Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 21

Chapter 21179 wordsPublic domain

Ο αυτός εντός του μέτρου περιορισμός διακρίνεται και όπου ο ποιητής εγγίζει θρησκευτικά σημεία. Ως λέγει ο Σχολιαστής, (εις _Ηλέκτραν_ 831) «_τελέως αμηχανεί ο Σοφοκλής εις τους θεούς βλασφημών. Και γαρ εις ήν των θεοσεβεστάτων_» {quite helpless in representing blasphemy}. Αντιπαραβάλετε λόγου χάριν τα όμοια χωρία της _Αντιγόνης_ αυτού (στ. 1043) και του _Ηρακλέους_ του Ευριπίδου (στ. 1232). Εν τω _Ηρακλεί_ ο ήρως επιπλήττει τον Θησέα ότι θέλει να τον ανακουφίση εκ της οδύνης του και να εκκαλύψη την κεφαλήν του, όπερ αντέκειτο προς την κοινήν δεισιδαιμονίαν, ο δε Θησεύς απαντά διαρρήδην, ουδαμώς «_μιαίνεις θνητός ών τα των θεών_» {a mortal cannot pollute the eternally pure element}, και κατωτέρω ζητεί την χείρα του φίλου του· ότε δε ο Ηρακλής διστάζει «_αλλ' αίμα μη σοις εξομόρξωμαι πέπλοις_» {It is bloody, it will infect you with my crime!}, ο Θησεύς απαντά πάλιν «_έκμασσε, φείδου μηδέν_» {Let me clasp it, and fear not! }(στ. 1400). Τόσον τολμηρός ήτο ο Ευριπίδης· ενώ ο Σοφοκλής εγνώριζε μεν ότι μωρόν είναι να πιστεύη κανείς εις φυσικήν μόλυνσιν του αίματος και ότι ο θνητός δεν δύναται και θέλων να μολύνη το ηλιακόν φως, αλλ' εθεώρει τας γνώμας ταύτας ως ασεβείς ή ταπεινάς· εμβάλλει λοιπόν αυτάς ως βλασφημίας εις το στόμα του υβριστού Κρέοντος ουδείς παροξυσμός απιστίας ετάρασσε την συγκίνησίν του. Άλλην χαρακτηριστικήν διαφοράν των δύο ποιητών εμφαίνει ο τρόπος καθ' όν επραγματεύθησαν την αιμομιξίαν του Οιδίποδος. Ο Σοφοκλής συχνά την επαναλαμβάνει και τονίζει τας μετατροπάς των συγγενικών σχέσεων του ήρωος, αλλ' ουδέποτε την αισθάνεται κατά βάθος. Αντιπαραβάλετε προς την τραγικήν αυτού ρητορικήν την περί του αυτού πράγματος περιπαθή σκηνήν του Ευριπίδου εν τέλει των _Φοινισσών_, την ωραίαν συμπάθειαν, την οποίαν ο τυφλός διατηρεί προς την ταλαίπωρον Ιοκάστην, την πεποίθησίν του ότι αυτή, εάν έζη, θα τον συνώδευεν εις την εξορίαν χωρίς παράπονον [στ. 1617], τον τρυφερόν αποχαιρετισμόν προς τον νεκρόν της. Τι είχε προς ταύτα ν' απαντήση ο Κρέων; ενώ ηδήνατο, δεν ετόλμησε ν' αφήση άταφον την Ιοκάστην. Δεν είναι θαύμα ότι ο Σοφοκλής ενίκησε τετραπλασίας του Ευριπίδου νίκας! Δεν ήτο λίαν ευαίσθητος, ουδέ τολμηρός την φαντασίαν· εκ τούτου προέρχεται π. χ. το μόνον εν τη οικονομία του _Οιδίποδος τον τυράννου_ σφάλμα. Η τραγωδία αυτή είναι θαύμα συνθέσεως· δηλ. εκάστη περιπέτεια επακολουθεί φυσικώτατα την άλλην, συγχρόνως δ' εκάστη εξαρτάται εκ των χαρακτήρων των προσώπων, επειδή δηλονότι ταύτα ήσαν οία ήσαν, προσέτι δε συντελεί και εις την διαγραφήν αυτών. Αλλ' ο Τειρεσίας έχει μίαν κηλίδα. Ο γηραιός μάντις έρχεται προς τον βασιλέα, έχων στερεάν απόφασιν να μη αποκαλύψη το απόρρητον, όπερ εφύλαττεν επί 16 έτη· και όμως το λέγει· διατί; εξ ακατασχέτου θυμού, επειδή τον ύβρισεν ο Οιδίπους. Τοιούτος μάντις υποβιβάζει το αξίωμα του· και όμως ο Σοφοκλής δεν φαίνεται ότι το εννοεί (248).

