Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 20
βλέπομεν το αυτό πνεύμα, αλλά βαίνον περαιτέρω· διότι οι στίχοι είναι σαφέστεροι, έπειτα δε ο τρίτος είν' επαναστατικός, εν τέλει δε το μικρόν θρησκευτικόν υπόλειμμα, όπερ το χωρίον περιέχει, απορρίπτεται ως απατηλόν! Η θεία θρησκεία, διά την οποίαν απονέμονται ευχαριστήρια, αστοχεί· η _άψοφος κέλευθος_ άγει εις αδίκους ερημίας, τουλάχιστον εφόσον το βλέμμα των θνητών δύναται να φθάση.
Ο μόνος σωθείς θρήσκος Έλλην ποιητής είναι ο Πίνδαρος. Ο Σοφοκλής ανέλαβε θρησκευτικόν αξίωμα και ίδρυσεν ιερόν, αλλ' επειδή κατά τους χρόνους του επεκράτησεν ο λόγος, ο ποιητής εκείνος, φύσει συμπαθής, αντανακλά αυτόν ασυναισθήτως.
Περί των θετικών ιδεών, των θρησκευτικών και των ηθικών, όσας εκφράζουσιν αι τραγωδίαι του Αισχύλου, πολλά εγράφησαν μέχρι τούδε. Εις τοιούτου είδους κριτικήν είναι δύσκολον ν' αποφύγη κανείς τα άκρα, οι δε κριτικοί καθόλου υπήρξαν μάλλον ιστορικοί της φιλοσοφίας ή ερασταί της ελληνικής ποιήσεως. Αλλ’ ίσως δυνάμεθα να διακρίνωμεν εν τω Αισχύλω σαφέστερον των άλλων συγγραφέων τρεις χαρακτηριστικούς τρόπους του βλέπειν εις την ζωήν. Αι τραγωδίαι του, καθώς ίσως πάσαι αι μεγάλαι τραγωδίαι, πηγάζουσιν έκ τινος ισχυράς εσωτερικής θελήσεως, — είτε διανοουμένης είτε συγκινουμένης είτε παθαινομένης, — η οποία μάχεται κατά ισχυροτέρων εξωτερικών δυνάμεων, είτε περιστάσεων, είτε νόμων, είτε θεών. Ο Αισχύλος ήτο ο υπέρ πάντα άλλον άνθρωπον αισθανόμενος τα ανυπέρβλητα εμπόδια, κατά των οποίων παλαίει η ανθρωπίνη φύσις· εξ άλλου η ανατροπή του μεγάλου βασιλέως ήτο η κυριωτάτη σκέψις των τότε Ελλήνων. Τοιουτοτρόπως ο κίνδυνος ο εκ της ανθρωπίνης «_ύβρεως_» και του θείου «_φθόνου_» — το ότι δηλαδή η βούλησις του ανθρώπου στοχάζεται μακροτέρον παρ' όσον φθάνει — είναι μία των προδηλοτέρων του Αισχύλου ιδεών.
