Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 29

Chapter 29179 wordsPublic domain

Τι ήτο η φιλοσοφία του, δεν εκφράζουσι σαφώς ούτε ο _Κατά των σοφιστών_, όστις αποτελεί περίληψιν του συστήματός του, ούτε η εξεζητημένη εκείνη υπεράσπισις του βίου και των ιδεών του, ο _Περί αντιδόσεως_. Η φιλοσοφία του Ισοκράτους δεν ήτο ό,τι συνήθως καλείται τοιουτοτρόπως, δηλαδή παράδοξος μεταφυσική, ή καθαρά λογομαχία ή η απόλυτος εκ των προτέρων περί παντός γνώσις, όσα πολλοί προσφέρουσιν ευθηνά προς κατανάλωσιν, αλλ' ουδείς αληθώς κατέχει. Ουδέ ήτο μόνον απλή δεξιότης είτε προς συγγραφήν δικανικών λόγων, όπως η του Λυσίου, είτε προς αυτοσχεδιασμόν, ως η του Αλκιδάμαντος. Ο Ισοκράτης φιλοσοφίαν εννοεί ό,τι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, δηλαδή πρακτικήν καλλιέργειαν όλου του πνεύματος, ενίσχυσιν του χαρακτήρος, σχηματισμόν ορθής κρίσεως και ανάπτυξιν τελειοτάτην του υψίστου των ανθρωπίνων αγαθών, της γλώσσης. Θέλει τον φιλόσοφον ερασιτεχνικόν γνώστην πολλών θεμάτων, ιστορίας, διαλεκτικής, μαθηματικών, της τότε πολιτικής καταστάσεως της Ελλάδος, και τέλος της λογοτεχνίας. Καθόλου ο Ισοκράτης ήτο πολύ φιλοσοφικώτερος και λογικώτερος των τότε συνήθων ρητόρων και πολύ πρακτικώτερος και συνετώτερος των τότε φιλοσόφων· διαρκώς παρεπονείτο ότι και οι φιλόσοφοι και οι πρακτικοί άνθρωποι παρέβλεπον την ιδικήν του μέσην οδόν και ότι οι πολλοί δεν τον εννοούσαν. Ο Πλάτων σαφέστατα τον επικρίνει δις. Εν τω _Φαίδρω_ (βλ. ανωτ. σελ. 305) Λέγει [σ. 378 Ε] «_νέος έτι Ισοκράτης_», αλλά προτιμητέος των κοινών ρητόρων. Εν δε τω επιλόγω του _Ευθυδήμου_(297)] ο Κρίτων αναφέρει τους κατά του Σωκράτους ψόγους ανωνύμου τινός ανδρός, ερωτώμενος δε ποίος ούτος, λέγει [305 β] _Ήκιστα νη τον Δία ρήτωρ, ουδέ οίμαι πώποτ' αυτόν επί δικαστήριον αναβεβηκέναι· αλλ' επαΐειν αυτόν φασι περί του πράγματος». { { " Not a philosopher, not a speaker." Crito doubts if he has ever been into a law-court; but he understands the art of speech, and writes wonderfully. } } — «Ήδη μανθάνω_» απαντά ο Σωκράτης . . . «_ούτοι γαρ εισι μεν, ω Κρίτων, ούς έφη Πρόδικος μεθόρια φιλοσόφου τε ανδρός και πολιτικού, οίονται δ' είναι πάντων σοφώτατοι ανθρώπων . . . ει μεν ουν η φιλοσοφία αγαθόν έστι και η πολιτική πράξις, προς άλλο δε εκατέρα, ούτοι δε αμφοτέρων μετέχοντες τούτων εν μέσω εισίν, ουδέν λέγουσιν· αμφοτέρων γαρ εισι φαυλότεροι_». { "he is what Pro-dicus used to call a Boundary Stone, half philosopher and half practical statesman. The Boundary Stones believe themselves to be the wisest people in the world; but probably are not so. For practical statesmanship may be the right thing, or philosophy may be the right thing, or conceivably both may be good, though different. But in none of these cases can that which is half one and half the other be superior to both. Perhaps in our friend's eyes both are positively bad?" } Η προς τον Ισοκράτην ομοιότης είναι αναμφισβήτητος. Αλλ' ο Ισοκράτης είχεν εύκολον απάντησιν· ότι και ο πρακτικός πολιτικός και ο φιλόσοφος είναι μονομερείς· ο πρώτος χρειάζεται παιδείαν και ανάπτυξιν της φαντασίας, ο δε άλλος αποβάλλει την αντίληψιν της πραγματικής ζωής. Η τοιαύτη απάντησις εξηγεί την επιτυχίαν του Ισοκράτους. Η σχολή του απέβη τω όντι Πανεπιστήμιον της Ελλάδος· διότι παρείχεν ευρείαν παίδευσιν εις τους μη θέλοντας να γίνωσιν ειδικοί μαθηματικοί ή αποκλειστικοί φιλόσοφοι. Πάντες οι άριστοι της επομένης γενεάς εξήλθον εκ της σχολής του — οι πολιτικοί Τιμόθεος και Λεωδάμας, ο τραγικός Θεοδέκτης, οι ιστορικοί Έφορος και Θεόπομπος, οι ρήτορες Ισαίος, Λυκούργος, Αισχίνης, Υπερείδης και πλείστοι άλλοι. Ο Αλεξανδρεύς Έρμιππος έγραψε κατόπιν βιβλίον όλον _*Περί των Ισοκράτους μαθητών._