Ο Σοφοκλής λοιπόν εξιδανικεύει μεν, αλλά κάπως κατά συνθήκην. Δεν έχει ούτε την δημιουργικήν φλόγα του Αισχύλου, ούτε το εν τη σκέψει θάρρος ή την αβράν συμπάθειαν του Ευριπίδου. Αλλά παν ό,τι άλλο δύναται να λεχθή περί αυτού είναι μόνον ανεπιφύλακτος θαυμασμός. Πλοκή, ηθοποιία, περιβάλλον, πάντα ταύτα είναι σεμνά και «_Ομηρικά_»· η ανάλυσίς του, μέχρι του ορίου, όπου φθάνει, είναι θαυμασίως ασφαλής και αληθής· η γλώσσα του είναι θαύμα δυνάμεως λεπτής· η μελωδία του ιαμβικού του τριμέτρου, η προερχομένη εκ των βραχειών καταλήξεων του στίχου και των ποικίλων αυτού τομών, είναι απαράμιλλος· τα χορικά του είναι πάντοτε περίτεχνα και ωραία, αν και κάποτε καταλείπουσι την εντύπωσιν περισσής επεξεργασίας· εάν δεν έχουσι τον συγκινητικώτατον λυρισμόν του Αισχύλου και του Ευριπίδου, είν' εξ άλλου απηλλαγμένα και του κόμπου του ενός και της πολυλογίας του άλλου. Είναι δε βέβαιον ότι ο Σοφοκλής δεικνύει συχνά μίαν υψηλήν και σπανιωτάτην αρετήν. Αισθάνεται, καθώς ο Wordsworth, το μεγαλείον της τάξεως και της υγιείας· βλέπει τρόπον τινά το μέγεθος του θεού εν τη γαλήνη του κόσμου. Ολίγαι χείρες εκτός των ιδικών του ηδύναντο να καλλιτεχνήσωσι το εν τη _Αντιγόνη_ στάσιμον περί της δεινότητος του ανθρώπου ή την πάροδον του χορού του _Αίαντος_ περί μεγάλων και μικρών. Αλλά και η περίφημος εν τω επί _Κολωνώ Οιδίποδι_ απάρνησις της ζωής

_μη φύναι τον άπαντα νικά λόγον_

έχει τόσον βάθος ηρεμίας, τόσην έλλειψιν παραφοράς, ώστε αν συγκριθώσι και τα αβρότατα και τολμηρότατα του Ευριπίδου μέλη, φαίνονται ταύτα ως ποιητικά πρωτόλεια.

Όσον ανόμοιοι και αν είναι οι δύο τραγικοί, εν τούτοις η οικονομία του _Οιδίποδος του τυράννου_ ζωηρώς ενθυμίζει τα τελευταία του Ίψεν έργα. Από της πρώτης σκηνής η δράσις χωρεί κατ' ευθείαν και αδιάσπαστος προς το τέλος. Το δε διαφέρον στρέφεται όχι προς το τι πράττουσι τώρα οι ήρωες, αλλά προς την ανεύρεσιν του τι είχον άλλοτε διαπράξει. Και μία των ισχυροτάτων σκηνών είναι η προς αλλήλους εσκεμμένη και οδυνηρά εξομολόγησις του συζύγου και της γυναικός περί μερικών σκοτεινών σημείων της ζωής των, τα οποία μέχρι τότε είχον αφήσει σκεπασμένα. Ο μύθος του Οιδίποδος έχει το μέγα πλεονέκτημα ότι παρέχει τοιαύτην εν τω παρελθόντι πράξιν, την ακουσίαν πατροκτονίαν και την αιμομιξίαν, ώστε ο μεν ήρως βδελύσσεται εαυτόν, αλλ' όμως ημείς δεν τον αντιπαθούμεν. Και πράγματι ο χαρακτήρ του Οιδίποδος, η επιμονή του να μάθη την αλήθειαν αντί πάσης θυσίας, η εντελής περιφρόνησις του ιδικού του πόνου, πάντα ταύτα είναι ηρωικά και φυσικώς απορρέουσιν εκ του μύθου. Αλλά της Ιοκάστης η διαγραφή ήτο δύσκολος· και μόνον ότι ήτο πολύ πρεσβυτέρα του συζύγου της ήτο δυσάρεστον· αλλ' ο ποιητής έδωκεν εις αυτήν μεγαλοπρεπή θλίψιν, ήρεμον αξιοπρέπειαν και σκυθρωπήν αντίληψιν της ζωής, αρμόζουσαν εις γυναίκα πικρώς δοκιμασθείσαν. Βεβαίως ο αρχαϊκός μύθος έχει χονδράς απιθανότητας, αλλ' αύται, καθώς παρατηρεί ο Αριστοτέλης, κείνται έξω της τραγωδίας. Εν τη δράσει το παν είναι φυσικόν εκτός του τέλους. Διατί ο Οιδίπους εξορύσσει τους οφθαλμούς του; Η Ιοκάστη ενόησεν ότι ώφειλε ν' αποθάνη και εκρεμάσθη. Αυτός ο Οιδίπους εσκόπει να την φονεύση, αν μη τον προελάμβανε. Διατί δεν την ηκολούθησε; Βεβαίως πάσα ελευθέρα σύνθεσις τοιαύτην θα παρείχε λύσιν· αλλ' ο Σοφοκλής ήτο προσηλωμένος εις τον αρχαίον μύθον και ο μύθος έλεγε σαφέστατα ότι ο Οιδίπους έζησε τυφλός πολύν καιρόν κατόπιν. Ο Ευριπίδης απέφυγε δεξιώς την δυσκολίαν ταύτην. Ο Οιδίπους του συλλαμβάνεται και τυφλώνεται υπό των υπηκόων, φονεύσας ήδη την Ιοκάστην και ζητών να φονεύση τα τέκνα του και να φονευθή. Ως καθαρώς τεχνικόν έργον ο _Τύραννος Οιδίπους_ του Σοφοκλέους είναι πραγματικώς άξιος της θέσεως, την οποίαν του έδωκεν ο Αριστοτέλης, είναι δηλαδή το ύψιστον πρότυπον της ελληνικής τραγωδίας. Έχει βαθείαν αλήθειαν συγκινήσεως και υψηλούς στοχασμούς· έχει θαυμαστήν ρώμην λόγου, ηθοποιίαν και φαντασίαν· και από της καθαράς απόψεως δραματικής εναργείας και τέχνης, ολίγαι οιουδήποτε δράματος σκηναί είναι τόσον ανεκφράστως τραγικαί, όσον η σιωπηλή έξοδος της Ιοκάστης, όταν αυτή μόνη συνείδε την επερχομένην καταστροφήν.

