Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 28
Εν τέλει, θα ήτο παράλογον ν' αρνηθώμεν ότι η ελληνική ρητορική δεν έχει μόνιμον κάλλος. Οι _Φιλιππικοί_, _οι Ολυνθιακοί_, ο _Περί του στεφάνου_ έχουσι τον αέρα εκείνον του αιωνίου μεγαλείου, τον οποίον αποπνέουσι μόνον τα ύψιστα της φαντασίας έργα· Ο Υπερείδης, ο Αισχίνης, ο Ανδοκίδης έχουσιν ύφος διάφορον, αλλά πάντες καταλείπουσι δυνατήν εντύπωσιν. Και συνήθης δε λόγος του Λυσίου πρέπει να τύχη της προσοχής του κόσμου, ως υπόδειγμα του ύφους, της λέξεως εκείνης, ήν ο Διονύσιος ονομάζει «_λιτήν και αφελή_», δηλαδή έχουσαν πάσαν φράσιν σαφή, χωρίς πλατειασμόν, χωρίς υπερβολήν, χωρίς άλλον διάκοσμον εκτός της φυσικής χάριτος και της οξύτητος της γνησίως αττικής. Βεβαίως δεν είν' έργον τέχνης κατά την αυτήν έννοιαν όπως ποίημα του Σοφοκλέους. Η λογογραφία δ' όμως ήτο τέχνη κατά τούτο, ότι είχε κανόνας και σκοπόν, αλλ' ο σκοπός ήτο να πείση τους δικαστάς, όχι να δειχθή ωραία· ας μη πλανώμεθα εκ του Κικέρωνος και των μεταγενεστέρων περί ρητορικής τεχνοκριτών αυτοί λαλούσι τεχνικώς. Επαινούντες την φιλοπονίαν των μεγάλων, λέγουσιν ότι ο Ισοκράτης ειργάζετο δέκα έτη διά να συνθέση τον _Πανηγυρικόν_ τούτο είνε μεν διδακτικόν, αλλά και αδύνατον ν' αληθεύη, διότι ο _Πανηγυρικός_ αναφέρεται εις ωρισμένην πολιτικήν κατάστασιν, η οποία δεν διήρκεσε δέκα έτη.
Ο τόνος των ρητόρων τούτων διαφέρει εντελώς του τόνου των λοιπών, είτε των μεταγενεστέρων, ως του Διονυσίου, είτε των παλαιοτέρων, ως του Αλκιδάμαντος και του Γοργίου. Πλην του Ισοκράτους, όστις επανειλημμένως ομολογεί ότι είνε διδάσκαλος της ρητορικής και όχι ρήτωρ, ευρίσκομεν την αυτήν περί ρητορικής αρχήν κρατούσαν και τότε, όπως σήμερον, ότι δηλαδή αληθινός λόγος εθεωρείτο ο απαγγελλόμενος και ότι η προπαρεσκευασμένη ή επαγγελματική ρητορική κατεγελάτο· εάν ο Αισχίνης επανελάμβανεν ανόητον του Δημοσθένους φράσιν, έπραττεν όπως θα έπραττε και σημερινός πρακτικός πολιτικός. Εις τους νεωτέρους αναγνώστας φαίνονται τεχνητοί κυρίως οι εις την ευφωνίαν αναφερόμενοι κανόνες της αρχαίας πεζογραφίας. Η αρχαία λογοτεχνία εγράφετο διά ν' αναγνωσθή μεγαλοφώνως και η μεγαλόφωνος αυτή ανάγνωσις παρέχει την κλείδα των κανόνων του ρυθμού και της χασμωδίας, ερμηνεύει δε και πολλά του συστήματος της στίξεως, π. χ την στιγμήν, την σημαίνουσαν εγκαίρως ότι πλησιάζει το τέλος της φράσεως. Σήμερον ημείς ολίγον αισθανόμεθα τον ρυθμόν και ολιγώτερον την χασμωδίαν, ήτοι την άμεσον σύμπτωσιν δύο φωνηέντων, ενώ εξ άλλου κάλλιστα αισθανόμεθα την ομοιοκαταληξίαν. Απεναντίας δε οι Έλληνες δεν απέβλεπον μεν εις την ομοιοκαταληξίαν, αλλ' ησθάνοντο βαθυτάτα τον ρυθμόν και απεστρέφοντο την χασμωδίαν. Η χασμωδία απηγορεύετο απολύτως εν τη στιχουργία. Εν δε τη προσεκτική πεζογραφία απεφεύγετο κατά διαφόρους βαθμούς υπό των πλείστων συγγραφέων μετά τα 380 περίπου π. Χ. Την συνήθειαν ταύτην θεωρείται ότι εισήγαγεν ο Ισοκράτης, ηκολούθησαν δε πάντες οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι και οι λογοτέχναι, και αυτός ο Πλάτων και ο Ξενοφών κατά τους πρεσβυτικούς των χρόνους (288). Οι ρήτορες οι δημοσιεύοντες τα έργα των ησθάνθησαν υποχρέωσιν να φυλάξωσι την επικρατήσασαν συνήθειαν. Βεβαίως κατά τας πραγματικάς συζητήσεις της εκκλησίας τοιαύται λεπτολογίαι δυσκόλως ήσαν κατορθωταί ή αισθηταί, αλλά δημοσιευόμενος λόγος έπρεπε να είχε το τεχνικόν του κτένισμα. Αλλά γραπτός λόγος ήτο κάτι εξαιρετικόν. Οι συνήθεις ρήτορες, ο Καλλίστρατος, ο Θρασύβουλος, ο Λεωδάμας ηρκούντο απλώς εις το λέγειν. Και αυτός ο Δημοσθένης θα είπε δεκαπλάσια των όσα έχει γράψει.
