Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 23

Chapter 23356 wordsPublic domain

Η προς την θρησκείαν στάσις του Ευριπίδου δεν είν' εύκολον να ορισθή. Ο Dr Verrall επιγράφει την περί του ζητήματος τούτου εμβριθή του πραγματείαν «_Ευριπίδης ο ορθολογιστής_» (255) φανερόν δε είναι ότι αι τραγωδίαι του ποιητού βρίθουσι δειγμάτων έχθρας προς την επίσημον πολυθεΐαν των Δελφών και προς αυτά τα δόγματα των πλείστων Αθηναίων. Είναι προς τούτοις βέβαιον ότι μεταξύ της γενεάς, η οποία κατεδίκασε τον Πρωταγόραν και τον Σωκράτη και εξεμάνη διά την περικοπήν των Ερμών, η παρρησία εν τη αγορά εκστόμισις τολμηρών θεωριών υπό οιουδήποτε ιδιώτου δεν ήτο ακίνδυνος· αλλ' ήτο πολύ κινδυνωδεστέρα προκείμενου περί ποιητού Διονυσιακού δράματος επισήμως διδασκομένου κατά την ημέραν της εορτής και εντός του ιερού περιβόλου. Οιαδήποτε υπόθεσις ότι ο Ευριπίδης επίστευε σπουδαίως εις τους «από μηχανής θεούς» του — ήτοι εις είδος δεισιδαιμονίας χονδρόν και δι' αυτό το πολύ κοινόν — είναι βεβαίως απαράδεκτος. Οι σύγχρονοί του τον εθεώρουν ως πασίγνωστον ελευθερόφρονα, οι δε σκηνικοί θεοί του ήσαν ανεγνωρισμένως πλαστοί. Εξ άλλου όμως ο Ευριπίδης κηρύσσει παραδόξως την ανεπάρκειαν της σκέψεως. Ουδεμία αντίθεσις είναι εν ταις τραγωδίαις του συχνοτέρα ή η αντίθεσις μεταξύ της αληθινής σοφίας ή συνέσεως και της απλής γνώσεως ή επιπολαίας ευφυίας, εις την οποίαν συμπεριλαμβάνει και την νυν καλουμένην «_αθεΐαν_». Ο Ευριπίδης ήτο μάλλον κατήγορος ή συνήγορος των καλουμένων «σοφών». Και εις τούτο πράγματι, ως και εις τας λοιπάς του γνώμας, ήτο αποστάτης.

Σπανίως λαλεί παρρησία ως άθεος· και οσάκις πράττει τούτο στηρίζεται πάντοτε επί λόγων ηθικών. Απλώς δε δραματικαί εκφράσεις είναι η περίφημος του Βελλεροφώντος (απόσπ. 286) «ουκ εισιν, ουκ είσι» (θεοί){ They are not, are not! } και αι βλασφημίαι του Ιξίονος και η κωμική του Κύκλωπος αθεΐα. Αλλά χαρακτηριστικώτερα είναι τα χωρία, τα μαρτυρούντα πόλεμον κατά των θεών. Παραδείγματος χάριν, εν τω *_Βελλεροφώντι_ (απόσπ. 311) ο ήρως, ωργισμένος διά την άδικον διάταξιν των πραγμάτων, αποπειράται να προσέλθη εις τον Δία και να καθησυχάση τας αμφιβολίας του, ότε Ζευς πλήττει αυτόν διά κεραυνού. Βλέπει πλέον ότι είναι «θεοίς εχθρός» και λέγει πικρώς προς την εαυτού ψυχήν.

ήσθ' εις θεούς μεν ευσεβής, ότ' ήσθ' αεί ξένοις τ' επήρκεις ουδ' έκαμνες εις φίλους. . .

{Reverent thou wast to God, had he but known; Thy door oped to the stranger, and thine help For them that loved thee knew no weariness.}

Δεν είναι βεβαίως ορθόν να θεωρήσωμεν τα παράπονα ταύτα ως πραγματικά αισθήματα του ποιητού, είναι αλλ' είναι φανερόν ότι τοιαύται σκέψεις τον απησχόλουν. Έν των ολίγων παραδειγμάτων καθαράς προσωπικής εκφράσεως παρέχει ο _Ηρακλής_

«_εγώ δε τους θεούς ούτε λέκτρ' ά μη θέμις στέργειν νομίζω, δεσμά τ' εξάπτειν χεροίν ουδ' ηξίωσα πώποτ' ούτε πείσομαι, ουδ' άλλον άλλου δεσπότην πεφυκέναι· δείται γαρ ο θεός, είπερ έστ' ορθώς θεός, ουδενός· αοιδών οίδε δύστηνοι λόγοι_» (στ. 1341-6)

