Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 3

Chapter 3216 wordsPublic domain

Ο Όμηρος λοιπόν ελέγετο Χίος ή Σμυρναίος διά λόγους ιστορικούς· αλλά διατί ήτο τυφλός; Ίσως έχομεν ενταύθα αμυδράν ανάμνησιν αρχαϊκής τινος περιόδου, ότε πάντες οι αρτιμελείς ήσαν πολεμισταί, οι χωλοί αλλά δυνατοί ήσαν χαλκείς, οι δε τυφλοί, εις ουδέν άλλο χρήσιμοι, ήσαν απλοί αοιδοί. Αλλά πιθανωτέραν ερμηνείαν παρέχει αυτός ο μύθος, συνήθως παριστάνων τυφλούς τους μεγάλους ποιητάς και μάντεις και κατόπιν αυτούς μίαν οικογένειαν, καθώς εξευρέθησαν ο Δώρος, ο Ίων και ο Έλλην, και καθώς οι Αμφικτίονες, ήτοι κατοικούντες πέριξ των Θερμοπυλών, ανεκάλυψαν κοινόν πρόγονον καλούμενον Αμφικτύονα. Τοιαύτη εικασία ερμηνεύει το όνομα «Όμηρος», αφήνει όμως ανερμήνευτον το «Ομηρίδαι». Αλλ' εάν τούτο είναι, όπως φαίνεται, πατρωνυμικόν (υιοί του Ομήρου), είν' εύκολον να φαντασθώμεν κατάστασιν κοινωνίας, όπου οι υιοί των ομήρων, μη μαχόμενοι, εχρησίμευον ως αοιδοί. Επίσης δε όμως δύναται να είναι σύνθετον (ομή αρ-) σημαίνον «συναρμοστάς» μετά καταλήξεως μετασχηματισθείσης εις πατρωνυμικήν, αφ' ότου οι αοιδοί ήρχισαν ν' αποτελώσιν εταιρείαν και να ζητώσι πρόγονον κοινόν.

Είναι αληθινόν, ότι έχομεν πολλούς εκ παραδόσεως «βίους» των προϊστορικών ποιητών και διήγησιν περί αγώνος Ομήρου και Ησιόδου, διασκευήν αντιγραφείσαν εκ της περί το 400 π. Χ. υπό του σοφιστού Αλκιδάμαντος συντεθείσης, όστις επίσης διεσκεύασε προϋπάρχοντά τινα θρύλον. Και αυτά τα έπη παρέχουσι κατά το φαινόμενον προσωπικάς των ποιητών ειδήσεις· ούτως αναφέρεται το όνομα του Ησιόδου εν τω προλόγω της _Θεογονίας_, εν δε τοις _Έργοις_ (στ. 633 κεξ.) λέγεται ότι ο πατήρ του είχε μετοικήσει εκ της Κύμης εις την Άσκραν. Ο δε εις τον Δήλιον Απόλλωνα ομηρικός ύμνος καταλήγει εις παράκλησιν του ποιητού προς τας ακροωμένας παρθένους να μη λησμονήσωσιν αυτόν και αν κανείς τας ερωτήση

ω κούραι, τις δ' ύμμιν ανήρ ήδιστος αοιδών;

{ who is the sweetest of singers ?}

ν' απαντήσωσιν ευφήμως

τυφλός ανήρ, οικεί δε Χίω ενι παιπαλοέσση.

{ ’Tis a blind man; he dwells in craggy Chios}

Αλλά δυστυχώς ταύτα είναι μόνον προσωποποιίαι. Ο απαγγέλλων τους στίχους τούτους ραψωδός δεν ενόει ότι αυτός ήτο τυφλός Χίος και ότι τα ιδικά του έπη ήσαν τα ήδιστα· ενόει μόνον ότι το απαγγελλόμενον ποίημα ήτο έργον του τυφλού Ομήρου, του ηδίστου των αοιδών. Αληθώς, και τα δύο ταύτα χωρία και ο πρόλογος της _Θεογονίας_ είναι προφανώς μεταγενέστεραι εμπνεόμενος εκ της τυφλότητος αυτών. Ο Όμηρος είναι ο Δημόδοκος του μύθου (θ. 63),

_τον πέρι μούσα φίλησε, δίδου δ' αγαθόν τε κακόν τε· οφθαλμών μεν άμερσε, δίδου δ' ηδείαν αοιδήν_.

{whom the Muse greatly loved, and gave him both good and evil ; she took away his eyes and gave him sweet minstrelsy.}

Ούτος είναι καθαρός θρύλος, ο αυτός θρύλος, ο εμπνεύσας την εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως εξαισίαν του Ομήρου προτομήν· ο θρύλος, όν αισθανόμεθα εν τω θαυμαστώ εις _Λουτρά της Παλλάδος_ ύμνω του Καλλιμάχου, όπου ο Τειρεσίας, μάντις αυτός και ουχί ποιητής, αποβάλλει την όρασιν. Άλλα δε της παραδόσεως σημεία έχουσιν ομοίαν αφορμήν, είτε δηλαδή την προς τον άγνωστον επαίτην κατά τα γαμήλια συμπόσια περιφρόνησιν, μέχρις ού εγειρόμενος ούτος απήγγελλεν, είτε την προς τους Κυμαίους χλεύην, ότι εξεδίωξαν τον ποιητήν. Κατ' άλλον δε θρύλον διά των *_Κυπρίων_, του μόνου έπους, όπερ ήτο κατώτερον της ποιήσεως αυτού, επροίκισε τάχα την κόρην του πλουσίως.

ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ

Αν ήδη ζητήσωμεν, τίνα ποιήματα εθεωρούντο ως έργα του Ομήρου κατά τας αρχάς της σωζομένης παραδόσεως, θα εύρωμεν ότι εθεωρούντο πάντα όσα ήσαν «ομηρικά» ή «ηρωικά», δηλαδή πάντα τα επικώς πραγματευόμενα τους δύο κυρίους μυθικούς κύκλους, τον Τρωικόν και τον Θηβαϊκόν. Διότι η παλαιοτάτη περί Ομήρου μνεία είναι η υπό του ποιητού Καλλίνου (περί τα 660 π. Χ.) όστις μνημονεύει την *_Θηβαΐδα_ ως έργον αυτού· η δε μετ' αυτήν είναι πιθανώς (47) η υπό του Αμοργίνου Σημωνίδου (περί τα 630 π. Χ.), όστις αναφέρει ως λόγους «Χίου ανδρός» παροιμιώδη φράσιν απαντώσαν εν τη ημετέρα Ιλιάδι [Ζ 146]

_οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών._

{As the passing of leaves is, so is the passing of men}

Ο Σημωνίδης ηδύνατο να εννοή ωρισμένον τινά Χίον, η δε φράσις της _Ιλιάδος_ ίσως ήτο απλώς περιφερομένη παροιμία, παραληφθείσα εις το έπος· αλλά πιθανώτερον είναι ότι ο Αμοργίνος ανέφερε τον διασωθέντα στίχον. Ο δε Κείος Σιμωνίδης, ένα όλον αιώνα κατόπιν (556-468 π. Χ.) λαλών περί Μελεάγρου

_ός δουρί πάντας νίκασε νέους δινάεντα βαλών Άναυρον ύπερ πολυβότρυος εξ Ιωλκού_,

{conquered all youths in spear-throwing across the wild Anauros}

επιλέγει

_ούτω γαρ Όμηρος ηδέ Στασίχορος άεισε λαοίς._

Αλλά τούτο δεν ευρίσκεται εν τη ημετέρα Ιλιάδι ή Οδυσσεία και αδύνατον είναι ν' ανακαλύψωμεν έκ τινος ποιήματος πηγάζει. Ολίγον δε κατόπιν ο Πίνδαρος μνημονεύει πολλάκις του Ομήρου. Ψέγει αυτόν, ότι επαινεί τον Οδυσσέα [Νεμ. ζ' 21] — εννοών την Οδύσσειαν, — αλλά εγκωμιάζει αυτόν [Ισθμ. γ' 55] ότι ετίμησε τον Αίαντα, «_αυτού πάσαν ορθώσαις αρετάν κατά ράβδον_» {straightly by rod and plummet the whole prowess of Aias} ιδίως δε, ως φαίνεται, διά την διάσωσιν του σώματος του Αχιλλέως, την περιγραφομένην υπό δύο απολομένων επών, της *_Μικράς Ιλιάδος_ και της *_Αιθιοπίδος_. Τέλος ο Πίνδαρος λέγει [Πυθ. δ' 278).

_Των δ' Ομήρου και τόδε συνθέμενος ρήμα πάρσυν'· άγγελον εσλόν έφα τιμάν μεγίσταν πράγματι παντί φέρειν_.

{remember Homer’s word : A good messenger brings honour to any dealing}

ρητόν, όπερ ο ημέτερος Όμηρος ουδαμού λέγει· και αναφέρει [Νεμ. β' 1] τους Ομηρίδας

_ραπτών επέων τα πόλλ' αοιδούς_.