Ολίγον ίσως μετά την ίδρυσιν της σχολής έγραψε κατά τον τρόπον του Γοργίου δύο ελαφρά γυμνάσματα σωθέντα, τον _Βούσιριν_, όπου υπερασπίζει τους Σωκρατικούς, και την ωραίαν _Ελένην_, όπου ευφυώς ομιλεί περί των φιλοσόφων. Το περί κάλλους χωρίον της Ελένης (54-58) είναι σχεδόν Πλατωνικόν κατά το ύφος και την χάριν. Αλλ' αριστούργημά του είναι ο _Πανηγυρικός_, όν έγραψε χάριν της πανηγύρεως της κατά την εκατοστήν Ολυμπιάδα, (380 π. Χ.). Εκτός της μεγαλοπρεπείας της λέξεως δεικνύει αρετάς μεγάλου δημοσιολόγου. Περιλαμβάνει δηλαδή σαφή έκθεσιν της συγχρόνου ιστορίας και της τότε καταστάσεως της Ελλάδος και θαυμασίαν δικαιολογίαν των Αθηνών και επίκλησιν προς τους Πανέλληνας υπέρ ανανεώσεως της συμμαχίας. Κατ' αλήθειαν δεν είναι ίσος προς πάντας τους Έλληνας· π.χ. ο τόνος των παραγράφων 122-132 δεν θα ήρεσεν εις τους Λακεδαιμονίους, αλλά θα συνεκίνησε τους νησιώτας. Μετά δύο έτη 70 πόλεις, ηγουμένης της Χίου, προσετέθησαν εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν και ο Ισοκράτης συνώδευσεν επί δύο έτη τον στρατηγόν Τιμόθεον αναλαβόντα να οργανώση τας συμμαχίδας νήσους και τας επιθαλασσίας πόλεις. Τότε φαίνεται ότι έγινε ξένος του Ευαγόρου, του βασιλέως της εν Κύπρω Σαλαμίνος, όστις εμάχετο σχεδόν μόνος επί οκτώ έτη κατά των Περσών. Η Κύπρος ήτο το μεθόριον μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων, και παν προς τα εμπρός βήμα του Ευαγόρου ήτο πρόοδος του πολιτισμού και της ελευθερίας, πάσα δε υποχώρησις ήτο επικράτησις βαρβαρικών νόμων και εθίμων. Το θέαμα τούτο αφήκε κέντρον διαρκές εις την ψυχήν του Ισοκράτους. Τω 374 ο Ευαγόρας ηττήθη και εφονεύθη, τον διεδέχθη δε ο υιός του Νικοκλής. Ο Ισοκράτης έγραψε τότε τον _Προς Νικοκλέα_, παρακινών αυτόν ενθουσιωδώς και δεξιώς ν' αναδειχθή άξιος του ελληνικού ονόματος βασιλεύς, τον _Νικοκλέα_, δημηγορίαν του βασιλέως ζητούντος παρά των Κυπρίων πρόθυμον υπακοήν, και τον Ευαγόραν, το πρώτον, ως λέγεται, εγκώμιον όπερ εγράφη περί συγχρόνου ανδρός.

