος εν μεγάροισιν_».
{ Speak not of ruth nor pact. They dwell not here. Aiêtes keeps no bond, nor knows no fear, Nor walks with men as Minos walked of old; And I am no Greek princess gentle-souled. — One only thing: when thou art saved and free, Think of Medea, and I will think of thee Always, though all forbid. And be there heard Some voice from far away, or some wild bird Come crying on the day I am forgot. Or may the storm-winds hear, and spurn me not, And lift me in their arms through wastes of sky To face thee in thy falseness, and once cry, 'I saved thee! Yea, a- sudden at thy hall And hearthstone may I stand when those days fall }
Ο Απολλώνιος έχει, εννοείται, τα ελαττώμματα του καιρού του, μακράς περιγραφάς ως εικόνας, οχληρόν όγκον ψευδομηρικής γλώσσης, εκθέσεις περί του διακόσμου της Αφροδίτης και των τόξων του Έρωτος, οποίας θα έγραφεν ο Οβίδιος ή και ο Cowley. Αλλ' υπάρχει και γνησία πρωτοτυπία και δύναμις παρατηρήσεως και ευαισθησίας· τοιαύτη είναι η περιγραφή [Α' 1063] του τέλους νεαράς χήρας [της Κλείτης] ήτις μετά τον θάνατον του ανδρός της
«κακώ δ' επί κύντερον άλλο
ήνυσεν, αψαμένη βρόχον αυχένι·
η παρομοίωσις της παλλομένης καρδίας της Μηδείας προς αίγλην του ηλίου αντανακλωμένην εντός ύδατος [Γ' 756] και πολλαί άλλαι παρομοιώσεις, πείθουσαι ημάς ότι ο Απολλώνιος εξέφρασε πράγματα, ουδέποτε προτού περιγραφέντα εν Ελλάδι, και εις την έκφρασιν του ρωμαντικού έρωτος ουδένα έχει ισόπαλον, ουδ' αυτόν τον Θεόκριτον τον Συρακόσιον (327).
Ο ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ είναι ίσως ο ελκυστικώτατος απάντων των Ελλήνων ποιητών. Πολλοί νέοι σπουδασταί τον προτιμώσι του Ομήρου, και πλείστοι ενθυμούνται την πρώτην εκ της γνωριμίας του ηδονήν. Πράγματι εντός του θελκτικού και ησύχου του βασιλείου είναι απόλυτος μονάρχης· δυνάμεθα δε σχεδόν να είπωμεν, ότι η παγκόσμιος βουκολική ποίησις ουδέν έχει καλόν μη πηγάζον εκ του Θεοκρίτου. Το πρώτον του ειδύλλιον, ο _Θύρσις_ έχει τας περισσοτέρας παρά παν άλλο ποίημα απομιμήσεις, από του _Αδώνιδος_ του Βίωνος, του _Βίωνος Επιταφίου_ του Μόσχου, του _Δάφνιδος_ του Βεργιλίου μέχρι του αγγλικού _Αδώνιδος_ και _Λυκίδα_.
Η συνήθεια εκείνη της αναδρομής προς τα οπίσω, η κλίσις εκείνη προς το παρελθόν, η χαρακτηρίζουσα όλην την ποίησιν και μέρος της επιστήμης της Αλεξανδρείας, διακρίνεται και εν Θεοκρίτω. Πολλά ποιήματά του αποβλέπουσιν εις το παρόν, τινά δε και εις το μέλλον, δεικνύοντα τι ήλπιζε παρά των προστατών του ο ποιητής· αλλά το μεν παρόν είναι μάλλον άσχημον, το δε μέλλον μη αληθινόν· την γνησίαν καλλονήν του Θεοκριτείου κόσμου περιέχει η αρχαία αγροτική ζωή. Οι Σικελοί αγρόται του καιρού του παρετηρήθη ορθότατα ότι επλησίαζον να καταντήσωσιν οι γεωργικοί δούλοι του ρωμαϊκού κράτους «οι αθλιώτατοι πάντων των αστέγων»· και όμως και πολύ κατόπιν, ότε κατεπίεζεν αυτούς ο Ουέρρης, εφημίζοντο ως εύθυμοι και φιλωδοί και είναι πιθανόν ότι οι αγροτικοί «βάρδοι» του Θεοκρίτου δεν είναι εντελώς πλαστοί. Τον τύπον αυτών απεικόνισε πρώτον η παλαιά σικελική ποίησις του Στησιχόρου. Φαίνεται δε ότι ο Σικελός χωρικός, όπως ο Προβιγκιανός, ο Ρουμάνος και ο Σκώτος εθεώρει την στιχουργίαν και το άσμα ως μέρος της καθημερινής του εργασίας.