{Homeridae, singers of stitched lays}

Εάν δε πράγματι ο Αισχύλος ωνόμασέ ποτε τας τραγωδίας του «τεμάχη των Ομήρου μεγάλων δείπνων», (48) τα δείπνα εκείνα φαίνεται ότι θα ήσαν πολύ πλουσιώτερα των εις ημάς προσιτών. Διότι μεταξύ των 90 αυτού δραμάτων μόλις επτά ευρίσκομεν απορρέοντα εκ του σωζομένου Ομήρου, συμπεριλαμβανομένων και των Χοηφόρων και του Αγαμέμνονος (49), ήτοι δραμάτων, άπερ μόνον παραδοξολόγος τις δύναται να ονομάση «τεμάχη» της Οδυσσείας. Λέγων άρα Όμηρον ο Αισχύλος ενόει καθόλου τους ηρωικούς μύθους. Και ο Σοφοκλής, ο επονομαζόμενος Ομηρικώτατος, κατά τον Αθήναιον (Ζ' σελ. 277 ε,) έχαιρε «_τω επικώ κύκλω ως και όλα δράματα ποιήσαι, κατακολουθών τη εν τούτω μυθοποιία_» {rejoice in the epic cycle and make whole dramas out of it}, δηλαδή επραγματεύετο τους επικούς εκείνους μύθους, ούς ο Αθηναίος εγίνωσκε μόνον εκ των «κύκλων», ήτοι εγχειριδίων, άπερ συνέταξε κάποιος Διονύσιος κατά τον β' αιώνα π. Χ. και ο Απολλόδωρος κατά τον α'. Ο Ξενοφάνης (κατά τον ς' αιώνα) «Όμηρον και Ησίοδον» εννοεί πάσαν την επικήν παράδοσιν, τους μύθους και τας θεογονίας, ομοίως δε και ο Ηρόδοτος, λέγων (Β' 53) «_ούτοι δε εισι οι ποιήσαντες θεογονίαν Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες_». {made the Greek religion, and distributed to the gods their titles and honours and crafts, and described what they were like.} Ο Ηρόδοτος εκφράζει την καθιερωμένην γνώμην, αλλ' έχει και ιδικήν του κριτικήν, διαφωνούσαν προς αυτήν· θεωρεί αδιστάκτως τον Όμηρον ως ποιητήν της _Ιλιάδος_ και της Οδυσσείας· και αμφιβάλλει μεν [Δ' 32] περί των _Επιγόνων_, αν τω όντι ο Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα, αλλ' είναι βέβαιος [Β' 117] ότι τα *_Κύπρια_ δεν είναι του Ομήρου, αφού διαφωνούσι προς την Ιλιάδα. Τούτο είναι το πρώτον ίχνος της εν τέλει κρατησάσης θεωρίας. Ο δε Θουκυδίδης [Α' 3,3. 9,3. 10,3. Γ' 104,4] ρητώς θεωρεί την Ιλιάδα, τον εις Απόλλωνα ύμνον και την Οδύσσειαν ως έργα του Ομήρου. Ο Αριστοτέλης [Ποιητ. Δ' σελ. 1448 β 34 και αλλ.] ουδέν άλλο αποδίδει εις αυτόν παρά την Ιλιάδα, την Οδύσσειαν και το κωμικόν έπος Μαργίτην. Αι παραπομπαί του Πλάτωνος δεν εκτείνονται πέρα της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, και μόνα τα δύο ταύτα ποιήματα εγένοντο δεκτά υπό του μεγάλου γραμματικού της Αλεξανδρείας Αριστάρχου (περί τα 160 π. Χ.) και παρέμειναν έκτοτε ως «Ομηρικά».

Αλλά διατί εξ αρχής τα δύο ταύτα εξεχωρίσθησαν ως «Όμηρος»; Και διατί παρά πάσας τας ουσιώδεις μεταξύ των διαφοράς, εξηκολούθησαν ομού να θεωρώνται ως γνήσια του Ομήρου έργα, ενώ τόσα άλλα έπη κατ' ολίγον απεσπάσθησαν απ' αυτού; Τούτο γίνεται μάλλον άξιον απορίας, όταν ενθυμηθώμεν ότι αι διαφοραί και ανακολουθίαι αυτών κατεδείχθησαν ήδη κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους υπό των «χωριζόντων», του Ξένωνος και του Ελλανίκου.

ΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΙΑ. — Η ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ ΡΑΨΩΔΙΑ

Μία παράδοσις έρχεται εις βοήθειαν ημών, ερμηνευομένη διαφόρως υπό των διαφόρων κριτικών, ήτοι ο θρύλος περί αναγραφής των επών υπό του Πεισιστράτου, του τυράννου των Αθηνών κατά μέσα του έκτου π. Χ. αιώνος. Αύτη καλείται υπό του Wolf «vox totius antiquitatis», μνημονεύεται δε διαφόρως υπό του Κικέρωνος, του Παυσανίου, του Αιλιανού και του Ιωσήπου· αναφέρεται δε ως πασίγνωστον γεγονός εν μεταγενεστέρω επιγράμματι, όπερ φέρεται ως επιγραφή ανδριάντος του Πεισιστράτου [Ανθολ. ΙΑ' 442]