Ο _Αίας_ — τον οποίον οι γραμματικοί επονομάζουσι _μαστιγοφόρον_προς διάκρισιν από του *_Αίαντος του Λοκρού_ — είναι άκαμπτος και πρωιμωτάτη τραγωδία. Μόνον εν τω προλόγω και τω τελευταίω επεισοδίω έχει τρεις υποκριτάς και αυτοί πράγματι δεν φαίνονται χρησιμοποιούμενοι καλώς, όπως π. χ. εν τη _Ηλέκτρα_ και τη _Αντιγόνη_. Ο Αίας ηττημένος υπό του Οδυσσέως κατά τον περί των όπλων του «Αχιλλέως αγώνα», ελύσσα μέχρις ού η Αθηνά του αφήρεσε το λογικόν. Απεπειράθη να προσβάλη τον Οδυσσέα και τους Ατρείδας εντός της σκηνής των και, καθώς ο Δον Κιχώτος, αντί τούτων επετέθη κατά προβάτων και βοών. Επανέρχεται εις τα λογικά του, απομακρύνεται εις έρημον παρά την θάλασσαν τόπον και εκεί πίπτει επί το ξίφος του. Τους τελευταίους πεντακοσίους στίχους καταλαμβάνει το ζήτημα της ταφής του, τέλος δε ο ασπονδότατος εχθρός του, ο Οδυσσεύς, πείθει τους Ατρείδας να τιμήσωσι τον νεκρόν. Ωραιότατα της τραγωδίας μέρη είναι οι εν τη μανία του λόγοι του ήρωος και προ πάντων η ηθογραφία της φίλης του Τεκμήσσης, της ευγενικής αιχμαλώτου, την οποίαν αυτός περιφρονεί και η οποία αληθώς υπερβαίνει τον ήρωα εις το θάρρος, την ψυχικήν δύναμιν και την αυταπάρνησιν. Αλλ' είναι δύσκολον να πεισθώμεν ότι ο Αίας όπως εσώθη είν' έργον ομοιόμορφον. Όχι μόνον το μέτρον ποικίλλει πολλαχού, αλλά και η αβρά Τέκμησσα και η αδυσώπητος Αθηνά φαίνονται φέρουσαι Ευριπίδειον επίδρασιν· άλλα δε τεκμήρια μεταγενεστέρας τέχνης, καθώς η κατάχρησις αγγέλων και η παράστασις του Μενελάου ως διεστραμμένου Σπαρτιάτου, συνδυαζόμενα προς το δυσανάλογον μήκος του περί της ταφής διαλόγου, γεννώσι την υπόνοιαν ότι το πρώιμον τούτο δράμα είναι κατόπιν επεξειργασμένον.

