Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 27
Τούτο ήτο λαμπρόν ανδραγάθημα. Βεβαίως αι δυσκολίαι δεν ήσαν τόσον μεγάλαι όσον εφαίνοντο· η πορεία εκείνη ήτο η πρώτη προς την Ευρώπην ένδειξις της εσωτερικής ασθενείας των ασιατικών κρατών, ήτις απεδείχθη γυμνή υπό του Αλεξάνδρου, του Πομπηίου, του Λουκούλλου και των διαφόρων κατακτητών της Ινδικής. Αλλά το αισιοδόξον θάρρος του Ξενοφώντος, το σχετικώς ανώτερόν του πνεύμα και η παιδεία του, η διαφανής τιμιότης του, η θεοσέβειά του, συνδυαζόμεναι προς πολλήν ικανότητα εις διοίκησιν ανδρών και αληθινήν στρατιωτικήν ευφυίαν προς απόκρουσιν απροόπτων κινδύνων, τον ανέδειξαν ικανόν προς εκτέλεσιν κατορθώματος, όπου πολλοί εμπειρότεροί του στρατηγοί ίσως ήθελον αποτύχει. Αλλά δεν ήτο τέλειος condottiere. Διότι οι μύριοί του, όσον και αν υπερηφανεύετο κατόπιν ο Ξενοφών διά τα ανδραγαθήματά των, θα περιελάμβανον και πολλούς εκ των χειροτέρων της Ελλάδος τυχοδιωκτών· ο δε Ξενοφών, καθώς ο Πρόξενος, τους μετεχειρίζετο ως ευγενείς ανθρώπους. Μόνον ο γέρων Κλέαρχος, ο έχων την μάστιγα εις τας χείρας και την ύβριν εις τα χείλη, ο διαρκώς συνωφρυωμένος, πλην οσάκις εγίνοντο συμπλοκαί, ήτο ο άνθρωπος ο δυνάμενος να τους δαμάζη.
Διά τον Ξενοφώντα η ανάβασις υπήρξε δόξα, αλλά και faux pas. Eκέρδισε δηλαδή ρωμαντικήν φήμην, αλλ' έχασε το επάγγελμά του. Ενεθυμείτο ότι ο Σωκράτης ουδέποτε επεδοκίμασε την εκστρατείαν· ότι ο Δελφικός θεός δεν είχεν ερωτηθή καταλλήλως· και παρηγορείτο σκεπτόμενος ότι ο οικογενειακός μάντις του προείπεν ότι αν ήτο τολμηρότερος, θα ήτο ευτυχέστερος. Η εκστρατεία του αφήκε το συναίσθημα, το οποίον σχεδόν ομολογεί, ότι ήτο αρχικός ανήρ, δηλαδή γεννημένος διά να άρχη. Έγραψε μακρόν μυθιστόρημα, την _Κύρου παιδείαν_, περί του αρχικού ανδρός, όπου ελαφρόν υπόστρωμα της ιστορίας του μεγάλου Κύρου καλύπτεται διά χαρακτηριστικών του νεωτέρου Κύρου και ιδανικών αυτού του Ξενοφώντος. Αλλά τούτο συνέγραψε κατόπιν. Τότε πλέον ή άπαξ ωνειρεύετο να ιδρύση αποικίαν εν Ασία και να γίνη φιλοσοφικός και στρατιωτικός αυτής ηγεμών. Ει δε μη, να έχη έν ή δύο φρούρια παρά τον Ελλήσποντον και να ενεργή ως ανεξάρτητος Έλλην κατά των βαρβάρων. Αλλά τούτο δεν επεθύμησε κανείς άλλος, ο δε Ξενοφών δεν ήθελε να καιροσκοπή ή να διαβάλλη. Λοιπόν εδίσταζε. Δεν ηδύνατο να επιστρέψη εις τας Αθήνας, όπου οι συμπολίται του τότε κατεγίνοντο να θανατώσωσι τον διδάσκαλόν του και πιθανώς θα τον υπεδέχοντο διά κατηγορίας προδοσίας. Εκτός τούτου εκεί δεν υπήρχον περιπέτειαι· περιπετείας πλείστας είχεν η Ασία. Αλλ' εν τω μεταξύ ο περιπλανώμενος ιππότης της Ελλάδος είχε την θέσιν οπλαρχηγού οδηγούντος περίπου οκτώ χιλιάδας οπλοφόρων σχεδόν ανυποτάκτων. Τινές αυτών, όπως ανεκάλυψε, διεπραγματεύοντο την τιμήν της δολοφονίας του προς τον αρμοστήν Θίβρωνα, οποίος φυσικά δεν ήθελε να έχη πλησίον του ανεξάρτητον Αθηναίον κάτοχον τόσου ατάκτου στρατού. Ο φύσει «αρχικός ανήρ» θα ηδύνατο ίσως να πράξη άλλως. Αλλ' ο Ξενοφών παρέδωκε τον στρατόν του και ανέλαβεν υπηρεσίαν υπό τους Σπαρτιάτας, συμμάχους τότε των Αθηνών, εναντίον της Περσίας.