{Say not there be adulterers in heaven, Nor prisoner gods and gaolers: — long ago My heart hath named it vile and shall not alter! — Nor one god master and another thrall. God, if he be God, lacketh naught. All these Are dead unhappy tales of minstrelsy.}

Αι λέξεις αύται προδήλως χαρακτηρίζουσιν αυτόν τον ποιητήν και όχι τον όλως αφιλοσόφητον ήρωα, ο οποίος τας εκφράζει· φαίνονται ως θαρραλέα δικαιολογία ανδρός κατηγορουμένου ως αθέου. Ταύτα έγραφε περί τα 422, δηλαδή πριν να καταστή πικρότερος. Αλλά κατά το πλείστον ο Ευριπίδης δεν είν' ελευθερόστομος περί θρησκευτικών ζητημάτων. Τα πολλά των δραμάτων του δεν καταλήγουσιν εις σαφή συμπεράσματα, αλλά μόνον υποδεικνύουσι τους όρους του συλλογισμού. Δηλαδή αναπτύσσουσι σαφώς τας θρησκευτικές παραδόσεις και αφήνουσι τους ακροατάς να κρίνωσιν αυτοί αν είναι πιστευταί ή παραδεκταί. Το έργον του κατέλειπεν εις τους τότε Αθηναίους, και μετά προσοχής αναγινωσκόμενον καταλείπει και σήμερον εις ημάς, την εντύπωσιν ανησύχου και μόλις συγκαλυπτομένης αντιπαθείας προς το υπερφυσικόν στοιχείον, το αφθόνως αναμειγνυόμενον εις αυτό. Τραγωδίαι καθώς ο _Ίων_, η _Ηλέκτρα_, η _Ιφιγένεια η εν Ταύροις_, ο _Ορέστης_ έχουσι πολλά τα παράφωνα και ακατάληπτα, αλλά δεν αιτιολογούμεν αυτά, υπολαμβάνοντες επιπολαίως τον Ευριπίδην ως «_συρραφέα_» ή ισχυριζόμενοι ότι δήθεν ήτο δημοκόπος ποιητής περιποιούμενος τα πλήθη.

Οφείλομεν όμως να μελετήσωμεν δυο τεχνικά μέρη, τα οποία ήσαν ευρήματα ή γνωρίσματα του Ευριπίδου, δηλαδή τον πρόλογον και τον από μηχανής θεόν. Ο πρόλογος εξηγείται ευκόλως. Επειδή δεν υπήρχον προγράμματα, ήτο αναγκαίον να λεχθή προς το θέατρον εις τίνα μύθον ανεφέρετο το δράμα· τούτο δε ήτο αναγκαιότερον, οσάκις ο ποιητής ηγάπα, καθώς ο Ευριπίδης, να εκλέγη μύθους όχι πολύ γνωστούς ή ασυνήθεις παραλλαγάς των πασιγνώστων. Ο πρόλογος λοιπόν εξευρέθη προς θεραπείαν της ανάγκης ταύτης. Αλλ' αφού άπαξ εισήχθη, επέφερε και άλλα καλά· κατέλαβε τρόπον τινά την θέσιν πρώτης πράξεως εξηγηματικής. Ούτω π.χ. οι πρόλογοι του _Ορέστου_ και της _Μηδείας_ συντελούσιν ώστ' αι τραγωδίαι αύται ν' αρχίσωσιν αμέσως εκ του κέντρου της υποθέσεως. Πρέπει δε να λάβωμεν υπ' όψιν, ότι οι σωζόμενοι πρόλογοι πολλάς έπαθον παραπληρώσεις και προσθήκας· διότι τα δράματα του Ευριπίδου κατείχον την σκηνήν επί αιώνας ολοκλήρους καθ' όλον τον Ελληνικόν κόσμον και πολλάκις εδιδάσκοντο ενώπιον ακροατών βαρβάρων, οίτινες είχον ανάγκην ν' ακούσωσιν εξ αρχής πάσαν εξήγησιν. Ούτως ο πρόλογος της _Ηλέκτρας_, όπως λάβωμεν πρόδηλον παράδειγμα, διηγείται πράγματα, τα οποία πας Αθηναίος εγνώριζεν από των παιδικών του χρόνων. Καθόλου όμως ο πρόλογος είναι καλόν Ευριπίδειον επινόημα.

