Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 24
Ο ΦΕΡΕΚΡΑΤΗΣ, ο λαβών τα πρωτεία κατά τα 437, ήτο αξιόλογος αλλά βαρύς κωμικός, εάν κρίνωμεν εκ των πολυαρίθμων αυτού αποσπασμάτων. Εξέλεγε καλυτέρας υποθέσεις ή οι σύγχρονοί του και επλησίαζε μάλλον προς την νέαν κωμωδίαν· ούτως επραγματεύετο κοινωνικά θέματα, καθώς την ακολασίαν των δούλων και την φιλοποσίαν των εταιρών· επολέμησε δυνατά τον ΤΙΜΟΘΕΟΝ και τον νέον τρόπον της μουσικής (268)· φαίνεται δε προς τούτοις ότι έτεινεν, όπως κατόπιν ισχυρότερον ο Αριστοφάνης, εις ποίησιν κωμωδιών υποκειμένων εντός φανταστών τόπων μακαριότητος π.χ. οι *_Μεταλλείς_ αυτού παρίστανον χρυσούν τινα αιώνα, υπάρχοντα εντός του βάθους ή υποκάτω της γης, πιθανώς δε και οι * _Μυρμηκάνθρωποι_ κάτι παρόμοιον. Μόνον δε μίαν πολιτικήν κωμωδίαν γινώσκομεν αυτού, πικράν διακωμώδησιν του Αλκιβιάδου (269).
Ο ΕΥΠΟΛΙΣ είναι ο τα μέγιστα επαινούμενος των συγχρόνων του Αριστοφάνους. Χαρακτηριστικόν αυτού ήτο η χάρις, κατ' αντίθεσιν προς την δύναμιν και την δριμύτητα του Κρατίνου και τον συγκερασμόν των αρετών τούτων υπό του Αριστοφάνους· οι τρεις ούτοι απετέλουν τον εν Αλεξανδρεία κανόνα των [αρχαίων] κωμικών ποιητών. Ελέγετο δε ότι ο κατά την εν Ελλησπόντω μάχην θάνατος του Ευπόλιδος έδωκεν αφορμήν όπως η πόλις απαλλάξη τους ποιητάς από της στρατείας. Τα πολιτικά του φρονήματα κατ' αρχάς εταυτίζοντο τόσον προς τα του Αριστοφάνους, ώστε και συνειργάσθησαν οι δύο εις την δριμυτάτην των σωζομένων κωμωδιών, τους _Ιππέας_, έπειτα δε κατηγόρει ο είς τον άλλον ως λογοκλόπον. Η κωμωδία εκείνη εστηλίτευε τον Κλέωνα, τον δε * _Μαρικάν_ έγραψεν ο Εύπολις εναντίον του Υπερβόλου· εν τοις *_Δήμοις_ έλεγε πολλά τα καλά περί του Περικλέους ως ρήτορος (απόσπ. 94), αλλά τούτο συνέβαινε μετά τον θάνατον εκείνου και πιθανώς δεν είχε πολλήν σημασίαν· προς εξευτελισμόν του Κλέωνος ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Περικλέους, καθώς και προς εξευτελισμόν του Υπερβόλου ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Κλέωνος. Η κωμωδία ήτο θεσμός υπερδημοκρατικός, ως παρετήρησεν ο Ολιγαρχικός ο γράψας την _Αθηναίων πολιτείαν_ και όμως πάντες οι κωμικοί έχουσιν αριστοκρατικάς τάσεις. Λόγος τούτου είναι εξ ενός μεν ο σκοπός της κωμωδίας, ο οποίος είναι σκώμμα και όχι έπαινος· εάν οι κωμικοί ήσαν ευχαριστημένοι εκ των πολιτικών, θα έγραφον περί άλλου θέματος, δυσαρέστου· εξ άλλου δε συνεμερίζοντο τα φρονήματα των ανεπτυγμένων. Αλλ' ο Εύπολις πλέον φιλελεύθερος παρά τον Αριστοφάνη. Ο μεν Αριστοφάνης ουδέποτε φαίνεται κωμωδήσας πλουσίους· ο δ' Εύπολις έγραψε τους *_Κόλακας_ εναντίον του Καλλίου και των παρασίτων του και τους *_Βάπτας_ εναντίον του Αλκιβιάδου. Η κωμωδία αυτή παρίστανε μίαν των τότε συνήθων μυστικών και ενθουσιαστικών λατρειών, την λατρείαν της θεός Κολυττούς· μία των τελετών εκείνων ήτο και το βάπτισμα, αρχή δε ήτο το απόρρητον, όπερ παρέβλαψε την υπόληψιν των οπαδών διότι ο Ελληνικός λαός απέδιδε τα χείριστα ελατήρια εις τους έχοντας απόρρητον θρησκείαν ή προσευχομένους χαμηλοφώνως (270).