ός τον Όμηρον ήθροισα σποράδην το πριν αειδόμενον

{who collected Homer, formerly sung in fragments.}

του δε Κικέρωνος η φράσις [de orat. 3, 34, 137] λέγει ότι ο Πεισίστρατος κατέταξε κατά την παρούσαν τάξιν τα βιβλία του Ομήρου, «προτού συγκεχυμένα» (confusos antea). Ο Βυζάντιος Τζέτζης — το όνομα τούτο είναι κατά προφοράν γραφή του Caecius — διακοσμεί την παράδοσιν διά προσθηκών και σφαλμάτων, λέγων ότι ο Πεισίστρατος κατώρθωσε το εγχείρημα διά «_τεσσάρων . . . συνθέντων τον Όμηρον, οίτινές εισιν ούτοι· Επικόγχυλος, Ονομάκριτος Αθηναίος, Ζώπυρος Ηρακλεώτης και Ορφεύς Κροτωνιάτης_». Αλλ' ο Επικόγκυλος είναι βεβαίως κακή ανάγνωσις των λέξεων «επικόν κύκλον»! Και η όλη επιτροπεία έχει χροιάν μυθώδη και φαίνεται μάλλον πτολεμαϊκή ή πεισιστράτειος. Αξιοσημείωτον δε είναι ότι τα σχόλια, τα απορρέοντα εκ των Αλεξανδρέων γραμματικών και ιδία του Αριστάρχου, δεν μνημονεύουσι τον Πεισίστρατον ως προηγούμενον εκδότην.

Η περί τούτου σιγή των Αλεξανδρέων εθεωρείτο συνήθως ως πλήρης απόδειξις, ότι ο περί Πεισιστράτου λόγος ήτο τότε ανύπαρκτος. Αλλ' ήδη ανευρέθησαν αμυδρά αυτού ίχνη, ανερχόμενα μέχρις αυτού του τετάρτου π Χ. αιώνος. Και ήτο μεν ανέκαθεν γνωστόν ότι Μεγαρεύς τις Διευχίδας είχε κατηγορήσει τον Πεισίστρατον ως παρεγγράψαντα στίχους εις τον Όμηρον προς όφελος των Αθηνών, τούτο δε προφανώς εσήμαινεν ότι ο Πεισίστρατος είχεν έλεγχόν τινα επί του κειμένου. Αλλά πρώτος ο Βιλαμόβιτζ έδειξεν ότι ο Διευχίδας ήτο συγγραφεύς πολύ παλαιότερος των Αλεξανδρέων γραμματικών, και ότι είχεν αφορμήν προς τοιαύτην κατηγορίαν (50). Αύτη αποτελεί μέρος ευρυτέρας κατά των Αθηνών γραμματολογικής συκοφαντίας, δι' ής τα Μέγαρα εξεδικούντο κατά τον τέταρτον αιώνα π. Χ. το παρακμάζον άστυ· ότι δηλ. την κωμωδίαν εύρον όχι αι Αθήναι, αλλά τα Μέγαρα· την δε τραγωδίαν εύρεν η Σικυών· αι Αθήναι είχον μόνον παραχαράξει και διαφθείρει κείμενα. Εάν ο Διευχίδας εξέφερε τα περί Πεισιστράτου ως γεγονός κοινώς παραδεκτόν, ή απλώς ως υπόθεσιν, είναι άδηλον. Φαίνεται όμως ότι δεν ηδύνατο να εύρη προς απόδειξιν κείμενα μη αττικά, και προς υπόδειξιν της γνησίας γραφής έπρεπε να καταφύγη εις τα ιδικά του φώτα. Εκείνος εύρε την υποτιθεμένην αρχικήν μορφήν του παραποιηθέντος χωρίου της _Ιλιάδος_, Β 671· και πιθανώς εκείνος εφαντάσθη την ύπαρξιν Σπαρτιατικής εκδόσεως του Ομήρου υπό του Λυκούργου, κειμένου αδιαφθόρου, όπερ τάχα πιστώς είχον αντιγράψει οι τίμιοι Δωριείς!

Ο λόγος λοιπόν ότι ο Πεισίστρατος είχε παραχαράξει τον Όμηρον περιεφέρετο προ των Πτολεμαϊκών χρόνων. Αλλά τότε διατί ο Αρίσταρχος δεν εμνημόνευσε το πράγμα; Δύσκολος η απάντησις. Ίσως και εκείνος εξελάμβανε τούτο ως γνωστόν, όπως ο ποιητής του επιγράμματος. Αλλ' οπωςδήποτε βέβαιον είναι ότι ο Αρίσταρχος ωβέλιζε διά λόγους τινάς πλείστους των στίχων, ούς οι νεώτεροι θεωρούσιν ως «αθηναϊκάς παραχαράξεις», και τούτο έπραξεν όχι διά λόγους εσωτερικούς, αφού παραδόξως επίστευεν ότι αυτός ο Όμηρος ήτο Αθηναίος. Περίεργον δε είναι ότι η περί Πεισιστράτου μαρτυρία του Κικέρωνος φαίνεται προερχομένη εκ της Περγαμηνής σχολής, ής ο ιδρυτής Κράτης ήτο σχεδόν ο μόνος επιτυχώς πολεμήσας το κύρος του Αριστάρχου. Είναι λοιπόν πιθανόν ότι ο Αρίσταρχος επεζήτει να περιορίση την ερμηνευτικήν μέθοδον, της οποίας έκαμε κατάχρησιν η αντίζηλος σχολή.