Οι σωζόμενοι λόγοι είναι τριών ειδών. Πρώτον είναι οι λόγοι, τους οποίους έσωσαν οι αγοράσαντες αυτούς πελάται· τοιούτοι είναι οι επτά _Υπέρ Απολλοδώρου_ λόγοι της Δημοσθενείου συλλογής, ο _Υπέρ Λυκόφρονος_ και ο _Κατ' Αθηνογένους_ λόγος του Υπερείδου και πλείστοι των κληρονομικών του Ισαίου. Ομοία είναι και η του Λυσίου _Κατηγορία προς τους συνουσιαστάς κακολογιών_, όπου ανώνυμός τις καταγγέλλει τον σύλλογον των φίλων — αποσύρεται της λέσχης του, όπως θα ελέγομεν ημείς — διά τον λόγον ότι τον εκακολογούσαν «_και τους δοκούντας είναι φίλους αδικούντας_» εύρισκε. Αναμφιβόλως θα υπήρχον και άλλαι εκδόσεις της υποθέσεως και ο λόγος της αντιγραφής και κυκλοφορίας του λόγου είναι φανερός [αλλ' η γνησιότης αμφισβητείται]. Και άλλο απόσπασμα του Λυσίου έχει την αυτήν περίπου αρχήν. Το β' μέρος του _υπέρ Πολυστράτου λόγου_ (από της 11 § κεξ.) δεν είναι υπεράσπισις του Πολυστράτου, αλλ' ηθική ικανοποίησις αυτού του λέγοντος, του υιού του εναγομένου.
Κατόπιν έχομεν τα δημοσιεύματα αυτών των ρητόρων, ενίοτε μεν απλά γραπτά φυλλάδια, άλλοτε δε πραγματικούς λόγους, εκδιδομένους εις μόνιμον σχήμα, όπως αναγνωσθώσιν υπό περισσοτέρων. Ο _Περί των μυστηρίων_ του Ανδοκίδου είναι υπεράσπισις του βίου του ρήτορος, άνευ της οποίας δεν θα ηδύνατο ίσως να ζήση εν Αθήναις. Τοιούτοι ήσαν και οι αντίπαλοι _Περί του στεφάνου_ λόγοι. Ο Αισχίνης έχασε την δίκην και την υπόληψίν του· προς υπεράσπισίν του λοιπόν εδημοσίευσεν επιθεωρημένην και βελτιωμένην έκδοσιν του λόγου του, απαντών εις σημεία, τα οποία παρέδραμε κατά την πραγματικήν δίκην. Τούτο παρεκίνησε τον Δημοσθένην, όστις τότε δεν θα έγραφε πλέον, να επιθεωρήση και δημοσιεύση την απάντησίν του. Αλλά πλείστοι των πολιτικών λόγων, καθώς οι _Ολυνθιακοί_ και οι _Φιλιππικοί_, φαίνονται ότι εδημοσιεύθησαν προς υπεράσπισιν ωρισμένης πολιτικής· είναι δε αξιοσημείωτον ότι εις την δημοσίευσιν κατέφευγον ιδίως οι αντιπολιτευόμενοι, δεν κατέβαινον δε εις αυτήν οι κατέχοντες την εξουσίαν.