Ο ΦΡΥΝΙΧΟΣ ο Ευνομίδου, όστις ενίκησε το πρώτον κατά τα 429, και ο ΠΛΑΤΩΝ, του οποίου ουδεμίαν γινώσκομεν κωμωδίαν παλαιοτέραν του 405, αποτελούσι την γέφυραν την άγουσαν εις την νέαν Κωμωδίαν, ήτις ανεπτύχθη κατά τον τέταρτον αιώνα. Ο *_Μονότροπος_ του Φρυνίχου είναι παράδειγμα δράματος αποτυχόντος επειδή εδιδάχθη είκοσι περίπου έτη πριν ή το κοινόν παρασκευασθή προς τούτο. Καθαρώς πολιτικήν κωμωδίαν του Φρυνίχου δεν έχομεν καμμίαν. Του δε Πλάτωνος γινώσκομεν *_Υπέρβολον, *Κλεοφώντα_, και *_Συμμαχίαν_, αναφερομένην εις συνένωσιν του Νικίου, του Φαίακος και του Αλκιβιάδου προς εξοστρακισμόν του Υπερβόλου (271).
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΔΑΘΗΝΑΙΕΥΣ
(περίπου 450 μέχρι 385 π. Χ.)
Αλλ' ο πρωτεύων ποιητής της αρχαίας κωμωδίας ήτο ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ· καθόσον δ' εξάγεται εκ της συγκρίσεως των σωθέντων αποσπασμάτων των άλλων κωμικών, ήτο πράγματι άξιος, των εξόχων του επιτυχιών, πλεονεκτών του Κρατίνου κατά το κομψόν ύφος, ευτυχήσας δε να ζήση περισσότερον του Ευπόλιδος. Ο ποιητής είχεν αγρόν εν Αιγίνη, δεν υπάρχει δε λόγος να αμφιβάλλωμεν, ότι ήτο γνήσιος Αθηναίος πολίτης, καίτοι στίχοι τινές του Ευπόλιδος (απόσπ. 357) παραπονουμένου διά την επιτυχίαν των ξένων, υπετέθησαν ότι αναφέρονται εις αυτόν. Ήρχισε δε να γράφη νεώτατος· ο ίδιος εξηγεί διατί το πρώτον του έργον, τους * _Δαιταλέας_, εδίδαξε διά του πρεσβυτέρου του φίλου, του υποκριτού Καλλιστράτου· πρώτον μεν διότι ήτο πολύ νέος, ίσως νεώτερος ή ώστε να ελπίζη να λάβη χορόν παρά του άρχοντος· έπειτα δε διότι δεν είχεν αρκετήν πείραν ώστε να διδάξη τον χορόν, καίτοι έγραψε το δράμα. Ο τρόπος ούτος της διδασκαλίας κατήντησε σχεδόν έξις του Αριστοφάνους. Εδίδαξε τους * _Δαιταλέας_, τους * _Βαβυλωνίους_, τους _Αχαρνέας_, τους _Όρνιθας_ και την _Λυσιστράτην_ υπό το όνομα του Καλλιστράτου, τους δε _Σφήκας_, τον *_Αμφιάρεων_ και τους _Βατράχους_ υπό το όνομα του Φιλωνίδου. Δηλαδή οι άνθρωποι εκείνοι είχον την ενόχλησιν να διδάξουσι τον χορόν και την ευχαρίστησιν να λάβουσι την χορηγίαν της πόλεως διά την διδασκαλίαν. Ήκουον επίσης τα ονόματα των ανακηρυσσόμενα ως ποιητών, αν και πάντες εγνώριζον ότι δεν ήσαν. Οιουσδήποτε χρηματικούς συνδυασμούς και αν έκαμνεν ο ποιητής, ο τρόπος ούτος εσήμαινεν ότι παρεχώρει χρήματα, διά ν' απαλλάσσεται φροντίδων· εάν ήδη συνδυάσωμεν και τον εν Αιγίνη αγρόν και την γενικήν προς τους πτωχούς αδιαφορίαν του, δυνάμεθα να πιστεύωμεν ότι ο Αριστοφάνης ήτο πλούσιος· είχε τας προκαταλήψεις και το θάρρος ευπόρου ανθρώπου. Η πρώτη του κωμωδία, οι *_Δαιταλής_ (427 π. Χ.) ήτο επίθεσις κατά της ανωτέρας παιδείας των χρόνων εκείνων, την οποίαν, εννοείται, παρίστανεν ως ανήθικον. Ο πρωταγωνιστής ήτο πατήρ δύο υιών, ενός εναρέτου και εμμένοντος εις τα παλαιά, και ενός φαύλου και νεωτεριστού. Ο νεαρός ποιητής έλαβε το δεύτερον άθλον και κατευχαριστήθη. Το επόμενον έτος (426) προσέβαλε δριμύματα, αλλ' όχι και μετά της προφυλάξεως του Ολιγαρχικού του γράψαντος την _Αθηναίων πολιτείαν_, το σύστημα της προς τους συμμάχους σχέσεως· η κωμωδία ωνομάζετο * _Βαβυλώνιοι_, ο δε χορός συνέκειτο εκ των συμμάχων παριστωμένων ως δούλων, οίτινες αλέθουσι χάριν του κυρίου αυτών Δήμου. Ο ποιητής εξέλεξε προς διδασκαλίαν της κωμωδίας τα εαρινά Διονύσια, ότε αντιπρόσωποι των συμμάχων [φέροντες τους φόρους] ήσαν παρόντες εν Αθήναις, ούτω δε προεκάλεσε σκάνδαλον και κατηγορήθη υπό του Κλέωνος, πιθανώς επί προδοσία. Αλλ' αγνοούμεν την απόφασιν. Εν τη παραβάσει των _Αχαρνέων_ ο Αριστοφάνης δικαιολογείται διά την αδιακρισίαν του εκείνην και παρατηρεί προς τον Κλέωνα·
_το γαρ ευ μετ' εμού και το δίκαιον ξύμμαχον έσται_ [στ. 660] *
Έκτοτε τα εν οίκω εξέθετε μόνον εις τα Λήναια, τα τελούμενα κατά Φεβρουάριον, δηλαδή προ του χρόνου, καθ' όν συνήθως οι ξένοι ήρχοντο εις τας Αθήνας.