Ο Διευχίδας λοιπόν εγνώριζεν ότι ο Πεισίστρατος είχεν οπωσδήποτε διαφθείρει τα ομηρικά έπη. Άλλοι όμως Μεγαρείς κατά τον Πλούταρχον (Σόλωνι 10) έλεγον ότι ο Σόλων παρενέβαλεν «έπος εις νεών κατάλογον», πασίγνωστος δε παράδοσις απέδιδεν εις αυτόν ειδικόν νόμον περί της απαγγελίας των Ομηρικών επών κατά τας εορτάς των Παναθηναίων. Εξ άλλου ο νόμος εκείνος απεδίδετο εις τον Ίππαρχον εν τω φερωνύμω ψευδοπλατωνικώ διαλόγω (51), όστις δεν είναι νεώτερον του τρίτου αιώνος έργον, υπό δε Λυκούργου του ρήτορος απλώς εις τους προγόνους (52), και εκεί πρέπει και ημείς ν' αφήσωμεν αυτόν διότι αφού εψηφίζετο νόμος τις εν Αθήναις, έτεινε να νομισθή αμέσως ως του Σόλωνος, του μεγάλου «νομοθέτου». Εάν δε ο Πεισίστρατος ή ο Ίππαρχος εθεωρούντο συμμέτοχοι του νόμου, τούτο προήρχετο αφ' ενός μεν επειδή ανεμειγνύοντο και φήμαι περί παραποιήσεως, αφ' ετέρου δε διότι πάντοτε οι τύραννοι συνεδέοντο μετά των Παναθηναίων.

Αλλά τι έλεγεν ο νόμος; Είναι φανερόν ότι η απαγγελία των Ομηρικών επών ήτο μέρος της εορτής και είναι πιθανόν ότι υπήρχε και αγών. Εξ άλλου δε γινώσκομεν ότι ερραψωδούντο κατ' ίδιον τινα τρόπον. Αλλά πώς άρα γε; _εξ υποβολής_, δηλαδή εξ οιουδήποτε προτεινομένου στίχου, — πράγμα σχεδόν απίστευτον, — ή _εξ υπολήψεως_, δηλαδή αρχομένου του επομένου ραψωδού εκείθεν, όπου κατέληξεν ο προ αυτού; Διογένης ο Λαέρτιος [Α' β' 9] λέγει _εξ υποβολής_ και κατόπιν ερμηνεύει «οίον όπου ο πρώτος έληξεν, εκείθεν άρχεσθαι τον εχόμενον»!

Καθόλου λοιπόν έχομεν μαρτυρίας πρώτον μεν περί των εξής· ότι εν Αθήναις υπήρχεν έθος, τουλάχιστον από των αρχών του πέμπτου π. Χ. αιώνος, καθ' ό τα Ομηρικά έπη απηγγέλλοντο δημοσία κατά τάξιν ωρισμένην και ότι η αρχή του έθους απεδίδετο εις νόμον της πολιτείας. Έπειτα δε βλέπομεν ότι κατά πάντας τους μέχρι του Πινδάρου γράψαντας, τους μη Αθηναίους, «Όμηρος» φαίνεται καλούμενος ο ποιητής επών πολύ περισσοτέρων ή όσα κατέχομεν ημείς, — πιθανώς πάντων των Τρωικών και Θηβαϊκών επών — ενώ εν τη αττική λογοτεχνία από του πέμπτου αιώνος και εξής Όμηρος είναι μόνον ο ποιητής της Ιλιάδος και της Οδυσσείας, τα δε λοιπά έπη κατ' αρχάς μεν εθεωρήθησαν ως αμφίβολα, έπειτα δ' ερρίφθησαν εις την λήθην. Ενθυμούμενοι δε, ότι πάντες οι περί Παναθηναίων γράψαντες λέγοντες «Όμηρον» εννοούσιν απλώς ως πράγμα αυτόδηλον την Ιλιάδα και την Οδύσσειαν, συμπεραίνομεν αμέσως, ότι μόνα τα δυο ταύτα ποιήματα είχον τότ' εκλεγή προς απαγγελίαν και ότι ακριβώς η απαγγελία εκείνη εγέννησε την εξαιρετικήν υπόληψιν, ότι ταύτα είναι ο «γνήσιος» Όμηρος.

Αλλά διατί εξελέγησαν αυτά; Τούτο δεν είναι εντελώς φανερόν. Αλλά πρώτον παραβολή εν γένει του ύφους των αποδοκιμασθέντων επών προς τα δύο διασωθέντα δεικνύει ότι ταύτα είναι πολύ πλέον επεξειργασμένα ή εκείνα· έχουσι μεγαλυτέραν ενότητα, φαινόμενα πολύ ολιγώτερον εκείνων ως απλαί ραψωδίαι, δυνατώτερον δραματικόν πάθος και περισσότερον ρητορικόν διάκοσμον. Προς ταύτα έν μόνον έπος ηδύνατο να παραβληθή, το και πρώτον μνημονευόμενον ως έργον του Ομήρου, η * _Θηβαΐς_· αλλ' η δόξα των Θηβών ήτο βεβαίως το πάντων ήκιστα ευάρεστον εις τους Αθηναίους θέμα· αι Αθήναι δηλαδή θ' απέρριπτον αυτό μάλλον αδιστάκτως ή όσον απέρριψεν η Σικυών τον «Όμηρον», τον εγκωμιάσαντα το Άργος (53).