Υπάρχουσι περιπτώσεις τινές, όπου σκοπός της δημοσιεύσεως ήτο καθαρώς λογοτεχνικός ή εκπαιδευτικός. Τα λεγόμενα λείψανα του Γοργίου, οι δύο λόγοι του Αλκιδάμαντος και δύο του Ισοκράτους είναι «καθαρά λογοτεχνία». Αι τετραλογίαι του Αντιφώντος είναι παιδευτικά γυμνάσματα έχοντα πολιτικόν σκοπόν. Οι μεγάλοι _επιδεικτικοί λόγοι_ είναι άξιοι καλυτέρας επωνυμίας. Εκφράζουσι το τότε πανελληνικόν αίσθημα και δεν είναι πρακτικοί μόνον διά τον λόγον ότι το διεθνές δίκαιον δεν περιέχει εκτελεστικήν εξουσίαν. Ο Γοργίας διά του _Ολυμπιακού_ του 408 προέτρεπεν εις ωρισμένην πανελληνικήν πολιτικήν εναντίον της Περσίας. Ο Λυσίας κατά τα 388 ανέμειξε τας Αθήνας εις γενναίαν μεν αλλ' αγρίαν προσβολήν κατά του Διονυσίου των Συρακουσών. Μετά δύο δε ολυμπιάδας ο Ισοκράτης έδωκεν εις το Πανελλήνιον το αριστούργημα της πολιτικής κριτικής, τον _Πανηγυρικόν_. Οι δ' επιτάφιοι οι λεγόμενοι κατ' έτος εις τους εν τω πολέμω πεσόντας ήσαν θρησκευτικοί λόγοι κάπως τυπικοί και σπανίως εδημοσιεύοντο. Το μόνον σωζόμενον γνήσιον παράδειγμα έχει πρακτικόν σκοπόν, την υπεράσπισίν της κατά τα 323 πολεμικής πολιτικής του Υπερείδου. Και αναμφιβόλως ο μη σωθείς _Επιτάφιος_ του Δημοσθένους περιείχεν ομοίαν δικαιολογίαν περί της Χαιρωνείας.
Η δημοσίευσις λοιπόν λόγου τινός εξηρτάτο κυρίως εκ πρακτικών υπολογισμών, ελάχιστα δ' εκ της καλλιτεχνικής αξίας αυτού του λόγου. Η δε διατήρησις των δημοσιευθέντων ήτο κατά μέγα μέρος ζήτημα τύχης. Η πολλή ζήτησις και περισυλλογή βιβλίων δύναται να χρονολογηθή αδρομερώς από της ιδρύσεως της Αριστοτελικής Σχολής κατά τα 335 π. Χ. Οι Περιπατητικοί έδωσαν την αρχήν εις την Σχολήν της Αλεξανδρείας. Εκείνοι ανεζήτησαν άξια λόγου βιβλία, καθώς ηρεύνησαν ιστορικά και φυσικά γεγονότα, Όπως καταλέξωσι και μελετήσωσιν αυτά. Καίτοι δε ο Αριστοτέλης μικράν πιθανώς απέδιδε σημασίαν εις τα έργα του Δημοσθένους και του Υπερείδου ή και του Λυσίου, το παράδειγμα το οποίον είχε δώσει, εξησφάλισε κάπως την διατήρησιν παντός χειρογράφου κυκλοφορουμένου υπό γνωστόν όνομα. Αυτή η ιδέα των μεγάλων βιβλιοθηκών του επομένου αιώνος ουδέποτε θα εγεννάτο, αν μη υπήρχον ήδη μεγάλαι βιβλιοθήκαι και διαδεδομένος ζήλος προς συντήρησιν βιβλίων (289).
ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΡΗΤΟΡΩΝ
Οι μέχρις Ισοκράτους
Κανών αγνώστου αρχής — όν έσωσε Καικίλιος ο Καλακτίνος, αλλ' ουχί και ο σύγχρονος αυτού Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς — καταλέγει δέκα _κατ' εξοχήν_ Αττικούς ρήτορας· ήτοι Αντιφώντα, Ανδοκίδην, Λυσίαν, Ισοκράτην, Ισαίον, Λυκούργον, Αισχίνην, Υπερείδην, Δημοσθένη και Δείναρχον. Ο αυθαίρετος ούτος κατάλογος ώριζε τίνας ρήτορας έπρεπε ν' αναγινώσκωσιν οι μαθηταί των τότε Σχολών (του α' μ Χ. αιώνος) και, εννοείται, επέδρασεν εις την κατόπιν παράδοσιν. Πλην των εν αυτώ περιλαμβανομένων εσώθησαν μόνον έν σπουδαίον απόσπασμα του Αλκιδάμαντος _Περί των τους γραπτούς λόγους γραφόντων_ ή _Περί σοφιστών_ καί τινα ύποπτα παίγνια, Jeu d' esprit, _Οδυσσεύς_ υπό του αυτού, _Αίας_ και _Οδυσσεύς_ υπό του κυνικού Αντισθένους, _Ελένης εγκώμιον_ και _Παλαμήδης_ υπό του Γοργίου. Τούτων η γνησιότης δεν είναι απίθανος, αλλ' έχουσι σχεδόν μόνον αρχαιολογικήν αξίαν. Ευτυχώς και άλλων ρητόρων εσώθησαν λόγοι, σφαλερώς αποδοθέντες εις τους δέκα. Ούτω π.χ. εν τη Δημοσθενείω συλλογή ο μεν _Κατά Νεαίρας_ είν' έργον ευφυούς Αθηναίου, όστις είχεν ασφαλείς ειδήσεις, ο δε _Περί Αλοννήσου_ είναι πιθανώς έργον του Ηγησίππου.
