Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 26

Chapter 26149 wordsPublic domain

Περί τους χρόνους εκείνους νέαι επιδράσεις ανέπτυσσον την φιλοσοφίαν του Πλάτωνος. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του απεσύρθη μετ' άλλων Σωκρατικών εις τα Μέγαρα, όπου η ολόψυχος προστασία του Ευκλείδου αφήκεν εις το πνεύμα του Πλάτωνος σπέρματα ισοβίου σεβασμού και φιλίας προς την άγονον διαλεκτικήν της Μεγαρικής σχολής. Ο _Γοργίας_ π. χ δυσκόλως ηδύνατο να γραφή εν Αθήναις. Λέγεται δ' ότι τότε ο Πλάτων εταξείδευσεν εις την Αίγυπτον και την Κυρήνην. Αλλά φαίνεται ότι επανήλθεν εις την πατρίδα προ του 388 π. Χ., ότ' επεχείρησε την πρώτην του μοιραίαν αποδημίαν εις την Σικελίαν. Τότε το πλείστον της νήσου εκυβερνάτο δεσποτικώς υπό του Διονυσίου του α', του οποίου ο γαμβρός ο Δίων ήτο θερμός του Πλάτωνος θαυμαστής· λοιπόν αφ' ενός μεν ο φίλος εκείνος, αφ' ετέρου δ' αι Πυθαγορικαί σχολαί και προς τούτοις η επιθυμία να ίδη το περίφημον ηφαίστειον προσείλκυσαν τον Πλάτωνα εις τας Συρακούσας· ίσως δ' εφαντάζετο και ότι πάσα αυλή τυράννου ήτο τόσον κατάλληλος διαμονή φιλοσόφου, όσον και αι δημοκρατούμεναι Αθήναι. Αλλ' ήτο περισσότερον υιός του καιρού του και της πατρίδος του παρ' όσον επίστευεν. Διότι δεν ηδύνατο ν' αφήση το αθηναϊκόν προνόμιον της _παρρησίας_ και μετεχειρίζετο αυτό ως Αθηναίος περί των πολιτικών πραγμάτων. Ο γέρων τύραννος εδέσμευσεν αυτόν, και τον εχάρισε — τούτο έλεγεν η φήμη — εις τον εκεί Σπαρτιάτην πρεσβευτήν, ο οποίος τον επώλησεν ως δούλον εν Αιγίνη. Εκεί κάποιος Αννίκερις Κυρηναίος — πιθανώς οπαδός του Αριστίππου, — αγοράσας ηλευθέρωσεν αυτόν και δεν εδέχθη αμοιβήν παρά των φίλων του Πλάτωνος· ούτοι δε, επειδή οι έρανοι είχον ήδη συλλεχθή, εχρησιμοποίησαν το χρήμα όπως αγοράσωσι χάριν του φιλοσόφου οικίαν και κήπον ίνα διδάσκη εκεί, δηλαδή πλησίον του γυμνασίου του αφιερωμένου εις τον ήρωα Ακάδημον, είκοσι περίπου λεπτά της ώρας έξω των Αθηνών (278). Τούτο συνέβη κατά τα 387, δηλαδή δύο τουλάχιστον έτη πριν να γραφή το _Συμπόσιον_. Αλλά πάσα λεπτομέρεια της ιστορίας ταύτης έχει και διάφορον έκδοσιν, η δε παλαιοτάτη μαρτυρία, η Ζ' επιστολή, ουδέν άλλο διηγείται ή ότι πράγματι η εκεί διαμονή δεν υπήρξεν ευάρεστος.

Η ίδρυσις της σχολής εκείνης επανέφερε την συνήθειαν των παλαιοτέρων φιλοσόφων. Η Ακαδήμεια τεχνικώς ήτο θίασος, ήτοι θρησκευτικόν σωματείον προς λατρείαν των Μουσών, έχον αρχάς, καταστατικόν και ακίνητον περιουσίαν· ο προϊστάμενος εξελέγετο, εδιδάσκοντο δε μαθηματικά, αστρονομία, και άλλαι φυσικαί γνώσεις, προσέτι δε φιλοσοφία. Οι διδάσκοντες κατέκλυζαν την μετρίαν οικίαν του Σχολάρχου, την βιβλιοθήκην, τον κήπον και το δημόσιον γυμνάσιον, μόνον δε βραδύτερον απέκτησαν ανάλογον οίκημα. Ηκροώντο δε και γυναίκες· το ίδρυμα διετηρήθη, κατά δε την γενέθλιον του Πλάτωνος ημέραν έθυον εις αυτόν ως ήρωα ιδρυτήν, ενώ συνέβαινον πλείσται μεταβολαί τάσεων και θεωριών, μέχρις ού εδημεύθη και κατηργήθη υπό του Ιουστινιανού ως έρεισμα της ειδωλολατρείας. Η περίοδος της ιδρύσεως της Ακαδημείας ήτο γονιμωτάτη. Ολίγον μετά τον θάνατον του Σωκράτους ο Αντισθένης είχεν αρχίσει να διδάσκη εν Κυνοσάργει, τω γυμνασίω των νόθων. Μετά τον Αντισθένη περί τα 390 π. Χ. ο Ισοκράτης εδίδασκε σύστημα γενικών γνώσεων. Η δ' επομένη γενεά είδε την ίδρυσιν των σχολών του Λυκείου ή Περιπάτου υπό του Αριστοτέλους, της Στοάς υπό του Ζήνωνος και του Κήπου υπό του Επικούρου.