Οι _Αχαρνής_ εδιδάχθησαν κατά τα Λήναια του 425· είναι η παλαιοτάτη των σωζομένων κωμωδιών και αληθώς ωραία. Ο κύριος αυτής σκοπός είναι πολιτικός και απευθύνεται κατά του Κλέωνος και του Λαμάχου, ως αντιπροπώπων της πολεμικής μερίδος· αλλ' ο ποιητής προσβάλλει τον φοβερόν του αντίπαλον μετά τινος προσοχής, ενώ παρεκβαίνει του δρόμου του, διά να πατάξη τον Ευριπίδην, τον οποίον αναμφιβόλως και διά των _Διαιταλέων_ είχε κηρύξει ως αίτιον της τότε διαφθοράς. Ουδεμία αφορμή προσωπικής έχθρας των δύο ποιητών είναι γνωστή· αλλ' είναι βέβαιον ότι ο Αριστοφάνης πολύ περισσότερον των άλλων κωμικών είχε διαρκώς κατά νουν τον Ευριπίδην. Ίσως διέκρινεν ότι ο Ευριπίδης περισσότερον παντός άλλου έβλεπε πόσον ενίοτε ταπειναί και ψευδείς ήσαν αι κωμικαί του επίνοιαι. Αλλ' είναι παράδοξον ότι ο Αριστοφάνης πρώτον μεν εμιμείτο πολύ τον Ευριπίδην, — τόσον ώστε ο Κρατίνος έπλασε ρήμα «_ευριπιδαριστοφανίζειν_» διά να χαρακτηρίση το ύφος και των δύο — έπειτα δε, καθόσον βλέπομεν εκ των παρωδιών του, ανεγίνωσκε τόσον πολύ τα έργα του τραγικού, ώστε επί τέλους τα είχεν αποστηθίσει.
Κατά τα 424 ο Αριστοφάνης ευφράνθη, διδάξας τους _Ιππέας_. Η υπόθεσις είναι ότι ο οξύχολος γέρων Δήμος έπεσε καθ' ολοκληρίαν εις τα δίκτυα του πανούργου Παφλαγόνος δούλου του· οι δε δύο οικιακοί του δούλοι λαβόντες χρησμόν του Βάκιδος, βλέπουσιν ότι τέσσαρες «-πώλαι» θα γίνωσι κύριοι των πραγμάτων, έκαστος καταβαλλόμενος υπό του χειροτέρου. Μετά τον στυππειοπώλην και τον προβατοπώλην ήλθεν η σειρά του βυρσοπώλου Παφλαγόνος, αλλά τούτον θα εκβάλη ποίος; Ο αλλαντοπώλης! «_ω Πόσειδον της τέχνης_!» φωνάζει κατευχαριστημένος ο δούλος και ιδού, αμέσως επιφαίνεται χονδρός πλανόδιος αλλαντοπώλης, κρατών τα σκεύη του και κοιλίας. Οι δύο δούλοι του αναγγέλλουσι ποία μεγάλη τύχη τον περιμένει. Το λοιπόν της κωμωδίας είναι η σφοδροτάτη πάλη μεταξύ του βυρσοπώλου και του αλλαντοπώλου, όπου ο βυρσοπώλης ηττάται ακριβώς εις τας ιδικάς του τέχνας, την ψευδολογίαν, την επιορκίαν, την κλοπήν και την αναίδειαν [ανακράζων (1206)
οίμοι, κακοδαίμων, υπεραναιδευθήσομαι].