Περί του ΑΝΤΙΦΩΝΤΟΣ ολίγα είναι γνωστά πλην των υπό του Θουκυδίδου λεγομένων, άπερ εμνήσθημεν ανωτέρω. Ο Αντιφών ειργάσθη όλην του την ζωήν παρασκευάζων το πραξικόπημα του 411. Ειργάσθη εκθύμως υπέρ αυτού, και απέθανε χάριν αυτού, η δε περί τούτου απολογία του κατά τον Θουκυδίδην ήτο η αρίστη μέχρι του καιρού εκείνου. Του Αντιφώντος σώζονται τρεις πραγματικοί λόγοι και τέσσαρες τετραλογίαι. Αύται δε είναι ασκήσεις εις το λέγειν και δεικνύουσι τον αρχηγόν των πιεζομένων αριστοκρατικών γυμνάζοντα τους φίλους του εις τους δικανικούς αγώνας, καθ' ούς κατά τον Θουκυδίδην αυτός «πλείστα ωφέλει». Λαμβάνει μίαν φανταστικήν υπόθεσιν μετά των ολιγίστων δυνατών μαρτυριών και λεπτομερειών και παρέχει δύο σκελετούς λόγων διά την κατηγορίαν και δύο διά την υπεράσπισιν. Τα παίγνια ταύτα, αν λάβωμεν υπ' όψιν την δυσκολίαν του πράγματος, είν' εύμορφα. Τα επιχειρήματα κατ' ανάγκην δεν είναι αναντίλεκτα και πολλάκις είναι σοφιστικά, αλλά δεν ηδύναντο να είναι διαφορετικά, αφού πραγματική μαρτυρία ήτο εναντία των κανόνων. Ουδέ περιέχουσι λεπτά νομικά επιχειρήματα· διότι ο εν ταις τετραλογίαις υποτιθέμενος νόμος δεν είναι ο αττικός, αλλά σύστημά τι κοινής λογικής. Ίσως ο Αντιφών, όπως πολλοί του κόμματός του, προσεπάθει πράγματι να διδάξη περισσότερον τους αριστοκρατικούς των υπό τας Αθήνας πόλεων παρά τους συμπολίτας του. Οι δε πραγματικοί του λόγοι αναφέρονται και οι τρεις εις φονικάς δίκας· τούτων άριστος είναι ο υπέρ του Μυτιληναίου, του κατηγορουμένου ότι είχε φονεύσει τον συνταξειδιώτην του Ηρώδην. Ο πρώτος λόγος, η _κατηγορία φαρμακείας κατά μητρυιάς_ πραγματεύεται υπόθεσιν τραγικωτάτην. Ο Φιλόνεως επρόκειτο να καταστήση δημοσίαν μίαν δούλην, η οποία τον ηγάπα· άλλη θέλουσα ν' απαλλαγή του ανδρός της, παρέπεισε την δούλην να ποτίση τους δύο άνδρας, δειπνούντας εντός καπηλείου του Πειραιώς, ποτόν, όπερ έλεγεν ερωτικόν φίλτρον· αλλά και οι δύο απέθανον. Η δούλη ομολογήσασα ετροχίσθη, τότε δ' εδικάζετο η αληθινή ένοχος, κατηγορουμένη υπό του προγόνου της (290).