Εν τω μεταξύ η εν Ελλάδι πολιτική κατάστασις μετεβλήθη. Η κατά των Λακεδαιμονίων συμμαχία των Αθηναίων και Θηβαίων ενίσχυσε μεν υπερβολικά τας Θήβας, αλλ' εξησθένισε τας Αθήνας παραπολύ. Το αντιθηβαϊκόν ρεύμα, όπερ ήτο ανέκαθεν εν Αθήναις ισχυρόν, απέβη βαθμηδόν ακατάσχετον· η πρώτη ρήξις φαίνεται ότι επήλθε κατά τα 373, ότε αι Θήβαι κατέστρεψαν αίφνης τας Πλαταιάς. Η μικρά πόλις ήτο λόγω σύμμαχος των Θηβών, αλλ' ουδέποτε φίλη· ώστε η συνθήκη επεδέχετο διαφόρους ερμηνείας. Οι απομένοντες κάτοικοι αυτής κατέφυγον εις Αθήνας, ζητούντες βοήθειαν προς επάνοδον εις την πατρίδα· αλλά τοιαύτη βοήθεια θα εσήμαινε ρήξιν των Αθηνών προς τας Θήβας και συμμαχίαν μετά της Σπάρτης. Διά του _Πλαταϊκού_ ο Ισοκράτης συνηγορεί θερμώς υπέρ των Πλαταιών, αλλ' ο λόγος, εννοείται, ήτο πολιτική μελέτη. Πραγματικοί ρήτορες ήσαν υπέρ των Πλαταιών μεν και της Σπάρτης ο Καλλίστρατος, υπέρ δε των Θηβών ο μέγας Επαμεινώνδας. Τω 366 ο Ισοκράτης έγραψε και πάλιν υπέρ της αυτής πολιτικής. Αι Θήβαι μετά το περί Λεύκτρα τρόπαιον αποκαταστήσασαι την ανεξαρτησίαν της Μεσσήνης, εζήτουν την αναγνώρισιν αυτής ως ένα των όρων της ειρήνης. Πολλοί των συμμάχων των Λακεδαιμονίων ήθελον ειρήνην αντί πάσης θυσίας· η απελευθέρωσις της πολυπαθούς Μεσσήνης δεν έβλαπτεν αυτούς, εξήγειρε δε τον ενθουσιασμόν όλης της Ελλάδος, όν εξέφραζεν ο Αλκιδάμας εν τω *_Μεσσηνιακώ_. Αλλ' η Σπάρτη ουδέποτε θα ησύχαζεν, αν παρεχώρει το ευφορώτατον μέρος των κτήσεών της και είχεν εχθρούς γείτονας τους τέως υπηκόους. Αφήκε λοιπόν τους συμμάχους της να συνάψωσιν ειρήνην χωριστά. Ο δε Ισοκράτης γράψας τον Αρχίδαμον, ως δημηγορίαν του βασιλέως τούτου, υποστηρίζει τα δίκαια της Σπάρτης. Και η μεν υπόθεσις του λόγου ήτο δύσκολος, διότι αντέκειτο προς τας αρχάς του, αλλ' ο ρήτωρ επέτυχεν εις την πρακτικήν και αισθηματικήν έκθεσιν αυτής· ο λόγος είναι τω όντι πλήρης «ήθους» ως έλεγον οι αρχαίοι, διότι απεικονίζει τον σπαρτιατικόν χαρακτήρα, ιδίως εκεί [73 §λα'] όπου ο Αρχίδαμος προτείνει τα έσχατα μέτρα· να εκπέμψωσι δηλαδή τους γονείς και τα παιδία και τας γυναίκας εις Σικελίαν και Κυρήνην, ν' αφήσωσι την Σπάρτην και να καταλάβωσι χωρίον οχυρόν, εξ ού να βλάπτωσι τους πολεμίους, γινόμενοι και νυν ό,τι ήσαν άλλοτε, στρατόπεδον αοίκων μαχητών και όχι πόλις.

Και τότε πάλιν ο Ισοκράτης είδε την πολιτικήν του κατισχύουσαν και τας Αθήνας συμμαχούσας μετά της Σπάρτης. Αλλ' εν τω μεταξύ αι μεγάλαι των Αθηνών ελπίδες είχον μαρανθή· αι συμμαχίδες πόλεις υπώπτευον το άστυ, και αι δαπάναι της ηγεμονίας αυτών ήσαν μεγάλαι. Ο Ισοκράτης αφότου είχεν ιδεί τον Ευαγόραν, διεμόρφωσεν οριστικώτερον το πολιτικόν του πρόγραμμα· τούτο ήτο ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων, κατάλυσις της πειρατείας, απελευθέρωσις των εν Ασία Ελληνίδων πόλεων, ακώλυτος προς τα εκεί αποικισμός και παγκόσμιος του ελληνισμού διάδοσις. Ήδη από του 367 είχε δημοσιεύσει επιστολήν προς τον Διονύσιον των Συρακουσών, όστις τότε είχε σώσει τους εν τη Δύσει Έλληνας από των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων, καλών αυτόν εις την Ανατολήν προς απελευθέρωσιν των Ελληνίδων πόλεων από των Περσών. Αλλ' ο Διονύσιος απέθανε κατά το επόμενον έτος, ο δε Ισοκράτης ήλπιζε πλέον τα πάντα παρά της αθηναϊκής συμμαχίας. Αλλ' όμως τω 357 η συμμαχία διελύθη, ο δ' επακολουθήσας πόλεμος κατέληξεν εις την απώλειαν της ηγεμονίας. Αι Αθήναι κατέβησαν έκτοτε εις την σειράν κοινής μεγάλης ελληνικής πόλεως και υπό την ηγεσίαν του Ευβούλου κατεγίνοντο μόνον εις περιορισμόν των δαπανών και διατήρησιν της ειρήνης. Ο Ισοκράτης ήτο εκ των ολίγων όσοι ενόησαν τι εσήμαινεν η τοιαύτη πολιτική, δηλαδή τελικήν εγκατάλειψιν πάσης αξιώσεως. Εν τω _Περί ειρήνης_ υποστηρίζει την αυτονομίαν των πόλεων, μεταχειριζόμενος επιχειρήματά τινα των νησιωτών, άπερ είχεν άλλοτε αποκρούσει εν τω _Πανηγυρικώ_.

