Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 25

Chapter 25306 wordsPublic domain

Ο _Πλούτος_ (388 π. Χ.) είναι η τελευταία των σωζομένων κωμωδιών του Αριστοφάνους και διαφέρει πολύ των άλλων· διότι δεν έχει γνωστά πρόσωπα, δεν έχει πολιτικά και δεν έχει παράβασιν· δηλαδή πράγματι ανήκει όχι εις την αρχαίαν, αλλ' εις την μέσην κωμωδίαν, ήτοι την μετάβασιν εις την καθαράν κωμωδίαν των ηθών. Στηρίζεται ακόμη επί είδους υποθέσεως, όπως οι _Όρνιθες_ και οι _Αχαρνής_. Ο Πλούτος είναι τυφλός θεός· εάν ήτο δυνατόν να πιασθή και να θεραπευθή υπό καλού ιατρού ή εντός θαυματουργού ναού, τι νέος κόσμος! Αι κύριαι της κωμωδίας γραμμαί διαγράφουσι την εκτύλιξιν της ιδέας ταύτης. Αλλά τα νέα χαρακτηριστικά διαφαίνονται επί πολλών λεπτομερειών· έχομεν τον κωμικόν δούλον, τον Καρίωνα, αναιδή, πανούργον, αλλ' απαραίτητον, ο οποίος παίζει σπουδαιότατον μέρος εν ταις κωμωδίαις του Μενάνδρου και του Τερεντίου, έχομεν δε και τον φίλον του ήρωος Βλεψίδημον διαγραφόμενον ως εντελή χαρακτήρα. Μανθάνομεν ότι δύο νεωτέρας του κωμωδίας τον *_Αιολοσίκωνα_ και τον *_Κώκαλον_, έδωκεν ο Αριστοφάνης εις τον υιόν του Αραρότα διά ν' αρχίση το στάδιόν του. Σίκων είναι όνομα μαγείρου· φαίνεται δε ότι ο *_Αιολοσίκων_ παρίστανε τον θεόν των ανέμων μαγειρεύοντα. Ο δε *_Κώκαλος_ είχεν, ως αι πλείσται νέαι κωμωδίαι, υπόθεσιν όχι κωμικήν, αλλά ερωτικήν μετά πανουργίας και αναγνωρισμού.

Ο Αριστοφάνης είναι αναμφιβόλως μεγαλοφυής ποιητής. Ίσως η σύνεσις της πολιτικής του, η περί ζωής καθόλου φιλοσοφία του και προ πάντων ο «sittliche Ernst» τον οποίον οι θαυμασταί του ανευρίσκουσιν εις την κατά των ελαττωμάτων των αντιπάλων του επίθεσιν, δύναται να αμφισβητηθή. Ημείς παραδεχόμεθα προσέτι ότι πολλάκις επολέμησεν ό,τι κάλλιστον υπήρχε τότε, ή υπερήσπισεν αυτό διά λόγους ταπεινούς· παραδεχόμεθα ότι αι βωμολοχίαι του υπερβαίνουσι παν όριον, και ότι κατά κανόνα στηλιτεύει μόνον τους πτωχούς και τους ηγέτας τούτων· αλλ' όμως γράφει πάντα ταύτα με τόσην πλησμονήν ευθυμίας, τόσην ένδειξιν, ότι τα πάντα είναι κωμικά, τόσην οξύτητα και ευφυίαν, τόσην απαράμιλλον ευστοχίαν και χάριν ύφους, ώστε και αν Αρχέλαός τις παρέδιδεν αυτόν εις τον Ευριπίδην προς μαστίγωσιν, πιθανώτατα θα διέφευγε την όχι όλως άδικον ποινήν. Αλλά το κύριον ίσως χαρακτηριστικόν του ποιητού τούτου είναι ο συνδυασμός της δριμυτάτης κωμικότητος αφ' ενός και της λεπτοτάτης ποιήσεως αφ' ετέρου. Βεβαίως τα λυρικά του κομμάτια είναι κατεσπαρμένα και πολλάκις αλάξευτα· ο δε παραβάλλων αυτά προς τα χορικά του Σοφοκλέους και του Ευριπίδου δεικνύει κριτικήν απειρίαν. Αλλ' η μεγαλοφυία είναι φανερά και αν η επεξεργασία λείπη.