Η δε _Αντιγόνη_ είναι ίσως η ενδοξοτάτη των ελληνικών τραγωδιών· ο μύθος στηρίζεται επί της αιωνίως συγκινητικής ιδέας του μαρτυρίου, της αφοσιώσεως εις υψηλοτέρον, άγραφον, νόμον, η οποία καταλήγει εις εξανάστασιν και παράβασιν του κατωτέρου, του γραπτού. Ο Πολυνείκης εσκοτώθη πολεμών εναντίον του σφετεριστού αδελφού του Ετεοκλέους και εναντίον της πατρίδος του· ο δε Κρέων — το όνομα σημαίνει απλώς «άρχων», όπερ εμφαίνει τους επισήμους μυθικούς ηγεμόνας — διατάσσει να ριφθή εις τους σκύλους και τα όρνεα ως προδότης, και απειλεί θάνατον κατά παντός πειρωμένου να τον θάψη. Η αδελφή του Αντιγόνη αποφασίζει να το πράξη· η άλλη αδελφή, η Ισμήνη, διστάζει και φοβείται. Η Αντιγόνη φωράται, αρνείται να υπακούση και καταδικάζεται. Η Ισμήνη δοκιμάζει να συμμερισθή την καταδίκην· ο εραστής της Αίμων ικετεύει· αλλά και οι δύο ματαιοπονούσιν. Ο Κρέων είναι αδυσώπητος. Ο Αίμων ορμά προς τον τύμβον, όπου κατεχώσθη ζωντανή η Αντιγόνη, την ευρίσκει νεκράν και «_αυτόχειρ αιμάσσεται_». {slays himself}

Εκτός της καλλονής των λεπτομερειών του δράματος τούτου, ιδίως της του ύφους, η μεγαλοφυία του ποιητού καταφαίνεται και εν τούτω, ότι η Αντιγόνη δεν έχει σαφώς ωρισμένον ελατήριον ή δικαιολογίαν ακριβή της πράξεώς της· έθαψε τον αδελφόν της διότι ο αγών του ήτο δίκαιος· και διότι ο θάνατος ήτο αρκετή των αδικημάτων του ποινή· και διότι αυτή δεν επλάσθη διά να συμμερίζεται μίση, αλλ' αγάπην· και διότι άταφος νεκρός είναι προσβολή κατά των θεών· και διότι η καρδία της ανήκει εις τους νεκρούς· και διότι ποθεί ν' αποθάνη. Κάπου δικαιολογείται κατ' αδέξιον και φαινομενικώς αναληθή τρόπον, ότι τον έθαψεν απλώς διότι ήτο αδελφός της· ενώ δεν θα έθαπτε τον άνδρα της ή τον υιόν της! Τούτο είναι απολύτως αληθινόν εν τη πραγματική ζωή. Καθώς η Βεατρίκη Censi, και η Αντιγόνη «δεν δύναται ν' απολογήται· γνωρίζει μόνον ν' αγαπά». Άλλο θαυμάσιον της Αντιγόνης χαρακτηριστικόν είναι ότι δεν εννοεί όλον το ύψος του μαρτυρίου, της αισθάνεται μόνον· ότι είναι δύστηνος κόρη, σκληρότατα τιμωρουμένη διά πράξιν, την οποίαν ήτο υπόχρεως να κάμη, νομίζει δε την πολλήν προς τους «_ισοθέους_» ευλάβειαν ως αστεϊσμόν· «_οίμοι γελώμαι_» (στ. 889).

Ο Κρέων επίσης διαγράφεται λεπτότατα. Δεν είναι τέρας, αν και οφείλει να ενεργήση ως τέρας, διότι εστήριξεν όλον του το μεγαλείον εις το πρόσταγμά του. Αφού είδεν ότι το πρόσταγμα εκείνο κατεπατήθη, έλαβε θέσιν, εξ ής είναι σχεδόν αδύνατον να υποχωρήση. Κατόπιν αποδεικνύεται ότι ένοχος ήτο η ανεψιά του. Αλλά δυσκολώτατον πλέον είναι ν' ανακαλέση τους λόγους του· εξ άλλου δ' εκείνη δεν προβάλλει ευλαβή δικαιολογίαν της πράξεώς της. Απεναντίας, τον προκαλεί περιφρονητικώτατα· η Ισμήνη, αναθαρρούσα ενώπιον του πραγματικού κινδύνου, τάσσεται μετά της αδελφής της. Αυτός ο υιός του, ο Αίμων, κατ' αρχάς μέτριος, βαθμηδόν γίνεται βίαιος και ακάθεκτος. Ο Κρέων φαίνεται ήδη ζητών υπεκφυγήν, αρκεί μόνον, ως πείσμων και αυταρχικός, να μη ανακαλέση ό,τι είπεν. Ούτω μετά την αποχώρησιν του Αίμονος, φωνάζει απηλπισμένος ότι επιμένει εις την απόφασίν του· ότι και αι δύο κόραι πρέπει να θανατωθούν. «Και αι δύο;» ερωτά ο χορός. Και εκείνος προφανώς ανακουφιζόμενος, απαντά «_ όν την γε μη θιγούσαν ευ γαρ συν λέγεις_», μόνον την Αντιγόνην, αλλά και αυτήν δεν θέλει να την φονεύση αμέσως· προφανώς επιζητεί καιρόν ν' αναπνεύση και διατάσσει μόνον να καταχωσθή εντός πετρίνου τύμβου και ν' αφεθή έρημος εκεί. Μετά τας νουθεσίας του Τειρεσίου ο Κρέων μετανοεί, αλλ' εννοείται, είναι αργά.