Ο ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ, υιός του Λεωγόρου, της οικογενείας των ιερών κηρύκων, παραδίδεται εις ημάς ως άνθρωπος δυνατός, επιχειρηματικός και παράφορος ένεκα των καταδιώξεων. Κατά τας φοβεράς ημέρας του δράματος των Ερμοκοπιδών (415) ο Ανδοκίδης ήτο μεταξύ των 300, τους οποίους κατηγόρησεν ο Διοκλείδης, και, αντιθέτως προς τους πλείστους, ήτο κατά τινα έποψιν αθώος του εγκλήματος. Τούτο ήτο απλώς έργον μερικών αθρήσκων νέων, εταίρων αυτού, οίτινες πιθανώς εύρισκον τους Ερμάς γελοίους και ασέμνους. Ο Ανδοκίδης, διά να σταματήση τον κοινόν πανικόν και να προλάβη πιθανήν καταδίκην αθώων, κατέδωκε τους δράστας υπό τον όρον ν' απολυθή αυτός· αλλά τούτο είναι διάβημα εξ εκείνων, τα οποία ουδέποτε συγχωρούνται τελείως. Αν και απελύθη, εξωρίσθη διά ειδικού ψηφίσματος αποκλείοντος της αγοράς και των ιερών «_τους ασεβήσαντας και ομολογήσαντας_». Τα επόμενα δώδεκα έτη επέρασεν εμπορευόμενος ριψοκίνδυνος και προσπαθών αδιακόπους να επανέλθη εις τας Αθήνας. Την πρώτην απόπειραν έκαμε κατά τα 411, αφού έλαβεν άδειαν υλοτομίας παρά του Αρχελάου του Μακεδόνος και επώλησεν άνευ κέρδους ξύλα χάριν του αθηναϊκού στόλου. Αλλ' εξωρίσθη και πάλιν αμέσως. Η δευτέρα επιστροφή ήτο η αφορμή του _Περί της εαυτού καθόδου_ λόγου, συνέβη δε μετά τα 410, ότε προσεπάθησεν εκ Κύπρου να πέμψη σιταγωγά πλοία προς ανακούφισιν της εν Αθήναις σιτοδείας. Επανήλθε τέλος μετά του Θουκυδίδου και άλλων εξορίστων, πολιτικών και εγκληματιών, μετά την αμνηστίαν του 403. Τότ' εδαπάνησεν αφειδώς εις τα δημόσια και διέφυγε την καταδίωξιν μέχρι του 399, ότε μεταξύ άλλων ο διαβόητος Μέλητος κατηγόρησεν αυτόν επί ασεβεία, ανακινών το παλαιόν σκάνδαλον του 415 και προσάπτων εις αυτόν βεβήλωσιν των μυστηρίων. Ο Ανδοκίδης ηθωώθη. Ο λόγος του φέρει το όνομα της κατηγορίας, αλλ' ο κύριος του λέγοντος σκοπός είναι πράγματι να παραστήση όπως αυτός ήθελε την νεανικήν εκείνην πράξιν, διά την οποίαν επί τόσον καιρόν κατεδιώκετο. Ο τρίτος λόγος _Περί της προς Λακεδαιμονίους ειρήνης_ (390) απέτυχε του σκοπού του και προφανώς εδημοσιεύθη κατόπιν προς δικαιολογίαν της ειρηνικής του ρήτορος πολιτικής (291).
Ο ΛΥΣΙΑΣ εγεννήθη πιθανώς περί τα 450, αλλά τα σωζόμενα έργα του αναφέρονται μόνον εις την από 403 μέχρι380 περίοδον. Ο Συρακόσιος πατήρ του Κέφαλος, γνωστός εις ημάς εκ της θελκτικής εικόνος της _Πολιτείας_ του Πλάτωνος, προσεκλήθη εις τας Αθήνας υπό του Περικλέους, απέκτησε δε πολλάς οικίας και μέγα οπλοποιείον εν Πειραιεί. Δεκαπενταέτης ο Λυσίας απήλθεν εις Θουρίους, κατά δε τα 412 μετά την καταστροφήν της εις Σικελίαν εκστρατείας έπαθε πρώτην φοράν χάριν των Αθηνών. Εξωσθείς εκ της Ιταλίας, επανήλθεν εις τας Αθήνας και εξηκολούθησε το έργον του πατρός του μετά του αδελφού του Πολεμάρχου. Αλλ' έγραφε και λόγους προς τέρψιν και πιθανώς εδίδασκε ρητορικήν. Λέγεται δε ότι ως διδάσκαλος δεν επετύγχανεν όσον άλλοι και ο Ισοκράτης· τούτο δεν είναι άπορον, εάν ο _Ερωτικός_, ο αποδιδόμενος εις αυτόν υπό του Πλάτωνος εν τω _Φαίδρω_, ο σωζόμενος μεταξύ των έργων του _Επιτάφιος_ είναι γνήσια δείγματα του επιδεικτικού του ύφους (292).