Ευνόητον είναι ότι ο Παφλαγών είναι ο Κλέων, όστις είχε βυρσοδεψείον· οι δύο δούλοι είναι ο Νικίας και ο Δημοσθένης· οι προηγούμενοι _-πώλαι_ είναι πιθανώς ο Λυσικλής και ο Ευκράτης. Αλλ' ο ποιητής ομολογεί ότι κατ' αρχάς δεν εύρισκεν υποκριτήν να υποδυθή τον Κλέωνα, και κατόπιν, αφού ανέλαβεν ο ίδιος την υπόκρισιν, ότι οι σκευοποιοί δεν ήθελον να κατασκευάσωσι προσωπείον, εικονίζον τον Κλέωνα. Η κωμωδία είναι τέλειον πρότυπον αφροντίστου και ακολάστου γλώσσης. Και όμως είναι θαυμασίως κωμική, περί δε το τέλος, όπου υπάρχει κάποια σκηνή μεταμορφώσεως, όπου δηλαδή ο αλλαντοπώλης γίνεται καλός και ο Δήμος επανέρχεται εις τα λογικά του, υπάρχει δόσις ευγενούς φιλοπατρίας. Η επίθεσις δεν είναι δηλητηριώδης ουδέ καν επιζημία. Δεν θα εμπόδισε δηλαδή πολύ τον Κλέωνα από του να καταλάβη οιανδήποτε άλλην αρχήν. Αλλ' είναι κατακλυσμός πηλού προς ανταποδόσιν της κατηγορίας του 426. Τοιαύτη κωμωδία, αφού πλέον έγινε δεκτή υπό του άρχοντος και δεν διεκόπη υπό λαϊκού θορύβου, ήτο επόμενον ότι θα είχε θριαμβευτικήν επιτυχίαν· και πράγματι οι _Ιππής_ έλαβον τα πρωτεία.
Το επόμενον έτος υπήρξεν αντίδρασις. Αι Νεφέλαι διασύρουσαι την νέαν εκπαίδευσιν, την οποίαν αντιπροσωπεύει ο Σωκράτης, ηττήθησαν υπό της * _Πυτίνης_ του «παραληρούντος» Κρατίνου και του *_Κόννου_ του Αμειψίου. Εν τη δευτέρα εκδόσει των _Νεφελών_, η οποία και διεσώθη, ο Αριστοφάνης παραπονείται διά την ήτταν ταύτην, θεωρών τας _Νεφέλας_ ως την καλλίστην των κωμωδιών του. Πλην της παραβάσεως, και δύο σκηναί των σωζομένων Νεφελών λέγεται ότι έλειπον εκ της πρώτης εκδόσεως, ο διάλογος μεταξύ Δικαίου και Αδίκου λόγου και το ζωηρόν τέλος, όπου πυρπολείται το φροντιστήριον του Σωκράτους. Το σωζόμενον δράμα είναι προδήλως ατελείωτον και ασυνάρμοστον, αλλά η προς τον ήρωα συμπάθεια των μεταγενεστέρων το έκαμε το περιφημότατον ίσως του Αριστοφάνους έργον. Η επίνοια ότι ο γέρων Στρεψιάδης επιζητεί να διδαχθή παρά σοφιστού τον καλύτερον τρόπον διά να μη πληρώση τα χρέη του, πράγματι δεν είν' ευφυής· τοιουτοτρόπως η κωμωδία έχει μεν ωραίον ύφος, πάντοτε πρόχειρον εις τον Αριστοφάνη, και πολλήν αστειότητα εις μερικάς σκηνάς, αλλ' όμως είναι κάπως χλιαρά. Φαίνεται δε ότι τότε ο Σωκράτης θα είχε προσελκύσει την κοινήν προσοχήν, διότι ήτο ήρως και του * _Κόννου_. Εκεί ο Αμειψίας τον περιέγραφεν ως πτωχόν, πεινώντα, ρακένδυτον· (απόσπ. 9. Kock].
_τούτο το κακόν των σκυτοτόμων κατ' επήρειαν γεγένηται ούτος μέντοι πεινών όντως, ουπώποτ' έτλη κολακεύσαι_.
{ who 'insulted the bootmakers' by his naked feet, but nevertheless ' never deigned to flatter.' }
Η γελοιογραφία αυτή βεβαίως είναι πλησιεστέρα προς το πρωτότυπον ή ο σοφιστής των _Νεφελών_, ο έχων μεν χαρακτηριστικά τινα του αληθινού Σωκράτους, αλλά και πάντα όσα εκείνος απεδοκίμαζε σφοδρώς, δηλαδή την αθεΐαν του Διαγόρου, την γραμματικήν του Πρωταγόρου, την αστρονομίαν και την φυσικήν του Διογένους του εξ Απολλωνίας. Οπωσδήποτε η εικών είναι πιθανώς τόσον πιστή όσον και η του Κλέωνος, του Αγάθωνος, του Κλεωνύμου και πολύ ολιγώτερον κακόβουλος.