Βεβαίως ήτο βαρεία εργασία να μεταβαίνη από αρμοστού εις αρμοστήν και να μη καταλαμβάνη καμμίαν ισχυράν θέσιν. Εν τούτοις ενυμφεύθη καλήν γυναίκα, την Φιλησίαν, είχε καλούς φίλους εν Χερσονήσω και εδοκίμασε να παραιτηθή. Τέλος κατά τα 396 ήλθεν άλλος στρατηγός, ο βασιλεύς Αγησίλαος, έχων εντολήν ν' αναλάβη δραστηριώτερον πόλεμον κατά του Αρταξέρξου. Τότε ο Ξενοφών ετάχθη εις το επιτελείον του και έγινε στενός του Αγησιλάου φίλος. Αλλ' η τύχη ήτο κακή. Κατά τα 395 αι Αθήναι συνεμάχησαν μετά του Αρταξέρξου, κατά δε το επόμενον έτος η πόλις εκήρυξε πόλεμον κατά της Σπάρτης και κατεδίκασε τον Ξενοφώντα διά «λακωνισμόν», κατηγορίαν ίσην προς τον άλλοτε «μηδισμόν», συνεπάγουσαν εξορίαν και δήμευσιν της ουσίας. Εάν ο Ξενοφών προηγουμένως εδίσταζεν, ήδη δεν ηδύνατο να εκλέξη, εισήλθεν εις την υπηρεσίαν της Σπάρτης, επέστρεψεν εις την Ελλάδα μετά του Αγησιλάου και ήτο μετ' αυτού, ίσως ουχί μαχόμενος, κατά τα 394, ότ' εκείνος ενίκησε τους συμμαχήσαντας Αθηναίους και Θηβαίους εν Κορωνεία.
Ο Ξενοφών ήτο τότε μόλις 41 ετών, αλλ' η στρατιωτική ζωή του είχε λήξει. Οι Σπαρτιάται του έδωκαν κτήμα εν Σκιλλούντι παρά την Ήλιδα και ίσως μετεχειρίσθησαν αυτόν ως πράκτορα. Επέρασε τα κατόπιν 20 έτη ιδιωτεύων καθώς ανεπτυγμένος χωροδεσπότης· δηλαδή έγραφεν αρκετά, εκυνήγει συχνά και ανέτρεψε τους δύο λαμπρούς υιούς, του τον Γρύλλον και τον Διόδωρον — τους Διοσκούρους, ως εκαλούντο — ώστε να ομοιάσωσι προς τον πατέρα των, ως τύποι του τότε ιπποτισμού. Ο κύριος σκοπός της έπειτα ζωής του Ξενοφώντος ήτο πιθανώς να επιτύχη την άρσιν της εξορίας του, ώστε οι υιοί του να μη μείνωσιν απάτριδες. Τέλος δε κατώρθωσε τούτο· ότε αι Αθήναι ανενέωσαν την προς την Σπάρτην συμμαχίαν, ο λακωνίζων δεν ήτο πλέον προδότης και οι δύο υιοί του κατετάχθησαν εις το παλαιόν του τάγμα. Ότε δε ο Γρύλλος έπεσεν εν Μαντινεία, πλείστοι συνέθεσαν επιγράμματα και επιταφίους εις τιμήν του· τότε ο Ξενοφών δεν ανήκε πλέον εις την σπαρτιατικήν υπηρεσίαν. Εξεδιώχθη εκ Σκιλλούντος υπό ανταρσίας των Ηλείων κατά τα 370 και φυγών επέρασε το υπόλοιπον της ζωής του εν Κορίνθω, ήτις ήτο ουδετέρα.