Τω 404 τα κατά τον Λυσίαν ήλλαξαν. Οι τριάκοντα τύραννοι επεδόθησαν εις την λήστευσιν των μετοίκων, ήτοι των πλουσίων ξένων. Τότε ο Λυσίας και ο αδελφός του συνελήφθησαν· και ο μεν Λυσίας διέφυγεν, ο δε Πολέμαρχος εθανατώθη· όση δε περιουσία των ευρέθη, εδημεύθη· αλλά προφανώς όχι όλη· διότι ο Λυσίας, ριφθείς μετά ζέσεως εις τον υπέρ των δημοκρατικών αγώνα, ηδυνήθη να χορηγήση 200 ασπίδας, 2000 δραχμάς και ισχυράν έμμεσον υποστήριξιν. Μετά την παλινόρθωσιν του Δήμου ο Λυσίας έγινε δεκτός ως πολίτης κατά πρότασιν αυτού του Θρασυβούλου. Τότε είπε την μόνην σωζομένην δημηγορίαν του, αντικρούων Φορμίσιόν τινα προτείναντα όπως η ψήφος περιορισθή εις τους έχοντας οικίαν ή αγρόν (293). Η πολιτική του Φορμισίου θα ήτο η του Θουκυδίδου, του Ισοκράτους, του Θηραμένους, και, εννοείται, η του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Αλλ' ο Λυσίας ήτο απροκάλυπτος οχλοκρατικός. Τότε δε ήτο και πτωχός και η εις τους πολίτας εγγραφή αυτού επολεμήθη ως παράνομος σχεδόν αμέσως, κατεψηφίσθη δε κατά πρότασιν του δημοκρατικού Αρχίνου, όστις συνεπολέμησε μετά του Θρασυβούλου, αλλ' ετάσσετο μετά των μετρίων. Ούτως ο Λυσίας απεκλείσθη από πάσης αμέσου πολιτικής φιλοδοξίας, αλλ' ανέκτησε την περιουσίαν του και έπραξεν αρκετά υπέρ του κόμματός του, αδιακόπως δικηγορών. Μετά την έξωσιν των τριάκοντα τυράννων κατά τα 403, ότε τα ποικίλα κόμματα δεν εγνώριζον καλώς τας δυνάμεις των και είχον αποκάμει εκ του αγώνος, εψηφίσθη αμνηστία, περιλαμβάνουσα πάντας πλην αυτών των τυράννων και επιτρέπουσα και εις αυτούς ή να φύγωσιν εκ της πόλεως ή να δικασθή έκαστος διά τας ατομικάς του πράξεις. Ότε οι άκροι δημοκρατικοί ενόησαν τας δυνάμεις των, μετεμελήθησαν διά την αμνηστίαν καί τινες των κυριωτέρων λόγων του Λυσίου είναι απόπειρα προς ματαίωσιν αυτής. Ούτως εν τω _Κατά Ερατοσθένους_, όστις ήτο είς των τριάκοντα, εζήτησε δε να δικασθή συμφώνως προς την αμνηστίαν, ήτοι μόνον δι' όσα αυτός είχε πράξει, ο Λυσίας επιμένει εις την αλληλεγγύην των τυράννων. Ο Ερατοσθένης είχεν αναμειχθή εις την σύλληψιν του Πολεμάρχου, αλλ' όχι και εις την θανάτωσιν αυτού· ουδέν δε άλλο υπήρχε κατ' αυτού και φαίνεται ότι ηθωώθη.
Ο δε _Κατ' Αγοράτου_ λόγος υποστηρίζει κάτι περίεργον περί της αμνηστίας. Ο Αγόρατος ενήργει ως μηνυτής κατά τα 405 και 404 και ψευδώς ηξίωσεν αμοιβήν ως φονεύσας τον Φρύνιχον· τούτο λοιπόν αποδεικνύει, ισχυρίζεται ο Λυσίας, ότι υπήρξε δημοκρατικός· επειδή δε η αμνηστία εδόθη υπό του Δήμου προς τους ολιγαρχικούς, δεν εφαρμόζεται μεταξύ δύο δημοκρατικών. Κατά παρόμοιον κομματικόν τρόπον κατηγορεί ο Λυσίας τον ομώνυμον υιόν του Αλκιβιάδου. Όλον το έγκλημα του νέου ήτο, ότι [αδοκίμαστος] υπηρέτησεν εις το ιππικόν αντί του πεζικού, είναι δε δύσκολον να εύρη τις συγγνωστότερον αδίκημα. Αλλ' η μνήμη του πατρός επείραζε τους άκρους δημοκρατικούς· όθεν ο Λυσίας έγραψε δύο χωριστούς λόγους, πρώτον τον _Κατά Αλκιβιάδου λιποταξίου_, κατηγορών ότι ελιποτακτήσεν ο νέος, και δεύτερον τον _Κατά Αλκιβιάδου αστρατείας_, κατηγορών ότι δεν προσήλθεν εις την [πεζήν] στρατείαν! Μετά τους λόγους τούτους και τον _Κατά σιτοπωλών_ και την εξαιρετικώς άδικον _Κατ' Ευάνδρου_ κατηγορίαν είναι δύσκολον ν' αθετήσωμεν ως νόθα άλλα μέρη της Λυσιακής συλλογής λόγω «του συκοφαντικού των τόνου»!