Και περί της οικονομίας των έργων του δεν εφρόντιζε πολύ ο Αριστοφάνης· αλλ' όμως έχει τόσην δύναμιν και χάριν, ώστε κάμνει και τας κωμικωτάτας επινοίας πιθανάς. Η ασεμνολογία του αφ' ενός μεν απορρέει αναμφιβόλως εκ της Ελληνικής αφελείας, η οποία ήτο αποτέλεσμα απλού και απροσποιήτου βίου· αφ' ετέρου δε δύναται να λεχθή ότι δεν εγίνετο σκοπίμως. Διδακτικόν είναι ότι ο Πλάτων ηγάπα τον Αριστοφάνη· τα πολιτικά των φρονήματα πιθανώτατα ήσαν σύμφωνα· αλλ' αν αληθεύη το λεγόμενον, ότι ο Πλάτων συνέστησεν εις τον Διόνυσον των Συρακουσών ν' αναγνώση τους _Ιππέας_, διά να ίδη πώς ήσαν τα πολιτικά πράγματα των Αθηνών, βεβαίως μόνον την παρρησίαν ήθελε να επιδείξη. Ο εν τω _Συμποσίω_ λόγος του κωμωδού δεικνύει τον βαθύτερον σύνδεσμον των δύο μεγάλων ηγεμόνων της φαντασίας. Αλλά μόνον οι σύγχρονοί του ηδύναντο ν' ανέχωνται τας κωμωδίας του Αριστοφάνους. Η δ' επομένη γενεά ήθελε περισσοτέραν λεπτότητα και διαγραφήν χαρακτήρων, περισσοτέραν πλοκήν και αίσθημα και βάθος. Τοιούτον ποιητήν ηύρε τον Μένανδρον. Βεβαίως οι γραμματικοί της Αλεξανδρείας ήταν αρκετά φιλάρχαιοι, ώστε ν' αγαπώσι την αρχαίαν κωμωδίαν· διότι έβριθεν ειδήσεων περί πραγμάτων παλαιών, ήτο δύσκολος και ανήκεν όλως διόλου εις το παρελθόν· εσπούδαζον λοιπόν τον Αριστοφάνη περισσότερον παρά πάντα άλλον ποιητήν πλην του Ομήρου. Αλλ' οι μεταγενέστεροι εύρισκον αυτόν παραπολύ πικρόν, εριστικόν και βίαιον. Η περίεργος κριτική του Πλουτάρχου, συγκρίνοντος αυτόν προς τον Μένανδρον, ομοιάζει με περιγραφήν αρρώστου περί σφοδρού ανέμου (274). Την σήμερον ο Αριστοφάνης έχει την δύναμιν να εξεγείρη όσον ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Θεόκριτος, αμέσως το διαφέρον και την αγάπην σχεδόν οιουδήποτε αναγνώστου (275).

Εκ των άλλων αρχαίων κωμικών, των συγχρόνων σχεδόν του Αριστοφάνους, (πλην των ανωτέρω μνημονευθέντων) διεκρίνοντο ο _Αμειψίας_, γράψας πλην του Κόννου και των Κωμαστών Σαπφώ και άλλα (παρά Meineke σ. 263-9 και Kock I σ. 670-8) ο _Άρχιππος_ γράψας πλην των Ιχθύων, Αμφιτρύωνα, Ηρακλέα κλ. (Meineke σ. 269-76· Kock I σ. 679-89), ο _Καλλίας_ γράψας Αταλάντην και Κύκλωπας (Meineke σ. 279-83· Kock I σ. 693-99) ο _Σράττις_ γράψας Μήδειαν, Φιλοκτήτην, Φοινίσσας κλ. (Meineke σ. 290-303 σ. Kock σ. 711-733), ο _Θεόπομπος_, γράψας Άδμητον, Θησέα, Οδυσσέα, Πανταλαίωντα (Meineke σ. 30-16 Kock σ. 733-56) και ο _Φιλύλλιος_, γράψας Αιγέα, Αύγηνι (Ναυσικάαν κλ.) (Meineke σ. 331-4 και Kock σ. 781-89). Ούτως οι πλείστοι επραγματεύοντο θέματα μυθολογικά κατά τρόπον κωμικόν, παρωδούντες τους επικούς και τους τραγικούς]

ΙΔ'

ΠΛΑΤΩΝ

ΑΡΙΣΤΩΝΟΣ ΕΚ ΚΟΛΛΥΤΟΥ (427-347 π. Χ.)