Περί τους αυτούς χρόνους διά του _Αρεοπαγιτικού_ συνηγόρησεν υπέρ της κατ' οίκον μετρίας πολιτικής, δηλαδή της του Φωκίωνος και του Αριστοτέλους, ζητών επάνοδον εις την «_πάτριον πολιτείαν_» των παλαιών Αθηνών, ήν συνδέει μετά του Αρείου Πάγου. Φανερώτερον ο λόγος είναι συνηγορία υπέρ του Ευβούλου, καθώς ο _Οικονομικός_ του Ξενοφώντος. Αλλ' είν' επίσης και απόδειξις της ηθικής καταστάσεως και της δυσπιστίας του καιρού εκείνου, του αισθήματος όπερ άγει τον Δημοσθένην εις μομφάς καθ' όλης της Ελλάδος. Ολίγον προ του τέλους του κοινωνικού πολέμου ο Ισοκράτης έγραψε την προς Αρχίδαμον της Σπάρτης επιστολήν καλών αυτόν όπως άλλοτε τον Διονύσιον. Τις άλλος ηδύνατο καθώς εκείνος να εκστρατεύση κατά των βαρβάρων; Ο πατήρ του ο Αγησίλαος εξεστράτευσε και εδοξάσθη, απέτυχε δε μόνον επειδή ανεκόπη, και επειδή επεχείρησε «_των φίλων τους φεύγοντας εις τας πόλεις καταγαγείν_». Όθεν ο Αρχίδαμος έπρεπε τους μεν Έλληνας ν' απαλλάξη των πολέμων, τους δε βαρβάρους να παύση υβρίζοντας. Ο Ισοκράτης ήτο τότε (356) 80 ετών και τα πλείστα των έργων του έχουσιν αρκετήν μεμψιμοιρίαν, ήν φαίνεται και αυτός συναισθανόμενος· αλλά το πολιτικόν του βλέμμα παρέμεινεν εκτάκτως οξύ και απροκατάληπτον. Επέμενε πάντοτε εις την κυρίαν του ιδέαν, αλλά μετέβαλλε δεξιώς το ένδυμά της. Είχεν ήδη εγκαταλείψει την ελπίδα της αθηναϊκής ηγεμονίας, και έπαυσε πιστεύων — ίσως ευκολώτερον ή όσον έλεγεν (298) — εις την ανόρθωσιν της πολιτείας. Μετά δε την αποτυχίαν του Αρχιδάμου εστράφη προς τον Φίλιππον. Ως ο Δημοσθένης, έβλεπε και αυτός ότι ο Φίλιππος ήτο αυξανομένη δύναμις· αλλά δεν εθεώρει αυτόν εχθρόν· προ πολλού είχεν εννοήσει ότι η ηγεμονία των Αθηνών ήτο πλέον απραγματοποίητος. ΠροσεπάΘησε λοιπόν να διατηρή φιλίαν προς τον Φίλιππον, και δι' αυτής να μετριάζη τας εκ του πολέμου συμφοράς. Είναι δε δύσκολον ν' αναγνώση τις απαθής τον Φίλιππον, τον προς τον βασιλέα λόγον, όν έγραψεν αμέσως μετά την ειρήνην του 346· κατά την διάρκειαν του κατ' αυτού πολέμου είχεν αποφύγει να του γράψη, αλλ' ήδη ελάλησε μετά πολλής παρησσίας (299) αλλά και πολλής δεξιότητος. Λέγει προς αυτόν ότι και άλλοτε ανεζήτησεν ηγεμόνα της Ελλάδος, τον Ιάσονα των Φερών, τον Διονύσιον, τον Αρχίδαμον, αλλ' ουδείς τούτων ηύρεν οποίαν ο Φίλιππος ευκαιρίαν ότι πρέπει να διαλλάξη τους Έλληνας, — τας Αθήνας, την Σπάρτην, και Θήβας και την Κόρινθον — και ν' αναδειχθή ελευθερωτής και φιλάνθρωπος ηγεμών της Ελλάδος και ευεργέτης πάντων. Τούτο δεν πρέπει να θεωρήσωμεν ως απλούν όνειρον του Ισοκράτους. Ό,τι επίστευεν ήτο πραγματικόν, και απεδείχθη παντός άλλου, εγγύτερον προς τα κατόπιν συμβάντα. Όσα δε δεινά εζήτει ο Ισοκράτης να περιστείλη ήτο πράγματι ανάγκη να εκλείψωσιν, η οικονομική στενοχώρια, ο πλεονάζων πληθυσμός, οι πολλοί μισθοφόροι, και οι πειραταί, οίτινες εκτός της βραχείας ηγεμονίας των Αθηνών, της Ρόδου [της Κωνσταντινουπόλεως] και ίσως της Βενετίας, εβασάνισαν την ανατολικήν Μεσόγειον από του Ομήρου μέχρις αυτού του δεκάτου ενάτου αιώνος.