Οποιονδήποτε και αν ήτο το έτος της ιδρύσεως της Ακαδημείας, μετά το _Συμπόσιον_ φαίνεται εξ εσωτερικών τεκμηρίων ότι υπήρξε σπουδαίον διάλειμμα εις την συγγραφικήν του Πλάτωνος εργασίαν. Οι δύο επόμενοι διάλογοι, ο _Παρμενίδης_ και ο _Θεαίτητος_, φέρουσι την σφραγίδα του ανεγνωρισμένου φιλοσοφικού «Σχολάρχου». Ο _Παρμενίδης_ περιέχει άμεικτον μεταφυσικήν, ήτοι κριτικήν έρευναν πρώτον μεν των υπό του Πλάτωνος καλουμένων «ιδεών», άς ημείς λέγομεν «γενικάς αντιλήψεις», δεύτερον δε του απολύτου όντος του Παρμενίδου· αι περί της γνησιότητος του διαλόγου τούτου συζητήσεις προέρχονται απλώς εκ της δυσκολίας, την οποίαν ευρίσκουσιν οι κριτικοί εις συναρμογήν αυτού προς οιανδήποτε σταθεράν θεωρίαν της Πλατωνικής φιλοσοφίας· είναι αδύνατον ο γράψας τον _Παρμενίδην_ να επρέσβευε την άκαμπτον εκείνην «θεωρίαν των ιδεών», την οποίαν ο Αριστοτέλης εδίδαξεν ημάς να θεωρώμεν ως Πλατωνικήν. Ο Θεαίτητος έχει δραματικήν εισαγωγήν. Ο Ευκλείδης επανέρχεται μόλις εκ του Πειραιώς, όπου συνήντησε τον Θεαίτητον, ασθενή και πληγωμένον, φερόμενον εκ Κορίνθου από του στρατοπέδου, ευρίσκων δε ήδη τον Τερψίωνα, αναφέρει τον παλαιόν του Θεαιτήτου προς τον Σωκράτη διάλογον. Αλλ' η εισαγωγή είναι τι εξωτερικόν, αυτός δε ο διάλογος αναφέρεται αυστηρώς εις την θεωρίαν της γνώσεως. Ο Πλάτων παρατηρεί ότι επίτηδες παρέλειψε τα οχληρά «_και εγώ έφην_» ή «_συνέφη_», δηλαδή αφήρεσε την σκηνογραφίαν και το περιβάλλον και αφήκε γυμνοτέραν την σκέψιν.

Ο επόμενος διάλογος της περιόδου ταύτης είναι ο _Φαίδρος_· τα τεκμήρια είναι τόσον πειστικά, όσον δύνανται να είναι τοιαύτα τεκμήρια. Οι τεχνικοί δηλαδή όροι, τους οποίους έκοψεν ο Πλάτων, οι προς αποφυγήν της χασμωδίας τρόποι, η μικρά επιτήδευσις, η διαφαινομένη επί του μεταγενεστέρου αυτού ύφους, είναι ψηλαφηταί και εν τω _Φαίδρω_. Εκ των γενομένων πινάκων του λεκτικού κωλυόμεθα να θέσωμεν αυτόν ενωρίτερον του 375. Εξ άλλου δ' όμως όχι μόνον αφήνει την εντύπωσιν νεότητος, αλλ' έχει και φανεράν τινα σχέσιν προς τον _κατά των σοφιστών_ λόγον του Ισοκράτους, ο οποίος εγράφη περί τα 390, κατά το άνοιγμα της Σχολής του. Των δύο τούτων έργων δεν δυνάμεθα να είπωμεν ποίον ήτο η πρόκλησις, και ποίον η απάντησις· εριστικά συγγράμματα κατά τους αρχαίους χρόνους εξηκολούθουν μέχρις ού εκάστη μερίς επίστευεν ότι είχεν απαντήσει αρκετά. Αλλ' ο τόνος αμοιβαίας επικρίσεως είναι φανερός, περί δε το τέλος του _Φαίδρου_ υπάρχει κάποιον εξάγγελμα προς τον Ισοκράτη εκ μέρους του Σωκράτους· «_Νέος έτι, ω Φαίδρε, Ισοκράτης_» — νέος εννοείται κατά την φανταστικήν χρονολογίαν του διαλόγου — «_δοκεί μοι αμείνων ή κατά τους περί Λυσίαν είναι λόγους . . . φύσει γαρ ένεστί τις φιλοσοφία τη του ανδρός διανοία· ταύτα δη ουν εγώ . . . . Ισοκράτει εξαγγέλλω_». { ' Isocrates is young yet' —that is, of course, at the imaginary date of the conversation—' and is too fine material to be a mere orator ; if he will turn to philosophy, he has the genius for it.' " Take that message from me, Phαedrus, to Isocrates whom I love." }. Αλλ' εάν αυτή είναι πολεμική, βεβαίως δεν είναι ζωηρά· είναι ο τόνος του παλαιού φίλου, ρίπτοντος εις την λήθην τα περασμένα και δεχομένου να σεβασθή πάσαν διαφοράν γνώμης· είναι δε πιθανόν ότι έχομεν δευτέραν έκδοσιν του _Φαίδρου_. Η πρώτη θα ήτο ίσως αφορμή της οργής του Ισοκράτους· ο σωζόμενος Φαίδρος εξεδόθη δεκαπέντε έτη κατόπιν, απαντά δε ησύχως εις πολλά σημεία επικριθέντα και καταλήγει προτείνων τον ψηλαφητόν τούτον κλάδον της ελαίας.