Κατά τα 422 ο Αριστοφάνης επανήλθε και πάλιν εις τα συνήθη πολιτικά. Οι _Σφήκες_ είναι διασυρμός της μανίας των Αθηναίων να κάθωνται ως δικασταί και να δικάζωσιν. Αύτη διά πολλούς θα ήτο βεβαίως διασκέδασις· διότι υπήρχεν αρκετή περιεργία και συναίσθησις δυνάμεως. Αλλ' είναι δύσκολον να πιστεύσωμεν έστω και περί του τέλους του πέμπτου π. Χ. αιώνος ότι αι πλείσται διαφοραί εξωμαλύνοντο διά της δικαιοσύνης και ελάχισται διά της βίας. Ουδέ πρέπει να υποθέσωμεν ότι ο Αριστοφάνης επεθύμει πραγματικώς επάνοδον εις την παλαιάν μέθοδον, την οποίαν η ανάπτυξις του Αθηναϊκού νόμου είχε καταργήσει. Οι _Σφήκες_ έτυχον του πρώτου πιθανώς άθλου· ο πολιτικός αυτών σκοπός διαφαίνεται εις τα ονόματα του ανοήτου γέροντος δικαστού, ο οποίος καλείται Φιλοκλέων, και του φρονίμου υιού του, ο οποίος λέγεται Βδελυκλέων, δηλαδή βδελυσσόμενος τον Κλέωνα. Και η πλαστή δίκη, η γινομένη χάριν του Φιλοκλέωνος, είναι ευεξήγητον αίνιγμα. Ο «_ κύων Λάβης_» κατηγορείται υπό άλλου κυνός Κυδαθηναιέως, ότι έφαγε «_τυρόν πολύν_», ακριβώς όπως ο στρατηγός Λάχης είχε κατηγορηθή υπό του Κλέωνος του Κυδαθηναιέως διά νοσφισμόν. Αι εκρήξεις των αισθημάτων του Φιλοκλέωνος, της αγανακτήσεως και του οίκτου, φαίνονται ως καλαί παρωδίαι των συνήθων τρόπων των Αθηναίων δικαστών. Η περίφημος απομίμησις του Ρακίνα Les Plaideurs δεν αντισηκώνει εντελώς διά της καλυτέρας οικονομίας της την έλλειψιν φυσικότητος. Τα ήθη των _Σφηκών_ ήσαν ουσιωδώς τα του καιρού εκείνου.
Τω 421 [κατά τας παραμονάς της Νικιείου ειρήνης] ο Αριστοφάνης εδίδαξε την _Ειρήνην_, ήτις είναι rechauffé των _Αχαρνέων_ την μεγάλην χάριν ότι αρχίζει διά παρωδίας του *_Βελλεροφόντου_ του Ευριπίδου. Ο ήρως, αφού δεν έχει Πήγασον, όπως ο Βελλεροφόντης, ιππεύει κάνθαρον — το μέγα έντομον, όπερ βλέπομεν εις τους αμμώδεις τόπους της Ελλάδος και της Ιταλίας να κυλίη ακαθαρσίας — και πετά εις τον ουρανόν, ενώ οι δούλοι και αι κόραι του ζητούσι να τον εμποδίσωσι. Η _Ειρήνη_ έλαβε τα δευτερεία.
