Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 22
Άπαξ ευρίσκομεν αυτόν λαμβάνοντα έμμεσον τουλάχιστον μέρος εις τα πολιτικά. Περί τα 420 κατά τα τέλη του δεκαετούς πολέμου ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδίαν έχουσαν ωρισμένην «_θέσιν_». Αι _Ικέτιδες_ όχι μόνον συμβουλεύουσιν ειρήνην μετά της Σπάρτης — εις το αυτό απέβλεπον και ο *_Κρεσφόντης_ και ο *_Ερεχθεύς_ — αλλά συμβουλεύει και συμμαχίαν μετά του Άργους και κηρύσσει την εν Αθήναις ανάγκην νεαρού και ευγενούς στρατηγού. Τοιούτος ήτο τότε, πρωταγωνιστών και προτρέπων εις την μετά του Άργους συμμαχίαν, ο Αλκιβιάδης· κατά δε το επόμενον έτος κατήρχετο εις τα Ολύμπια μετά τεσσάρων αρμάτων, τα οποία τόσον προεκάλεσαν θόρυβον ανά την Ελλάδα και ενίκησε την νίκην, της οποίας το επινίκιον εποίησεν ο Ευριπίδης. Εκ τούτων διαβλέπομεν ότι και ο από σκηνής φιλόσοφος, όπως ο Σωκράτης, υπερετίμησε κατά τινα περίοδον τον Αλκιβιάδην. Αλλ' αγνοούμεν πόσον χρόνον διήρκεσεν η φιλία εκείνη· διότι κατόπιν ο μεν Ευριπίδης ετάσσετο υπέρ της ειρήνης, ο δε Αλκιβιάδης υπέρ του πολέμου· περί δε τον χρόνον της εις Σικελίαν εκστρατείας ο Ευριπίδης έχασε την εμπιστοσύνην εις τον στρατηγόν εκείνον. Αι _Τρωάδες_ (415 π. Χ.) άρχονται διά περιγραφής μεγάλου στόλου θριαμβικώς απερχομένου, επειδή οι ναύται αγνοούσιν ότι επικρέμαται θεία τιμωρία.
Έκτοτε πάντα τα δράματά του κατά την τελευταίαν αγωνίαν του πολέμου γράφονται πυρετωδώς και ρίπτουσι δυνατόν αλλά και παραμορφωτικόν φως εις τον χαρακτήρα του ποιητού. Αι βαθείαι του συγκινήσεις γίνονται κατάδηλοι προς βλάβην της τέχνης του, αυτός δε φαίνεται αγαπών να κατασχίζη τα ιδανικά του. Η φιλοπατρία ήτο ανέκαθεν ισχυρόν συναίσθημα του Ευριπίδου. Κατά τα 427 έχομεν την ευάρεστον πατριωτικήν αυτοπεποίθησιν των _Ηρακλειδών_, το πνεύμα νεωτέρου τινός Περικλέους. Αλλά και προτού (428) ο _Ιππόλυτος_ ενείχε καθαράν αισθηματικήν φιλοπατρίαν, μετέπειτα δε _Ερεχθεύς_, ο *_Θησεύς_ και αι _Ικέτιδες_. Τα τελευταία όμως έργα έχουσιν άλλο πνεύμα. Αι εκπνέουσαι Αθήναι δεν μνημονεύονται πλέον, αλλ' η επιθανάτιος αγωνία και τα αμαρτήματα της πόλεως περιστοιχούσιν ημάς πανταχόθεν· η μέθη της μάχης εξέλιπε, παραμένει δε η φρίκη του πολέμου. Ο ποιητής παριστάνει τους νικητάς τόσον δυστυχείς όσον και τους ηττημένους, άμα δε πανουργοτέρους και αθλιωτέρους.
Άλλη θεωρία πάντοτε κατέχουσα τον ποιητήν, αλλά τότε δεσπόζουσα, είναι δυσπιστία προς την πολιτείαν και τας μεθόδους αυτής, ήτοι η θεωρία, την οποίαν διαρρήδην εκήρυσσεν εσχάτως ο Τολστόης. Κατάρα της ζωής είναι οι πολύπλοκοι πολιτειακοί και κοινωνικοί δεσμοί. Αδέσμευτος άνθρωπος ημπορεί ν' αδικήση πολλά, πάντοτε όμως έχει καρδίαν· μόνον ο δούλος της πατρίδος του, το όργανον των συνηνωμένων πολλών, δεν δύναται να συμπαθή· ο Οδυσσεύς των _Τρωάδων_ και του _Παλαμήδους_ (415 π. Χ.) χωρεί περαιτέρω και αυτού του Οδυσσέως της _Εκάβης_ (424) οπού ο τοιούτος τύπος απεικονίζεται κατά πρώτον. Δεν είναι δηλαδή αυτός αιμόδιψος, αλλ' είναι υπόχρεως να προτάξη παντός άλλου το συμφέρον των Αχαιών. Διότι θα επέλθη καταστροφή, αν αυτός μη ψευσθή, μη φονεύση και προδώση. Τοιούτος είναι και ο Μενέλαος του _Ορέστου_ και προ πάντων ο Αγαμέμνων της _εν Αυλίδι Ιφιγενείας_· αι περί αυτούς κοινωνικαί συνθήκαι φαίνονται μη επιτρέπουσαι δικαιοσύνην ή ηθικήν.