Αλλ' αι Αθήναι απέβλεπον εμμόνως εις τον ολέθριον πόλεμον, ουδόλως υποχωρούσαι εις τον εχθρόν. Τότε ο Ισοκράτης εμισήθη, αλλ' είναι άξιον προσοχής, ότι ουδέ κατά τους καχυπόπτους εκείνους καιρούς διεβλήθη ως δωροδόκος. Τον ωνόμαζον μόνον διαφθορέα των πολιτικών, όσοι υπήρξαν μαθηταί του. Κατά των διαβολών εκείνων έχομεν δύο απολογίας· τον _Παναθηναϊκόν_, — όστις εγράφη χάριν των Παναθηναίων τω 342, αλλά δεν επερατώθη εγκαίρως — δεύτερον εκχύλισμα του _Πανηγυρικού_, και τον _Περί αντιδόσεως_, υπεράσπισίν του διδασκαλικού του βίου.

Μετά μίαν έτι επιστολήν ο μακρός βίος εκόπη. Η μάχη της Χαιρωνείας του 338 έπληξε βαρύτατα τον γέροντα. Ήτο μεν αυτή πλήρωσις των προρρήσεών του και καθίστα το πρόγραμμά του δυνατόν, αλλ' όμως ήτο ανυπόφορος. Η πατρίς του εταπεινώθη, ο δε ήρως του ελέγετο ότι έπινεν εύθυμος εν μέσω των νεκρών. Τότε ο Ισοκράτης εξετέλεσε την τελευταίαν προς την πατρίδα του υπηρεσίαν. Έγραψε νέαν επιστολήν [3] προς τον νικητήν του οποίου ουδείς εγνώριζε τας διαθέσεις· δεν μετεχειρίσθη καμμίαν λέξιν υποταγής, ουδέ συνεχάρη τον Φίλιππον διά την νίκην· αλλά θεωρών αγαθάς τας προς τους Έλληνας διαθέσεις αυτού, τον προτρέπει και πάλιν ήδη, ότε το πράγμα τυγχάνει «πολύ ράον», ν' αναγκάση «τους βαρβάρους ειλωτεύιν». Αλλ' ο Ισοκράτης δεν είδε το αποτέλεσμα της παραινέσεώς του. Ηυτοκτόνησεν άρα γε; Οι μεταγενέστεροι — ο Διονύσιος, ο Παυσανίας, ο Φιλόστρατος, ο Λουκιανός, ο Ψυδοπλούταρχος και ο _Βίος_ — ομοφωνούσιν. Οπωσδήποτε βέβαιον είναι ότι εννέα ημέρας — ο Αριστοτέλης λέγει πέντε — μετά την μάχην της Χαιρωνείας ο Ισοκράτης ήτο νεκρός.

Οι επτά δικανικοί του λόγοι είν' έντεχνοι, και απηλλαγμένοι σοφισμάτων, αλλά και υπέρ το δέον κομψοί και γλαφυροί. Αι δε επιστολαί του, η _τοις Ιάσονος παισίν, η Τιμοθέω, και η τοις Μυτιληναίων άρχουσι_, μαρτυρούσι πόσην είχε δύναμιν ο μονήρης εκείνος διδάσκαλος. Οι δε θεωρούντες αυτόν κόλακα των βασιλέων, προς ούς έγραφεν, ας αναγνώσωσι και την επιστολήν του Σωκρατικού αντιπάλου του (300), (του Σπευσίππου;)