Των συγγραφικών προϊόντων της εν Σκιλλούντι διαμονής σπουδαιότατον βεβαίως και άριστον κατά το ύφος είναι η _Ανάβασις_. Φαίνεται δε και έν των παλαιοτάτων, καίτοι χωρία τινά — καθώς το Ε' 3, 9, όπου αναφέρει την εν Σκιλλούντι διατριβήν του διά παρατατικών — προσετέθησαν κατόπιν. Αυτοβιογραφίαι ήσαν τότε σχεδόν άγνωστοι· αλλά την δημοσίευσιν της _Αναβάσεως_ επέβαλλον εις τον Ξενοφώντα αι εν Αθήναις περί της δράσεώς του διαδόσεις, ιδίως δε η ήδη δημοσιευθείσα υπό του Σοφαινέτου του Στυμφαλίου εξιστόρησις της εκστρατείας. Αναγινώσκομεν εν τη _Αναβάσει_ ότι ο Σοφαίνετος ήτο ο πρεσβύτατος των στρατηγών· ότι κάποτε είχεν σχεδόν αρνηθή να υπακούση εις την διαταγήν του Ξενοφώντος όπως περάση επικίνδυνον νάπος· ότι είνε προστιμηθή δέκα μνας διά παράλειψιν καθήκοντος. Ταύτα λέγει περί αυτού ο Ξενοφών, αναμφιβόλως δε η περί Ξενοφώντος διήγησις εκείνου έχρηζεν απαντήσεως. Αλλά διατί ο Ξενοφών εδημοσίευσε το βιβλίον ψευδωνύμως και αναφέρει αυτό εν τοις _Ελληνικοίς_ ως έργον Θεμιστογένους του Συρακοσίου; Βεβαίως δεν επειράτο σπουδαίως ν' αποκρυφθή. Το όλον ύφος αποδεικνύει ότι ο αναφερόμενος τριτοπροσώπως Ξενοφών ο Αθηναίος είναι ο πραγματικός του βιβλίου συγγραφεύς. Η εξήγησις είναι αυτονόητος· ότι δηλαδή η ψευδωνυμία ήτο προφύλαξις από δυνατής συκοφαντίας, υπαγορευομένη υπό της νομικής καταστάσεως του Ξενοφώντος, ο οποίος ήτο _άτιμος_, δηλαδή εκτός του νόμου· ήτο λοιπόν απηγορευμένον εις αυτόν το εν τη Αττική «λέγειν και πράττειν» κατά την νομικήν έννοιαν των λέξεων. Αφού δε δεν ηδύνατο να έχη κτήματα, ποία τάχα ήτο η θέσις βιβλίου, όπερ έγραψεν άνθρωπος τοιούτος; Υπέκειτο άρα γε εις καύσιν, καθώς τα έργα του Πρωταγόρου; Ή ο βιβλιοπώλης υπέκειτο εις καταδίωξιν; Πιθανώτατα λοιπόν ήτο φρόνιμον χάριν του νομικού τύπου να εκδοθή το βιβλίον υπό ασφαλέστερον όνομα.
Το ύφος της _Αναβάσεως_ δεν είναι πολύ έντεχνον και η διήγησις είναι κάποτε άτονος, ενώ τα γεγονότα είναι ζωηρότατα. Και όμως εν τω συνόλω αισθανόμεθα μετά του Γίββωνος ότι «το τερπνόν τούτο έργον είναι πρωτότυπον και αυθεντικόν», τούτο δε αποτελεί ανεκτίμητον χάριν. Πλείσται λεπτομέρειαι είναι ζωνταναί· π.χ. οι Μοσσύνοικοι επιδεικνύουσι τα σιτευτά των παιδία «τεθραμμένα καρύοις φθοις» εις τους θαυμάζοντας Έλληνας, οι παρά την Τραπεζούντα αγώνες δρόμου [Δ' 8,26] γίνονται από λόφου «καλλίστου τρέχειν όπου αν τις βούληται»· οι Θυνοί καλούσιν ονομαστί τον Ξενοφώντα να εξέλθη εκ του οικήματος και ν' αποθάνη γενναίως παρά να μένη εντός και να κατακαή· υπάρχουσι δ' εκατοντάδες τοιούτων χωρίων. Εννοείται ότι ο Ξενοφών σφάλλεται κάποτε εις τας αποστάσεις και τας λεπτομερείας και η ρωμαντική τάσις, την οποίαν ευρίσκομεν εις την _Κύρου παιδείαν_, έχει ελαφράν αλλ' ορατήν επίδρασιν και εις την _Ανάβασιν_. Αι δε διακοσμητικαί προσλαλιαί είναι πενιχραί και όχι πειστικαί. Και όμως εν τω συνόλω είναι δροσερόν και χαριτωμένον έργον, όπου ο συγγραφεύς επιτυγχάνει τουλάχιστον να μη παραλύη διεγερτικωτάτην ιστορίαν.