Τοιουτοτρόπως ορίζομεν σπουδαιότατον εν τη ιστορία των επών σταθμόν, υπολείπεται δε να διαγράψωμεν τον προτού και τον κατόπιν δρόμον. Αρχόμενοι δε από των κατόπιν, παρατηρούμεν ότι η παραδιδομένη ερμηνεία του Ομήρου απορρέει από των γραμματικών της Αλεξανδρείας, των ακμασάντων κατά τον τρίτον και τον δεύτερον αιώνα π. Χ., ήτοι Ζηνοδότου του Εφεσίου (γεννηθέντος περί τα 325), Αριστοφάνους του Βυζαντίου (γεννηθέντος περί τα 257) και ιδίως Αριστάρχου του εκ Σαμοθράκης (215-145), του εγκυροτάτου περί της πρώτης εις τους αρχαίους γνωστής ποιήσεως κριτικού. Αλλ' η περί αυτού γνώσις ημών προέρχεται εξ επιτομής των έργων τεσσάρων μεταγενεστέρων λογίων, ήτοι του _περί της Αρισταρχείου διορθώσεως_ έργου του Διδύμου, της _περί σημείων Ιλιάδος και Οδυσσείας_ πραγματείας του Αριστονίκου (ήτοι των σημείων, άπερ μετεχειρίσθη ο Αρίσταρχος) της _Ιλιακής προσωδίας_ του Ηρωδιανού και του _περί της στιγμής της παρ' Ομήρω_ έργου του Νικάνορος. Τούτων ο Δίδυμος και ο Αριστόνικος ήκμαζον επί Αυγούστου, η δε επιτομή απετελέσθη κατά τον τρίτον μ. Χ. αιώνα· το χειρόγραφον εν ώ σώζεται, είναι ο περίφημος Ενετικός (Α) κώδιξ της δεκάτης εκατονταετηρίδος, ο περιέχων την Ιλιάδα, ουχί δε και την Οδύσσειαν.

Δυνάμεθα λοιπόν να είπωμεν αρκετά περί της καταστάσεως των Ομηρικών επών κατά τον δεύτερον π. Χ. αιώνα, και να ελπίζωμεν ότι θα αποκαταστήσωμεν μετά μικρών μόνον σφαλμάτων το «κατ' Αρίσταρχον» κείμενον αυτών, δηλαδή κείμενον, όπερ θα ηδύνατο οπωςδήποτε να εγκρίνη και ο δοκιμώτατος εκείνος κατά την ακμήν της ελληνικής κριτικής γραμματικός. Αλλ' όμως οφείλομεν να προχωρήσωμεν και περαιτέρω, εκτός αν θέλωμεν να φανώμεν ανάξιοι του Αριστάρχου οπαδοί και αδιάφοροι προς την Φιλολογίαν. Και εν πρώτοις, εάν τα σχόλια ημών προέρχονται από του Αριστάρχου, πόθεν έρχεται το κείμενον ημών; Βεβαίως εκ του Αριστάρχου, αλλ' εκ του παραδεδομένου κειμένου, — της «βουλγάτας» των ημερών αυτού — προς διόρθωσιν του οποίου εξέδωκε τας δύο του εκδόσεις και επί του οποίου ούτ' εκείνος ούτε άλλος ουδείς ηδυνήθη να επιθέση αυθεντικήν σφραγίδα. Ουδέ μετέβαλε τολμηρώς το κείμενον ο Αρίσταρχος· απ' εναντίας, σπανίως ή ουδέποτε «διώρθωσεν» εξ απλής εικασίας, και ηθέτησε μεν πολλούς στίχους ως νόθους, αλλά δεν εξέβαλεν αυτούς. Ούτως αι μέγισται μεταξύ της Αρισταρχείου. και των κοινών εκδόσεων διαφοραί δεν είναι ουδέ τόσον μεγάλαι, όσον αι μεταξύ των εις τέταρτον και των εις φύλλον εκδόσεων του _Αμλέτου_ του Σαιξπήρου.

Βλέπομεν όμως ότι ο Αρίσταρχος είχε πολλάς ενώπιόν του εκδόσεις ή «διορθώσεις», διαφερούσας από τε της «κοινής» και απ' αλλήλων· διότι αναφέρει τρεις τάξεις αυτών, τας _κατ' άνδρα_, περιεχούσας αναγνώσεις ή σημειώσεις ποιητών, ως ο Αντίμαχος και ο Ριανός, ή λογίων, ως ο Ζηνόδοτος· τας _κατά πόλεις_, προερχομένας εκ Μασσαλίας, Χίου, Άργους, Σινώπης και καθόλου πανταχόθεν πλην των Αθηνών, της πατρίδος του κοινού κειμένου· και τέλος εκείνας, άς αποκαλεί _τετριμμένας, δημώδεις_, ή _εικαιοτέρας_, εις άς ασφαλώς δυνάμεθα να κατατάξωμεν την _πολύστιχον_.