Είπομεν ήδη τινά περί του πώς διέκειτο προς αυτόν ο Πλάτων (301). Και ο Αριστοτέλης δεν ήτο διάφορος. Οι μαθηταί των ανέπτυξαν κατόπιν πολλήν αμοιβαίαν έχθραν, αλλ' οι διδάσκαλοι εσέβοντο αλλήλους. Και ο μεν Πλάτων είχεν άλλην σφαίραν ενεργείας· αλλ' ο Αριστοτέλης εδίδαξε και αυτός ρητορικήν και ελέγετο ότι παρωδών στίχον του Ευριπίδου είπεν· «_ Αισχρόν εστι σιγάν, Ισοκράτη δ' εάν λέγειν_» { "Base to sit dumb, and let barbarians speak" by substituting 'Isocrates' for 'barbarians.' }. Η αυστηρά επιστημονική μέθοδος της _Ρητορικής_ του ήτο, εννοείται, επίκρισις της κατά το ήμισυ εμπειρικής μεθόδου του Ισοκράτους. Αλλ' ο Αριστοτέλης επέκρινε μεν, αλλά και εδιδάσκετο. Όχι μόνον το πρώτον του έργον η περί φιλοσοφίας παραίνεσις εδείκνυε προτίμησιν προς το Ισοκρατικόν πρότυπον αντί του Πλατωνικού, αλλά και κατόπιν οσάκις επεζήτησε καλόν ύφος, εμιμήθη το του Ισοκράτους. Έπειτα δε μεταξύ των παλαιοτέρων διδασκάλων της ρητορικής ο Ισοκράτης, αν και μη φιλόσοφος όσον ήθελεν ο Αριστοτέλης, ήτο πάντως ο φιλοσοφικώτερος. Και εις τούτο, καθώς εις παν άλλο, ηκολούΘησε την μέσην οδόν και απέφυγε την μανίαν των ακροτήτων. Αλλά κατά τινας τούτο ήτο και το κύριον ελάττωμά του. Τι ήτο; τεχνίτης του ύφους ή πολιτικός συγγραφεύς; Συνεβούλευε πράγματι την πόλιν, ή απλώς παρείχεν υποδείγματα ρητορείας εις τους μαθητάς του;

Τοιαύτη επίκρισις δεν είναι δικαία· διότι δύναται να εφαρμοσθή εις πάντα ρήτορα και λογογράφον, εις τον Γράτταν, τον Βούρκε, τον Κικέρωνα και αυτόν τον Δημοσθένη. Ίσως η αληθινή αιτία του περιέργου εκείνου καμάτου, όν παράγει σήμερον εις τον αναγνώστην ο Ισοκράτης, είναι αφ' ενός μεν η αποστροφή μας προς την κανονικότητα του ρέοντος και ομαλού ύφους, όπερ τόσον διέδωκεν ο δέκατος όγδοος αιών, ώστε ημείς το βαρυνόμεθα· αφ' ετέρου δε η εξ αυτού έλλειψις πάσης υψηλοτέρας εμπνεύσεως. Ο Ισοκράτης ήτο μάταιος· επεδίωκε πεζόν λόγον υπέρτερον των Ομηρικών επών, εν ώ δεν ενόει την ποίησιν και απεδοκίμαζε την μουσικήν. Αλλά τοιαύτα σφάλματα δεν συγχωρούνται· διότι προσβάλλουσιν ό,τι αιώνιον έχει ο βίος των ανθρώπων. Κατά δε την θρησκείαν ο Ισοκράτης ήτο μέτριος, ως συνήθως· δηλαδή ευσεβής, αλλ' ουδέποτε δεισιδαίμων, μεταχειριζόμενος τας θρησκευτικάς παραδόσεις ως στοιχεία των λόγων του και βαθύτερον αποδεικνύων την έλλειψιν εκείνην πάσης πίστεως — είτε εις τον νουν, είτε εις τον Δία, είτε εις την φιλοσοφίαν — την έλλειψιν, ήτις είναι χαρακτηριστικόν των μετρίων και πρακτικών ηθικολόγων. Αλλ' όμως υπήρξε χρηστός και οξύς, ισχυροτάτη δύναμις εν τη ιστορία των γραμμάτων, και είς των μεγίστων διδασκάλων, όσοι ποτέ υπήρξαν. (302)

ΙΖ'

ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΤΣ ΠΑΙΑΝΙΕΥΣ

Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ (303) έχασε τον πατέρα του επταετής. Οι δε κηδεμόνες του ενοσφίσθησαν την περιουσίαν του και αφήκαν απροστάτευτον την μητέρα του, [ήτις ήτο σκυθικής καταγωγής], Εκείνη όμως κατώρθωσε να αναθρέψη το ασθενικόν, δειλόν, κα αγύμναστον παιδίον. Εξάπαντος δε και οι δύο θα εκάθηντο συχνά συλλογιζόμενοι πόσα είχον αδικηθή. Ο δε Δημοσθένης ευθύς ως απέκτησε το νόμιμον δικαίωμα εκίνησε κατά των κηδεμόνων του αγωγήν [364]. Αυτοί ήσαν άνθρωποι ισχυροί μεταξύ της τότε διοικούσης φατρίας, και επεχείρησαν ν' αποκρούσωσι το μειράκιον δι' ανταγωγής και στρεψοδικίας. Ότε δε τέλος εκέρδισε την δίκην, δεν υπήρχε πλέον πολλή περιουσία προς ανάληψιν. Ούτως ο Δημοσθένης ωφελήθη μάλλον εκ της πρακτικής πείρας των νόμων και της δικανικής, εις ήν τον είχον, ως λέγεται, ασκήσει και τα μαθήματα του Ισαίου, και απέκτησεν έχθραν προς τους εν τη αρχή. Αλλά και ο πολυχρόνιος περί χρημάτων αγών εζημίωσεν αυτόν. Φυσικά δε ήτο σπάταλος· επροίκιζε θυγατέρας απόρων πολιτών, απελύτρωνεν αιχμαλώτους, και τέλος εξώπλισε τριήρη — ετέλεσε δηλαδή μίαν των δαπανηροτάτων λειτουργιών των πολιτών. Ούτως έπεσεν εις ανέχειαν και ήρχισε να γράφη λόγους και ίσως να διδάσκη ρητορικήν. Αλλά ταχέως ευδοκίμησεν εις το έργον, καίτοι εκ φύσεως ήτο τραυλός και είχε φωνήν διακοπτομένην· ανελάμβανε δε σπουδαίας υποθέσεις, δεν ανεμειγνύετο εις δίκας εταίρων, ως ο Υπερείδης, και απέφευγε τας συκοφαντικάς καταμηνύσεις, έγραφε δε και εδημηγόρει πάντοτε περί σπουδαίων πολιτικών θεμάτων.