Τα λοιπά του έργα θα διέλθωμεν ακροθιγώς. Ότε ο Σωκράτης κατηγορήθη και παρεξηγήθη, ότε ο Πλάτων και οι άλλοι Σωκρατικοί υπερήσπισαν τον διδάσκαλον, ησθάνθη και ο Ξενοφών υποχρέωσιν να γράψη τα _Απομνημονεύματά_ του. Η αξιόλογος μνήμη του τον εβοήθησε πολύ, ώστε απεικόνισε τοιούτον Σωκράτη, οποίον θ' ανεγνώριζεν ως αληθή και μέτριος άνθρωπος σύγχρονός του. Ο Πλάτων, εξημμένος υπό των ιδίων του θεωριών, αναποφεύκτως μετέβαλε τον Σωκράτη. Αλλά του Ξενοφώντος αι ιδέαι ήσαν μικρότεραι και ευπειθέστεραι. Ο Ξενοφών δεν παρεμόρφωνεν εκτός οσάκις παρενόει. Εις τας κατόπιν εκδόσεις των _Απομνημονευμάτων_ παρενέβαλε λεπτομερή αντίκρουσιν των κατά της μνήμης του Σωκράτους κατηγοριών του «κατηγόρου», ως ονομάζει τον Πολυκράτη, εκεί δε φαίνεται ότι αφήκε την φαντασίαν του μάλλον ελευθέραν. Αφού δε ο Πλάτων έγραψε την _Απολογίαν_, ο Ξενοφών ηύρε μερικά κενά· εζήτησε και εδημοσίευσε μικρόν ιδικόν του σημείωμα, την _Απολογίαν_. Αφού πάλιν ο Πλάτων έγραψε το _Συμπόσιον_, ο Ξενοφών δεν έμεινεν εντελώς ευχαριστημένος εκ της φανταστικής εντυπώσεως του αριστουργήματος εκείνου· διώρθωσε λοιπόν αυτό, γράψας ιδικόν του _Συμπόσιον_, επίσης φανταστικόν — διότι ήτο παιδίον ότε συνέβη το υποτιθέμενον συμπόσιον — αλλά πολύ ακριβέστερον, έργον διασκεδαστικόν και διά την αρχαιομάθειαν άξιον πολλού λόγου.
Άλλο παράρτημα των Σωκρατικών συγγραμμάτων του Ξενοφώντος, ο _Οικονομικός_, όπου ο Σωκράτης δίδει συμβουλάς περί διοικήσεως οίκου και των καθηκόντων ανδρός και γυναικός, κινεί κάπως ιδιαιτέρως την συμπάθειαν των νεωτέρων. Η σύζυγος είναι χαριτωμένη, καθώς αι ηρωίδες του Θακεραίη, αλλά περισσότερον δεκτική μορφώσεως, και ο μικρός διάλογος, λαμβανόμενος ομού μετά των αντιστοίχων μερών των _Απομνημονευμάτων_ και της _Κύρου παιδείας_, αποτελεί το μόνον σχεδόν κατά την περίοδον ταύτην παράδειγμα της αττικής αντιλήψεως περί του ιδεώδους τύπου της συνήθους γυναικός και των συνήθων ευτυχών γάμων. Ο σοφιστής Αντιφών, ο οποίος εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έγραψε κατά το αυτό πνεύμα, πραγματικώς είναι φιλοσοφικώτερος.
Ο _Ιέρων_ είναι διάλογος περί των τέρψεων του άρχοντος μεταξύ του τυράννου Ιέρωνος και του ποιητού Σιμωνίδου. Ο δε _Αγησίλαος_ είν' εγκώμιον του Ξενοφώντος προς τον βασιλικόν του φίλον, κατεσκευασμένον κυρίως εξ αποσπασμάτων των _Ελληνικών_ και δεικνύον Ισοκρατικήν τινα επιμέλειαν περί το ύφος.
Το μακρότατον του Ξενοφώντος έργον, τα _Ελληνικά_, διαιρείται εις δύο μέρη διακρινόμενα και κατά τον χρόνον και κατά το ύφος. Το Α' και Β' βιβλίον είναι προφανώς συνέχεια του Θουκυδίδου μέχρι τέλους του πελοποννησιακού πολέμου. Τα δε λοιπά βιβλία περιέχουσι τα χρονικά της Ελλάδος μέχρι της μάχης της Μαντινείας, καταλήγουσι δε διά της φράσεως «_εμοί μεν δη μέχρι τούτου γραφέσθω· τα δε μετά ταύτα ίσως άλλω μελήσει_». { So far I have written ; what came after will perhaps be another's study } Το πρώτον μέρος, αν και πολύ κατώτερον του Θουκυδίδου κατά την ακρίβειαν, την αντίληψιν, την ενότητα και το ύφος, είν' αισθητώς υπέρτερον του υπολοίπου έργου. Τα _Ελληνικά_, καίτοι πολλάκις λαμπρά και σαφή κατά τας λεπτομερείας, ως ιστορία είναι ασθενής. Έξω της ιδίας του παρατηρήσεως, ο Ξενοφών είναι λίαν αδύνατος. Η χρονολογία είναι σφαλερά· η σειρά των γεγονότων ακατάληπτος· του δε Επαμεινώνδου ουδεμία υπάρχει εκτίμησις. Όταν δε αναλογισθώμεν ότι η πενιχρά αύτη ιστορία είν' έργον ανδρός ικανού, πολλήν έχοντος πείραν και εξαιρετικάς ευκολίας προς συλλογήν πληροφοριών, τότ' εκτιμώμεν ακριβέστερον την έκτακτον ιδιοφυίαν του Θουκυδίδου.