Άλλο χαρακτηριστικόν των τελευταίων ετών του πολέμου είναι η τάσις του ποιητού προς περιγραφήν της εσχάτης εκδικήσεως. Τούτο ήτο παλαιόν του Ευριπίδου θέμα — τω 431 η _Μήδεια_ εδίδασκε την εκδίκησιν — αλλ' ήδη ο ποιητής έβλεπε παντού παραδείγματα του κανόνος ότι οι πέρα τινός ορίου αδικούμενοι άνθρωποι μεταβάλλονται εις θηρία. Η ιδέα αυτή παρέχει ενότητα εις την _Εκάβην_, δηλ. η βαθμιαία απορρόφησις της όλης φύσεως της ανάσσης εις μίαν άπειρον δίψαν εκδικήσεως, λύει δε την απορίαν του Σχολιαστού του _Ορέστου_, ότι «_πλην Πυλάδου πάντες φαύλοι εισιν_». {apart from Pyladis everybody in it is bad} Άλλο επιτεινόμενον αίσθημα του Ευριπίδου είναι η προς τους αρχαίους μύθους, τους καλουμένους ηρωικούς, αποστροφή του. Η _Ηλέκτρα_ του ήτο αρκετή να στηλιτεύση την αιμοδιψίαν των Ατρειδών. Μετ' αυτήν ας αναγνώση τις ό,τι λέγει περί του θέματος εκείνου όστις δήποτε άλλος ποιητής, ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος ή ο Όμηρος και θα πεισθή ότι μόνος ο Ευριπίδης απεικόνισε την αλήθειαν, ότι η δολοφονία ουδέποτε είναι συγγνωστή.
Κατά την τελευταίαν εκείνην περίοδον του εν Αθήναις βίου έχομεν πράγματι κάποτε τον θρυλούμενον Ευριπίδην — τον ανακόλουθον προς εαυτόν, τον τελείως μεν άθρησκον, αλλ' αντίθετον προς τους πλείστους φιλοσόφους, τον περιφρονούντα μεν τους πλουσίους, αλλά μανικώς πολέμιον της ακράτου δημοκρατίας, τον αποστρεφόμενον τους πολλούς, προκαλούντα δε την κοινήν προσοχήν διά μόνης της δυνάμεως του νου. Κατετρέχετο ήδη ακαταπαύστως υπό αγέλης κωμικών ποιητών και εννοείται, υπό των μεγάλων ομάδων των θρήσκων και των χυδαίων. Κατά την πάλην εκείνην ηττήθη. Διδάξας δε τον _Ορέστην_ τω 408, αφήκε τας Αθήνας και απήλθεν εις την αυλήν του Αρχελάου του Μακεδόνος· ελέγετο δε ότι έφυγεν αχθόμενος «_επί τω σχεδόν πάντας επιχαίρειν_», αλλά δεν ηξεύρομεν και τον λόγον της κοινής εκείνης χαράς. Εν Μακεδονία ηύρε την ησυχίαν και πιθανώς όμιλον ομοφρόνων. Εκεί ήσαν ο τραγικός Αγάθων και ο μουσικός Τιμόθεος, παλαιοί του φίλοι και οι δύο, επίσης δε ο ζωγράφος Ζεύξις και πιθανώς ο Θουκυδίδης. Ενίοτε κάτωθεν της στιλπνής επιφανείας της Μακεδονικής αυλής διεφαίνετο περισσή βαρβαρότης. Ο θρύλος ότι ο Ευριπίδης εσπαράχθη υπό των σκύλων του βασιλέως φωράται μύθος, αφού σιωπά ο Αριστοφάνης. Αλλά πάντως ο Αθηναίος εξεπλάγη ότε κάποιος αυλικός, ομιλήσας αποτόμως προς αυτόν, του παρεδόθη αμέσως προς μαστίγωσιν. Ο ποιητής απέθανε δεκαοκτώ μήνας μετά την εις Μακεδονίαν άφιξίν του. Αλλά η ησυχία και άνεσις της νέας του διαμονής αφήκεν ίχνη επί των έργων του. Μοναδικήν έχουσι δροσερότητα και χάριν αι δύο τραγωδίαι, αι _Βάκχαι_ και η _εν Αυλίδι Ιφιγένεια_, την οποίαν αφήκεν ατελή, πάντως δε αι _Βάκχαι_ φέρουσι και εικόνας Μακεδονικών τοπίων (565 κεξ.). Του * _Αρχελάου_, τον οποίον έγραψεν εις τιμήν του ξενίζοντος αυτόν, μόνον ολίγα λείψανα επιζώσι (252).