Κατά τα έτη εκείνα ο Πλάτων ειργάζετο εις το επιπονώτατον των έργων του, την _Πολιτείαν_· ως εισαγωγήν προέταξε κατά το παλαιόν εύθυμον ύφος μικρόν «_περί δικαιοσύνης_» διάλογον μεταξύ Σωκράτους και Θρασυμάχου. Τούτο είναι το Α' βιβλίον της Πολιτείας· το λοιπόν μέρος είναι, καθόσον εξάγεται εκ της γλώσσης, ομοιόμορφον, αι δε ποικίλαι θεωρίαι περί διαιρέσεως του μακρού έργου εις διάφορα «στρώματα» μέχρι της σήμερον απέτυχον· το κύριον θέμα του μεγάλου τούτου συνόλου είναι τι εστι «_δικαιοσύνη_» και αν υπάρχη λόγος να είναι κανείς δίκαιος μάλλον ή άδικος. Τούτο άγει εις την συζήτησιν και ανίδρυσιν δικαίας πολιτείας· όχι καθώς θα ενόμιζεν ο νεώτερος αναγνώστης, διότι η δικαιοσύνη είναι σχέσις μεταξύ ενός ανθρώπου και άλλου — ο Πλάτων εμφαντικώς ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάτι εντός του χαρακτήρος εκάστου προσώπου — αλλά διότι είν' ευκολώτερον να ίδωμεν τα πράγματα κατ' ευρυτέραν κλίμακα. Δεν θα επιχειρήσωμεν όμως εδώ οιανδήποτε ανάλυσιν του αριστουργήματος τούτου της παρατηρήσεως, της αποδείξεως, της ειρωνείας, της φαντασίας και της ευφραδείας. Διότι εάν ελέγομεν ότι περιέχει τον «κομμουνισμόν», την εξίσωσιν των φύλων, την κατάργησιν του γάμου, την κατάλυσιν του εμπορίου, την αφιέρωσιν όλων των πόρων του κράτους εις την παίδευσιν, εν παρόδω δε και ασθενώς την κατάργησιν της δουλείας και προσέτι μικράν τυραννίαν ασκουμένην υπό θείου και φρονίμου ανδρός — τοιαύτη περιγραφή θα εφαίνετο ως γελοιογραφία. Η έννοια της _Πολιτείας_ δύναται να κατανοηθή μόνον εξ αυτής ταύτης και μόνον διά πολλής σπουδής του ελληνικού πνεύματος ή δι' άλλης δυνάμεως ευαισθήτου φαντασίας. Επιπόλαιος ανάγνωσις αυτής είναι τόσον αδύνατος, όσον είναι δυνατή περί άλλων μεγάλων αρχαίων έργων.