Μετά το 421 ακολουθεί χάσμα επτά ετών μεταξύ των σωθέντων έργων του Αριστοφάνους. Δυνάμεθα δε να εικάσωμεν ότι κατά το διάστημα εκείνο εδιδάχθη το *_Γήρας_, όπου οι γέροντες εγίνοντο πάλιν νέοι, και ο * _Αμφιάρεως_, όπου κάποιος πηγαίνει εις το εν Ωρωπώ ιερόν του ήρωος διά να ίδη όνειρον· το αυτό περίπου πράγμα διακωμωδείται εν τω _Πλούτω_ μετά πολλά έτη. Εκ των σωζομένων ακολουθούσιν ήδη (412 π. Χ.) οι _Όρνιθες_, το αδιαφιλονίκητον αριστούργημα του Αριστοφάνους· διότι είναι περισσότερον κωμικόν, περισσότερον περίεργον, πλέον ευφάνταστον και λυρικώς ωραιότερον παρά οιονδήποτε άλλο έργον του. Είναι αποκάλυψις του θαυμασίου ύψους, όπου ηδύνατο ν' αναβή παρά πάσαν την χονδρότητά της η αρχαία κωμωδία. Ελατήριον αυτής είναι ο κοινός πόθος της διαφυγής εκ των βασάνων της πραγματικότητος εις τόπον εντελώς ανόμοιον. Δύο Αθηναίοι, ο Πισθέταιρος και ο Ευελπίδης, αναλογιζόμενοι, ότι ο Τηρεύς πριν να μεταμορφωθή εις έποπα και γίνη βασιλεύς των πτηνών, ήτο βασιλεύς των Αθηνών — η παράδοσις καθιερώθη υπό του Σοφοκλέους και άλλων τραγικών — αποφασίζουσι να εύρωσι τον Έποπα και να κτίσωσι μεγάλην πόλιν πτηνών. Ο Πισθέταιρος είναι τύπος νοστιμώτατος, προσαρμοζόμενος προς πάσαν περίστασιν και πείθων πάντα διαφωνούντα. Εξεγείρει τον μελαγχολικόν Έποπα, πείθει τα εξαφνιζόμενα και οργιζόμενα πτηνά· μανθάνει πώς να πτερωθή· ιδρύει πολιτείαν, δημόσια οικήματα, οχυρώματα· δέχεται και απορρίπτει πλείστους αιτουμένους εγγραφήν εις τους πολίτας, π. χ. ένα ποιητήν και ένα «_πατραλοίαν_» δέροντα τον πατέρα του, — αρχαίον τύπον ισοδύναμον, ως φαίνεται, προς τον δέροντα την γυναίκα του, — αποδιώκων δε ένα χρησμολόγον, ένα «επίσκοπον» και ένα γεωμέτρην. Αλλ' εν τω μεταξύ η νέα πόλις έχει αποκλείσει την μεταξύ ουρανού και γης συγκοινωνίαν και στερήσει τους θεούς την κνίσαν. Η άγγελος αυτών η Ίρις συλλαμβάνεται διότι άνευ άδειας επέρασεν εις την πόλην των πτηνών και ο Πισθέταιρος την αποδιώκει κακήν κακώς. Επί τέλους αναγκάζονται να προτείνωσιν όρους. Αλλά κάποιος λιποτάκτης έρχεται εις τον Πισθέταιρον· είναι ο Προμηθεύς, ο εχθρός του Διός, συγκαλυπτόμενος από των θεών διά σκιαδείου, — μιας μεγάλης ομβρέλλας· πού ηδύνατο να φθάση η ευθυμία των παλαιών! — και γνωστοποιεί εις αυτόν την αδυναμίαν των θεών. Η κατόπιν ερχομένη πρεσβεία περιλαμβάνει ένα φρόνιμον, τον Ποσειδώνα, ένα βλάκα, εξαγοραζόμενον διά της υποθέσεως καλού δείπνου, τον Ηρακλή, και ένα μωρόν τον Τριβαλλόν, ο οποίος δεν ημπορεί να συνεννοηθή και δεν εννοεί τι ψηφίζει. Ο Ζευς παραχωρεί εις τα πτηνά το σκήπτρον του κόσμου και δίδει εις τον Πισθέταιρον την ωραίαν κόρην του την Βασιλείαν και ούτως η _Νεφελοκοκκυγία_ αναγνωρίζεται διά παντός. Υποδεέστερος ποιητής θα ενόμιζεν ότι έπρεπε να πλάση λυπηρόν τέλος· αλλ' οι κανόνες της κωμωδίας απηγόρευον αυτό, ο δε Αριστοφάνης ουδέποτε διστάζει εις τας επινοίας του. Η κωμωδία δεν έχει πολλούς πολιτικούς υπαινιγμούς. Το κόμμα του Αριστοφάνους τότε θα ήτο πιθανώς ευχαριστημένον, εάν κατώρθωναν να κωλύσωσι την πόλιν να πέμψη νέας επικουρίας εις την Σικελίαν, όπου κατ' εκείνους ακριβώς τους μήνας ο στρατός εσήπετο υπό τα τείχη των Συρακουσών. Αλλά η όλη κωμωδία εμποδίζει την σκέψιν περί τοιούτων οχληρών πραγμάτων· και ηττήθη μεν υπό των *_Κωμαστών_ του Αμειψίου, αλλά φαίνεται ότι αφήκε πολύ κέντρον, διότι ταχέως ο Άρχιππος έγραψεν απομίμησιν αυτής, τους *_Ιχθύς_.