Βεβαίως και εν Αθήναις η βαρυθυμία του δεν ήτο παντοτινή. Κάλλιστα δε τον χαρακτήρα του ποιητού απεικονίζουσιν αι λαμπραί επεξεργασίαι των τελευταίων του δραμάτων και αι νέαι μορφαί, τας οποίας επινοεί ως ιδεώδεις. Περιφρονών την ανωτέραν κοινωνίαν και την πολιτικήν ισχύν, καταλύουν τα πολυθαύμαστα είδωλα των Ομηρικών ηρώων, συμπαθών δε γενικώς προς τους αδυνάτους και τους αφανείς, ανευρίσκει την μεγαλοψυχίαν μεταξύ ανθρώπων ησύχων, αμολύντων υπό της κοινωνίας. Ήρως της Ηλέκτρας είναι ο Μυκηναίος αυτουργός, ο ειλικρινής, ο τίμιος, ο διακριτικός, ο οποίος τόσον καλά συναισθάνεται ότι είναι κατώτερος των αγρίων βασιλέων του οίκου, όσον εκείνοι πιστεύουσιν ότι είναι ανώτεροί του. Αλλά προ πάντων ο Ευριπίδης διατηρεί την παλαιάν του πεποίθησιν εις την απέραντον δύναμιν της απείρου κόρης. Μεταξύ μόνον των σωθέντων δραμάτων έχουσι μαρτυρικήν παρθένον ως ηρωίδα οι _Ηρακλείδαι_, η _Εκάβη_, η _Ιφιγένεια η εν Αυλίδι_· απηχήσεις δε αυτής έχουσιν αι _Τρωάδες_ και αι _Ικέτιδες_. Η τοιαύτη παρθένος είναι πάντοτε τύπος πραγματικός και πάντοτε διάφορος. Ο μεν είς πόλος είναι ίσως η Κασσάνδρα των _Τρωάδων_, όπου εξαίρεται η δύναμις του βλέπειν πέρα των συμφορών του παρόντος, η δευτέρα αυτή όρασις των διαυγών πνευμάτων. Ο δε άλλος πόλος, η ανθρωπινωτέρα φάσις, υπάρχει εν τη _Ιφιγενεία_. Η νεαρά κόρη βλέπουσα κατά πρώτον ότι επιάσθη εις την θανάσιμον παγίδα, λιποψυχεί και καθικετεύει πάντας ως παιδίον, να μη σφαγή· αλλά κατόπιν, αφού παρέρχεται η πρώτη συγκίνησις, αφού συνομιλεί προς την ψυχήν της μόνη, αφού βλέπει ότι ο Αχιλλεύς είν' έτοιμος να πολεμήση και να αποθάνη χάριν της, εξαίρεται εις το ύψος εκουσίου υπέρ της Ελλάδος μαρτυρίου. Διότι η ζωή ενός Αχιλλέως αξίζει χιλίας ζωάς γυναικών, όπως αυτή! Ούτως αίρεται ασυγκρίτως υπερτέρα παντός άλλου προσώπου της τραγωδίας ταύτης, επισκιάζουσα και αυτόν τον Αχιλλέα. Και όμως ο Αριστοτέλης — τοιαύτα τα ολισθήματα της ανθρωπίνης κριτικής — την θεωρεί ως τύπον «_ήθους ανωμάλου_» [δηλαδή ανακολούθου].