Πάντα τα διανοητικά και λεκτικά προτερήματα του Πλάτωνος φθάνουσιν εις το έπακρον εν τη _Πολιτεία_, αλλά και πολλά των χαρακτηριστικών των πρεσβυτικών του χρόνων αρχίζουσιν ήδη να διαφαίνωνται· πρώτον και κύριον ο προς την πολιτικήν ζήλος· ο πόθος καλυτέρου τινός και ευπειθεστέρου Διονυσίου· η αυξανομένη αδημονία του φιλοσόφου ποιητού κατά της ποιήσεως, της σειρήνος, η οποία τον κρατεί μακράν της αληθείας. Ο Πλάτων ομιλεί περί της ποιήσεως καθώς ο Ράσκιν περί της λογοτεχνικής μορφής· «δεικνύω προς τους ανθρώπους απλώς το καθήκον των και αυτοί αποκρίνονται ότι το ύφος μου είν' ωραίον». Κατά τον Πλάτωνα η ποίησις είναι καθαυτό απάτη· δεν είναι αλήθεια, ουδέ καν σκιά αυτής, αλλά «τρίτη από της αληθείας, ειδώλου δημιουργός»· και όμως ημπορεί να μεθύση τους ανθρώπους εξ ηδονής! Πρέπει λοιπόν να εξορισθή τελείως εκ της δικαίας πόλεως. Ο Αριστοτέλης και όσοι εξ ημών δεν κινδυνεύομεν εκ πληθώρας της φαντασίας, όσοι δεν εσπαταλήσαμεν έτη περιπαθώς εργαζόμενοι χάριν του ιδανικού της αληθείας, της οποίας η ποίησις μας προσφέρει μόνον απλούν είδωλον, θλιβόμεθα δικαίως διά την υπό του Πλάτωνος υποτίμησιν αυτής. Τινές δε προσπαθούσι να δικαιολογήσωσιν αυτόν λέγοντες ότι ομιλών περί ποιήσεως είχεν υπ' όψιν τον Χαιρήμονα και τους παίδας του Καρκίνου. Αλλ' όχι· την αληθινήν ποίησιν, τον Όμηρον, τον Αισχύλον και εαυτόν πολεμεί ο Πλάτων· και θα ήτο ανακόλουθος προς την φιλοσοφίαν του, εάν έπραττε διαφόρως. Διότι εστήριξε τον βίον του εις την αρχήν, ότι αυστηρά διανόησις δύναται να σώση τους ανθρώπους, ότι η αλήθεια και το αγαθόν εν τέλει συναντώνται κάπου· ενόει να εργασθή προς τούτον τον σκοπόν πάση θυσία· και αν η ποίησις ήτο εμπόδιον, ν' απορρίψη και την ποίησιν. Και μετά την _Πολιτείαν_ η ποίησις σχεδόν εκλείπει· ο _Σοφιστής, ο Πολιτικός, οι Νόμοι_ δεν έχουσι παρά ολίγην, και αυτοί οι μύθοι γίνονται πλέον αφηρημένοι και διδακτικοί, πλην ίσως του μύθου της Ατλαντίδος εν τω _Κριτία_.

Περίεργον είναι ότι ο Πλάτων δεν περιλαμβάνει και τους μύθους εις την καταδίκην της ποιήσεως, αρχικώς δε και τους εδικαιολόγει. Εν τω _Φαίδωνι_ θείον ενύπνιον προσέτασσεν επανειλημμένως προ του θανάτου του τον Σωκράτη λέγον «_μουσικήν ποίει και εργάζου_»· εν δε τη _Απολογία_, ο χρησμός των Δελφών ωνόμαζε τον Σωκράτη σοφώτατον των ανθρώπων, διότι ούτος ανεγνώριζε την άγνοιάν του. Και το ενύπνιον και ο χρησμός είναι προδήλως πλάσματα· είναι τρόποι διά των οποίων ο Πλάτων ισχυρίζετο ότι το θείον ανεγνώρισε τον διττόν αυτού Σωκράτη, τον διαλεκτικόν και τον μυθολόγον.

Πρεσβύτης ήδη ο Πλάτων, εστράφη σπουδαίως εις την πολιτικήν· τότε ανεπτύσσετο νεωτέρα γενεά φιλοσόφων, οι μέλλοντες Κυνικοί, Στωικοί και Επικούρειοι, οι όλως αποστρέφοντες το πρόσωπον από των πολιτικών και αφωσιωμένοι εις την ψυχήν των. Άλλοτε ο Πλάτων ήτο έτοιμος να κηρύξη και αυτός παρόμοιον δόγμα· ήρχισε την ζωήν αντιδρών κατά της μεγάλης πολιτικής γενεάς. Και όμως ήτο τέκνον των Περικλείων Αθηνών, η δ' εσκεμμένη αδιαφορία των ιδρυομένων σχολών θα τον ετάραξεν ως παράλειψις καθήκοντος. Τα τρία τέταρτα των κατόπιν συγγραφών του έχουσι θέμα την πολιτικήν και ο πόθος του εξωτερικού του βίου ήτο ο προσηλυτισμός του β' Διονυσίου. Την σκέψιν ταύτην οριστικώς εκφράζει κατά πρώτον διά του «_μεγίστου κύματος_» το οποίον θα καταστήση δυνατήν την Πολιτείαν διά της αξιώσεως όπως «_ή φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή βασιλής . . φιλοσοφήσωσιν _» η δ' επιμονή του ότι ο τυραννικός είναι άθλιος, ίσως ήτο συμβουλή προς τον Διονύσιον. Επί είκοσι περίπου έτη ο μέγας γέρων έθαλπε την ελπίδα ότι θ' ανεδείκνυε φιλόσοφον βασιλέα τον διεφθαρμένον εκείνον dilettante. Τοιουτοτρόπως το πνεύμα της αυταπάτης, όπερ είχεν αποδιώξει εντελώς εκ των συγγραφών του, επανήρχετο σφοδρότερον εις τον πραγματικόν του βίον.