Αλλ' αφού παρακάμψωμεν οπωσδήποτε την προς τον πρόλογον απαρέσκειαν ημών, ενοχλούμεθα και πάλιν εκ του τρόπου, καθ' όν ο Ευριπίδης λύει τα δράματά του. Των δεκαεπτά [πλην του _Ρήσου_ (256) σωζομένων τραγωδιών δέκα μεν λύονται διά της άνωθεν εμφανίσεως θεού, προστάσσοντος, ερμηνεύοντος ή προλέγοντος. Αι δε επτά, αι μη λυόμεναι διά θεού, καταλήγουσιν εις προφητείαν ή άλλο τι ισοδύναμον, ήτοι εις σκηνήν μετατρέπουσαν την προσοχήν από των παρόντων εις τα μέλλοντα. Δηλαδή η υπόθεσις της τραγωδίας είναι μακρά σειρά συμβαινόντων· ο ποιητής επιμένει εις έν μέρος αυτής — καθόλου ειπείν, εις την πράξιν μιας ημέρας — και πραγματεύεται αυτήν ως απόσπασμα πραγματικής ζωής, εισαγόμενον διά καθαρώς διηγηματικής εισαγωγής και καταλήγον εις καθαρώς διηγηματικόν τέλος. Η μέθοδος αύτη της λύσεως κατά την ημετέραν αντίληψιν δεν είναι καθόλου δραματική, αλλά συμφωνεί προς την συνήθειαν της ελληνικής τέχνης του καταλήγειν ουχί εις έντασιν, αλλ' απεναντίας εις χαλάρωσιν του πάθους.

Της μεθόδου ταύτης διακρίνομεν τρία στάδια· τα πρωιμώτερα των σωζομένων δραμάτων του Ευριπίδου, πλην του _Ιππολύτου_, δεν έχουσιν από μηχανής Θεόν. Από του 420 περίπου μέχρι του 414 ο θεός επιφαίνεται, προλέγει ή εκφράζει κρίσιν, αλλά δεν διαταράσσει την πράξιν· κατά την τελευταίαν, την «τεταραγμένην» περίοδον ο θεός αυτός παράγει την καλουμένην «περιπέτειαν», ήτοι βιαίαν ανατροπήν της πορείας των συμβαινόντων (257). Και αν μεν η τοιαύτη ανάμειξις των θεών εγίνετο π.χ. υπό του Πινδάρου, θ' απεδοκιμάζομεν την δεισιδαιμονίαν ταύτην, αλλά θα παρεδεχόμεθα αυτήν. Αλλ' όπως γίνεται υπ' ανθρώπου, θεωρουμένου ως αθέου και μη δημοκοπούντος, καταντά σχεδόν αίνιγμα. Ο μη παραδεχόμενος τοιαύτην δυσκολίαν ας αναγνώση τον _Ορέστην_. Είναι πιθανόν ότι ο Ευριπίδης επίστευεν ότι η υπόθεσις έληγεν ή ηδύνατο να λήξη όπως παρέστησεν αυτήν, ότι δεν έβλεπεν ότι ο θεός του μετέβαλλε την όλην τραγωδίαν εις παίγνιον; Ο Verall λύει τον κόμβον τούτον διά της τολμηράς θεωρίας, ότι ο Ευριπίδης γράφων εκ συστήματος ως άθεος, κατά καιρούς δυσκόλους, ότε η ελευθεροστομία δεν ήτο ανεκτή, σκοπίμως περιεκάλυπτε τας εννοίας του, προσαρτών εις το πραγματικόν του δράμα πλαστόν τινα πρόλογον και επίλογον κατάλληλον εις λαϊκήν κατανάλωσιν, αλλά γνωστόν εις τους εμπίστους του ποιητού ως άσχετον προς τας πραγματικάς του σκέψεις. Αλλ' αι δυσκολίαι της τοιαύτης θεωρίας είναι οραταί. Προτιμότερον είναι να παραδεχθώμεν ότι ο Ευριπίδης σπανίως ηγάπα το υλικόν, το οποίον ήθελε να διαπλάση· δηλαδή ούτ' επίστευε τους μύθους, ούτ' εθαύμαζεν, ούτε ηρέσκετο εις αυτούς· αλλ' ήτο ανάγκη εξ αυτών να γράφη τραγωδίας. Και οσάκις μεν είχε διάθεσιν, η παραφωνία δεν διακρίνεται, καθώς εν τη _Μηδεία_ και τω _Ιππολύτω_· ενίοτε πάλιν επιφαίνεται και μας εξαφνίζει, αλλά χάνεται κατόπιν εντός του ωραίου συνόλου. Τούτο συμβαίνει εις την _Άλκηστιν_, όπου η αφοσίωσις της συζύγου ταράσσει τον Ευριπίδην, καθώς και ημάς, διά την υπερβολικήν φιλαυτίαν του ανδρός, ο οποίος την αφήνει ν' αποθάνη χάριν του. Ο Σοφοκλής θα παρεσιώπα ή θα εδικαιολόγει οπωσδήποτε την αναρμοστίαν ταύτην. Αλλ' ο Ευριπίδης εισάγει μακρόν και ζωηρότατον επεισόδιον, μόνον και μόνον διά να την καταδείξη (στ. 614 κεξ.). Άλλοτε η παραφωνία καταντά θόρυβος· τότε ο Ευριπίδης επίτηδες δημιουργεί το δράμα του, διά να καταρρακώση τον αρχαίον μύθον. Τοιούτος είναι ο _Ίων_ «πατριωτικόν δράμα εγκωμιάζον τον Αττικόν ήρωα, τον ημίθεον υιόν της Κρεούσης και του Απόλλωνος»· βεβαίως· αλλ' είναι πράγματι εγκώμιον ή στιγματισμός; Η παλαιά ιστορία του θείου εραστού, το έκθετον βρέφος, η διάσωσις αυτού υπό του πατρός του — ζήτημα, το οποίον ο Πίνδαρος εγγίζει τόσον ευλαβώς και αγνώς — πάντα φέρονται γυμνότατα εις το φως. «Εάν το πράγμα συνέβη» λέγει τρόπον τινά ο Ευριπίδης, — και πάντες ισχυρίζεσθε ότι συνέβη — ιδού πώς ήτο!». Εκθέτει την κτηνώδη φιλαυτίαν του Φοίβου, την απόγνωσιν της αδικηθείσης κόρης και τέλος την κατάπτωσιν αυτής μέχρι στυγερού φόνου. Και αν μεν τούτο μόνον ήτο το όλον δράμα, υπομονή· αλλά δεν είναι το όλον· καταλήγει εις ταπεινήν και αναλήθη δικαιολογίαν του Απόλλωνος· αλλ' ο μεν ένοχος δεν παρουσιάζεται αυτός, η δε Αθηνά, η αντιπρόσωπός του, δεν λέγει όλην την αλήθειαν! Και εδώ η φιλοσοφία του Ευριπίδου παρέσυρεν αυτόν εις καλλιτεχνικά σφάλματα, τα οποία αδικούσι και άλλα ωραιότατά του έργα. Δύο τραγωδίαι, η μία παλαιά και η άλλη νεωτέρα, διαγράφουσι το θείον μέρος λογικώτερον και τρόπον τινά εκφράζουσιν αληθέστερον τους στοχασμούς του ποιητού, ο _Ιππόλυτος_ και αι _Βάκχαι_. Εν τω πρώτω (428 π. Χ.) η θεά του έρωτος είναι προσωποίησις φυσικής τινος δυνάμεως, της οποίας η ενέργεια είναι καταλυτική, όχι προσωπικώς εκδικητική· η Αφροδίτη εμφανιζομένη και λέγουσα τον παραδόξως φοβερόν πρόλογον, είναι καθαρόν σύμβολον, παριστών ιδέας γνωστάς και το πάλαι και νυν. Ο Ιππόλυτος είναι αγνός υβρίζων εις την Κύπριδα και αφοσιούμενος εις την παρθένον Άρτεμιν, αλλ' ουδόλως «ασεβής» ως νομίζεται. Ο Ευριπίδης όμως έχει την πεποίθησιν ότι απόλυτος αφοσίωσις εις μίαν αρχήν — η θεωρία «όλον ή ουδέν» του Brandt, η αλήθεια του Gregers Werle — αποβαίνει ολεθρία. Ίσως η τοιαύτη καταστροφή εν τω συνόλω είναι η αρίστη, διότι προδήλως ο Ιππόλυτος έζησε μεν καλώς και η πράξις του ήτο καλή, αλλ' όμως επέφερε κατάραν, αυτοκτονίαν και φόνον. Ομοία είναι και η Άρτεμις του τέλους, ωραιοτάτη μεν, αλλά και υπερανθρώπως άσπλαχνος. Διότι η δροσερά παρθενία της φύσεως, η θεότης των λειμώνων και των ποταμών, δεν συγκινείται διά τα θύματά της.