Έχομεν μίαν πραγματείαν περί της _Λακεδαιμονίων πολιτείας_, δοκίμιον _Περί προσόδων_ ήτοι των οικονομικών των Αθηνών, τον _Ιππαρχικόν_, λόγον προς διδασκαλίαν ιππάρχων, τον _περί Ιππικής_ προς διδασκαλίαν ιδιωτών ιππέων, και τον _Κυνηγετικόν_. Το έργον τούτο υποπτεύεται ένεκα του ύφους, αλλά δυνατόν να είναι νεανικόν. Του δε _Περί προσόδων_ η γνησιότης εξαρτάται κατά μέρος από χρονολογικών ζητημάτων, αλύτων εισέτι· είναι βιβλίον περίεργον και φαίνεται ότι εγράφη προς υποστήριξιν της ειρηνικής πολιτικής του Ευβούλου. Τα δε _περί ιππικής_ δύο εγχειρίδια δεν εμπνέουσιν υψηλήν ιδέαν περί της στρατιωτικής πειθαρχίας των Ελλήνων και είναι ολιγώτερον συστηματικά παρά το _Τακτικόν υπόμνημα περί του πώς χρη πολιορκουμένους αντέχειν_ του συγχρόνου του Αρκάδος ΑΙΝΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΑΚΤΙΚΟΥ (284)
Η δε _Κύρου παιδεία_ δεν είναι ιστορικόν μυθιστόρημα· εάν ήτο τοιούτο, ο Ξενοφών θα ήτο είς των μεγάλων εισηγητών φιλολογικού είδους· είναι πραγματεία περί του ιδεώδους κυβερνήτου και της αρίστης κυβερνήσεως εις σχήμα ιστορίας του μεγάλου Κύρου, όπου η αλήθεια υποτάσσεται εις την διδαχήν. Ο Ξενοφών πιθανώς έλαβε το είδος τούτο παρά του Προδίκου, προτιμήσας αυτό αντί του συνήθους Σωκρατικού φανταστικού διαλόγου. Η _Κύρου παιδεία_ εθαυμάσθη μεγάλως κατά τους αρχαίους χρόνους και τον ιη' αιώνα· το ύφος είν' εντελέστερον παντός άλλου έργου του Ξενοφώντος. Το Ανατολικόν χρώμα διατηρείται καλώς· τα επεισόδια περιέχουσι πολλά τραγικά μέρη, τα οποία δεν εμποιούσι πολλήν εντύπωσιν διά μόνον τον λόγον ότι η νεωτέρα καλαισθησία θέλει περισσοτέραν επεξεργασίαν ή όσην έστεργεν ο Ξενονοφών. Το δε πολιτικόν ιδανικόν, το οποίον αποτελεί τον κύριον του βιβλίου σκοπόν, διαγράφει νόστιμα ο Croiset ως «Βερσαλλίας του ιδ' Λουδοβίκου, διωρθωμένας υπό του Φενελώνος». Εάν πιστεύσωμεν την μαρτυρίαν του Λατίνου γραμματικού Αύλου Γελλίου, η _Κύρου Παιδεία_ ήτο προωρισμένη ως αντίρροπον της _Πολιτείας_ του Πλάτωνος!
Ο Ξενοφών ήτο ερασιτέχνης των γραμμάτων, όπως και του πολέμου και της φιλοσοφίας και της πολιτικής και των κυνηγίων. Ήτο δεκτικός πάσης επιδράσεως, η οποία δεν αντέκειτο προς την ηθικήν του. Το ύφος του είναι απλούν, αλλ' όχι πάντοτε· κάποτε κλίνει προς την καλλιέπειαν· το δ' εγκώμιον του Αγησιλάου δεν περιέχει χασμωδίας και μαρτυρεί την επίδρασιν του Ισοκράτους· αι δημηγορίαι των ιστοριών του και η όλη σύλληψις των _Ελληνικών_ μηνύουσι την επίδρασιν του Θουκυδίδου. Αλλά το παράδειγμα του Πλάτωνος άγει τον Ξενοφώντα εις σύστημα μιμήσεως και διορθώσεως σχεδόν ανόητον. Και η γλώσσα του είν' επίσης δεκτική διαφόρων στοιχείων. Δεικνύει την διαλογικήν και δημοκρατικήν εκείνην έλλειψιν πάσης αποκλειστικότητος, η οποία ετάρασσε τον γράψαντα την _Αθηναίων πολιτείαν_ Ολιγαρχικόν· περιέχει παλαιάς αγροτικάς λέξεις, ποιητικάς λέξεις, λέξεις της lingua franca των εν Ασία μισθοφόρων, και πιθανώς εμφαίνει και την μακράν εν ξέναις χώραις διαμονήν, αλλά διορισμούς δεν έχει. Εάν δε παρά πάντα ταύτα ο Ξενοφών κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους εθεωρήθη ως υπόδειγμα «αττικισμού», τούτο παρείχεν η αρχαϊκή του απλότης και ευκολία εις το γράφειν, inaffectata jucunditas αυτού. Είναι αττικός κατά τούτο, ότι ουδέν έχει παρένθυρσον { he has no bombast }, ουδέποτ' επιδιώκει να «κάμη εντύπωσιν», δύναται δε να ομιλή περί πολλών ζητημάτων, κινών το διαφέρον χωρίς να υψώνη στομφωδώς τον τόνον της φωνής του. (285)