Ο ΠΛΑΤΩΝ, καταγόμενος πατρόθεν μεν εκ του Κόδρου, του παλαιού βασιλέως της Αττικής, μητρόθεν δ' εκ του Σόλωνος, μικρός ανεψιός του Κριτίου και ανεψιός του Χαρμίδου, δεινός εις την γυμναστικήν και νικητής εις την πάλην, ταχύς και οξύς λογογράφος, έχων έμπνευσιν όπως γράφη εύμορφα επιγράμματα και φιλοδοξίαν προς ποίησιν τραγωδιών, κάτοχος μουσικής και μαθηματικής παιδείας, προσέτι δε γνώστης της Ηρακλειτείου φιλοσοφίας, πάντως κατά την πρώτην του νεότητα εφαίνετο τύπος λαμπρού Αθηναίου αριστοκρατικού. Ηδύνατο δε ν' αποβλέψη εις το πολιτικόν στάδιον, καθώς ο Αλκιβιάδης· αλλ' αι παραδόσεις και προτιμήσεις του έτρεψαν αυτόν εις άλλα. Διότι περιεφρόνει τα πλήθη και δεν κατεδέχετο να τα κολακεύη. Συνεμερίζετο μετά των συγγενών του την τάσιν, αν μη και την δράσιν, την αμυδρώς διαγραφομένην υπό του γράψαντος την _Αθηναίων πολιτείαν_ ολιγαρχικού, ήτοι την πολιτικήν της έξωθεν βοηθείας. Ότε κατά πρώτον συνήντησε τον Σωκράτη, ήτο μόλις εικοσαετής και δεν ήτο ακόμη φιλόσοφος. Κατετάχθη λοιπόν και αυτός εις τους φιλαρέσκους εκείνους νέους, οι οποίοι συνώδευον τον γέροντα φιλόσοφον, διά να τέρπωνται οξύνοντες το πνεύμα των και παρακολουθούντες την γελωτοποίησιν των διακρινομένων ως σπουδαίων. Οι νέοι εκείνοι κοινωνικώς ήσαν περιωρισμένοι, αλλά και αποκλειστικοί. Απέφευγον την εκκλησίαν του δήμου, όπου οι ολιγαρχικοί δεν είχον τόπον, απέφευγον δε και το επίσημον θέατρον, διότι είχον νεωτέρας θεωρίας και συνήθως ανεγίνωσκον προς αλλήλους τα δράματά των.

Ο Πλάτων έτερπε τους φίλους του διά νέου λογοτεχνικού είδους, του μίμου. Ήτο είδος, το οποίον φαίνεται και σήμερον εισερχόμενον εις την ημετέραν λογοτεχνίαν· η πιστή δηλαδή αντιγραφή μικρών κοινωνικών σκηνών και διαλόγων, ως επί το πλείστον ευθύμων. Τότε διεσπείροντο εκ Σικελίας εις τους κύκλους των εν Ελλάδι ανεπτυγμένων τα έργα των δύο μεγάλων μιμογράφων, του Επιχάρμου και του Σώφρονος. Του Πλάτωνος τα δοκίμια ήσαν πεζά, ως οι μίμοι του Σώφρονος, επί των οποίων λέγεται ότι ενίοτε και εκοιμάτο. Τελικόν αρκετόν και πρόχειρον — όπερ ήδη μετεχειρίσθη Τισαμενός ο Τήιος — ήσαν οι μετά διαφόρων φιλοσόφων και επισήμων διάλογοι του Σωκράτους. Ο παλαιότατος διάλογος του Πλάτωνος φαίνεται σωθείς· (276) είναι ο _Λάχης_, όπου ο Σωκράτης εισάγεται εις τον αναγνώστην ως νεώτερος μεν και απειρότερος, αλλ' ικανός να συζητή περί οιουδήποτε ζητήματος. Δύο πατέρες, σκεπτόμενοι να προσλάβωσι κάποιον διά να διδάξη τους υιούς των «_ εν όπλοις μάχεσθαι_», παρακαλούσι τους δύο μεγάλους στρατηγούς, τον Λάχητα και τον Νικίαν, να έλθωσιν «_επί θέαν_» του ανθρώπου {to see the man} και να εκφράσωσι γνώμην. Ο Σωκράτης καλείται εις την συζήτησιν και μετά τινα νόστιμον προσωπικόν χαρακτηρισμόν γίνεται φανερόν ότι οι δύο στρατηγοί δεν ηξεύρουσι τι είναι «_ανδρεία_» και επομένως ουδέ τι ο στρατιώτης έπρεπε να είναι. Ο _μείζων Ιππίας_ είναι φανερώτερον κωμικός. Ο Σωκράτης παρακαλεί τον σοφιστήν να τον διδάξη τι είναι _το καλόν_, το ωραίον· διότι έχει ένα «_ευηθέστατον και μέρμερον_» φίλον { 'friend' at home 'with a big stick'} , ο οποίος τον ερωτά τοιαύτα ζητήματα, και δεν τον αφήνει να κοιμηθή μέχρις ού του απαντήση. Ο διάλογος θέλει να δείξη ότι ο Ιππίας ήτο μεν πρακτικώς ικανός και πεπαιδευμένος, αλλ' ανίκανος να συλλάβη αφηρημένην έννοιαν· δεικνύει δε και την επιτεινομένην αηδίαν του σοφιστού προς την αγροίκον γλώσσαν και την υβριστικήν συμπεριφοράν, την οποίαν ο Σωκράτης αποδίδει εις τον φανταστικόν του φίλον.