Υπάρχουσι πολλαί ομοιότητες μεταξύ της _Αντιγόνης_, της υψηλοτάτης ίσως, και της _Ηλέκτρας_, της ήκιστα ίσως υψηλής των τραγωδιών του Σοφοκλέους. Μεταξύ της δυνατής και αδυνάτου αδελφής υπάρχει ακριβώς η αυτή αντίθεσις· πράγματι ο εν τοις στίχοις όπου η Αντιγόνη ερεθίζει τον Κρέοντα και αποκρούει την παράκλησιν της Ισμήνης να συναποθάνη, φαίνεται ότι έχομεν λείψανα της παλαιάς _κατατέχνου_ περιόδου· υπάρχουσι και τεκμήρια παλαιότητος. Ούτως η ερώτησις «_ Τις ανδρών;_» {What man hath dared?} εν ώ η πραγματική ένοχος είναι γυνή, είναι μέσον προς δραματικήν εντύπωσιν, του οποίου ταχέως απηλλάγη η αθηναϊκή σκηνή. Ο δ' έρως των αντιθέσεων, όν πάντοτε διετήρησεν ο Σοφοκλής, κυριαρχεί εν τη Αντιγόνη

«_δυοίν αδελφοίν εστερήθημεν δύο μια θανόντων ημέρα διπλή χερί»·

{Two brothers by two hands on one day slain}

ή το ωραιοτέρον

_θάρσει· συ μεν ζης, η δ' εμή ψυχή πάλαι τέθνηκεν, ώστε τοις θανούσιν ωφελείν._ (στ. 560)

{Be of good cheer, thou livest; but my life For the dead's sake these many days is dead.}

Όντως αι αξιώσεις των νεκρών αποτελούσι κοινόν χαρακτηριστικόν της Αντιγόνης και της Ηλέκτρας· αι τραγωδίαι αύται επαναλαμβάνουσι την διαμαρτυρίαν εκείνην, ήν εξήγγειλεν ήδη ο Αισχύλος εν ταις _Χοηφόροις_, κατά της τιμωρίας αδικημάτων, γενομένων μόνον εξ ανάγκης επιβαλλομένης εις τους ζώντας. Το δε ερωτικόν ελατήριον του Αίμονος δεν είναι πιθανόν ότι είν' εύρημα αυτού του Σοφοκλέους· διότι δεν αρμόζει προς το πνεύμα του και δεν το μεταχειρίζεται αρκετά, δηλαδή πολύ ολιγώτερον ή ο Ευριπίδης εν τη _Αντιγόνη_. Η ιδέα θα προήρχετο ίσως εκ του Μιμνέρμου η άλλου ερωτικού ελεγειακού.

Αι _Τραχίνιαι_ και ο _Φιλοκτήτης_ δεικνύουσι σαφώς την επίδρασιν του Ευριπίδου. Αι Τραχίνιαι παριστώσι τον θάνατον του Ηρακλέους διά του κατατρώγοντος ιού, τον οποίον ο εχθρός του, ο Κένταυρος Νέσσος, έδωκεν εις την Δηιάνειραν, την γυναίκα του ήρωος, ως ερωτικόν φίλτρον. Η Δηιάνειρα ανακαλύπτει ότι ο Ηρακλής δεν είναι πιστός σύζυγος, και ότι η νεαρά Ιόλη, την οποίαν της έστειλεν ως αιχμάλωτον, ήτο η αληθινή αφορμή, διά την οποίαν είχε πολεμήσει. Ενθυμείται το ερωτικόν φίλτρον και το στέλλει, ο δε πολύσαρκος ημίθεος αποθνήσκει καταφλεγόμενος δι' αυτού. Ο Δωρικός ήρως, κοινόν πρόσωπον των σατυρικών δραμάτων, δεν είχε γίνει δεκτός εις τας τραγωδίας προ του Ευριπιδείου _Ηρακλέους_, όπου εμφανίζεται ως ρωμαλέος κατακτητής, εύθυμος και μικράν έχων ευγένειαν ψυχής. Αι _Τραχίνιαι_ έχουσιν ωρισμένας τινάς μιμήσεις του _Ηρακλέους_, εκτός του Ευριπιδείου προλόγου και της λεπτής δραματικής αντιθέσεως μεταξύ της Δηινείρας και της ακουσίας ερωμένης του ανδρός της. Θα ήτο δε περίεργον να μάθωμεν, εάν υπάρχει καμμία σχέσις της τραγωδίας ταύτης και της _κατηγορίας φαρμακείας_ του Αντιφώντος.