ΙΣΤ'
ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πλείστοι ερασταί των ελληνικών γραμμάτων, όσον και αν εκτιμώσι την πρόδηλον αξίαν των Ελλήνων ποιητών και ιστοριογράφων, δυσκολεύονται να θαυμάσωσιν ή και ν' αναγνώσωσι τον Λυσίαν, τον Ισοκράτη και τον Ισαίον. Η τοιαύτη απαρέσκεια είναι κατά μέρος μεν εύλογος, διότι οι Έλληνες ρήτορες δεν απεκάλυψαν εις τον κόσμον τόσα, όσα οι Έλληνες ποιηταί. Εξ άλλου δ' όμως είν' αποτέλεσμα παρεξηγήσεως. Ημείς περιμένομεν να εύρωμεν ό,τι καλούμεν «ευγλωττίαν», ν' «απαγγείλωμεν», τους αρχαίους όπως τους νεωτέρους, τον Βούρκε (286) τον Γράτταν (287) και τον Βοσσουέτον, και κατόπιν ευρίσκομεν ότι, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, τούτο δεν είναι δυνατόν. Και ο μεν Δημοσθένης είναι πράγματι δεινός, εάν δε μη ενθουσιάζη τους κοινούς νεωτέρους αναγνώστας, αιτία είναι μόνον ότι ο νεώτερος αγαπά περισσοτέραν λάμψιν και διάχυσιν και δεν δύναται ως ο αρχαίος ν' αρπάση αμέσως τα κύρια του λόγου σημεία. Αλλά τους παλαιοτέρους αττικούς ρήτορας βέβαιον είναι ότι οι πλείστοι κλείουσιν όλως ψυχροί, απορούντες διά ποίαν τέχνην ή χάριν εσώθησαν επί δύο χιλιετηρίδας ο _Κατά των σιτοπωλών_ λόγος του Λυσίου ή ο _Περί του Κλεωνύμου κλήρου_ του Ισαίου.
Η αλήθεια είναι ότι αποβλέπομεν προς τους συγγραφείς εκείνους ως «ρήτορας», πειθόμενοι εις την παράδοσιν. Η παράδοσις προέρχεται αφ' ενός μεν από των Ρωμαίων, οι οποίοι εστήριξαν όλην την αγωγήν εις την ρητορικήν, αφ' ετέρου ο εκ της προς το ύφος λατρείας των μεταγενεστέρων ελληνικών σχολών. Τύπος σχολικού κριτικού είναι Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, διδάσκαλος της ρητορικής κατά τους χρόνους του Αυγούστου, έχων αρκετήν ευφυίαν και πολύν ενθουσιασμόν, αλλά μη προσέχων εις τίποτε άλλο παρά την τεχνικήν ρητορικήν. Ο Διονύσιος κρίνει πάντας, Θουκυδίδην τον ιστορικόν, Πλάτωνα τον φιλόσοφον, Ισοκράτη τον δημοσιολόγον, Ισαίον τον νομικόν, Λυσίαν τον δικηγόρον, πάντας από της αυτής απόψεως — απόψεως ανθρώπου, όστις κατέτριψεν όλην του την ζωήν εις την απουδήν και την διδασκαλίαν του ύφους, και έγραψεν είκοσι βιβλία ιστοριών αποβλέπων μόνον εις το ύφος. Εις την αντίληψιν του ύφους είναι πράγματι έξοχος. Βλέπει όσα δεν διακρίνομεν ημείς και αισθάνεται περισσότερον ημών. Ομιλεί με αληθινόν μίσος κατά του Ασιατικού ή ανθηρού ύφους, όπερ εξέβαλε το γνήσιον και απέριττον Αττικόν. Τοιουτοτρόπως η παράδοσις παρημέλησε τους ιστοριογράφους, τους κωμικούς, τους φιλοσόφους, τους επιστήμονας και εκολλήθη εις τους ανθρώπους τους γράψαντας λόγους, τούτους δε, οιοσδήποτε και αν ήτο ο σκοπός των ή το περιεχόμενον του έργου των, κρίνει πάντας ως ρήτορας τεχνικούς.