Ο Δίων εκάλεσε τον Πλάτωνα δευτέραν φοράν εις την Σικελίαν κατά τα 367 αμέσως μετά την ανάρρησιν Διονυσίου του β' και εκείνος μετέβη εκείσε. Το αποτέλεσμα ήτο στιγμιαία έκρηξις φιλοσοφικού ενθουσιασμού εν τη αυλή των Συρακουσών· ο άνεμος ήτο πνιγηρός ένεκα της άμμου, την οποίαν οι γεωμέτραι μετεχειρίζοντο εις τα διαγράμματά των. Κατόπιν επήλθε ψυχρότης, φιλονικία, η εξορία του Δίωνος και η δυσάρεστος του Πλάτωνος επιστροφή. Αλλά νεαρός ηγεμών δύναται να μεταμεληθή και αν ήκουσε κακούς συμβούλους, δύναται κατόπιν να εννοήση την πλάνην του και να διορθωθή. Ο Πλάτων λοιπόν, λαβών δευτέραν πρόσκλησιν, απεφάσισεν

_όφρ' έτι την ολοήν αναμετρήσαιμι Χάρυβδιν_

{ yet again to fathom deadly Charybdis }

καθώς Ομηρικώς λέγει η Ζ' επιστολή. Αλλ' απέτυχε να συμφιλιώση τον τύραννον προς τον Δίωνα και διέφυγε σώος μόνον διά της βοηθείας των εν Τάραντι Πυθαγορείων. Ο Δίων κατέφυγεν εις αφιλοσοφήτους μεθόδους· εξεθρόνισε τον Διονύσιον τω 357 και εδολοφονήθη τω 354. Εν τω Δ' βιβλίω των Νόμων ηδύνατο ακόμη ο Πλάτων να γράφη (σ. 709 κεξ.) «_τυραννουμένην μοι δότε πόλιν· τύραννος δ' έστω νέος και μνήμων και ευμαθής και ανδρείος και μεγαλοπρεπής φύσει_» { Give me a tyrant-governed city to form our community from; let the tyrant be young, docile, brave, temperate, and so far fortunate as to have at his side a true thinker and lawgiver } και ευτυχής όπως εύρη «_νομοθέτην άξιον επαίνου_». Τούτο κείται ακριβώς εν τω μέσω του μακρού έργου· οι _Νόμοι_ θα εγράφοντο επί έτη πολλά, καθόσον υπάρχει αισθητή διαφορά ύφους μετά το Δ' βιβλίον. Το δεύτερον ήμισυ του έργου δεν εμφαίνει πλέον καμμίαν του Πλάτωνος ελπίδα περί βασιλείου εν τω κόσμω τούτω, ίσως δε πρέπει να σχετίσωμεν και το μελαγχολικόν εκείνο χωρίον, όπου δέχεται το δόγμα το οποίον προ δέκα ετών θα επολέμει ολοψύχως, ότι δηλαδή η ψυχή είναι «_και των κακών_» αιτία (σ. 896). Τα λοιπά έργα της τελευταίας περιόδου είναι καθαρώς φιλοσοφικά. Ο Σοφιστής και ο Πολιτικός είναι συνέχεια του _Θεαιτήτου_· ακολουθούσιν εν τη μεθόδω την άχαριν «διχοτομίαν» του Παρμενίδου. Ο _Σοφιστής_ είναι απόδειξις της αληθείας του «_μη όντος_», της χώρας, όπου δύναται να υπάρχη ο Σοφιστής, όστις πράγματι δεν είναι ό,τι επαγγέλλεται ότι είναι. Ο _Φίληβος_, ζήτησις περί του αγαθού — ότι τούτο δεν είναι ούτε γνώσις ούτε ηδονή, αλλά σχετίζεται μάλλον προς την γνώσιν — είναι αξιοσημείωτος, διότι διεξάγεται άνευ χρήσεως της καλουμένης θεωρίας των ιδεών· βάσις αυτής είναι η ένωσις του πεπερασμένου και του αιωνίου, της πληθύος και του ενός. Εκ των γλωσσικών τεκμηρίων εξάγεται ότι εγράφη καθ' όν χρόνον και το πρώτον ήμισυ των _Νόμων_.