Αι _Βάκχαι_ είναι δυσερμήνευτον δράμα. Λόγω καθαράς συγκινήσεως και εξάρσεως ουδεμίαν έχει ισόπαλον αρχαίαν τραγωδίαν. Η υπόθεσις είναι απλή, αλλά και τολμηρά. Ο Διόνυσος, μη αναγνωριζόμενος ως θεός υπό των συγγενών του, επιβάλλει εις αυτούς τιμωρίαν. Έρχεται εις τας Θήβας Βάκχος τις — μία ενσάρκωσις αυτού του θεού — και κηρύσσει την νέαν λατρείαν. Αι θυγατέρες του Κάδμου αρνούνται ν' αποδεχθώσι το Διονυσιακόν πνεύμα, αλλά τούτο μεταδίδεται εις αυτάς εις βαθμόν μανίας, ώστε απέρχονται εις τα όρη, εξυμνούσαι τον Βάκχον. Ο γέρων Κάδμος και ο μάντις Τειρεσίας αμέσως αναγνωρίζουσιν αυτόν ως θεόν· ανεκλάλητος χαρά τους καταλαμβάνει και αισθάνονται εαυτούς πάλιν νέους. Ο βασιλεύς Πενθεύς είναι το μέγα κώλυμα. Αναλαμβάνει τα λογικά του και λέγει ότι δεν θ' αναγνωρίση τον «_θρασύν θεόν_». Αλλ' ο Πενθεύς, διαμαρτυρόμενος τοιουτοτρόπως, αμαρτάνει· ίσως αυτός ούτος υπήρξε ποτε μανικός {mad} — ταύτην τουλάχιστον την σημασίαν φαίνεται έχων ο στίχος 359 «_μέμηνας ήδη _» και είναι φυσικόν το πράγμα εν βακχικώ μύθω — και ενεργεί ουχί νηφαλίως, αλλά μανιωδώς. Υβρίζει και δεσμεύει τον θεόν, όστις υποφέρει πάντα ησύχως και αφόβως διά της ενεργείας της λανθανούσης δυνάμεως. Οι τοίχοι της φυλακής πίπτουσι και ο Διόνυσος απέρχεται αμέσως προς τον βασιλέα και πάλιν διά να τον πείση. Αι Μαινάδες επί του Κιθαιρώνος εκτελούσι θαύματα και ο Διόνυσος είναι έτοιμος να επιδείξη και άλλα. Αλλ' ο Πενθεύς δεν θέλει να τα ίδη και απειλεί ότι θα φονεύση τον «_Βάκχον_»· ο θεός μεταβάλλει τόνον (στ. 810)· — η σκηνή αυτή είναι ισχυροτάτη και τολμηροτάτη· — ηρέμα κυριεύει — θα έλεγε κανείς υπνωτίζει — τον Πενθέα· του επιβάλλει να δεχθή την στολήν των Μαινάδων, να λάβη τον θύρσον και να εκτελέση πάσας τας θείας τελετάς. Ο Πενθεύς απάγεται εις τον Κιθαιρώνα, ίνα βλέπη εκ του αφανούς τας μυστικάς πράξεις των Μαινάδων και κατασπαράσσεται υπ' αυτών. Αι μαινόμεναι θυγατέρες του Κάδμου εισέρχονται, η Αγαύη φέρουσα εν θριάμβω την κεφαλήν του υιού της, την οποίαν εκλαμβάνει ως κεφαλήν λέοντος και ψάλλουσα χαρμόσυνον άσμα, όπερ φαίνεται ως η ουσία της Διονυσιακής μανίας εκφραζομένη διά της μουσικής. Πασίγνωστος είναι η ιστορία ότι ενώ Τραλλιανός υποκριτής εδίδασκε «τα περί την Αγαύην» εν τη Παρθική αυλή μετά την εν Κάρραις ήτταν του Κράσσου, εισήλθε στρατιώτης φέρων την κεφαλήν του Κράσσου, ο δε τραγωδός λαβών αυτήν, «επέραινεν εκείνα τα μέλη μετ' ενθουσιασμού και ωδής» (258).