Ο δε Φιλοκτήτης (409 π. Χ.) είναι κατ' εξοχήν ηθογραφικόν δράμα. Ο ήρως ο άλλοτε σύντροφος του Ηρακλέους και ήδη κάτοχος του τόξου του, έπασχεν ένεκα δήγματος εχίδνης. Η εμπύησις εκινδύνευε να προκαλέση λοιμικήν νόσον, οι δ' Έλληνες αφήκαν τον άρρωστον εις την Λήμνον. Πολλά κατόπιν έτη χρησμός εγνωστοποίησεν ότι διά να κυριευθή η Τροία, πρέπει να έλθη ο Φιλοκτήτης και το τόξον. Είναι όμως αδύνατον να πλησιάσωσιν αυτόν· αλλ' ο πολυμήχανος Οδυσσεύς αναλαμβάνει να δοκιμάση, παραλαμβάνει δε και τον Νεοπτόλεμον, τον υιόν του Αχιλλέως. Επειδή δε ο Οδυσσεύς είναι γνωστός εις τον Φιλοκτήτην, απομένει αυτός οπίσω και πέμπει τον Νεοπτόλεμον να συλλάβη τον δυστυχή εις την παγίδα διά ψευδολογιών. Ο νέος αναδέχεται απροθύμως και επισύρει την εμπιστοσύνην του δυστήνου ερημίτου· τα πάντα χωρούσιν εις την σύλληψιν, ότε σπασμός αγωνίας εκ της ανιάτου πληγής προσβάλλει τον Φιλοκτήτην. Ο Νεοπτόλεμος τον περιθάλπει, αλλά συγκινείται ακούων τας ευχαριστίας του απατωμένου και του ομολογεί την αλήθειαν. Ενώ ο Φιλοκτήτης τον εξέλαβεν ως τον μόνον του φίλον, εκείνος υπήρξεν όργανον του ασπόνδου του εχθρού· βαθυτάτα τραγική σκηνή, εξαιρομένη υπό της αρμονίας των στίχων. Το δράμα λύεται κατά τον Ευριπίδειον τρόπον υπό του Ηρακλέους, εμφανιζομένου ως θεού συμφιλιωτού «_από μηχανής_».

Ο _επί Κολωνώ Οιδίπους_ είναι τραγωδία του αρχαιολογικού εκείνου είδους, του οποίου παλαιότερον παράδειγμα έχομεν τους _Ηρακλείδας_ του Ευριπίδου. Στρέφεται περί τον θρυλούμενον εν τη Αττική τάφον του Οιδίποδος, τον προφανώς μόνον «θρυλούμενον» και μάλιστα όχι παλαιόθεν, διότι βλέπομεν εν της τραγωδίας ότι τοιούτος τάφος δεν ήτο ορατός· Αφού ο Οιδίπους εγήρασε και διά των μακρών πλανών του μετά της θυγατρός του Αντιγόνης επράυνε τρόπον τινά την οξύτητα των εναντίον του αρών, μανθάνει παρά της ερχομένης Ισμήνης ότι νέα περί αυτού μαντεύματα ήλθον εις τας Θήβας εκ Δελφών. Ίο σώμα του θα διατηρήση το άγος (ήτοι taboo, δηλ. την δύναμιν του υπερφυσικώς αγνού ή υπερφυσικώς μιαρού) και θα είναι θείον έρεισμα { divine bulwark } διά την κατέχουσαν αυτό χώραν. Επομένως οι Θηβαίοι ζητούσι να συλλάβωσιν αυτόν, να τον κρατήσωσι πλησίον της Καδμείας γης μέχρις ού αποθάνη και κατόπιν να έχωσι τον τάφον του. Ο Οιδίπους εν τω μεταξύ έχει φθάσει εις τον Κολωνόν, την έδραν των _σεμνών θεών_, όπου γνωρίζει ότι πρόκειται ν' αποθάνη. Εκεί γίνεται δεκτός ως ξένος υπό του Θησέως και μυστηριωδώς εξαφανίζεται. Αύτη είναι η μόνη τραγωδία του Σοφοκλέους, η στερουμένη πλοκής, είναι δε θαύμα ότι το πείραμα παρήγαγεν έν των υψηλοτάτων αυτού έργων. Η ποίησις εν αυτώ καταλείπει την εντύπωσιν ότι είναι υπερτέρα των κοινών μεθόδων, αρκουμένη εις την ιδικήν της ακτινοβόλον λάμψιν. Αλλ' επειδή είχε παρέλθει πλέον ο καιρός, ότε υπόθεσις άνευ πλοκής, κοσμουμένη διά μόνης της φαντασίας, ηδύνατο να πληρώση έν όλον δράμα, ο Σοφοκλής ηναγκάσθη να παρεμβάλη τα επεισόδια του Κρέοντος και του Πολυνείκους και να παραστήση εκείνον μεν ματαίως αποπειρώμενον να συλλάβη τας δυο κόρας, τούτον δε ακούοντα την πατρικήν κατάραν. Αλλά κέντρον του έργου είναι η φλογερά και σχεδόν άπελπις φιλοπατρία των τελευταίων του Πελοποννησιακού πολέμου ετών. Η δόξα των Αθηνών, η εαρινή άνθησις και ταηδόνια του Κολωνού, η απόρθητος Ακρόπολις, εμπνέουσι τον πατριωτισμόν εκείνον· παλαιός αυτού αντιπρόσωπος είναι ο Θησεύς ο πιστός εις τους νόμους, ο φιλάνθρωπος και ευσεβέστατος βασιλεύς, ο πορίσας διηνεκή ασφάλειαν εκ της τότε γενναίας φιλοξενίας· η δε αποπομπή του Άργους και η αιωνία κατά των σκληρών Θηβών κατάρα θα επέτεινε τον ενθουσιασμόν των θεατών. Το δράμα μνημονεύεται ως θαυμαστόν επί της σκηνής. Πράγματι δε το εν τέλει μεγαλείον του Οιδίποδος είναι των μεγίστων της Ελληνικής ποιήσεως κατορθωμάτων και αυτή η αγρία σκηνή της κατάρας, η αποτόμως αντιτιθεμένη προς αυτό, θα εφαίνετο μεγαλοπρεπής διά καταλλήλου υποκλίσεως.