Αι δύο επόμεναι των σωζομένων κωμωδιών εγράφησαν υπό τον φόβον της ολιγαρχίας του 411. Τα πολιτικά τότε ήσαν επικίνδυνα, ο δε Αριστοφάνης προσπαθεί ν' αντισηκώση, την έλλειψιν αυτών διά τολμηράς ασεμνολογίας. Η _Λυσιστράτη_ θα ήτο καλλίστη κωμωδία· η ηρωίνη είναι πραγματικός τύπος, είδος θηλυκού Πισθεταίρου μετά υψηλοτέρων αρχών και ολιγωτέρας ευθυμίας. Η βάσις του έργου — η απεργία των γυναικών και η άρνησις αυτών να έλθωσιν εις οιανδήποτε σχέσιν προς τους συζύγους των, αν μη συνάψωσιν ειρήνην — ήτο δεκτική πολλών τρόπων διεξαγωγής· το δε περίεργον είναι ότι ο Αριστοφάνης, ενώ φαίνεται γελωτοποιών τας γυναίκας, ήτο θερμός φίλος αυτών. Αι αστειολογίαι, τας οποίας κάμνει το «ανώτερον» φύλον εις βάρος του «κατωτέρου» — διά να μεταχειρισθώμεν τα ρωμαϊκά των ονόματα — σπανίως διακρίνονται διά την αβρότητα ή την λεπτότητα. Εκ φυσικής ευθυμίας ο Αριστοφάνης ηγάπα να προσάπτη εις οιονδήποτε ό,τι του κατέβαινεν εις τον νουν. Και όμως εξαιρουμένης της περισσής φιλοποσίας, την οποίαν αποδίδει εις τας γυναίκας — τοιούτοι πότοι θα ωμοίαζον προς τα ιδικά μας δειλινά τέια — εν τω συνόλω παριστάνει αυτάς πολύ κοσμιωτέρας παρά τους άνδρας. Εννοείται ότι η χειραφεσία των γυναικών ήτο μία των τότε ιδεών· περί αυτής δ' έγραψε δύο κωμωδίας ο Αριστοφάνης και ανά μίαν οι δύο άλλοι κωμικοί, ο Αμφις και ο Άλεξις. Και ταύτα, πριν ακόμη ο Πλάτων εκφράση την περιβόητόν του γνώμην και οι κυνικοί αρχίσωσι τα υπέρ των γυναικών κηρύγματά των. Ήτο φυσικόν του Αριστοφάνους ν' αρπάζη και επιπολαίως να πραγματεύεται πολλάς των προηγμένων θεωριών του καιρού του· εάν ενεβάθυνε περισσότερον, θα απεικόνιζε τα πράγματα σπουδαιότερα και θα εχάλα το έργον του. Διά τούτο πάντοτε αποσύρεται πριν εννοήση πολλά και χρησιμοποιεί οσαδήποτε γνωρίζει και όσα οπωσδήποτε συμπαθεί διά ν' αλατίση τα σκώμματά του.
Αι _Θεσμοφοριάζουσαι_, γραφείσαι κατά το αυτό έτος και υπό τας αυτάς δυσκολίας, είν' εξυπνοτάτη κωμωδία. Αι γυναίκες, συναγόμεναι κατά την εορτήν των θεσμοφορίων, όπου οι άνδρες δεν εγίνοντο δεκτοί, συσκέπτονται πώς να τιμωρήσωσι τον Ευριπίδην, διότι παρέστησεν επί της σκηνής ελεεινάς γυναίκας. Ο Ευριπίδης μανθάνει το σχέδιον και πείθει τον πενθερόν του Μνησίλοχον να εισέλθη μετημφιεσμένος εις την συνεδρίαν και να τον υπερασπίση. Ο παρείσακτος ανακαλύπτεται και παραδίδεται εις τον «Σκύθην τοξότην», τον αστυφύλακα, αλλ' εν τέλει δραπετεύει τη βοηθεία του γαμβρού του. Ο Ευριπίδης τραγωδεί στίχους των τραγωδιών του και ο δεσμώτης πράττει το αυτό, μεν μέχρις ού εξαπατάται ο Τοξότης. Η κωμωδία εδιδάχθη δύο φοράς κατά διαφόρους εκδόσεις.
Κατά τα ολίγα κατόπιν έτη εδιδάχθησαν αι * _Λήμνιαι_ περί της νέας εν Πειραιεί λατρείας της «μεγάλης θεού» ως έλεγε την Βένδιν ο *_Γηρυτάδης_, έχων όμοιον σχέδιον προς τους Βατράχους, και αι *_Φοίνισσαι_, καθαρά παρωδία· — άλλη αυτή — της ομωνύμου τραγωδίας του Ευριπίδου. Ο δε * _Τριφάλης_ εστρέφετο κατά του Αλκιβιάδου, εγγίζων βεβαίως τον ιδιωτικόν του βίον, πιθανώς δε και τον δημόσιον. Αν αληθεύη τούτο, ο *_Τριφάλης_ ήτο η τελευταία ηχώ της πολιτικής κωμωδίας του πέμπτου αιώνος, την οποίαν ο κόσμος, στερούμενος αρκετής παρρησίας, ουδέποτε πλέον ηδυνήθη ν' ανασυστήση.