Ο _Τίμαιος_, διάλογος περί της δημιουργίας του κόσμου, και ο _Κριτίας_ περί της δημιουργίας της ανθρωπίνης κοινωνίας, είναι σύγχρονοι του δευτέρου μέρους των Νόμων. Ο _Τίμαιος_ είναι ή η κενωτάτη ή η ήκιστα εννοηθείσα θεωρία του Πλάτωνος· είναι απόπειρα συγκροτήσεως του φυσικού κόσμου εξ αφηρημένων γεωμετρικών στοιχείων αντί των ατόμων του Δημοκρίτου. Ο δε _Κριτίας_, ο οποίος είναι ατελής, ιστορεί την δόξαν και την πτώσιν της νήσου Ατλαντίδος, η οποία ήτο ιδανικός τύπος υλικής δυνάμεως και πλούτου, πολλάς έχων ομοιοτήτας προς τας Αθήνας. Εις την σειράν ταύτην επρόκειτο να ταχθή και άλλος διάλογος, ο _Ερμοκράτης_, αλλ' αυτός δεν εγράφη. Ο Πλάτων απέθανεν, αφήσας ασυμπληρώτους τους _Νόμους_ και τον _Κριτίαν_ διακοπτόμενον εις την λέξιν «_είπεν_» (279).

Ο Πλάτων απέτυχεν εις τους κυρίους αγώνας της ζωής του. Ελατρεύθη αληθώς υπό μεγάλου μέρους του ελληνικού κόσμου· το μεγαλείον του κατενοήθη όχι μόνον υπό φιλοσόφων, αλλά και υπό ηγεμόνων και πολιτικών. Οι Κυρηναϊκοί πιθανώς εβαρύνοντο το ύψος του· οι δε Κυνικοί ίσως τον εμίσουν ως ψευδή Σωκρατικόν, ως φιλόσοφον των πλουσίων, ανέτως φιλοσοφούντα εν τω κήπω του αντί να συγκατοική μετά των αποκλήρων και να κραυγάζη εντός των οδών κατά της αμαρτίας. Αλλά περί το τέλος της ζωής του ήτο σχεδόν υπέρτερος ελέγχων. Και αυτοί οι κοσμικοί υπήρξαν ήπιοι προς αυτόν (280)· αι δε συκοφαντίαι της επομένης γενεάς ήσαν απλή αντίδρασις προς τας προηγουμένας υπερβολάς του θαυμασμού. Χαρακτηριστική της κοινής περί αυτού αντιλήψεως είναι η φήμη ότι ήτο υιός του Απόλλωνος και η περικόσμησις αυτού δι' Απολλωνείων μύθων· τον δε προς αυτόν σεβασμόν των φιλοσόφων αποδεικνύει ο βωμός, όν έστησεν εις αυτόν ο Αριστοτέλης, ο ούτε αισθηματικός, ούτε τυφλωμένος μαθητής.

Αλλ' ο κόσμος δεν επορεύθη όπως ήθελεν ο Πλάτων· οι εγκωμιασταί του δεν τον ήκουσαν και οι λατρευταί του τον αντέκρουσαν. Ηρεύνησεν ελπίζων να εύρη μίαν κλείδα του κόσμου τούτου, μίαν αρχήν, την οποίαν θα ηδύνατο να εφαρμόζη εις τους διανοητικούς τύπους, καθώς εις τους μαθηματικούς. Η γνώσις της αρχής εκείνης θα έκαμνε τους ηγεμόνας των _Νόμων_ και της _Πολιτείας_ αναμαρτήτους και δεσποτικούς. Αλλ' αυτός ο Πλάτων ενόησεν ότι δεν την είχεν εύρει. Το μέλλον ανήκεν εις τους έχοντας περισσότερον θάρρος και ολιγωτέραν αυτοκριτικήν. Ο Δημόκριτος ηδύνατο να συστηματοποιή την επιστήμην και να σχηματίζη καθωρισμένον υλιστικόν δόγμα. Ο Αντισθένης ηδύνατο να εξευτελίζη τα παν, τέχνην, μάθησιν, αυτήν την τιμήν άνευ δισταγμού. Εκείνοι ήσαν ιδρυταί των μεγάλων συστηματικών σχολών. Αλλ' ο Πλατωνισμός δεν είχε μορφήν ιδίαν. Ο μεν Σπεύσιππος, ο ανεψιός και διάδοχος του Πλάτωνος, ελάτρευεν απλώς τον θείον του και εθεώρει πάσαν κατά μέρος γνώσιν ως αδύνατον προ της γνώσεως του παντός. Ο δε Αριστοτέλης ανέπτυξεν ιδικόν του σύστημα, πρακτικόν, βαθύ, εγκυκλοπαιδεικόν, αλλ' όλως ίδιον και ουδαμώς Πλατωνικόν. Ο δε Ηρακλείδης κατέστρεψε το δημιουργικόν και μυστικόν πνεύμα του διδασκάλου και υπήρξε τρόπον τινά μομφή προς την μνήμην του.