Άλλη είναι η πεποίθησις αυτού εις το αναπόδραστον· όχι μοιρολατρεία, ουδέ σκιά ταύτης κατά την κοινήν σημασίαν, αλλά σκέψις καταλαμβάνουσα πλείστους ανθρώπους, βλέποντας μεγάλην συμφοράν, ότι αυτή είναι το φυσικόν επακολούθημα πολλών προηγουμένων λόγων. Τα εγκλήματα των Αισχυλείων δραμάτων είναι διττώς κληρονομικά. Αι μεγάλαι οικίαι των Θηβών και των Μυκηνών είχον ό,τι ημείς θα ωνομάζομεν σπέρμα εγκληματικής παραφροσύνης, όπως απεικονίζεται σαφώς εν τη _Ηλέκτρα_ του Ευριπίδου. Ο Ορέστης ήτο υιός δολοφόνου γυναικός και ανδρός «πολυκτόνου». Οι δε προγονοί του ήσαν αγέρωχοι και στασιαστικοί «_βασιλείς_», των οποίων τα πάθη ευκόλως παρέφερον αυτούς εις εγκλήματα. Αλλά και αυτό καθ' εαυτό το έγκλημα είναι κληρονομικόν. Δηλαδή ο άγριος κτύπος φέρει κατ' ανάγκην τον αντίκτυπον, την παλαιάν τυφλήν εκδίκησιν, το αδίκημα όπερ εκπλύνει το άλλο αδίκημα. Τούτο βεβαίως είναι πράγμα απλούν· αλλ' ο ποιητής το παριστάνει υπό μυστηριώδη και συμβολικήν μορφήν το παλαιόν αίμα παραμένει νωπόν επί του εδάφους, κράζον άλλο αίμα να το πλύνη. Το αδίκημα γεννά τέκνα κατ' εικόνα του. Η πρώτη αμαρτία παράγει _Αράν_ καθημένην επί του τόπου του εγκλήματος ή επί της καρδίας και ίσως της φυλής του αμαρτήσαντος. Κατά πόσον τούτο είναι μεταφορά ή πραγματική πίστις του ποιητού, είναι πρόβλημα δυσαπόκριτον.
Η άλυσις αυτή των ιδεών αναποδράστως άγει εις το ερώτημα, ποίον λοιπόν είναι το τέρμα του αδικήματος, του αιωνίως εκδικουμένου και αναγεννωμένου; Δύναται, εννοείται, να μη υπάρχη άλλο τέλος παρά την εξάλειψιν της οικογενείας καθώς εν τη Θηβαϊκή τριλογία· αλλά δύναται να έλθη και στιγμή, ότε τέλος πάντων ο νόμος ή η δικαιοσύνη δύναται να επεμβή και να είπη την τελικήν και ικανοποιητικήν λέξιν. Διαλλαγή είναι το τέλος της _Ορεστείας_, της τριλογίας του _Προμηθέως_ και της των * _Δαναΐδων_. Και εδώ πάλιν έχομεν κατοπτρισμόν των χρόνων του Αισχύλου, δηλαδή απόδειξιν του Αθηναϊκού πολιτισμού και της ευνομίας.
Επιθεωρούντες τα σωθέντα δράματα και ταποσπάσματα ως σύνολον, ευρίσκομεν ποικίλα δείγματα και της περιόδου εκείνης και της φύσεως του ποιητού. Είναι χαρακτηριστικόν και των δύο ότι ο Αισχύλος έγραψε και σατυρικά δράματα πολλά και, ως φαίνεται, καλά. Πράγματι τιτανικά πνεύματα, οποία τότε μεν ήσαν ο Αισχύλος και ο Δημόκριτος, κατά δε τους ημετέρους χρόνους ο Βίκτωρ Ουγγώ και ο Καρλάιλ, οσάκις ευθυμούσι, τέρπονται και τέρπουσιν. Είς των αληθώς απλοϊκών αστεϊσμών του Αισχύλου, υπήρχεν εν τω σατυρικώ δράματι, όπερ ωνομάζετο *_Προμηθεύς πυρκαεύς_, όπου το πυρ εφέρετο κατά πρώτον εις τον κόσμον και οι άγριοι σάτυροι, έξαλλοι διά την λάμψιν έκαιον τα γένειά των, δοκιμάζοντες να το φιλήσουν. (Το πράγμα γίνεται κοινότερον αλλά και κοσμικώτερον εν τω σατυρικώ δράματι του Σοφοκλέους, τω * _Ελένης γάμω_, όπου οι σάτυροι επίσης τρελαίνονται διά την Ελένην). Της περιόδου εκείνης χαρακτηριστικόν είναι κυρίως το πλήθος των οραμάτων, όσα ωνομάζοντο εκ του χορού, ο οποίος ήτο ακόμη το κύριον μέρος, αι *_Βασσάραι_, οι * _Ηδωνοί_, αι *_Νηρεΐδες_ κτλ. Άλλο χαρακτηριστικόν είναι η αγάπη του ποιητού προς την γεωγραφίαν. Ο Ηρόδοτος δεν είχεν ακόμη γράψει και γινώσκομεν πόσον θαυμάσιοι εφαίνοντο εις τους χρόνους του οι απώτεροι τόποι της γης· οι Αθηναίοι του Αισχύλου ηγάπων τας τοιαύτας περιγραφάς και διότι εξήγειρον την φαντασίαν των, και διότι η ακμή των Αθηνών ώθει αυτούς προς τα έξω χάριν ερευνών η χάριν εμπορίου. Των σωζομένων δραμάτων πρώτος ο _Προμηθεύς_ γέμει γεωγραφικών μυθολογημάτων, έπειτα δε οι _Πέρσαι_ και κατόπιν αι _Ικέτιδες_· και αυτός ο _Αγαμέμνων_ έχει την απαρίθμησιν των σταθμών των φρυκτών. Ο * _Γλαύκος ο πόντιος_ και η *_Νιόβη_, πιθανώς δε και οι * _Μυσοί_ θα έγεμον τοιούτων περιγραφών. Αλλά το παράδειγμα τούτο του Αισχύλου δεν ηύρε μιμητήν. Ο μεν Σοφοκλής έχει την γνωστήν προς τον Ηρόδοτον κλίσιν και αγαπά τα γεωγραφικά επίθετα ως κοσμητικά, αλλά το προς την _ιστορίην_ διαφέρον αυτού είναι περιωρισμένον. Ο δ' Ευριπίδης, ο ζητητικώτατος περί πάντας τους λοιπούς κλάδους της γνώσεως, είν' εντελώς αδιάφορος εις τούτον.
Κατά την εκλογήν των θεμάτων ο Αισχύλος προτιμά τα υπεράνθρωπα ήτοι τα υπερκόσμια, τα οποία παραδόξως συνδυάζονται προς την γεωγραφικήν ταύτην αγάπην. Ο _Προμηθεύς_ αρχίζει τοιουτοτρόπως
«_Χθονός μεν ες τηλουρόν ήκομεν πέδον Σκύθην ες οίμον, άβροτον εις ερημίαν_».
{ Lo, we are come to the farthest verge of the world, to where the Scythians wander, an unearthly desolation! }
Εκεί είναι η αληθινή κατοικία του Αισχύλου και εκεί η μεγάλη του φωνή ακούεται φυσική και ανεμπόδιστος. Πολλά των χαμένων του δραμάτων έχουσι σκηνήν το βασίλειον εκείνο, όπερ λέγει ο Σοφοκλής [απόσπ. 658]
_υπέρ τε πόντον πάντ' έπ' έσχατα χθονός νυκτός τε πηγάς ουρανού τ' αναπτυχάς, Φοίβου παλαιόν κήπον·_
{ The last peaks of the world, beyond all seas, Well-springs of night and gleams of opened heaven, The old garden of the Sun. }
τοιαύτη ήτο η σκηνή των * _Ηλιάδων_, όπου ο Αισχύλος επραγματεύετο τον μύθον του Φαέθοντος, των * _Ψυχαγωγών_, όπου ο Ζευς εζύγιζε την μοίραν του Έκτορος και του Αχιλλέως, του *_Ιξίονος_, του * _Μέμνονος_· και τα πολυάριθμα δράματα του Διονυσιακού κύκλου δεικνύουσι το αυτό πνεύμα.
Κατά μέρος μεν ένεκα της νηπιότητος της τέχνης, κατά μέρος δ' εκ της τάσεως της μεγαλοφυίας του συχνά εξέλεγεν ο Αισχύλος θέματα κατά το φαινόμενον ουδεμίαν έχοντα πλοκήν, όπως αι _Ικέτιδες_ και οι _Πέρσαι_. Απλώς παριστάνει μίαν θέσιν, ρίπτεται εντός αυτής και την φωτίζει διά της λάμψεως των λυρικών του στίχων. Και ο Ευριπίδης έκαμε το πείραμα τούτο π. χ. εις τας _Ικέτιδας_ και τους _Ηρακλείδας_. Αλλ' ο Σοφοκλής ουδέποτ' ερριψοκινδύνευε τοιουτοτρόπως, πλην ίσως εν τω *_Ελένης γάμω_. Είναι δε περίεργον ότι ο Αισχύλος αντιθέτως προς τους διαδόχους του απέφυγεν εντελώς τους τοπικούς μύθους· ίσως διότι ησθάνετο ότι τα θέματα ταύτα ήσαν πολύ πτωχά, η δ' ευρύτης των μηδικών είχεν εξαφανίσει πάντα τα μικροτέρα πράγματα εκ του ορίζοντος της φιλοπατρίας του.