Μεταβολή εις τον τρόπον των μίμων τούτων επήλθε μετά τα συμβάντα του 404-403 π. Χ. Και άνευ της μαρτυρίας της ζ' επιστολής ηδυνάμεθα να ήμεθα βέβαιοι ότι ο Πλάτων «σφόδρα προσείχε τον νουν, τι πράξειαν» οι τριάκοντα, πειρώμενοι να καταλύσωσι τον δήμον και να επιβάλωσι την αριστοκρατίαν· (θα ελυπήθη δε πικρότατα όταν διά της αυθαιρεσίας των «_χρυσόν απέδειξαν την έμπροσθεν πολιτείαν_». Δύο συγγενείς του, ο Χαρμίδης και ο Κριτίας, έπεσον εντός των οδών, πολεμούντες κατά των δημοκρατικών και εστηλιτεύθησαν υπό της παλινορθώσεως. Ο Πλάτων αγαπών τον Χαρμίδην, εφαντάσθη χαρακτηριστικόν τρόπον προς υπεράσπισιν της μνήμης του. Ομολογουμένου ότι οι τριάκοντα ήσαν «_υβρισταί_», ποία δικαιολογία των εχώρει; Ότι δεν εγνώριζον περισσότερον οιουδήποτε άλλου ανθρώπου τι είναι «_σωφροσύνη _» . Διά του διαλόγου του ο Πλάτων ανατρέχει εις το παρελθόν, από του προδότου Χαρμίδου εις τον Χαρμίδην του 420, ο οποίος ήτο εύελπι μειράκιον έχον πάσας τας αρετάς, ευγένειαν, ωραιότητα, ευπείθειαν, φιλομάθειαν. Ο Σωκράτης προσποιείται ότι θα του δώση φάρμακον διά τον πονοκέφαλόν του· αλλά δεν ημπορεί κανείς να θεραπεύση την κεφαλήν άνευ του σώματος, ουδέ το σώμα άνευ της ψυχής. Είναι υγιής η ψυχή του; Έχει _σωφροσύνην_; Εν τέλει, εννοείται, γίνεται φανερόν ότι κανείς δεν ηξεύρει τι είναι η υγεία αυτή της ψυχής. Ο Χαρμίδης φαίνεται μεν ότι είναι σωφρονέστατος και οι φίλοι του είναι βέβαιοι περί τούτου· αλλ' εφ' όσον αγνοεί τι αληθώς είναι η σωφροσύνη, η κατοχή αυτής είναι αβεβαία· και στενοχωρούμαι πολύ, λέγει ο Σωκράτης, «_ει συ τοιούτος ων την ιδέαν και προς τούτω την ψυχήν σωφρωνέστατος, μηδέν ονήσει από ταύτης της σωφρονύσης μηδέ τι σ' ωφελήσει εν τω βίω _». {The sorrow of it is to think how you, being so fair in shape, and besides that so sober in soul, will perhaps have no help in life from that Soberness} Ο Χαρμίδης αποφασίζει να προσέρχεται εις τον Σωκράτην, όπως μάθη την αληθινήν αυτής φύσιν. Ο επίτροπός του Κριτίας συμφωνεί· αλλά και ούτος έχει τόσην επήρειαν όσην ο Σωκράτης, ο λέγων· «_σοι γαρ επιχειρούντι πράττειν οτιούν και βιαζομένω ουδείς οίος τ' έσται εναντιούσθαι ανθρώπων _». { when Critias intends to make some attempt and is in the mood for violence, no man living can withstand him!' }