Αλλ' ακριβώς αυτό το ασυμπλήρωτον των στοχασμών του Πλάτωνος κατέστησεν αυτόν αθάνατον. Ο Πλάτων δεν μας παρέχει σύστημα, αλλά πνεύμα, το οποίον ουδεμία ανακάλυψις δύναται να σκιάση. Λάθος είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ονειροπόλον· κατά βάθος ήτο οξύς και πολλάκις είρων. Αλλ' ανυψώνεται υπεράνω της ιδίας του ειρωνείας και εξαιρουμένης της περιόδου του _Γοργίου_, ατενίζει πάντοτε μάλλον προς την ωραιότητα των πραγμάτων, όπου την ευρίσκει, ή προς το κακόν. Λάθος επίσης είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ιδανικόν Απολλώνειον ήρωα, ακτινοβόλον και γαλήνιον ή να εκλαμβάνωμεν αυτόν ως όμοιον προς την θριαμβευτικήν εκείνην κεφαλήν του Ινδικού Βάκχου. Ήτο γνωστός διά την κυρτότητα και το πλατύ του μέτωπον· αι δ' επιστολαί πολλάς αναφέρουσιν ασθενείας του. Ο δε όλος τόνος του Πλάτωνος προς την τότε γενεάν ομοιάζει το ύφος του Καρλάιλ ή του Ράσκιν. Είναι πάντως ο μέγιστος καλλιτέχνης της ελληνικής, ίσως δε και πάσης άλλης παντός χρόνου πεζογραφίας. Οι αρχαίοι κριτικοί, υπεραγαπώντες την ρητορείαν, θεωρούσιν ίσον, ή και ανώτερον αυτού, τον Δημοσθένη. Ο δε Διονύσιος λαμβάνει τον χλιαρόν εν τω _Μενεξένω_ λόγον, όπως παραβάλη αυτόν προς τον _Περί του στεφάνου_! Αλλ' ο κύκλος του Πλάτωνος είν' ευρύτερος· έχει περισσοτέραν αβρότητα και βάθος, και ευρύτερον ορίζοντα φαντασίας ή ο πολιτικός και ο ρήτωρ. Αναγινώσκοντες αυτόν, αισθανόμεθα παρά πάσαν την μακρολογίαν και παραδοξολογίαν, όπου τον εξωθεί η κράσις του, ότι ευρισκόμεθα ενώπιον διανοίας ικανής εις πάσαν λεπτολογίαν και εις πάσαν έξαρσιν και πτήσιν. Τα κατ' αυτού λεγόμενα είναι ανεμώδη· του Πλάτωνος ο προορισμός ήτο να φιλοσοφή (281) και να γράφη, εξετέλεσε δε και τα δύο ταύτα μετά της αυτής επιμονής και της αυτής επιτυχίας. Ολίγη αφορμή εδόθη εις αυτόν προς δράσιν κατά την κοινήν της λέξεως εκδοχήν· ότε δε τον εκάλεσεν ο Δίων, εδέχθη την πρόσκλησιν μετά τυφλού ενθουσιασμού. Αλλ' εάν η ζωή των ανθρώπων δύναται να εκτιμηθή κατά το τι σκέπτονται και εις τι αφοσιούνται, ο Πλάτων πρέπει να ταχθή μεταξύ των αγίων της ανθρωπίνης ιστορίας. Όλη του η ύπαρξις ήτο «εν τω καλώ»^ περί ουδενός δε ίσως άλλου θνητού δυνάμεθα να είμεθα τόσον βέβαιοι ότι απέβλεψε πάντοτε εις κάτι υπέρτερον οιασδήποτε κοσμικής επιτυχίας και ότι ήθελεν αδιστάκτως θυσιάσει την ζωήν χάριν εκείνου (282).

IE'

ΞΕΝΟΦΩΝ

ΓΡΥΛΛΟΥ, ΕΡΧΙΕΥΣ (434-354)

Μεταξύ των πλησιεστέρων εταίρων του Σωκράτους ήσαν και δύο ιππείς, όχι πολύ διαφόρου ηλικίας· και οι δύο είχον αριστοκρατικάς και αντιθέτους του δήμου παραδόσεις, αι οποίαι παρεκώλυον πάσαν πολιτικήν των φιλοδοξίαν, αλλ' ουδέτερος αυτών ηγάπα να είναι μόνον λογογράφος. Και ο μεν Πλάτων έμεινεν εν Αθήναις, σπουδάζων μουσικήν, μαθηματικά, ρητορικήν και φιλοσοφίαν, γράφων και καίων διθυράμβους και σχεδιάζων ευριπιδείους τραγωδίας. Ο δε ΞΕΝΟΦΩΝ έφυγε διά να ζητήση τύχην έξω της Ελλάδος.