Άλλο λαμπρόν στοιχείον περιέχουσι τα καθαρώς ρωμαντικά δράματα των τελευταίων ετών του ποιητού, η _Ελένη_ και η *_Ανδρομέδα_, έργα, υπενθυμίζοντα τους _Όρνιθας_ του Αριστοφάνους. Ο Ευριπίδης ευρίσκει αναψυχήν αποστρέφων το πρόσωπον από των πολιτικών πραγμάτων, τα οποία έθλιβον ολόκληρον την πόλιν. Η Ελένη είναι έργον φωτεινόν έχον καθαράν ατμόσφαιραν και ωραία χορικά· η Ελένη και ο Μενέλαος είναι και οι δύο αθώοι. Η δ' _Ανδρομέδα_ ήτο, καθόσον φαίνεται, ο μόνος απλούς και ανέφελος ερωτικός μύθος, όν έγραψεν ο Ευριπίδης. Ήτο δε δράμα πολυθρύνητον. Ο Λουκιανός διηγείται νοστιμώτατα τα κατά τον τραγικόν πυρετόν, τον καταλαβόντα τους Αβδηρίτας· ότι περιερχόμενοι «ιαμβεία εφθέγγοντο», «_μάλιστα δε την Ευριπίδου Ανδρομέδαν εμονώδονν και την τον Περσέως ρήσιν εν μέρει διεξήεσαν και μεστή ην η πόλις ωχρών απάντων και λεπτών των εβδομαίων εκείνων τραγωδών,
συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων έρως,
και τα άλλα μεγάλη τη φωνή αναβοώντων _». { and especially sang the solos in the Andromeda and went through the great speech of Perseus, one after another, till the city was full of seven- day-old tragedians, pale and haggard, crying aloud, ' O Love, high monarch over gods and men,' and so on." } Η *_Ανδρομέδα_ ήρχιζεν (άρα γε άνευ προλόγου;) παριστάνουσα την ηρωίδα «_διατεταμένην τας χείρας_» επί του βράχου και περιμένουσαν την χαραυγήν διά των λόγων [απόσπ. 114]
_ω νυξ ιερά, μακρόν ως ίππευμα διώκεις._
{ O holy Night, how long is the wheeling of thy chariot!}
Μικρά τινα λείψανα δεικνύουσι την καλλονήν του όλου έργου· π.χ. η επίκλησις του χορού προς την Ηχώ [απόσπ. 118]
_προσαυδώ σε τάν εν άντροις,_
{by Aidos that dwelleth in caves}
και η προς τον εραστήν και ελευθερωτήν αυτής αποστροφή της Ανδρομέδας [απόσπ. 133]
_άγου δε μ' ω ξέν' είτε πρόσπολον θέλεις, είτ' άλοχον είτε δμωίδα._
{" Take me, O stranger, for thine handmaiden, Or wife or slave"}
Τοιούτον αγνόν και ευτυχή τόνον έρωτος ουδέποτε προτού είχεν εύρει ο Ευριπίδης. Μόνος δε ο *_Φαέθων_ περιείχε τοιαύτα υπεράνθρωπα μυστήρια τεράτων και μαγείας.
Ούτος εννοείται είναι ο Ευριπίδης του τέλους του πολέμου, ότε η πάλη απέβη οξυτέρα. Αλλ' ήδη από του 445, ότε πρώτον ενεφανίσθη διά των *_Πλειάδων_, αφήκεν εις τον κόσμον την εντύπωσιν ότι ήτο ανόμοιος προς παν ό,τι εγνώριζον προτού. Αμέσως εδείχθη ως ποιητής της σχολής και της σκέψεως των σοφιστών, ως ο απόστολος της σαφηνείας της εκφράσεως, ο λέγων ό,τι έχει να είπη καθαρώς και ακόμπως. Η γλώσσα του εθαυμάζετο λίαν υπό των μεταγενεστέρων, αλλ' εις ημάς δεν εμποιεί πολλήν εντύπωσιν, επειδή φαίνεται ως τετριμμένη και άτονος, διότι είμεθα συνηθισμένοι εις κοινούς μιμητάς αυτής από του Ισοκράτους μέχρι Θεοδώρου του Προδρόμου. Και αι *_Πελιάδες_ πιθανώς κατεδείκνυον την δύναμιν του Ευριπίδου εις την ανεύρεσιν νέας εμπνεύσεως. Και η μεν φιλοσοφική του κλίσις κατεφαίνετο επί στίχων οίοι οι εξής·
_ουκ έστι τα θεών άδικ' εν ανθρώποισι δε κακοίς νοσούντα σύγχυσιν πολλήν έχει_·
{in God there is no injustice . . . }
(αποσπ. 606) η δε συμπάθειά του προς τα παντοειδή πάθη εκ της εκλογής γυναικός οία η Μήδεια, ως πρωταγωνιστούσης.