Κατά τα 399 επήλθε το γεγονός, όπερ εσκίασεν όλον τον βίον του Πλάτωνος, η θανάτωσις του Σωκράτους. Τι έκαμε τότε ο Πλάτων, δεν είναι γνωστόν. Ο _Φαίδων_ λέγει· «_Πλάτων δε οίμαι, ησθένει_» {Plato was away through sickness}· τούτο ίσως εγράφη απλώς κατά την καλλιτεχνικήν συνήθειαν, την εμποδίζουσαν τους γράφοντας να εμφανίζωνται εις τα έργα των. Αλλ' ο θάνατος του Σωκράτους υπήρξεν έκρηξις περιπαθούς και πυρίνης του Πλάτωνος ενεργείας, εντελής δε σχεδόν απόσβεσις του ελαφρού σκώμματος των παλαιοτέρων του διαλόγων. Το ύφος του ήτο πράγματι τέλειον περί τα 399· γλωσσικά τεκμήρια δεικνύουσιν ότι είχεν ήδη συνθέσει τον περί των ρητορικών επιδείξεων σαρκασμόν, ήτοι τον _Μενέξενον_· το άριστον των καθαρώς δραματικών του έργων, τον _Πρωταγόραν_ μετά των εννέα χαρακτήρων του, του τελείου σκηνικού του βάθους και της λεπτής διαγραφής των διαφόρων θεωριών τον _Ευθύδημον_, τον κωμικώς χλευάζοντα τους εριστικούς σοφιστάς, και τον _Κρατύλον_, όπου ερευνάται η φύσις της γλώσσης μετά τόσης προσοχής, όση ήτο δυνατή πριν να γίνη επιστημονικόν το θέμα τούτο.

Η _Απολογία, ο Κρίτων, ο Ευθύφρων, ο Γοργίας και ο Φαίδων_ εμπνέονται πάντες αμέσως εκ του θανάτου του Σωκράτους. Η _Απολογία_, το μόνον φιλοσοφικόν έργον του Πλάτωνος, όπερ δεν είναι διάλογος, υποτίθεται ότι είναι υπεράσπισις του Σωκράτους κατά την δίκην· αλλά πράγματι δεν είναι ούτε λόγος, αποτεινόμενος προς αληθινόν δικαστήριον, ούτε απάντησις εις νόμιμον κατηγορίαν, αλλά εξύμνησις του όλου χαρακτήρος του μεγάλου ανδρός εναντίον των κατόπιν ποικίλων διαδόσεων (277). Ήτο δε αδύνατον να εγράφη πριν παρέλθωσιν αρκετά έτη μετά τα 399. Ο δε _Κρίτων_ έχει τον αυτόν σκοπόν· εξιστορεί πως ο Κρίτων είχε παρασκευάσει τρόπον δραπετεύσεως του Σωκράτους εκ της φυλακής και πως ο Σωκράτης απέκρουε πάσαν παράβασιν ή παρακοήν των νόμων. Ο _Ευθύφρων_ είναι ελαφρόν διάγραμμα κατά το γνωστόν σχέδιον· πολλοί δηλαδή ήσαν πρόθυμοι να θανατώσωσι τον Σωκράτην ως ασεβή, ενώ ουδείς εγνώριζε τι εστιν ευσέβεια. Ο δε _Φαίδων_ περιγράφει τας τελευταίας εν τω δεσμωτηρίω ώρας, τον περί αθανασίας της ψυχής διάλογον και την πόσιν του φαρμάκου· είναι δε πιστόν εις πάσας τας λεπτομερείας, αλλά την τοιαύτην πραγματικότητα μετριάζει εν μέρει μεν η ευγένεια των προσώπων, εν μέρει δε καλλιτεχνικόν τι τέχνασμα, όπερ ο Πλάτων ηγάπησε κατά την μέσην περίοδον της εργασίας του· ο διάλογος δηλαδή δεν παρέχεται απ' ευθείας, αλλά διηγείται αυτόν ο Φαίδων, ο οποίος ήτο τότε παρών, προς τον Εχεκράτη τον Φλειάσιον, ολίγα έτη βραδύτερον και μακράν των Αθηνών. «Ουδέν υπάρχει εν οιαδήποτε αρχαία ή νέα τραγωδία» έλεγεν ο τέως κοσμητής του κολλεγίου Balliol «ουδέν εν τη ποιήσει ή τη ιστορία (πλην ενός) αμιλλώμενον προς τας παρά Πλάτωνι τελευταίας ώρας του Σωκράτους». Χαρακτηριστικωτάτη είναι η έλλειψις δογματικότητος ή βεβαιότητος. Τα επιχειρήματα προσάγονται το έν μετά το άλλο, παρακολουθούνται μετά προσοχής και τέλος ευρίσκονται ελλιπή, τούτο δε θλίβει πάντας· το μόνον εν τέλει απομένον αναντίλεκτον είναι μεταφυσικόν, καθώς το θεώρημα του Καντίου, ότι το εγώ, αφού δεν υπάρχει εν χρόνω, ουδέ εν χρόνω δύναται να καταστραφή· «_ψυχή_» είναι η ζωογονούσα τα πράγματα· όταν αποθνήσκη τι, αποθνήσκει, διότι αποχωρίζεται της ψυχής· η ψυχή λοιπόν αδύνατον να εννοηθή νεκρά. Τούτο είν' επιχείρημα, πείθον έκτακτά τινα πνεύματα κατά τινας εξαιρετικάς στιγμάς. Αλλά το κοινόν ανθρώπινον σχόλιον της θεωρίας ταύτης είν' εκείνο, όπερ επιφέρει ο Πλάτων κατά την στιγμήν του αβαστάκτου πόνου, ότε ο μεν Φαίδων σκεπάζει το πρόσωπον, ο δε Κρίτων εγείρεται όρθιος, «_ Απολλόδωρος δε και εν τω πρόσθεν χρόνω ουδέν επαύετο δακρύων και δη και τότε αναβρυχησάμενος κλάων και αγανακτών ουδένα όντινα ου κατέκλασε των παρόντων, πλην γε αυτού Σωκράτους_» {Apollodorus, who had never ceased weeping all the time, burst out in a loud and angry cry which broke down every one but Socrates}.