Των διαφορών τούτων την έκτασιν και τα όρια δεικνύουσιν αι εκ του Ομήρου περικοπαί των προ των γραμματικών της Αλεξανδρείας συγγραφέων. Και δη μαρτυρούσι πρώτον ότι και εν Αθήναις το κοινόν κείμενον δεν είχεν ασφαλώς αποκατασταθή προ του 300 έτους π. Χ. Διότι ο Αισχίνης, ανήρ λόγιος, όχι μόνον ισχυρίζεται (54) ότι η φράσις «_φήμη δ ες στρατόν ήλθεν_» απαντά «_πολλάκις εν τη Ιλιάδι_», ενώ είναι ανύπαρκτος εν τοις ημετέροις κειμένοις, αλλά και παραθέτει αυτολεξεί χωρία του Θ και του Ψ μετά στίχων όλως διαφόρων. Το αυτό δε μαρτυρούσι και οι του τρίτου αιώνος πάπυροι, και μάλιστα το απόσπασμα του Λ, όπερ εδημοσίευσε τω 1891 ο καθηγητής Mahaffy (55) και το εκ της αυτής ραψωδίας απόσπασμα, όπερ εδημοσίευσε τω 1894 ο κ. Nicole (56). Το πρώτον λόγου χάριν, περιέχον τας αρχάς ή τα τέλη 38 στίχων του Λ μεταξύ 502 και 537, παραλείπει ένα των ημετέρων στίχων, περιλαμβάνει τέσσαρας ξένους και έχει δύο άλλους διαφόρους των ημετέρων, περιέχει δηλαδή σπουδαίας διαφοράς εντός χώρου τόσον μικρού. Εξ άλλου όμως αι διαφοραί και τούτου και των λοιπών παπύρων φαίνονται μόνον λεκτικαί. Πραγματικάς διαφοράς ουδέν του τετάρτου αιώνος κείμενον παρέχει.

Το πόρισμα της μαρτυρίας ταύτης δεικνύει τους δύο τελευταίους σταθμούς των Ομηρικών επών. Η κανονική αφήγησις των γεγονότων και η τάξις των επεισοδίων καθωρίσθη βαθμηδόν, κυρία δε αρχή του καθορισμού τούτου υπήρξεν η κατά τα Παναθήναια ραψωδία των επών (57). Η δε λέξις του κειμένου καθ' έκαστον στίχον απεκρυσταλλώθη διά της συνεχούς σχολικής επαναλήψεως και των ιδιαιτέρων αναγνώσεων και διά φιλολογικών σπουδών, ών κορωνίς υπήρξεν η λεπτομερής κριτική του Ζηνοδότου και των εν τω Μουσείω διαδόχων αυτού.

Στρεφόμενοι δε προς τα οπίσω, εκπλησσόμεθα παρατηρούντες ότι ενώ αι ομηρικαί περικοπαί των πλείστων συγγραφέων του τετάρτου και πέμπτου π. Χ. αιώνος, και αυτού του Αριστοτέλους λόγου χάριν, διαφέρουσιν ικανώς του ημετέρου κειμένου, αι παρά Πλάτωνι συμφωνούσι προς αυτό σχεδόν κατά λέξιν (58). Αναγκαίως λοιπόν αγόμεθα εις το εξ άλλης αφορμής συμπέρασμα του Grote, ότι Δημήτριος ο Φαληρεύς, προςκληθείς υπό Πτολεμαίου του α' να συστήση την εν Αλεξανδρεία βιβλιοθήκην, μετεχειρίσθη τας υπό του Πλάτωνος εις την Ακαδήμειαν κληροδοτηθείσας βίβλους (59).

Η ανάλυσις αύτη επαναφέρει ημάς εις την κατά τα Παναθήναια ραψωδίαν των επών. Καθώς είδομεν, ταύτης αποτέλεσμα η καθιέρωσις της _Ιλιάδος_ και της Οδυσσείας ως του κατ' εξοχήν «Ομήρου», ο καθορισμός της τάξεως των επεισοδίων και, εννοείται, η διαφύλαξις αυτού ως ιερού κειμηλίου των Αθηνών. Αλλά πότε ενομοθετήθη τούτο; Και ήτο πράγματι νόμος ή απλώς βαθμιαία πρόοδος, ήν η παράδοσις κατά το σύνηθες παρέστησεν ως νόμον;