Αλλά το παραστατικώτατον των παλαιών του έργων και το μάλιστα εκπλήξαν τους συγχρόνους ήτο ο *_Τήλεφος_. Έχει πολλά των κατόπιν χαρακτηριστικών, αλλ' ανεπτυγμένα μόνον εις το ήμισυ, και συγκαλυπτόμενα υπό τινος επιπολαιότητος και απειρίας. Πρέπει δε να έχωμεν διαρκώς τον *_Τήλεφον_ υπ' όψιν, χαράσσοντες την βαθμιαίαν πρόοδον των Ευριπιδείων χαρακτήρων και μεθόδων. Ο πληγωμένος βασιλεύς της Μυσίας γινώσκει ότι ουδέν άλλο παρά το δόρυ του Αχιλλέως, όπερ επλήγωσεν αυτόν, δύναται και να τον θεραπεύση· οι Έλληνες είναι πάντες εχθροί του· περιέρχεται την Ελλάδα, χωλός ένεκα της πληγής και μετημφιεσμένος εις επαίτην· ομιλεί μεταξύ πολεμίων στρατηγών, προσβάλλεται εις την υπεροψίαν του, αλλ' επιτυγχάνει ό,τι επιζητεί· εισάγεται δηλαδή ως ικέτης εις την Κλυταιμήστραν, αρπάζει τον Ορέστην βρέφος ακόμη, αναγνωρίζεται, απειλεί ότι θα φονεύση το παιδίον, αν προχωρήση κανείς εναντίον του, προβάλλει τους όρους του και θεραπεύεται. Ο εξαιρέτως ψύχραιμος και επινοητικός ήρως — ο υπενθυμίζων τινά των προσώπων του Ουγγώ ή του Δουμά — ήτο κάτι νέον, και ελκυστικόν επί της σκηνής. Πρωτότυπος επίσης ήτο τότε η «αναγνώρισις» ως δραματική περιπέτεια, ως μεταβολή δηλαδή της θέσεως διά της αποκαλύψεως τις ήτο πραγματικώς εκείνος, ήτοι ενταύθα ότι ο χωλός εκείνος επαίτης ήτο ο Τήλεφος. Αλλά το αγαπητόν του Ευριπίδου μέσον κατήντησε κοινόν κατά τους χρόνους του Αριστοτέλους και σχεδόν κανονικός τρόπος της λύσεως δραμάτων. Των σωζομένων τραγωδιών ο _Ίων_, η _Ηλέκτρα_, η _Ελένη_ και η _Ιφιγένεια η εν Ταύροις_ έχει αναγνωρίσεις. Μεταξύ δε των απολομένων ο *_Κρεσφόντης_ ήτο διά τούτο περίφημος. Ο ήρως εκείνος, υιός του φονευθέντος βασιλέως της Μεσσηνίας, διέφυγε τον σφετεριστήν της αρχής Πολυφόντην και ανετράφη κρύφα, ενώ η μήτηρ του Μερόπη ήτο υποχείρια του τυράννου. Ο υιός επιστρέφει διά να την σώση, κατορθώνει δε να πλησιάση τον Πολυφόντην υποκρινόμενος ότι εσκότωσε τον Κρεσφόντην και ζητεί διά τούτο αμοιβήν. Η Μερόπη ακούει ότι ξένος τις ευρίσκεται εντός της οικίας θέλων αμοιβήν ως φονεύσας τον υιόν της. Πέμπει αμέσως άνθρωπον εις το άσυλον του υιού της και μανθάνει ότι είχεν εξαφανισθή. Απηλπισμένη αρπάζει πέλεκυν και ορμά προς τον τόπον όπου ο νέος εκοιμάτο. Μόλις κατά την υστάτην στιγμήν, ότε ακριβώς έλεγεν
την δ' εγώ δίδωμί σοι | πληγήν,
{Infernal Hades, this is mine offering to thee}
ο παλαιός δούλος του ανδρός της, ο κρατών τον λύχνον, αναγνωρίζει το μειράκιον, ορμά και προλαμβάνει τα κτύπημα. Το σκηνικόν τούτο κατόρθωμα διετήρει την δύναμίν του μέχρι των χρόνων του Πλουτάρχου.