Τι σημαίνει το δράμα τούτο; Η θεωρία ότι σημαίνει επιστροφήν εις την καθεστώσαν θρησκείαν, δεν έχει ανάγκην αναιρέσεως· εάν πράγματι ο Διόνυσος είναι κάποιος προσωπικός θεός, είναι «σατανάς». Αλλ' όμως σκοπός του δράματος είναι να τον επιδείξη εις ημάς, ώστε να εννοήσωμεν αυτόν. Και αυτός και αι Μαινάδες διεπλάσθησαν περικαλλείς· λέγουσι πάντοτε την τελευταίαν λέξιν (πλην του στ. 1348) τα δ' ελαφρά άσματα έχουσι λαμπράν έξαρσιν. Ο Πενθεύς δεν είναι συμπαθής μάρτυς· υπάρχει δε και κάποιος πολεμικός τόνος εναντίον της καθαράς σκέψεως, ο οποίος φαίνεται πάντως προερχόμενος εξ' αυτού του ποιητού. Αι _Βάκχαι_ συγκεφαλαιώνουσι τας σκέψεις του. Ο Ευριπίδης είχεν ανέκαθεν πολεμήσει την κοινήν δεισιδαιμονίαν· υπήρξε δε και ενάντιος της δογματικής φιλοσοφίας. Το δίδαγμα των _Βακχών_ είναι αυτό το δίδαγμα του _Ιππολύτου_ υπό μορφήν ισχυροτέραν. Ο λόγος είναι τι μέγα, αλλά δεν είναι το παν. Υπάρχουσιν εν τω κόσμω πράγματα ανεξάρτητα του λόγου, ήτοι και κατώτερα και ανώτερα αυτού· αφορμαί συγκινήσεων, τας οποίας αδυνατούμεν να εκφράσωμεν, τας οποίας τείνομεν να λατρεύσωμεν, τας οποίας ίσως αισθανόμεθα ότι είναι τα πολυτιμότατα στοιχεία της ζωής. Τα πράγματα ταύτα είναι θεοί ή μορφαί θεού, όχι μυθικοί θνητοί, αλλά πράγματα υπάρχοντα, πράγματα εντελώς μη ανθρώπινα και μη ηθικά, τα οποία φέρουσι τον άνθρωπον να μακαρίζη ή κατασπαράσση αδιακόπως την ιδίαν του ψυχήν· είναι θρησκεία, την οποίαν πρεσβεύουσι πολλοί· εκείνη, την οποίαν πολεμεί ο Τολστόης, την οποίαν άνδρες ως ο Paley και ο Bentham εζήτησαν να καταργήσωσι, την οποίαν ο Πλάτων απεδοκίμαζεν, αλλ' ηκολούθει. Ο Ευριπίδης έφθασεν εις τοιαύτην έκστασιν διά της αναμείξεως τολμηρού πραγματισμού και τολμηράς φαντασίας· πρέπει δε και να ενθυμώμεθα ότι έγραψε πολλά σχετικά προς την Ορφικήν θρησκείαν κατά την ασκητικήν και μυστικήν αυτής όψιν και αφιέρωσεν εις αυτήν ολόκληρον τραγωδίαν τους *_Κρήτας_, [όπου ο χορός παρερχόμενος έλεγεν (259)·