Ελέγετο ότι ο Σωκράτης, απαντήσας πρώτην Φοράν παιδίον τον Ξενοφώντα, τον εσταμάτησε διά της ράβδου του και τον ηρώτησεν αποτόμως πού εγίνοντο διάφορα πράγματα. Ο μικρός ήξευρε και απεκρίθη προσηνώς· αλλ' ο Σωκράτης επροχώρησε· Και «_πού καλοί, καγαθοί γίνονται άνθρωποι;_» (283) Το παιδίον εστάθη ενεόν. «Λοιπόν ακολούθει με», του είπεν ο φιλόσοφος. Ο λόγος είναι ben trovato. Ο Ξενοφών ουδέποτε ήτο φιλόσοφος, αλλ' ήτο τύπος _καλού καγαθού_· δηλαδή νους τετράγωνος, ευσεβής· κυνηγός και στρατιώτης· καλός οικογενειάρχης ουδέποτ' έχων θεωρητικάς τάσεις ουδέ διάθεσιν να επικρίνη την κοινήν περί θεών ή νόμων δόξαν, αλλ' έτοιμος να κηρύσση και να φιλοσοφή ησύχως περί πάντων των ολιγώτερον επικινδύνων ζητημάτων.

Λέγεται ότι υπήρξε λίαν εύμορφος, ήτο δε και ριψοκίνδυνος. Βοιωτός φίλος του, ο Πρόξενος, είχε μισθωθή υπό του σατράπου Κύρου, αδελφού του μεγάλου βασιλέως, όπως οδηγήση Έλληνας μισθοφόρους εις τα ενδότερα της Κιλικίας. Ο σκοπός της εκστρατείας δεν είχε διακοινωθή, αλλ' ο μισθός ήτο καλός και υπήρχε πιθανότης πολλών περιπετειών. Ο Πρόξενος προέτεινε να συμπαραλάβη τον Ξενοφώντα. Εκείνος απέστεργε ν' αναλάβη υπηρεσίαν υπό τον Κύρον, τον μόλις προ ολίγου εχθρόν της πατρίδος του, έλαβεν όμως συστατικά προς αυτόν και ηκολούΘησεν ως ανεξάρτητος ιππεύς. Το τέλος της ιστορίας εκείνης είναι πασίγνωστον. Τα στρατεύματα ανέβαινον αδιακόπως, απορούντα και φοβούμενα διά τον αληθινόν της πορείας των σκοπόν. Τέλος δεν ηδύνατο ν' αποκρυφθή ότι «_ο στόλος ην επί βασιλέα_». Τότε τινές έφυγον, αλλ' οι πλείστοι αισθανόμενοι ότι ήσαν υπόχρεοι, εβάδισαν προς τα εμπρός. Ενίκησαν τον βασιλέα παρά τα Κούναξα· αλλ' ο Κύρος εφονεύθη. Οι Έλληνες Βαθμηδόν απεμονώθησαν και περιεκυκλώθησαν. Οι πέντε στρατηγοί των, εν οίς ο ευγενής του Ξενοφώντος φίλος, ο Πρόξενος, ο Σπαρτιάτης Κλέαρχος, ο Θεσσαλός Μένων, κληθέντες υπό του Τισσαφέρνους εις σύσκεψιν, συνελήφθησαν και αναχθέντες εις τον βασιλέα, απεκεφαλίσθησαν. Οι στρατιώται έμειναν άνευ αρχηγών εν τω μέσω χώρας εχθρικής, πλέον ή χίλια μίλια μακράν ελληνικής γης. Τότε τους έσωσεν ο Ξενοφών^ την ακόλουθον νύκτα του φόνου των στρατηγών εκάλεσε τους υπολειπομένους αρχηγούς, καθήρεσε τον μόνον δειλόν αξιωματικόν, ο οποίος συνεβούλευσεν υποταγήν, άνθρωπον κατά το ήμισυ Λυδόν, φορούντα ενώτια· προέτεινε την εκλογήν νέων στρατηγών, εν οίς ήτο και αυτός, διηύθυνε την κάθοδον, τας μάχας και την πορείαν προς τα ανεξερεύνητα όρη του Βορρά. Ολίγαι ημέραι ή νύκτες επέρασαν άνευ κινδύνων μέχρι της αξιομνημονεύτου 27 του Ιανουαρίου του 400 π. Χ., ότε κατά πρώτον είδον την θάλασσαν πλησίον της Σινώπης {ο μεταφραστής διορθώνει εδώ την Σινώπη σε Τραπεζούντα}. Αλλ' ο νους του Ξενοφώντος δεν ησύχασε μέχρις ού παρέδωκε τον στρατόν του εις τον Σπαρτιάτην αρμοστήν Θίβρωνα κατά Μάρτιον του 399 π. Χ.