Πλην της τεχνικής αναγνωρίσεως ο *_Τήλεφος_ έδωκε το σύνθημα προς ποίησιν υποθέσεων μελοδραματικών, η τάσις δ' αυτή είναι φανερά προ πάντων εν τω _Ορέστη_. Το δράμα τούτο αρχίζει ολίγας ημέρας μετά τον φόνον της Κλυταιμήστρας και του Αιγίσθου. Ο Ορέστης και Ηλέκτρα αποκλεισθέντες εντός των ανακτόρων υπό των Αργείων, περιμένουσι την καταδικαστικήν ψήφον της πόλεως. Και ο μεν Ορέστης είναι άρρωστος και παράφρων· η δε Ηλέκτρα, εξηντλημένη εκ των φροντίδων και των περιποιήσεων, φοβείται ότι πιθανώτατα και οι δύο θα λιθοβοληθώσιν. Αλλ' υποφώσκει η σωτηρία· ο Μενέλαος, ο αδελφός του πατρός των, εισέπλευσε μετά της Ελένης εις τον λιμένα. Η Ελένη έρχεται εις τα ανάκτορα και οι στρατιώται του Μενελάου φρουρούσι τας εισόδους. Ο Ορέστης βαθμηδόν ανακτά τας φρένας και φαίνεται ως να εσώθησαν οι δύο αδελφοί. Αλλ' ο Μενέλαος είναι ο φυσικός κληρονόμος της βασιλείας μετά τον Ορέστην, αποστρέφεται δε τας εκδικήσεις· εξ άλλου δεν θέλει ν' αντιπράξη εις το θέλημα του λαού μηδέ να προσβάλη τον πενθερόν του Τυνδάρεων, ζητούντα εκδίκησιν διά την Κλυταιμήστραν· εν συντόμω εννοεί ν' αφήση τους δύο αδελφούς να λιθοβοληθώσιν. Σκηναί ζωηρών αντιθέσεων επακολουθούσιν αλλήλας, μέχρις ού και οι δύο πείθονται ότι το παν εχάθη. Η μανία καταλαμβάνει τον Ορέστην· δράττει το ξίφος και ορμά κατά της Ελένης και της Ερμιόνης. Όπως διαφύγωσι τον λιθοβολισμόν, η Ηλέκτρα και ο Ορέστης αποφασίζουσι ν' αποθάνωσιν· εκείνη ζητεί παρ’ αυτού να την φονεύση· εκείνος απαντά «_ έκτεινα μητέρα_» {My mother's blood is enough. I will not kill thee. Die as best thou mayest } [την δε λύσιν επιφέρει φαινόμενος ο Απόλλων από μηχανής].
Ο *_Τήλεφος_ διά ποικίλους λόγους ήτο το χαρακτηριστικώτατον δράμα της πρώτης περιόδου του Ευριπίδου, αλλά φαίνεται ως έργον νέον. Ίσως η πραγματικότης εν αυτώ είναι τόσον λεπτή όσον εν τη _Ηλέκτρα_. Αλλά το κύριόν του γνώρισμα ήτο το φόρεμα του μετημφιεσμένου επαίτου, το οποίον απεσκοράκιζε πάσαν σκηνικήν εθιμοτυπίαν. Ο ήρως των _Αχαρνέων_ του Αριστοφάνους, ο Δικαιόπολις, αναγκαζόμενος ν' απολογηθή όπως σώση την κεφαλήν του, παρακαλεί τον Ευριπίδην να του δώση μερικά «τραγικά τρύχη», τα οποία να συγκινήσουν τους θεατάς. Και γνωρίζει μεν ακριβώς ποία ράκη του αρμόζουσιν, αλλά δεν ενθυμείται το όνομα του ανθρώπου, ο οποίος τα εφόρει. Ο Ευριπίδης τον ερωτά·
τα ποία τρύχη; μων εν οίς Οινεύς οδί ο δύσποτμος γηραιός ηγωνίζετο;
Δικ. ουκ Οινέως ην, αλλ' έτ' αθλιωτέρου
Ευρ. τα του τυφλού Φοίνικος;
Δικ. Φοίνικος ου, αλλ' έτερος ην Φοίνικος; αθλιώτερος
Ευρ. Αλλ' ή Φιλοκτήτου τα τον πτωχού λέγεις;
Δικ. ουκ, αλλά τούτου πολύ πολύ πτωχιστέρου.
Ευρ. Αλλ' ή τα δυσπινή θέλεις πεπλώματα, ά Βελλεροφόντης είχ' ο χωλός ουτοσί;
Δικ. Ου Βελλεροφόντης . . .
Ευρ. Οίδ' άνδρα Μυσόν Τήλεφον . . .
Ω παι, δος αυτώ Τηλέφου ρακώματα· κείται δ' άνωθεν των Θυεστείων ρακών μεταξύ των Ινούς . . .