Η τραγωδία παραδίδεται εν ταις διδασκαλίαις ως διδαχθείσα μετά τον θάνατον του Σοφοκλέους υπό του ομωνύμου αυτού εγγόνου. (249) Αλλ' η στιχουργία φαίνεται σαφώς αρχαιοτέρα της του Φιλοκτήτου (409), οι δε πολιτικοί υπαινιγμοί ωδήγησαν εις απιθάνους εικασίας περί παλαιοτέρας συνθέσεως του έργου. Ίσως πιθανωτέρα είναι η του Campbell, η καθορίζουσα το 411 π. Χ.

Ο _επί Κολωνώ Οιδίπους_, αν και δεν είναι των χαρακτηριστικωτέρων του ποιητού τραγωδιών, είναι ίσως η βαθύτερον εκ της καρδίας αυτού προερχομένη· θα ήτο δε δύσκολον να εύρη κανείς άλλο τι παραστατικώτερον του Σοφοκλείου ύφους παρά τους ωραίους προς τον Θησέα στίχους του Οιδίποδος [στ.607 κεξ.]

_ω φίλτατ' Αιγέως παι, μόνοις ου γίγνεται θεοίσι γήρας ουδέ κατθανείν ποτε, τα δ' άλλα συγχεί πάνθ' ο παγκρατής χρόνος· φθίνει μεν ισχύς γης, φθίνει δε σώματος, θνήσκει δε πίστις, βλαστάνει δ' απιστία, και πνεύμα ταυτόν ούποτ' ούτ' εν ανδράσιν φίλοις βέβηκεν, ούτε προς πόλιν πόλει._

{Fair Aigeus' son, only to gods in heaven Comes no old age nor death of anything ; All else is turmoiled by our master Time. The earth's strength fades and manhood's glory fades. Faith dies, and unfaith blossoms like a flower. And who shall find in the open streets of men Or secret places of his own heart's love One wind blow true for ever ?}

ΙΒ'

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

ΜΝΗΣΑΡΧΙΔΟΥ (480-406 π. Χ.)

Του Ευριπίδου σώζονται δέκα οκτώ δράματα [και πλείστα αποσπάσματα, ήτοι το έν τρίτον του έργου του] ενώ μόνον επτά εξ εκατέρου των άλλων τραγικών· έχομεν δε και περισσοτέρας περί αυτού μαρτυρίας ή περί παντός άλλου Έλληνος ποιητού (250). Και όμως απομένει ίσως η προβληματικωτάτη φυσιογνωμία της αρχαίας λογοτεχνίας. Ήτο πραγματικός αντιπρόσωπος της περιόδου εκείνης, και όμως προφανώς διέκειτο εχθρικώς προς τους συγχρόνους· απετύγχανεν επί της σκηνής — έλαβε μόνον τέσσαρα πρωτεία κατά τα 50 έτη της δράσεώς του (251) — και όμως υπήρξε πάντως ο γνωστότατος εν Ελλάδι ποιητής. Οι σύγχρονοί του τον έψεγον ως φορτικόν, διότι τους ηνώχλει διά ψυχολογικών προβλημάτων· ως μοχθηρόν, διότι τους ηνάγκαζε να βλέπωσιν αληθείας μη αρεστάς· ως βλάσφημον και πονηρόν, διότι εκίνει ζητήματα θρησκευτικά και πνευματικά, τα οποία αυτοί δεν ηδύναντο ούτε να λύσωσι ούτε να παραβλέψωσι. Απεδοκίμαζον αυτόν ως παραπολύ φαντασιοκόπον ή παραπολύ πραγματικόν, παραπολύ ευαίσθητον ή παραπολύ πεζόν, παραπολύ απλούν ή παραπολύ φιλοσοφικόν, κατά δε τον Αριστοφάνη ήτο συνάμα πάντα ταύτα. Ησθάνοντο ότι τους εξώργιζεν, αλλά δεν ηδύναντο παρά να τον ακούουν. Αναμφιβόλως εννοούσαν ότι δεν ηγάπα την ευθυμίαν και ότι επειράζετο ευκόλως. Ίσως δ' εξ άλλου παρεδέχοντο ότι ήτο σοφός, όπως σκωπτικώς τον απεκάλουν. Οπωσδήποτε μετά την μεγάλην εν Συρακούσαις συμφοράν εις αυτόν προσήλθον ζητούντες να γράψη τον επιτάφιον των ελπίδων των Αθηνών.