Ο δε _Γοργίας_ φαίνεται ότι πραγματοποιεί την εν τη _Απολογία_, εκφερομένην χρησμωδίαν του Σωκράτους, ότι νυν εμέ απεκτόνατε «_οιόμενοι μεν απαλλάξεσθαι του διδόναι έλεγχον του βίου, το δε υμίν πολύ εναντίον αποβήσεται, ως εγώ φημι· πλείους έσονται υμάς οι ελέγχοντες, ούς νυν εγώ κατείχον, υμείς δε ουκ ησθάνεσθε και χαλεπώτεροι έσονται όσω νεώτεροί εισι και υμείς μάλλον αγανακτήσετε_» {You have killed me because you thought to escape from giving an account of your lives. But you will be disappointed. There are others to convict you, accusers whom I held back when you knew it not; they will be harsher inasmuch as they are younger, and you will wince the more}. Ο _Γοργίας_ είναι πλήρης οδύνης εκ της προσφάτου συμφοράς. Αρχίζει δι' ερεύνης περί της φύσεως της ρητορικής και τελειώνει ως καταδίκη πάντων των ρητόρων και των πολιτικών και του όλου πολιτικού βίου των Αθηνών. Η ρητορική έχει προς την αληθινήν πολιτικήν ως η μαγειρική προς την ιατρικήν· είναι δηλαδή μία των τεσσάρων φάσεων της κολακευτικής. Υπάρχουσι δύο ειδών πολιτικοί· ο αγαθός σύμβουλος, ο αντιτασσόμενος εις τον δεσπότην όταν αδική· και ο πονηρός, ο ανέκαθεν θεραπεύων τας αρεσκείας εκείνου· ο τοιούτος πολιτικός δύναται να γίνη κατά τας περιστάσεις ευνοούμενος τυράννου ή μέγας δημαγωγός, αλλά θ' απομείνη πάντοτε και πανταχού κόλαξ, μοχθηρός και άθλιος. Αλλά πάντως «_εκείνον αποκτενεί_» τον αγαθόν, λέγει ο Καλλικλής, ο συνήγορος της αδικίας. «_ Οίδα, ωγαθέ Καλλίκλεις_, λέγει ο Σωκράτης, _ότι αποκτενεί μεν, αν βούληται, αλλά πονηρός ων καλόν καγαθόν όντα_» {As if I did not know that," answers Socrates — "that a bad man can kill a good!}. Ο Καλλικλής παραδέχεται ότι οι υπάρχοντες πολιτικοί ήσαν κακοί, μιμούμενοι τον δεσπότην, αλλά πιστεύει ότι ο Περικλής και ο Μιλτιάδης και ο Θεμιστοκλής ήσαν αγαθοί σύμβουλοι «_Εγκωμιάζεις ανθρώπους_, λέγει ο Σωκράτης, _οί άνευ σωφροσύνης και δικαιοσύνης λιμένων και νεωρίων και τειχών και φόρων και τοιούτων φλυαριών εμπεπλήκασι την πόλιν_ {they have filled the town}· _όταν ουν έλθη η καταβολή αύτη της ασθενείας, τους τότε παρόντας αιτιάσονται (οι Αθηναίοι) σου δε ίσως επιλήψονται_» και των άλλων ζώντων κολάκων! Ο διάλογος καταλήγει εις την θέσιν τεσσάρων αρχών ότι προτιμότερον το αδικείν του αδικείσθαι· εάν δε τις αδικήση, προτιμότερον το κολάζεσθαι· ότι πάσαν κολακείαν . . . φευκτέον· ότι το _είναι_ δίκαιον ουχί το _δοκείν_ εστιν ο άριστος τρόπος του βίου. Είναι χαρακτηριστικόν του Πλάτωνος ότι οργιζόμενος κατά του κόσμου δεν γίνεται κυνικός, αλλά τουναντίον η θλίψις τον κάμνει να σκέπτεται βαθύτερον και ν' αφοσιώνεται περισσότερον εις τα ηθικά ιδανικά του. Εν τω _Φαίδωνι_ λαλεί περί ανθρώπων, οι οποίοι κατήντησαν μισάνθρωποι ένεκεν ατυχημάτων· τούτο θεωρεί κακόν, αλλά χειρότερον το κατά του «ορθού λόγου» μίσος. Ο Πλάτων περιέπεσεν, ως ο Καρλάιλ και ίσως ο Σαικσπήρος, εις το πρώτον σφάλμα, αλλ' ουδέποτε εις το δεύτερον.