Ο Λυσίας επαινείται ιδίως υπό των αρχαίων ότι ενεβάθυνεν εις τον χαρακτήρα εκάστου πελάτου και προσήρμοζε τον λόγον τοιουτοτρόπως, ώστε να φαίνεται φυσικός και όχι αγοραστός. Και είναι πιθανόν ότι η τοιαύτη συμπάθειά του ήτο μεγάλη, αλλ' ουχί απεριόριστος. Ούτως ο Λυσίας δεν ηδύνατο να φαντασθή τίμιον ολιγαρχικόν. Αναλαμβάνων να ομιλήση υπέρ ενός τοιούτου εν τω 25 λόγω, τον παριστάνει κυνικώς ομολογούντα ότι άλλοτε μεν ήτο ολιγαρχικός χάριν του συμφέροντός του, αλλ' ήδη είναι δημοκρατικός, χωρίς να παραβή τον νόμον!
Κάλλιστα γράφει υπέρ των πελατών, των ανηκόντων εις το μέτριον κόμμα, καθώς ήτο ο Μαντίθεος, ο οποίος είχεν ενοχλήσεις εκ μέρους των συκοφαντών, επίσης δε ωραιότατα κατά της μανίας της δημεύσεως των περιουσιών, η οποία εχαρακτήριζε τους χειρίστους αντιπροσώπους των άκρων (18, 19). Ο δε _Υπέρ του αδυνάτου_, ήτοι αναπήρου, του οποίου το δικαίωμα της συντάξεως διεφιλονικήθη, ευαρεστεί διά την υπέρ των απόρων συνηγορίαν. Φαίνεται δ' ότι ο άπορος δεν επλήρωσε διά τον λόγον· αλλά και αν επλήρωσε κανείς άλλος, η προσοχή του Λυσίου φανερώνει αληθινήν συμπάθειαν. Καθόλου δε, διεξερχόμενοι τους σωζομένους 34 πλήρεις οπωσδήποτε λόγους — οι αρχαίοι είχον 425, των οποίων 233 εθεωρούντο γνήσιοι! — και τα ουκ ολίγα αποσπάσματα, αναλογιζόμενοι δε ότι ο Λυσίας έγραφεν ως δικηγόρος συνεχώς επί 25 έτη, φρονούμεν ότι εξέρχεται αδιάπτωτος εκ της όλης δοκιμασίας. Αλλά δεν είναι παράδοξον ότι απήρεσκεν εις τον Πλάτωνα, αφού ήτο τύπος δεξιού πρακτικού ανθρώπου, ήτο άκρατος δημοκρατικός, και προ πάντων ελοιδόρησε σκαιώς τον Σωκρατικόν Αισχίνην (απόσπ. 1). Ο φιλόσοφος εκείνος εδοκίμασε να ζήση καθώς ο Σωκράτης άνευ χρημάτων, δεχόμενος διά τας ολίγας του ανάγκας μόνον τα εκούσια δώρα των φίλων και των μαθητών του. Δυστυχώς όμως έπεσεν εις ημέρας πονηράς· οι φίλοι του δεν εξετίμησαν το κήρυγμά του και οι γείτονές του ήλλαξαν οικίας, διά ν' αποφύγωσιν αυτόν· τέλος κατεδιώχθη διά τα χρέη του και κατήντησε να λάβη «_Ερμαίου του μυροπώλου την γυναίκα, εβδομήκοντα έτη γεγονυίαν_» {seventy years old} και να γίνη μυροπώλης αυτός! Ο λόγος θα ήρεσεν εις τους δικαστάς, αλλ' όχι και εις τον Πλάτωνα. Ακόμη οι ολιγώτερον ηδύνατο να του αρέση η θορυβώδης επιτυχία του _Ολυμπιακού_ λόγου, ότε ο Λυσίας εξεδικήθη διά την υποδούλωσιν των Συρακουσών, καλέσας πάντας τους Έλληνας να εκστρατεύσωσι κατά του Διονυσίου — όπερ η Ελλάς ουδέποτε εσκέπτετο να κάμη — και προτρέψας το πλήθος να καύση και να συλήση τας σκηνάς της πρεσβείας του τυράννου, όπερ απεπειράθη πράγματι το πλήθος. Η πράξις αυτή θα κατεβίβασε την υπόληψιν των Αθηνών αλλ' είναι πολύτιμος δι' ημάς, επειδή αποκαλύπτει τον αληθινόν Λυσίαν, τον περιπίπτοντα εις εμπάθειαν και αδιακρισίαν κάτωθεν του μανδύου εκείνου της λεπτότητος και της ηρεμίας και της «αψόγου στάσεως», τον οποίον φορεί κατά τους λόγους (294).