αγνόν δε βίον τείνω μεν αφ' ού Διός Ιδαίου μύστης γενόμην και νυκιτιπόλου Ζαγρέως . . . τας τ' ωμοφάγους δαίτας τελέσας μητρί τ' ορεία δάδας ανασχών, μετά κουρήτων βάκχος εκλήθην οσιωθείς ] (260).

Η διττή αυτή άποψις απομένει ως το κυριώτατον ίσως του Ευριπίδου χαρακτηριστικόν· είναι και αμείλικτος πραγματιστής· είναι δε συγχρόνως και ο μέγιστος ονειροπόλος, όν εγέννησεν η Αττική. Αναλύει, αποδεικνύει, συζητεί και κάποτε υποχωρεί, αλλ' όχι εκ δειλίας· απομακρύνεται του κόσμου και χάνεται «_ηλιβάτοις υπό κευθμώσιν_» {to the caverns that the Sun's feet tread} ή εις άλλους παραπλησίους τόπους, όπου τα πάντα είναι ωραία και καινοφανή, μελαγχολικά ίσως ως τα δάκρυα των αδελφών του Φαέθοντος, αλλ' ούτε μισητά, ούτε λυπηρά. Από των χρόνων του _Ιππολύτου_ είχε πάντοτε μυστικάς τινας δοξασίας·

«Ό,τι του ζην φίλτερον άλλο σκότος αμπίσχων κρύπτει νεφέλαις του δ' ό,τι στίλβει κατά γην δυσέρωτες δη φαινόμεθ' όντες δι' απειροσύνην άλλου βιότου κουκ απόδειξιν των υπό γαίας· μύθοις δ' άλλως φερόμεσθα» .

{Whatever far-off state there may be that is dearer to man than life, Darkness has it in her arms and hides it in cloud. We are love-sick for this nameless thing that glitters here on the earth, because no man has tasted another life, because the things under us are unrevealed, and we float upon a stream of legend}

Ουδέν υπάρχει δράμα του Ευριπίδου, όπου κριτικός τις δεν δύναται να εύρη σπουδαία σφάλματα και κηλίδας· ίσως όσω χειρότερος κριτικός τόσω περισσοτέρα θα εύρη. Διότι ο Ευριπίδης δεν ήτο καθαυτά καλλιτέχνης. Ήτο άνθρωπος εκτάκτου διανοίας, δραματικής δυνάμεως, λεπτότητος, συμπαθείας, θάρρους και φαντασίας. Εξηρεύνησε τόσον εκ του πλησίον τον κόσμον και εξηγέρθη τόσον ανταρτικώς κατά των πραγμάτων, ώστε δεν ηδύνατο να παραγάγη ήρεμα και τέλεια έργα. Και όμως πολλοί θα συμμερίζωνται ό,τι είπεν ο Φιλήμων·

ει ταις αληθείαισιν οι τεθνηκότες αίσθησιν είχον, άνδρες ως φασίν τίνες, απηγξάμην αν ώστ' ιδείν Ευριπίδην (261).