Δι' ημάς η σπουδαιότης των ρητόρων είναι τριττή· πρώτον δεικνύουσι τον βαθμιαίον σχηματισμόν κανονικής και σταθεράς πεζογραφίας. Οι πρώτοι τεχνίται του πεζού λόγου είχον υπερβολικά κοσμήματα· ο Γοργίας ήτο παραπολύ ποιητικός, ο Αντιφών βαρύς, ο Θουκυδίδης δύσκολος. ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ο Χαλκηδόνιος απέφυγε πιθανώς την σειράν ταύτην των σφαλμάτων. Το ύφος του ήτο «μέσον» μεταξύ του πομπικού ύφους του Γοργίου και της οικειότητος του καθ' ημέραν λόγου. Αι κoμψαί και έρρυθμοι αυτού περίοδοι ήρεσκον εις τον Αριστοτέλη. Αλλ' ήτο δικηγόρος, όχι λογoγράφος. Το δε κατόπιν βήμα έκαμεν ο ΛΥΣΙΑΣ. O Λυσίας είχε μεγίστην πελατείαν ως συγγραφεύς λόγων επί της παλινορθωθείσης δημοκρατίας και χωρίς πολλής ρητορικής ή βαθείας γνώσεως των νόμων εφημίζετο ότι σχεδόν πάντοτε εκέρδιζε τας δίκας του. Το ύφος του είναι ύφος κοινού εξύπνου ανθρώπου, ο οποίος λέγει την υπόθεσίν του και αναπτύσσει τα επιχειρήματά του τόσον τιμίως, ώστε οι λόγοι του αντιδίκου να φαίνωνται τεχνητοί και απατηλοί. Εντός των ορίων τούτων ο Λυσίας έχει και τέλειον ύφος· αλλ' είναι και άνθρωπος ολίγης φαντασίας και γνωρίζων ότι αποτείνεται προς δικαστάς, δεν επιτηδεύει κανονικόν λογοτεχνικόν ύφος. Ο ΙΣΑΙΟΣ, βαθύς νομικός και δυνατός εις τα επιχειρήματα, έτι περισσότερον απέχει τοιούτου σκοπού. Ο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ηυστόχησεν. Το ύφος της σχολής του — όπου ανεπτύσσοντο νέοι δυνατοί εις τα γράμματα, την φιλοσοφίαν, την ιστορίαν και δυνάμενοι να πραγματευθώσι μεγάλα ζητήματα υπό φιλελεύθερον, πανελλήνιον πνεύμα, — κατά μίαν μεν έποψιν αποτελεί την τελειοποίησιν της αρχαίας πεζογραφίας, κατ' άλλην δε την καταστροφήν εκείνου, όπερ ήτο χαρακτηριστικώτατα αττικόν ή ελληνικόν. Δηλαδή το ύφος του Ισοκράτους είναι λιτόν, ορθόν, εύφωνον, απρόσωπον, αλλ' είναι και το πρώτον ελληνικόν ύφος το δυνάμενον να θεωρηθή άσχημον. Διήρκεσεν από της ημέρας εκείνης μέχρι τούδε, και είναι η βάσις της λατινικής πεζογραφίας και των νεωτέρων. Εθυσίασε τα θέλγητρα της ελληνικής εκφράσεως, την ατομικότητα, την στενήν σχέσιν μεταξύ σκέψεως και γλώσσης, την φυσικότητα του πνεύματος, το οποίον βλέπει τα πράγματα γυμνά και εκφράζει πάντα στοχασμόν διά των κοινοτάτων όρων. Η ροπή του Ισοκράτους ήτο μεγίστη εις όλην την ιδίως λογοτεχνίαν· αλλ' η επιστημονική εργασία και η ζώσα ρητορική εβάδισαν τον δρόμον των, ολίγα διδαχθείσαι παρ' αυτού.