Η παράδοσις, η τόσον ευνοϊκή προς τον Σοφοκλή, μαίνεται κατά του Ευριπίδου. Ελέγετο ανήθικος, μετά πολλών ελαττωμάτων, αν και ήτο σκυθρωπός· ότι δεν έγραφεν αυτός τα δράματά του, αλλ' οι δούλοι και οι γνώριμοί του· ότι ο πατήρ του ήτο χρεωκόπος, η δε μήτηρ του λαχανόπωλις και τα λάχανά της άγρια· ότι η σύζυγός του ωνομάζετο Χοιρίνη και ήτο αξία του ονόματος· ότι την εχωρίσθη, αλλά και η δευτέρα του σύζυγος ήτο χειροτέρα. Είναι δε νόστιμοι αι συγκρίσεις των δύο τραγικών, όπου ο κακόμοιρος μισάνθρωπος ηττάται υπό του αγαθού Σοφοκλέους, ο οποίος όμως δεν ενόμιζεν εαυτόν χρηστότερον των λοιπών ανθρώπων.

Των θρύλων τούτων τινές ελέγχονται ψευδείς· άλλοι είναι χονδροειδώς απίθανοι· και οι πλείστοι είναι αμάρτυροι. Ούτω δύναται να αποδειχθή ότι ο πατήρ του ποιητού, ο Μνησαρχίδης, ανήκεν εις παλαιόν μεσαίας τάξεως οίκον, ότι είχεν αγρόν και κάποιον αξίωμα τοπικής λατρείας του Απόλλωνος «_ Φλυήσιν _». Η δε μήτηρ του Κλειώ, η «_ λαχανόπωλις _», ήτο [κατά τον Φιλόχορον] «_των σφόδρα ευγενών_», φαίνεται δε ότι τρυφερώς ηγάπα τον υιόν της και επέδρασεν επ' αυτόν· πράγματι δε η μητρική στοργή ζωγραφείται ζωηρώς υπό του Ευριπίδου. Περί δε της γυναικός του γνωρίζομεν ότι ωνομάζετο όχι Χοιρίνη, αλλά Μελιτώ και ότι ο Αριστοφάνης κατά το 411 δεν εύρισκε τίποτε να της προσάψη. Περί δε των τριών υιών του λέγεται ότι ο Μνησαρχίδης ήτο έμπορος, ο Μνησίλοχος υποκριτής, ο δε ομώνυμος Ευριπίδης μετά τον θάνατον του πατρός του εδίδαξε την _Ιφιγένειαν την εν Αυλίδι_, τον _Αλκμέωνα_ και τας _Βάκχας_. Ο ποιητής ελέγετο ότι διημέρευεν εις την Σαλαμίνα, όπου κατεσκεύασε σπήλαιον απέναντι της θαλάσσης, όπερ εδεικνύετο εις τους περιηγητάς μέχρι των χρόνων του Πλινίου· απέφευγε δε τον όχλον και τα πολιτικά, όσον ηδύνατο να τα αποφύγη Αθηναίος των ημερών εκείνων. Εστρατεύθη, ελειτούργησε μίαν τουλάχιστον φοράν, εξοπλίσας ίσως τριήρη και υπήρξε πρόξενος εν Μαγνησία· το αξίωμα είχεν ομοιότητα προς το των σημερινών προξένων και περιελάμβανε πραγματικήν πολιτικήν υπηρεσίαν. Τας δαπανηράς ταύτας θέσεις φαίνεται ότι κατείχε νέος, και ότι κατόπιν περιέπεσεν εις πενίαν, όπως και πάντες οι γεωκτήμονες κατά τα τέλη του πολέμου. Κατά τάλλα γνωρίζομεν ότι ήτο ο πρώτος Έλλην ο καταρτίσας βιβλιοθήκην χάριν ιδίας δηλαδή χρήσεως και όχι ως βιβλιοπώλης.