Η πρώτη δημοσία παράστασις αυτού έγινεν ίσως τω 355 ότε είπε τον προς _Λεπτίνην_, όστις είχε προτείνει νόμον, _είναι μηδέν' ατελή_, δηλαδή να μη μένη κανείς αφορολόγητος. Τούτο ήτο φανερόν οικονομικόν μέτρον, αλλ' αι ατέλειαι ήσαν αμοιβαί σπουδαίων διπλωματικών υπηρεσιών και απετέλουν μέρος της πολιτικής των τότε αντιπολιτευομένων, εις ούς κατετάχθη ο Δημοσθένης.

Κατά τα 357 είχεν αναλάβει την αρχήν ο Εύβουλος, ότε η κατάστασις εχρειάζετο περισυλλογήν και ησυχίαν. Η οικονομική αυτού πολιτική απεδείχθη εξαιρέτως τελεσφόρος, αλλ' εσήμαινεν εγκατάλειψιν της ηγεμονίας και κάτι χειρότερον. Διότι ο Φίλιππος ο από πολλού πολέμιος της πόλεως, κατελάμβανε το έν μετά το άλλο, τα επί της Θράκης αθηναϊκά χωρία, ο δε Εύβουλος, επειδή ο δήμος απέστεργε την ειρήνην, περιωρίζετο εις ασθενή αποκλεισμόν των μακεδονικών παραλίων και μερικάς επιδρομάς. Οι μεν σφοδροτέροι των αντιθέτων αυτού εζήτουν μαινόμενοι στρατόν 30 χιλιάδων μισθοφόρων, όπως εισβάλωσι κατ' ευθείαν εις την Πέλλαν, ο δε Δημοσθένης ήθελε μόνον έντονον δράσιν, ώστε δι' αξιολόγου τινός επιτυχίας να συναφθή έντιμος ειρήνη.

Αλλά πλην του Φιλίππου ο Δημοσθένης εστρέφετο και προς άλλα του πολιτικού ορίζοντος σημεία. Διά του _Υπέρ της Ροδίων ελευθερίας_ λόγου (353 ή 351 π. Χ;) προέτρεπε τους Αθηναίους να βοηθήσωσι τους δημοκρατικούς της Ρόδου ελπίζοντας ότι θ' ανακτήσωσι μέρος της άλλοτε δυνάμεως της πόλεως ανά το Αιγαίον. Αλλ' ο Εύβουλος ήτο εναντίον της αναμείξεως εις τον αγώνα εκείνον. Διά δε του _Υπέρ Μεγαλοπολιτών_ (353 π. Χ.;) ο Δημοσθένης, φοβούμενος την αύξησιν της Σπάρτης, προέτρεπεν εις προστασίαν της πιεζομένης Μεγάλης πόλεως. Και ίσως μεν ενεργός βοήθεια θα ήτο τότε αδύνατος, αλλά πιθανώς ηδύνατο να προλάβη το ολέθριον αποτέλεσμα, ότι δηλαδή έκτοτε οι εν Πελοποννήσω εχθροί των Λακεδαιμονίων απέβλεπον πλέον προς τον Φίλιππον. Τω 352 ο Φίλιππος απεπειράθη να διαβή τας Θερμοπύλας· και ο μεν Εύβουλος εξεγερθείς επί τέλους ανέκοψεν αυτόν, αλλ' ο κύνδυνος ήτο ήδη άμεσος και δεινός, ο δε Δημοσθένης αναπτύσσει αυτόν διά του _πρώτου Φιλιππικού_. Ο Φίλιππος υποχωρήσας τότε προς βορράν, επολιόρκησε την Όλυνθον οι δε Αθηναίοι γνωρίζοντες την σπουδαιότητα της πόλεως εκείνης, έπεμψαν εις επικουρίαν αυτής τρεις στρατιάς· αλλ' ο πολιτικώτατος βασιλεύς κατώρθωσε να εξεγείρη στάσιν εν Ευβοία. Ο Δημοσθένης διά των τριών _Ολυνθιακών_ αδιστάκτως παρορμά προς βοήθειαν της Ολύνθου· αλλ' οι κυβερνώντες επεδίωξαν το προχειρότερον, να σώσωσι την Εύβοιαν καθό πλησιεστέραν. Και η μεν Εύβοια εσώθη, αλλά η Όλυνθος έπεσε και η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να παρατείνη τον αγώνα, ότε δε ο Φιλοκράτης προέτεινεν ειρήνην, ο Δημοσθένης υπεστήριξεν αυτήν και εχειροτονήθη είς των δέκα πρέσβεων, όσοι εστάλησαν να διαπραγματευθώσι μετά του Φιλίππου. Αλλά μεταξύ εκείνων ουδένα είχεν ομόφωνον.