Δεύτερον, οι ρήτορες έχουσι μεγάλην ιστορικήν αξίαν. Πάντες ήσαν Αθηναίοι και πάντες ήκμαζον μεταξύ του 420 και 320 π. Χ. Αι άλλαι περίοδοι και αι άλλαι πόλεις είτ' εστερούντο της παιδείας και της ελευθερίας της αναγκαίας προς άνθησιν πολιτικής ρητορείας, είτε, καθώς συνέβη περί των Συρακουσών, παρημελήθησαν υπό της παραδόσεως. Οι αττικοί ρήτορες είναι η κυρία δι' ημάς πηγή του αττικού νόμου και μας εισάγουσιν εις τα δικαστήρια μεγάλης πόλεως, εις τους νομικούς, τους δικαστάς, τους απατεώνας και τους συκοφάντας, τους ζητούντας να κερδίσωσι πολιτικά κεφάλαια διά της καταμηνύσεως εντίμων πολιτών. Τα αθηναϊκά πινάκια ήσαν ολιγώτερον αηδή ή πολλά μεταγενέστερα ένεκα της ηπιότητος του νόμου και της σχετικής ελλείψεως μεγάλων κακουργημάτων. Το λυπηρότατον φαινόμενον είναι η βάσανος των δούλων μαρτύρων αλλά και επί τούτων η υπερβολική σκληρότης ήτο απηγορευμένη, και πάσα βλάβη δούλου, πρόσκαιρος ή μόνιμος, ετιμωρείτο διά χρηματικής ζημίας. Αλλ' η αθηναϊκή βάσανος θα εφαίνετο πιθανώς παιγνίδιον εις τους μαστιγωτάς της Ρώμης και της νεωτέρας Ευρώπης. Ευτυχώς δε και οι κύριοι των δούλων φαίνεται ότι συχνότερον ηρνούντο να επιτρέψωσι τοιαύτην εξέτασιν, έστω και προς ζημίαν της υποθέσεώς των. Πάντα τα επιχειρήματα σχετίζονται προς την αξίαν ή απαξίαν τοιαύτης μαρτυρίας και προς τους λόγους, διά τους οποίους ο κύριος επέτρεψεν αυτήν ή όχι. Ίσως δε το παραδοξότατον είναι ότι διάδικός τις ζητεί την βάσανον μιας δούλης, όπως υποδείξη ότι ο μη δεχόμενος αντίδικος έχει έρωτα προς αυτήν.
Αλλ' οι ρήτορες έχουσι και άλλην, σπουδαιοτέραν ταύτης σημασίαν. Αι πραγματικαί λέξεις του Δημοσθένους και αυτού του Ισοκράτους περί δεινής τινος περιστάσεως είναι πηγαί γνησιώτεραι πάσης λογοτεχνικής ιστοριογραφίας. Διότι δεικνύουσι ψηλαφητάς τας τότε μεθόδους, τας ιδέας, τας πολιτικάς και ηθικάς αρχάς της δ' εκατονταετηρίδος ή μάλλον θα δείξωσιν αυτάς, όταν μελετηθώσι κάλλιον και κατανοηθώσι. Οι ρήτορες ρίπτουσι φως εις την θρησκείαν, ως ο Λυσίας εν τω _Υπέρ τον σηκού_ λόγω, όπου ο κατηγορούμενος απολογείται διά την εκ του αγρού του εκρίζωσιν ιεράς ελαίας, και ο Υπερείδης εν τω _Υπέρ Ευξενίππου_· όρος τι εν Ωρωπώ ελέγετο ανήκον εις τον Αμφιάραον, ο δ' Ευξένιππος προσετάχθη υπό του δήμου να εγκατακλιθή εις το ιερόν και να είπη το όνειρόν του· το όνειρόν του ήτο προς όφελος του θεού, ο δε Πολύευκτος έκαμε πρότασιν συμφώνως προς αυτό· αλλ' η εκκλησία του δήμου, παραβλέψασα το όνειρον, απεφάσισεν ότι η πρότασις ήτο παράνομος και εζημίωσε τον Πολύευκτον 25 δραχμάς. Εκείνος ουχί αδίκως οργισθείς, εστράφη κατά του Ευξενίππου και εισήγγειλεν αυτόν «_λέγειν μη τα άριστα τω δήμω τω Αθηναίων_».
Πολύ φως ρίπτεται και εις την πολιτικήν, ιδίως υπό του Λυσίου εις την πολιτικήν των φατριών μετά την μεταβολήν του 404. Ίνα λάβωμεν έν παράδειγμα, ο σύντομος _Κατά των σιτοπωλών_ λόγος του διαφωτίζει ζωηρότατα την τότε οικονομικήν κατάστασιν και την πονηρίαν των εμπόρων εκείνων, [οίτινες ήσαν μέτοικοι]. Ο δημοκρατικός ηγέτης Άνυτος ήτο σιτοφύλαξ κατά το έτος 388. Διά να κράτηση δε χαμηλήν την τιμήν του σίτου, συνεβούλευσε τους σιτοπώλας, «_μη αλλήλοις αντωνείσθαι_», να μη διαγωνίζωνται προς αλλήλους αγοράζοντες. Εκείνοι ενωθέντες, ηγόρασαν το όλον. Αλλ' επειδή ο νόμος απηγόρευε ρητώς [μη «πλείω σίτον συμπρίασθαι πεντήκοντα φορμών», κατεμηνύθησαν εις την βουλήν, ήτις παρέπεμψε την υπόθεσιν εις την ηλιαίαν.] Οι σιτοπώλαι ήσαν πανίσχυροι· και βλέπομεν τον Λυσίαν τον μέγαν δημοκρατικόν ρήτορα αγωνιζόμενον να θυσιάση αυτούς και να προασπίση τον Άνυτον.