Διδακτική είναι η σύγκρισις των αποσπασμάτων των τριών μεγάλων τραγικών· εν γένει ταποσπάσματα είναι γνωμικά και δεικνύουσι την κλίσιν του πνεύματος των συγγραφέων. Ο μεν Σοφοκλής γράφει γνώμας, αλλ' ολίγας, μη αγαπών τας θεωρίας και γενικότητας, καίτοι λαλεί περί της δυνάμεως του πλούτου (απόσπ. 88) και των λέξεων (απόσπ. 192) και των κακών γυναικών (απόσπ. 188). Ο δ' Ευριπίδης, τουναντίον, υπεραγαπά τας γενικότητας περί πάντων των επουρανίων και επιγείων. Είναι δε κομψός και απλούς, μάλιστα τόσον απλούς, ώστε απρόσεκτος αναγνώστης αφαιρείται.
Ουδείς προσαιτών βίοτον ηράσθη βροτών. (απ. 322)
{ Love does not vex the man who begs his bread }
Τις δ' οίδεν ει το ζην μεν εστι κατθανείν, το κατθανείν δε ζην κάτω νομίζεται. (απ. 639)
{ Who knoweth if we quick be verily dead, And our death life to them that once have passed it? }
Ενίοτε, καθώς εν τοις λόγοις της Φαίδρας και της Μηδείας, πραγματεύεται λεπτώς ψυχολογικόν τι ζήτημα, λέγει δε πολλά περί του πλούτου και της δουλείας και της δυνάμεως του λόγου. Αλλ' ο Αισχύλος ουδέποτε σκέπτεται περί τοιούτων πραγμάτων. Έχει μεγάλους τινάς στίχους περί έρωτος (απόσπ. 44) αλλ' αι συνήθεις γνώμαι του είναι καθώς η εν τη * _Νιόβη_
Μόνος θεών γαρ θάνατος ου δώρων ερά ουδ' αν τι θύων, ουδ' επισπένδων άνοις, ουδ' έστι βωμός, ουδέ παιωνίζεται μόνον δε Πειθώ δαιμόνων αποστατεί· [αποσπ.
{ Lo, one god craves no gift. Thou shalt not bend him By much drink-offering and burnt sacrifice. He hath no attar, hearkeneth to no song, And fair Persuasion standeth far from Death }
Ενίοτε ο Αισχύλος λυπεί την νεωτέραν καλαισθησίαν· προ πάντων οι μακροί δραματικοί του λόγοι είναι τόσον θυελλωδώς μεγάλοι, ώστ' εκ πρώτης όψεως δεν διακρίνει κανείς την λεπτήν ψυχολογίαν· π.χ. ο λόγος, διά του οποίου η Κλυταιμήστρα υποδέχεται τον άνδρα της. Αγνοεί αν εκείνος ήκουσε τίποτε περί της απιστίας της· γνωρίζει ότι αυτή δεν έχει φίλους, ότι ο άνθρωπος τον οποίον ετρόμαζεν εις τα όνειρά της, επέστρεψε, και ότι η τελευταία ώρα δι' εκείνον ή δι' εκείνην ήλθε· προσπαθεί ως μελλοθάνατος να δικαιολογηθή· συχνά της έρχεται να λιποθυμήσει, αλλ' εφ' όσον ομιλεί συνάγει θάρρος, και τελειώνει εν μέσω της νευρικής εντάσεως [μετά φρικτών περί του παρασκευασμένου φόνου υπαινιγμών·]
_ευθύς γενέσθω πορφυρόστρωτος πόρος ες δώμ' άελπτον ως αν ηγήται δίκη_ (241).