Ο επόμενος διάλογος, ο _Μένων_, αναφέρεται εις το παλαιόν ζήτημα «_ει διδακτόν η αρετή_» και φέρει ακόμη το πένθος του θανάτου του Σωκράτους, εισάγων τον Άνυτον και πικρώς μνημονεύων τον υιόν του (βλ. ανωτ. σελ. 183). Επικρατεί δ' όμως καθαρά θεωρία, ιδίως η θεωρία των Ιδεών, ήδη φανερά και εν τω _Φαίδωνι_. Ο _Λύσις_ είναι διάλογος περί φιλίας, ουχί σημαντικός. Ο Πλάτων ηδύνατο να πραγματευθή το θέμα τούτο μόνον υπό το όνομα του «_έρωτος_», τούτο δε πράττει διά δύο διαλόγων, οι οποίοι διακρίνονται και μεταξύ των Πλατωνικών έργων διά το εξαίρετον αληθώς κάλλος. Ο _Φαίδρος_ εγράφη αργότερα, το δε _Συμπόσιον_ αποτελεί την λήξιν της προκειμένης περιόδου. Εάν εξεφέρετο η γνώμη ότι το Συμπόσιον είναι το ύψιστον έργον της δημιουργικής πεζογραφίας πάντων των αιώνων, τέλειον εις δύναμιν, καλλονήν και αλήθειαν φαντασίας, θα ήτο δύσκολον κανείς να διαφωνήση· ουδέ είν' εύκολον ν' αντικρούση τις τον μεταφυσικόν, τον θεωρούντα τούτο ως τον βαθύτατον λεχθέντα ποτέ λόγον περί της φύσεως του έρωτος· αλλ' όμως και το _Συμπόσιον_ όπως όλον σχεδόν το έργον του Πλάτωνος, δεν τέρπει εκείνους, όσοι δεν έμαθον οπωσδήποτε «Hellenisch zu empfinden». Περί της συνθέσεως αυτού θα σημειώσωμεν μόνον, ότι είναι η τελευταία ηχώ της καταδίκης του Σωκράτους. Η έμπνευσις του _Χαρμίδου_ επανέρχεται ισχυροτέρα· εις την λάμψιν του _Συμποσίου_ φθάνομεν μόνον αφού περάσωμεν το κενόν πολλών θανάτων, αφού λησμονήσωμεν πολλά γεγονότα και ίδωμεν δι' οφθαλμών ανθρώπου, εις τον οποίον τα εγκόσμια εφαίνοντο αλλόκοτα· των προσώπων άλλα μεν μας είναι τόσον άγνωστα, όσον προηγουμένως ο Καλλικλής· των δε άλλων ο μεν Αγάθων, ο νικήσας ποιητής, το είδωλον των Αθηνών, ο οποίος παραθέτει το συμπόσιον εορτάζων την πρώτην τραγικήν του νίκην, είχεν αποθάνει προ πολλού, μελαγχολικός και σχεδόν εξόριστος, εν Μακεδονία· ο δε Φαίδρος είχεν αφήσει την φιλοσοφίαν προ πολλού· ο Σωκράτης είχε θανατωθή ως εγκληματίας· ο Αλκιβιάδης είχε φονευθή υπό βαρβάρων δολοφόνων. Ο δε Αριστοφάνης υπήρξε κατά την γνώμην του Πλάτωνος είς των χειρίστων κατηγόρων του Σωκράτους. Αλλά τιμά τας Αθήνας του Περικλέους, τας οποίας ο Πλάτων ηγάπα να δυσφημή, το γεγονός, ότι πάντοτε επανήρχετο εις αυτάς, όπως επανεύρη τας ιδανικάς του συνομιλίας και αναμνήσεις. Το _Συμπόσιον_ φαίνεται ως θέα τις εκ των εν τω Φαίδρω περιγραφομένων, ών αναμιμνήσκεται η ψυχή, «_θει δε ποθούσα_» να τας επανίδη. Επαναβλέπομεν αυτό διά του Απολλοδώρου εκείνου, του οποίου οι λυγμοί διέκοψαν τας εν τω Φαίδωνι αποδείξεις. Ενταύθα φιλικώς αποκαλείται «_μανικός_»· είναι άνθρωπος μονήρης, αγριαίνων εναντίον πάντων πλην του Σωκράτους. Εκείνος είναι ο διηγούμενος εις τον