Και ο ΙΣΑΙΟΣ, καθώς ο Λυσίας, ήτο ξένος, εκ Χαλκίδος, αλλ' αντιθέτως προς αυτόν, απεδέχθη ησύχως τον εκ της πολικής αποκλεισμόν του. Τούτου έχομεν δέκα πλήρεις λόγους και μεγάλα αποσπάσματα άλλων δύο. Πάντες είναι κληρονομικοί και δυνατοί· καίτοι αληθεύει η αρχαία κρίσις, ότι «_Λυσίας μεν και υπέρ αδίκων έπειθε λέγων, Ισαίος δε και υπέρ αγαθών λέγων ύποπτος ην_». Οι σωζόμενοί του λόγοι ανάγονται εις την από 390 μέχρι 340 π. Χ. περίοδον (295).
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΡΧΙΕΥΣ
(436-338 π. Χ.)
Η εκατονταετηρίς του βίου του Ισοκράτους εκτείνεται διά μέσου σπουδαιοτάτων γεγονότων της ελληνικής ιστορίας από Περικλέους μέχρι Αλεξάνδρου. Ο Ισοκράτης ήτο υιός πλουσίου αυλοποιού και είχε τας ιδέας της ανεπτυγμένης μεσαίας τάξεως· εσχετίζετο στενώς προς τον Θηραμένη, τον μέγαν ρήτορα και ηγέτην των μετριοπαθών, και τον διάδοχον εκείνου Αρχίνον, τον αποκρούσαντα τον Λυσίαν· ηγάπα ενθουσιωδώς τα γράμματα· ήκουσε δε του Πρωταγόρου, του Προδίκου και του Σωκράτους· γέρων ήδη, ελάλει υπερηφάνως περί των μαθητικών του χρόνων και δύναται να λεχθή ότι επέρασεν όλην του την ζωήν εντός του σχολείου, ως μαθητής και ως διδάσκαλος. Ουδέποτε απέβλεψεν εις το πολιτικόν στάδιον, αι δε θεωρίαι του δεν ήσαν δημοτικαί. Ήτο εξαιρέτως ευσυνείδητος· η συστολή του και κατά το γήρας του διεσκέδαζε τους μαθητάς του· αλλ' όμως κατά το τέλος του πολέμου, αφού ο πατήρ του απέθανε, και καθώς οι πλείστοι, ευρέθη και αυτός άνευ χρημάτων, ηναγκάσθη να ζήση εκ της πνευματικής του εργασίας. Ευθύς ως επήλθεν ειρήνη και ηδύνατο ν' αφήση τας Αθήνας, απήλθεν εις την Θεσσαλίαν και εδιδάχθη παρά του μεγάλου Γοργίου, πράγμα τολμηρότατον, αφού ήτο άνθρωπος πτωχός — εάν δεχθώμεν τον περί της απληστίας των σοφιστών μύθον. Αλλά πιθανώτατα ο γέρων σοφιστής ήτο πρόθυμος να διδάξη μαθητήν επιμελή και αμισθί.
Επανήλθεν εις τας Αθήνας περί τα 400 π. Χ. ως συγγραφεύς λόγων και διδάσκαλος της ρητορικής. Το δεύτερον επάγγελμα δεν θα ήτο τότε προσοδοφόρον, αλλά το πρώτον ήτο. Κατά δε μαρτυρίαν του Αριστοτέλους (296) οι τότε βιβλιοπώλαι περιέφερον «δέσμας πάνυ πολλάς δικανικών λόγων Ισοκρατείων». Αλλά και αυτός ο Ισοκράτης θ' απεδοκίμαζε τα πρωτόλεια εκείνα. Σχολήν ρητορικής ίδρυσε το πρώτον εν Χίω, ουχί εν Αθήναις, πιθανώς κατά τα 393, ότε μετά νίκας του Κόνωνος η Χίος επανήλθεν εις την αθηναϊκήν συμμαχίαν. Ο Κόνων ήτο φίλος του Ισοκράτους και ίσως του έδωκε διοικητικήν τινα θέσιν εις την νήσον εκείνην, ήτις υπήρξεν επί μακρόν ονομαστή διά τους καλούς της νόμους και την ειρηνικήν ζωήν. Συγγραφή λόγων δικανικών προφανώς δεν επετρέπετο εις διοικητικόν λειτουργόν, ίσως δε ουδέ εις Αθήναιον πολιτικόν, αλλ' η διδασκαλία δεν θα ήτο απηγορευμένη. Ο Ισοκράτης είχεν εν τη Χίω εννέα μαθητάς και εθεμελίωσε την φήμην του ως έξοχος διδάσκαλος. Ότε δ' επέστρεψεν εις τας Αθήνας (391) δεν έγραφε δικανικά. Ίδρυσε σχολήν όχι απλώς ρητορικής, αλλά καθώς ωνόμαζεν αυτήν, της φιλοσοφίας.