Ο θάνατος του Ευριπίδου κατά τα 406 ενέπνευσεν εις τον Αριστοφάνη την ιδέαν να γράψη ολόκληρον κωμωδίαν, τους _Βατράχους_, περί της διαφοράς μεταξύ της ποιήσεως των παιδικών του χρόνων και της λεγομένης μεν νέας, πράγματι δε τότε ταχέως εκπνεούσης. Ο μεν Αισχύλος και ο Ευριπίδης ήσαν νεκροί, ο δε Σοφοκλής έκλινε προς τον τάφον, ο δε Αγάθων είχεν αποσυρθή εις την Μακεδονικήν αυλήν. Ο προστάτης του δράματος θεός, ο Διόνυσος, ευρίσκει ανυπόφορον την ζωήν μετά τοιούτων «_μειρακυλλίων_», οποίοι ήσαν οι απομένοντες ποιηταί. Αποφασίζει λοιπόν να καταβή εις τον Άδην και ν' ανακαλέση τον Ευριπίδην. Αφού φθάνει εκεί — αι καθ' οδόν περιπέτειαί του μετημφιεσμένου εις Ηρακλή, αλλά τελείως αναξίου της λεοντής, είναι των αστειοτάτων επινοιών του Αριστοφάνους — ευρίσκει ότι ο Ευριπίδης δεν ήτο μόνος· υπήρχε και ο Αισχύλος και η θέσις του ήτο δύσκολος. Οι δύο διεφιλονίκουν ήδη περί της τιμητικής θέσεως. Ο θάνατος του Σοφοκλέους θα συνέβη ότε ακόμη εγράφετο η κωμωδία· έπρεπε λοιπόν να μνημονευθή και εκείνος, αλλά και να μη παρασταθή ως επιθυμών να επιστρέψη εις την γην· περί δε του Ιοφώντος ο Διόνυσος προσποιείται ότι περιμένει να ιδή τι έργα θα γράψη τώρα χωρίς της βοηθείας του πατρός του· όθεν η ποίησίς του δεν επικρίνεται, ουδέ παρωδείται. Κατά την άφιξιν του Διονύσου συμβαίνει μακρά λογομαχία μεταξύ Αισχύλου και Ευριπίδου. Τούτο φαίνεται θέμα σχολαστικόν και απορεί κανείς πώς οι Αθηναίοι ηδύναντο να κάθωνται και να ακούωσιν επί ώρας δραματικήν κριτικήν αντί κωμωδίας. Η αλήθεια όμως είναι ότι αύτη κάμνει και νεώτερον αναγνώστην να καγχάζη. Περί των επικρίσεων των δύο ποιητών δύναται καθόλου να είπη τις ότι αι μεν παρωδίαι είναι θαυμάσιαι, αι δε κριτικαί παρατηρήσεις παιδαριώδεις (272). Διότι ο Αριστοφάνης εννοεί τα πάντα μετά μοναδικής οξύτητος, αλλά δεν ηξεύρει πώς να τα ονομάση ή να τα εκφράση, όπως έπραξε π.χ. ο Αριστοτέλης. Αλλ' η μεταξύ των δύο τραγικών εκλογή ήτο δύσκολος· «_ο μεν σοφώς γαρ είπεν, ο δ' έτερος σαφώς_», λέγει ο Διόνυσος, έπειτα δε στιγμιαίως αποφασίζει·
_η γλώττ' ομώμοκ' Αισχύλον δ' αιρήσομαι_.
Σφάλμα δ' όμως είναι να θεωρηθή το έργον ως απλή διακωμώδησις του Ευριπίδου (273).
Ακολουθεί πάλιν άλλο μέγα κενόν πριν εύρωμεν κατά τα 392 την πενιχροτέραν του Αριστοφάνους κωμωδίαν, τας _Εκκλησιαζούσας_. Κατ' αρχάς φαίνεται ως παρωδία των περί κοινοκτημοσύνης και καταργήσεως της οικογενείας διδασκαλιών του Πλάτωνος εν τω Ε' της _Πολιτείας_. Αλλ' αι χρονολογίαι δεν επιτρέπουσι την εικασίαν ταύτην. Είναι δ' όμως, εννοείται, πιθανώτατον ότι ο Πλάτων είχεν ήδη εκφράσει τοιαύτας τινάς θεωρίας διά λόγων ή διαλέξεων πριν να τας εκθέση εγγράφως. Αλλ' αι βάσεις είναι πολύ διάφοροι. Ο μεν Πλάτων θέλει και τα δύο φύλα ίσα· ο δε Αριστοφάνης αφαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα των ανδρών. Το σύστημα του γάμου είναι όλως διάφορον· η κοινοκτημοσύνη και απλοποίησις της ζωής ήσαν ίσως φιλικαί παρωδίαι του Πλάτωνος, αλλ' ο Αριστοφάνης βεβαίως θ' απέστεργε την σκληραγωγίαν και την υπερβολικήν εγκράτειαν. Αι _Εκκλησιάζουσαι_ έχουσιν ευρύτερον της _Λυσιστράτης_ θέμα, αλλά είναι πολύ χαλαρωτέρα κωμωδία.