Γλαύκωνα, τον αδελφόν του Πλάτωνος, την ιστορίαν του συμποσίου· αλλ' ουδ' αυτός παρευρίσκετο τότε· συνέβη πολύ προ αυτού, καθώς και προ του Γλαύκωνος· αλλ' είχεν ακούσει αυτήν παρά του Αριστοδήμου ανθρώπου «μικρού και ανυποδήτου», ο οποίος είχε παρευρεθή μετά του Σωκράτους. Τοιουτοτρόπως δι' εμμέσων αναμνήσεων φθάνομεν εις το συμπόσιον. Ακούομεν ήδη τους διαφόρους λόγους περί της αρχής και της σημασίας του έρωτος, τέλος δε τον λόγον, τον οποίον ήκουσεν ο Σωκράτης παρά της Μαντινικής σοφής Διοτίμας. Κατ' αυτήν ο Έρως είναι υιός της Πενίας και του Πόρου· σκοπός δε του Έρωτος είναι όχι η Καλλονή, αλλ' η Αθανασία· αλλ' όμως ο Έρως μόνον εν τω καλώ διαχέεται και γεννά. Ο εραστής αρχίζει ν' αγαπά έν σώμα καλόν κατόπιν αισθάνεται «_το επί πάσι τοις σώμασι κάλλος_»· μετά ταύτα θεωρεί ανώτερον «_το πολύ πέλαγος του καλού_» {the great ocean of the beautiful}, εν ώ ευρίσκει την αληθινήν ζωήν του. Το πάθος του αρχικού γηίνου αυτού έρωτος ουδόλως φθίνει· αντέχει αυξανόμενον μέχρι τέλους, ότ' «_εξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστόν την φύσιν καλόν . . . πρώτον μεν αεί όν και ούτε γιγνόμενον ούτε απολλύμενον, ούτε αυξανόμενον ούτε φθίνον, έπειτα όν τη μεν καλόν, τη δ' αισχρόν, ουδέ τοτέ μεν, τοτέ δ' ου . . . ουδ' αυ φαντασθήσεται αυτώ το καλόν οίον πρόσωπόν τι ουδέ χείρες ουδέ άλλο ουδέν ων σώμα μετέχει, ουδέ τις λόγος, ουδέ τις επιστήμη, ουδέ που όν εν ετέρω τινί, οίον εν ζώω ή εν γη ή εν ουρανώ ή εν τω άλλω, αλλ' αυτό καθ' αυτό μεθ' αυτού μονοειδές αεί όν . . Όταν δη τις εκείνο το καλόν άρχηται καθοράν, σχεδόν αν τι άπτοιτο του τέλους_» { it is not like any face or hands or bodily thing; it is not word nor thought; it is not in something else, neither living thing, nor earth nor heaven ; only by itself in its own way in one form it for ever Is } του βίου. Ειπόντος ταύτα του Σωκράτους, εξαίφνης η αύλειος θύρα κρούεται και εισέρχεται ο Αλκιβιάδης φέρων στέφανον κισσού και ίων και πολλάς ταινίας επί της κεφαλής· περιγράφεται η κατάκλισις αυτού εις το συμπόσιον και έπεται ο λόγος του ο εις έπαινον του Σωκράτους, του ανδρείου, του θαυμασίου, του αγνού. Κατόπιν — ακούομεν — επέρχεται ισχυροτέρος θόρυβος περισσοτέρων αγνώστων κωμαστών· ήδη οι πλείστοι των φιλοξενηθέντων είχον απέλθει· ο Αριστόδημος, ο αναμένων τον Σωκράτη, τέλος εκοιμήθη· ότε δ' εξύπνησε «_προς ημέραν ήδη, αλεκτρυόνων οδόντων_», είδε «τους μεν άλλους καθεύδοντας, Αγάθωνα δε και Αριστοφάνη και Σωκράτη έτι μόνους» συζητούντας. Ο Αριστόδημος υπονυστάζων δεν ηδύνατο να παρακολουθήση τα λοιπά· ενεθυμείτο μόνον ότι ελέγετο «_του αυτού ανδρός είναι κωμωδίαν και τραγωδίαν επίστασθαι ποιείν_»