{"The old unhappy Oineus appeared in rags," says Euripides. " It was not Oineus; some one much wretcheder." " The blind Phoenix perhaps?" "Oh, much, much wretcheder than Phoenix!" "Possibly you mean Philoctetes the beggarman?" "No, a far worse beggar than Philoctetes." " The cripple Bellerophon ?" "No, not Bellerophon; though my man was a cripple too, and a beggar and a great speaker!' "I know; Telephus of Mysia! — Boy, fetch Telephus's beggar-clothes; they are just above Thyestes's rags, between them and Ino's!'}
Είναι δύσκολον επίσης ν' ανεύρωμεν εν τω *_Τηλέφω_ καμμίαν επιτέχνησιν ή λεπτότητα, οποίαν βλέπομεν μετά δέκα έτη παραδείγματος χάριν εν τω _Ιππολύτω_ (στ. 1000-1100), όπου ο Ιππόλυτος επανερχόμενος ευρίσκει τον πατέρα του ιστάμενον επί του νεκρού της Φαίδρας και αναγινώσκοντα το δελτίον, το περιέχον την κατ' αυτού συκοφαντίαν. Αγνοεί τα αναγραφέντα εκεί, αλλ' εικάζει αρκετά διατί απέθανεν η Φαίδρα. Αναποδράστως λοιπόν οι τρόποι του δεικνύουσι ταραχήν και η στενοχωρία του φαίνεται ως ενοχή. Τούτο είναι λεπτότατον· αλλ' υπάρχει και άλλη τεχνική λεπτότης ολίγον κατωτέρω, όπου ο Ιππόλυτος υπερασπίζει εαυτόν, αλλ' επειδή έχει ορκισθή ότι δεν θα είπη ό,τι ηδύνατο να τον σώση, οι λόγοι του γίνονται ελλιπέστεροι και δυσκολώτεροι. Δύο τουλάχιστον φοράς φαίνεται ως να πρόκειται να παραβή τον όρκον· και διατί να μη τον παραβή, αφού ο όρκος του απεσπάσθη διά στρατηγήματος και απέρριψεν αυτόν αμέσως λέγων
_η μεν γλώττ' ομώμοχ' η δε φρην ανώμοτος_;
{My tongue hath sworn; there is no bond upon my heart.}
και όμως τηρεί σιωπήν, όπως ωρκίσθη· στρέφεται απηλπισμένος προς τους θεούς και απέρχεται κατηραμένος (253)
Ο _Ιππόλυτος_ έχει και άλλην δεξιότητα της Ευριπιδείου οικονομίας, η οποία γενικώς παρενοήθη. Η κυρία δυσκολία ήτο να παρασυρθή το θέατρον υπέρ της Φαίδρας κατά την ακμήν του πάθους, όπερ εξώθησεν αυτήν εις την φονικήν συκοφαντίαν. Τούτο ηδύνατο να γίνη μόνον αδικουμένου του Ιππολύτου, είναι δε δυσχερέστατον να παραστήση τις ευθύν και γενναίον άνθρωπον πράττοντα μεν το δίκαιον, καθιστάμενον δε διά τούτο μισητόν. Αλλ' ο μακρός του Ιππολύτου λόγος (στ. 616 κεξ.) επιτυγχάνει τούτο. Κατά την έξοδον αυτού ο θεατής είναι προς στιγμήν δυσμενής και συμπαθεί ολοψύχως προς την Φαίδραν.
Κατά πρώτον τω 431, δηλαδή προ του _Ιππολύτου_, αλλά επτά έτη μετά τον *_Τήλεφον_, ο Ευριπίδης επραγματεύθη το θέμα του ατυχούς ή τραγικού έρωτος, το οποίον κατόπιν έκαμεν όλως ιδικόν του. Η _Μήδεια_ είναι ίσως η καλλιτεχνικώς αψογωτάτη των τραγωδιών του· και όμως παραδόξως απέτυχε κατά την πρώτην διδασκαλίαν. Η βάρβαρος ηρωίνη απήχθη εκ της πατρίδος της υπό του Ιάσονος, αλλ' ούτος κατόπιν εγκατέλειψεν αυτήν, όπως νυμφευθή την κόρην του βασιλέως της Κορίνθου. Η Μήδεια προσποιουμένη ότι συναινεί, πέμπει προς την νύμφην δώρα
_λεπτόν τε πέπλον και πλόκον χρυσήλατον_.
Αλλά και τα δύο περιείχον φάρμακον «_παμφάγον_». Η νύμφη αποθνήσκει οδυνηρότατα, η δε Μήδεια διά να εκδικηθή και τον Ιάσονα, φονεύει τα τέκνα της και φεύγει εκ της Κορίνθου.
Αύτη ήτο η αρχή των θαυμασίων γυναικείων τύπων, διά των οποίων ο Ευριπίδης κατέπληττε και κατέθλιβε τους συγχρόνους του, οι οποίοι τον απεκάλουν μισογύνην· ο δε Αριστοφάνης παρέστησε τας γυναίκας των Αθηνών συνωμοτούσας κατ' αυτού. Αλλά πραγματικώς ο ποιητής ήτο φιλογύνης. Δηλαδή ηγάπα και εμελέτα και απεικόνιζε τας γυναίκας, τας οποίας οι μεν περί τον Σωκράτη παρέβλεπον, ο δε Περικλής παρήγγελλε να οικουρώσιν. Αλλ' όμως το έγκλημα είναι πάντοτε εκπληκτικώτερον και πραγματικώτερον ή η αρετή. Ηρωίδες όπως η Μήδεια, η Φαίδρα, η Σθενέβοια, η Αερόπη, η Κλυταιμήστρα πιθανώς εξεγείρουσι την φαντασίαν πιρισσότερον ή ο αγγελικός και αφωσιωμένος τύπος, η Άλκηστις, η αποθνήσκουσα, διά να σώση τον άνδρα της, η Ευάδνη και η Λαοδάμεια, αι οποίαι δεν ήθελον να επιζώσι χήραι, και όλη η μακρά σειρά των μαρτυρικών παρθένων. Αξιοσημείωτον όμως είναι ότι ο Ευριπίδης, καθώς ο Ίψεν, ενώ δεν εξιδανικεύει άνδρα, εξιδανικεύει γυναίκας· ένα μόνον έχει μαρτυρικόν νέον, τον Μενοικέα των Φοινισσών, αλλ' η θυσία του εκτελείται τρόπον τινά ως εργασία· δηλ. απομακρύνει τον πατέρα του, προσποιούμενος ότι θέλει τα οδοιπορικά του έξοδα, και δεν έχει εκείνην την ωραίαν λάμψιν, την περιβάλλουσαν τας κόρας. Γυναίκας δε ουδέ τας χειρίστας επιτρέπει να μισήσωμεν ο Ευριπίδης. Ουδείς δύναται να μη συμπαθή προς την Μήδειαν, και πολλοί αγαπώμεν την Φαίδραν, και προξενούσαν τον θάνατον του αθώου.