{If I were certain that the dead had consciousness, I would hang myself to see Euripides}

Και τα αποσπάσματα των άλλων, των υποδεεστέρων, τραγικών βλέπε παρά _Nauck_ Tr. Gr. Fr. Τούτων διεκρίνοντο κατά τον πέμπτον αιώνα, πλην των ήδη μνημονευθέντων _Αγάθωνος_ και _Κριτίου, Αρίσταρχος ο Τεγεάτης_ (σ 728), _Νεόφρων ο Σικυώνιος_ ο γράψας Μήδειαν (σ. 729-732) _Φιλοκλής_ ο νικήσας τον Σοφοκλή, διδάσκοντα τον Οιδίποδα τον τύραννον (σ. 759) κατά δε τον τέταρτον αιώνα ο _Χαρήμων_ ο γράφων δράματα προς ανάγνωσιν (σ. 781) ο _Μοσχίων_ (σ. 212) και προ πάντων ο _Θεοδέκτης_ ο εκ _Λυκίας_, ποιητής και ρήτωρ ο μαθητής του Πλάτωνος και φίλος του Αριστοτέλους, ο δις επαινούμενος υπ' αυτού εν τη Ποιητική (_Nauck_ σ. 801-802)].

ΙΓ'

Κ Ω Μ Ω Δ I Α

Η ΠΡΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ

Η αρχαία κωμωδία, ανάπτυξις των φαλλικών ασμάτων των εορτών του τρυγητού και του θέρους, έλαβε καλλιτεχνικήν μορφήν εντός των δύο μεγάλων κέντρων της εμπορικής και λαϊκής κινήσεως, των Συρακουσών και των Αθηνών.

Η Σικελική κωμωδία φαίνεται ότι έλαμψε πρώτη· Ο ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ παραδίδεται ότι ήκμαζε κατά τα 486, ελθών εκ της Κω, όπου εγεννήθη (262), πρώτον μεν εις τα Μέγαρα της Σικελίας, έπειτα δε εις τας Συρακούσας. Αλλά τα λείψανα των κωμωδιών του είναι ολιγοστά, συγκρινόμενα προς την μεγάλην αυτού φήμην, και είναι δύσκολον να σχηματίσωμεν καθαράν περί αυτού ιδέαν. Ο Επίχαρμος ήτο κωμικός ποιητής και φιλόσοφος, πιθανώς Πυθαγορίζων [όθεν ο Έννιος ωνόμασε διδακτικόν του ποίημα «_Επίχαρμον_»}. Αι δε κωμωδίαι του είναι άλλαι μεν παρωδίαι ηρωικών μύθων, ως ο *_Κύκλωψ_, ο *_Βούσιρις_, ο *_Προμηθεύς_, ομοιάζουσαι προς τα σατυρικά δράματα των Αθηνών, και τας παραπλησίας κωμωδίας του Κρατίνου, λ. χ. τον *_Οδυσσέα_ και τον *_Χείρωνα_ άλλαι δε, ως ο * _Αγροστίνος_ και οι *_Θεαροί_ ήσαν μίμοι, παριστώντες σκηνάς του καθημερινού βίου. Επί του πεδίου τούτου είχεν αντίπαλον τον ΣΩΦΡΟΝΑ, ο οποίος έγραψε «_μίμους γυναικείους_» και «_μίμους ανδρείους_» και εκληροδότησεν εις ημάς ονόματα κωμωδιών, όπως τον *_Θυννοθήραν_, τον *_Άγγελον_, και * _Ακεστρίας_ και την *_Πενθεράν_. Το τρίτον είδος των έργων του Επιχάρμου ήτο κάπως φιλοσοφικόν, όπως η συζήτησις μεταξύ «_Λόγου και Λογίνας _», δηλ. πιθανώς αρσενικού και θηλυκού λόγου. Τέλος έγραψε και αυστηρώς φιλοσοφικόν ποίημα, το *_περί Φύσεως_· λέγεται ότι αι κωμωδίαι του ήσαν γοργαί και κεκινημέναι αλλά τα σωζόμενα αποσπάσματα φαίνονται ζωηρά βεβαίως ένεκεν άλλων ιδιοτήτων, δηλαδή διά το πρωτότυπον της εννοίας ή το γραμματικώς παράδοξον. Έξοχος είναι η περιγραφή παρασίτου (263)· η λέξις είναι μεταγενεστέρα, αλλά παράσιτοι υπήρχον και τότε. Είναι δε περίεργον ότι κάμνει λογοπαίγνια, όλως απερικάλυπτα, καθώς [εν τω *_Λόγω_], όπου ο Ζευς ελέγετο «_ Πέλοπι γ' έρανον εστιών_», ο δε ακούων αντί του «_γ' έρανον_» ήτοι συμπόσιον, «_γέρανον_», νομίζει ότι ο Ζευς παρέθεσεν εις τον ξένον του γερανόν. Χαρακτηριστικός διάλογος είναι ο ακόλουθος [παρ' _Αθηναίω_ Β' σ. 36]

_Α. εκ μεν θυσίας θοίνα, εκ δε θοίνας πόσις εγένετο. Β. χαρίεν ως γ' εμίν δοκεί Α. εκ δε πόσιος κώμος, εκ κώμου δ' εγένεθ' υανία εκ δ' υανίας δίκα, 'κ δίκας δ' εγένετο καταδίκα εκ δε καταδίκας πέδαι τε και σφαλάς και ζημία._

{A. After the sacrifice came a feast, and after the feast a drinking-party. B. That seems nice. A. And after the drinking- party a revel, after the revel a swinery, after the swinery a summons, after the summons a condemnation, and after the condemnation fetters and stocks and a fine!}

Παροιμιώδεις δε απέμειναν οι στίχοι του

Νόος ορή και νόος ακούει· τάλλα κωφά και τυφλά.