Επιφανέστατος αυτών μετά τον Φιλοκράτην ήτο ο ΑΙΣΧΙΝΗΣ (389 — 314 π. Χ.), ανήρ λόγιος και ουχί ταπεινού γένους, «των δε δήμων Κοθωκίδης»· αλλ' ένεκα των δυστυχημάτων του πολέμου πάντες οι οικείοι αυτού είχον αναγκασθή να ζητήσωσι βιοποριστικόν έργον· και ο μεν πατήρ του Ατρόμητος έγινε διδάσκαλος, η δε μήτηρ Γλαυκοθέα τελέστρια των μυστηρίων. Αυτός δε ο Αισχίνης έγινεν υποκριτής, — το θεατρικόν επάγγελμα δεν ενομίζετο χυδαίον — και γραμματεύς της πόλεως. Αποστρεφόμενος τους δημαγωγούς, ήτο φίλος του Ευβούλου. Οι δε τρεις σωζόμεμενοι αυτού λόγοι σχετίζονται με τον Δημοσθένη και την πρεσβείαν εκείνην.

Αι διαπραγματεύσεις υπήρξαν μακραί. Τέλος συνωμολογήθη συνθήκη, αλλά περιέχουσα δύο τουλάχιστον επικίνδυνα διφορούμενα· περιελάμβανε δηλαδή τους Αθηναίους «_και τους Αθηναίων συμμάχους _» και κατέλειπε τους συνθηκολογούντας κυρίους των χωρίων όσα τότε κατείχον. Αλλ' οι Αθηναίοι εφοβούντο περί δύο εμπολέμων, οίτινες ήσαν μεν σύμμαχοι, ουχί δε και υποτελείς· περί του Κερσοβλέπτου, βασιλέως κρατιδίου τινός της Θράκης, και περί των Φωκίων, ούς αν προσέβαλλεν ο Φίλιππος, θα εισεχώρει πλέον εις τα σπλάγχνα της Ελλάδος. Οι πρέσβεις του Φιλίππου δεν εδέχοντο μνείαν των δύο τούτων συμμάχων εν τη συνθήκη, οι δε Αθηναίοι πρέσβεις ήλπιζον να πείσωσιν αυτόν τον Φίλιππον. Περί δε του χρόνου της ειρήνης, οι μεν Αθηναίοι ήσαν υπόχρεοι αφ' ής ημέρας έλαβον τους όρκους. Αλλ' άραγε ο Φίλιππος θα ενόμιζεν εαυτόν εξ ίσου δεσμευόμενον ή θα εξηκολούθει τας επιχειρήσεις του μέχρις ού ήθελεν ομόσει; Ο μεν Φιλοκράτης και ο Αισχίνης ενόμιζον προτιμότερον να θεωρήσωσιν ως αναμφίβολον την καλήν πίστιν του βασιλέως και να προχωρήσωσι κατά τους συνήθεις τύπους. Αλλ' ο Δημοσθένης εζήτει να σπεύσωσιν όσον ήτο δυνατόν, ισχυριζόμενος ότι δεν ήτο ανάγκη να εύρωσι τον Φίλιππον εις την Πέλλαν, αλλ' όπου και αν ήτο, έστω και στερούμενοι πληρεξουσίων. Αλλ' όμως επήλθον πολλαί αναβολαί και ότε τέλος ο Φίλιππος συνήντησε τους πρέσβεις είχεν ήδη σαρώσει τον Κερσοβλέπτην και στρογγυλεύση τα προς ανατολάς όρια του κράτους του. Τότε ο Δημοσθένης διεφώνησε φανερά προς τους συμπρεσβευτάς και τον βασιλέα· απέρριψε τα συνήθη προς τους πρέσβεις δώρα, άπερ ο Φίλιππος έδιδε «_μεγαλοψύχως_», δεν προσήλθεν εις την επίσημον θυσίαν και ηθέλησε ν' αναχωρήση μόνος. Επιστρέψας δε εις Αθήνας, προέτεινεν όπως μηδένα δοθή ο συνήθης πρεσβευτικός στέφανος.