Από της υπερασπίσεως ταύτης των γυναικών ο Ευριπίδης εχώρησεν έν βήμα περαιτέρω, όπερ εξήγειρε θύελλαν κατ' αυτού, δηλαδή καθόλου εις το ζήτημα της σχέσεως των φύλων. Έγραψε τραγωδίας περί παραβάσεως του γάμου, καθώς τον _Ιππόλυτον_ και την *_Σθενέβοιαν_ — όπου η ηρωίνη έπραττε προς τον Βελλεροφώντα ό,τι η σύζυγος του Πετεφρή προς τον Ιωσήφ. Έγραψε τον *_Χρύσιππον_, όπως στιγματίση τα παιδικά, άπερ οι μεν σύγχρονοι εθεώρουν ως παράπτωμα μικρόν, εκείνος δε συνεχώρει μόνον εις τους Κύκλωπας. Έγραψε τον *_Αίολον_, όπου εξήταζε το πρόβλημα του αφελούς εκείνου μύθου, καθ' όν οι δώδεκα υιοί του θεού των ανέμων και αι δώδεκά του κόραι συνέζουν ως σύζυγοι επί της νήσου των ανέμων· εν τη τραγωδία ταύτη ο Μακαρεύς έλεγε τον περίφημον στίχον [απόσπ. 19]
τι δ' αισχρόν, ην μη τοίσι χρωμένοις δοκή;
{What thing is shameful if a mans heart feels it no shame?}
Αλλά σπουδαιοτέρα παρά τα ειδικά δράματα ήτο η παντοτινή προσπάθεια του Ευριπίδου να σχετίση τα ιδικά του πάθη προς εκείνας τας ψυχάς, τας οποίας ζητεί να ερευνήση, ιδίως προς τας δύο σιωπηλάς τάξεις, των γυναικών και των δούλων. Εν τη μέθη της μάχης, ίσως αφού επληγώθη, είχεν ειπεί προς εαυτόν
_«τρις αν παρ ασπίδα στήναι θέλοιμ' αν μάλλον ή τεκείν άπαξ_».
{This must be like child-bearing, but not half so bad!}
Ουδέν άπορον ότι το πολύ κοινόν ελύσσα κατ' αυτού! Και πώς ηδύνατο να χωνεύη τον άνθρωπον, ο οποίος ήτο μεν σφοδρός πολέμιος των ηδονών της ζωής, αλλ' όμως δεν εσκοτίζετο, αν οι ήρωές του ήσαν νόθοι. Αλλά το χειροτέρον, παρέστησε την ιέρειαν Αύγην, η οποία παρέβη τον περί παρθενίας όρκον, και ήκουσε φρικτάς επιπλήξεις της παρθένου Αθηνάς, απαντώσαν βλασφήμως ότι
σκύλα μεν βροτοφθόρα χαίρεις ορώσα και νεκρών ερείπια κου μιαρά σοι ταύτ' έστιν· ει δ' εγώ έτεκον, δεινόν τόδ' ηγεί. [απόσπ. 268).
{Arms black with rotted blood And dead men's wreckage are not foul to thee— Nay, these thou lovest: only Auges babe Frights thee with shame!}
Το αυτό και περί της δουλείας· πλην του * _Αρχελάου_ και του *_Αλεξάνδρου_, όπου φαίνεται ότι ειδικώς επραγματεύετο περί αυτής, αισθανόμεθα ότι διαρκώς ο νους του Ευριπίδου ανεπόλει το γεγονός, ότι άνθρωποί τίνες ανήκον εις άλλους ανθρώπους, ηθικώς ενίοτε κατωτέρους (254).