{ Mind hath sight and Mind hath hearing; all things else are deaf and blind }

Νάφε και μέμνασ' απιστείν· άρθρα ταύτα ταν φρενών.

{ Be sober, and remember to disbelieve: these are the sinews of the mind! }

Των πόνων πωλούντι πάντα ταγάθ' αμίν τοι θεοί (264).

Η αττική κωμωδία ανεπτύχθη κατ' άλλον τρόπον, από δε του 460 π. Χ. και εξής ηκολούΘησε τα βήματα της τραγωδίας. Το σχέδιον αυτής φαίνεται συγκείμενον εκ δυο μερών, εχόντων την «παράβασιν» εν τω μέσω. Δηλαδή πρώτον μεν παρέχεται γενική ερμηνεία της υποθέσεως και των προσώπων· έπειτα δε γίνεται η «παράβασις» του όλου χορού, του οποίου ο ηγεμών αντιπροσωπεύων τον ποιητήν, ομιλεί περί ζητημάτων της ημέρας· κατόπιν έπεται σειρά κωμικών σκηνών, αίτινες άνευ τάξεως ή μεθόδου παριστώσι τα επακόλουθα των εν τω πρώτω μέρει τεθέντων· το τέλος δε είναι κώμος, ήτοι διασκεδαστικόν άσμα συνοδεύον την έξοδον των υποκριτών. Παραδείγματος χάριν, το πρώτον μέρος της αρχαιοτάτης των σωζομένων κωμωδιών, των Αχαρνέων του Αριστοφάνους, — τότε το όλον είχε καταστή δραματικόν, — εξηγεί πώς ο ήρως κατώρθωσε να συνάψη ιδιαιτέρως ειρήνην μετά των Πελοποννησίων· έπεται δε η παράβασις και κατόπιν σειρά σκηνών ασυνδέτων, αι οποίαι παριστώσι πώς διασκεδάζει, απολαύων της ειρήνης, ο ήρως μετά της οικογενείας του κατ' αντίθεσιν προς τους λοιπούς πολίτας.

Περί των αρχαιοτάτων κωμικών ποιητών — Χιωνίδου, Εκφαντίδου και Μάγνητος — ολίγα είναι γνωστά (265). Πρώτος αξιόλογος κωμικός είναι ο ΚΡΑΤΙΝΟΣ, ο οποίος εκωμώδησε τον Περικλή, — «_τον σχινοκέφαλον Δία_» «_τον υιόν της στάσεως και του πρεσβυγενούς Κρόνου_» { the child of Cronos and Double-dealing } — καθώς ο Αριστοφάνης εμαστίγωσε τον Κλέωνα. Οι κριτικοί εθεώρουν αυτόν απαραμίλλως δυνατόν, αλλά και υπερβολικά πικρόν. Ο δε Αριστοφάνης συχνά τον αναφέρει· ως χείμαρρος, λέγει, «_παρασύρων εφόρει τας δρυς και τας πλατάνους και τους εχθρούς προθελύμνους _». { like a mountain-torrent, sweeping down houses and trees and people who stood in his way! } Ο Κρατίνος ήτο μεμυημένος Ορφικός, και έφαγε κρέας Βακχείου ταύρου (266), ήτο δε και κατά την νεωτέραν έννοιαν οπαδός του Βάκχου. Ο Αριστοφάνης εν τοις _Ιππεύσιν_ (424) εδείκνυεν αυτόν ως «_παραληρούντα_» γέροντα, αλλά το σκώμμα εξήγειρε τον γηραιόν πότην. Το επόμενον έτος εδίδαξε την * _Πυτίνην_ (το φλασκί) φανεράν διακωμώδησιν εαυτού, όπου η σύζυγός του Κωμωδία τον έσωζεν εκ των αγκαλών της απίστου Πυτίνης. Έτυχε τότε των πρωτείων, ενώ ο Αριστοφάνης ήλθε τελευταίος. Αλλ' ήτο ήδη ερείπιον και απέθανε περί το 421. Είς των τριών υποκριτών του ήτο ο ΚΡΑΤΗΣ, ο οποίος και έγραψεν επιτυχείς κωμωδίας, διεκρίθη δε ως πρώτος παραστήσας μεθύοντας επί της σκηνής (267).