Και περί μεν του χρόνου, βεβαίως η καθιέρωσις του εθίμου δεν ήτο παλαιοτέρα του Ιππάρχου, του τελευταίου των ανδρών, εις ούς αποδίδεται· επεκράτησε δηλαδή τούτο ουχί πριν ο Ιππίας τυραννεύση, πιθανώς δε και μετά την κατάλυσιν της τυραννίδος. Αλλ' η καθιέρωσις των έργων του μεγάλου Ίωνος ποιητού ως σπουδαίου μέρους της σεμνοτάτης θρησκευτικής τελετής των Αθηνών ήτο γεγονός, δυνάμενον να συμβή μόνον κατά περίοδον πλήρους αδελφώσεως μετά της Ιωνίας. Τοιαύτη δε τάσις αρχίζει εν Αθήναις από της επαναστάσεως των Ιώνων διότι προ του 500 π. Χ. οι Αθηναίοι περιεφρόνουν τους υποτιθεμένους εκείνους συγγενείς, ο δε Κλεισθένης είχε καταργήσει και τα Ιωνικά των φυλών ονόματα. Το έτος 499 είναι η αρχή της μεγάλης πανιωνικής περιόδου της Αθηναϊκής πολιτικής, ότε αι Αθήναι αναδέχονται την θέσιν μητροπόλεως και προστάτιδος της Ιωνίας, ασπάζονται την ιωνικήν παιδείαν, και ανέρχονται εις την πνευματικήν ηγεμονίαν της Ελλάδος. Παιδεία και γράμματα φαίνεται ότι κατέλιπον τότε την Μίλητον, όπως κατέλιπον την Κωνσταντινούπολιν μετά τα 1453, φυσικόν δε καταφύγιον αυτών υπήρξαν αι Αθήναι. Κατωτέρω θα γνωρίσωμεν τους μεγάλους άνδρας, και τους σπουδαίους νεωτερισμούς, όσοι τότε επέρασαν εκ της Ασίας εις τας Αθήνας· εκ τούτων ήτο και η παραδοχή του ιωνικού αλφαβήτου υπό των ιδιωτών και των λογογράφων.

Το μεν αττικόν αλφάβητον ήτο αρχαϊκόν και άκομψον, στερούμενον διπλών συμφώνων και μακρών φωνηέντων, το δε ιωνικόν είναι περίπου τα και νυν εύχρηστα κεφαλαία. Ενώ δ' επισήμως δεν έγινε δεκτόν εν Αθήναις προ του 404 — τα δημόσια ψηφίσματα διετήρουν το αρχαϊκόν μεγαλείον — ήδη κατά τα Μηδικά εχρησιμοποιείτο υπό των ιδιωτών (60)· ήλθε δηλαδή ότε αι Αθήναι ανεδείχθησαν μητρόπολις της Ιωνίας και παρέλαβον την ιωνικήν ποίησιν ως μέρος του ιερού των θησαυρού. Αλλ' όμως εδώ προκύπτει παράδοξος δυσκολία. Ο Όμηρος εν Ιωνία εγράφετο βεβαίως διά ιωνικού αλφαβήτου. Η δε ημετέρα παράδοσις, υποστηριζομένη ρητώς υπό πολλών μαρτυριών των Αλεξανδρέων, και διά κριτικών εκ του κειμένου εικασιών (61), δεικνύει σταθερώς ότι τα παλαιά του Ομήρου κείμενα ήσαν γραμμένα δι' Αττικού αλφαβήτου. Αλλ' αν ο Όμηρος προσήλθεν εις τα Παναθήναια ακριβώς ότε και το νέον Ιωνικόν αλφάβητον ήλθεν εις τας Αθήνας, διατί μετεγράφη από της τελειοτέρας γραφής εις την ατελεστέραν; Η απάντησις δεν είναι δύσκολος, λύει δε και άλλο ζήτημα, άλυτον προτού. Αντίγραφα του Ομήρου εγράφησαν διά του επισήμου αττικού αλφαβήτου, καθόσον η κατά τα Παναθήναια ραψωδία των επών ήτο τελετή επίσημος, νομίμως καθωρισμένη(62).

Yπήρχεν άρα γραπτός νόμος, σύμπτωμα της καθόλου ιωνιζούσης διαθέσεως των πρώτων δεκαετηρίδων του πέμπτου π. Χ. αιώνος. Αλλά δυνάμεθα να διακρίνωμεν ακριβέστερον ταποτελέσματα του νόμου τούτου;

Βεβαίως διέγραφε τάξιν τινά και υπήρξεν αφορμή προς καταρτισμόν επισήμου κειμένου. Είναι δε φανερόν ότι προσήλωσις εις μεν τας λέξεις δεν ήτο αναγκαία, αλλ' εις την ύλην ήτο. Φαίνεται δε σχεδόν βέβαιον ότι η επιβληθείσα τάξις δεν ήτο νέα τις και αυθαίρετος, αλλά ήδη γνωστή και αγαπητή εις τους Αθηναίους· εννοείται δ' όμως ότι δυνατόν να ήτο απλώς και μία των ποικίλων εκδόσεων των φερομένων ανά τα διάφορα Ομηρικά κέντρα της Ιωνίας, αλλά πιθανώς ουδαμού υποχρεωτική και δεσπόζουσα· οπωςδήποτε τούτο είναι βέβαιον, ότι ο νόμος εκείνος ήτο σπουδαία αρχή, όπως οριστικώς αφαιρεθή το έπος εκ των χειρών των ραψωδών.