{ Let all his path be red, and Justice guide him, Who saw his deeds, at last, unhoped for, home! }
ΙΑ'
ΣΟΦΟΚΛΗΣ
ΣΟΦΙΛΟΥ ΚΟΛΩΝΗΘΕΝ (496-406 π. Χ.)
Ο Σοφοκλής υπό του θρύλου διεμορφώθη εις πρόσωπον ιδανικής γαλήνης και ευτυχίας. Αληθώς δε ο βίος του συμπίπτει προς την μεγίστην της πατρίδος του ακμήν. Ήτο δηλαδή νεώτερος ή ώστε να κακοπαθήση πολύ κατά την φυγήν του 480, απέθανε δε πριν να κυριευθώσιν αι Αθήναι. Ήτο πλούσιος, ευσεβής, εύμορφος, εύθυμος, φιλήδονος, έξυπνος, και είχε την χάριν ν' αγαπάται πανταχού και υπό πάντων· είχε τους δύο εκείνους πόρους του βίου, τους μόνους ίσως μη βλαπτομένους εκ του πολέμου, δηλαδή την οπλοποιίαν και την υπό της πόλεως συντηρουμένην δραματουργίαν. Ενίκησε δε τας πλείστας νίκας, δηλαδή είκοσιν, ενώ ο Ευριπίδης πέντε· (αι του Αισχύλου συνέβησαν ότε η άμιλλα ήτο μικροτέρα). Ανεμείχθη εις τα πολιτικά, καίτοι δε η πρακτική του ικανότης ήτο μετρία, ανήλθεν εις τα επιφανέστατα της πόλεως αξιώματα. Έστεργε πάντοτε τας Αθήνας και δεν εδοκίμασε πικρίαν τοιαύτην ώστε να ζητήση παρηγορίαν εις ξένας αυλάς, όπως οι ομότεχνοί του. Εις ταύτα δυνάμεθα να προσθέσωμεν ότι ήτο και καλλιτέχνης άψογος, ολίγα δεικνύων σημεία θείας δυσμενείας (242). Ο πατήρ του ήτο πλούσιος οπλοποιός και τέλειος πολίτης, όχι μέτοικος, ως ο Κέφαλος. Εδιδάχθη δε ο Σοφοκλής την μουσικήν παρά του Λάμπρου, ελέγετο δε ότι κατά τα επινίκια της Σαλαμίνος εξήρχε «_μετά λύρας γυμνός τοις παιανίζουσι περί το τρόπαιον_». Την πρώτην νίκην ενίκησε κατά τα 408, ότε ήτο 28 ετών, πιθανώς διά του *_Τριπτολέμου_. Αύτη ήτο η πρώτη επιτυχία τοπικού δράματος, διότι ο Τριπτόλεμος ήτο επιχώριος ήρως, ουδαμού μνημονευόμενος υπό του Ομήρου. Η δε περί της νίκης ταύτης παράδοσις διεκοσμήθη ως εξής· ότι δηλαδή εν τω θεάτρω υπήρχε τόση ταραχή, ώστε ο άρχων αίφνης, καταργήσας τους πέντε συνήθεις κριτάς, παρεκάλεσε τους δέκα στρατηγούς, τους μόλις επιστρέψαντας εκ της εκστρατείας, να κρίνωσιν αυτοί τον αγώνα. Η πρώτη ήττα του Αισχύλου υπό της νεωτέρας γενεάς, η οποία δεν είχε γνωρίσει τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα, θα εγέννησε την αυτήν δυσθυμίαν οποία θα εκράτησεν εν τη νεωτέρα Ελλάδι και τη Ιταλία εναντίον των πρώτων πρωθυπουργών, οίτινες δεν επολέμησαν κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας αγώνας.
Έν των πρωιμωτάτων δραμάτων του Σοφοκλέους ήσαν πιθανώς αι * _Πλύντριαι_. Η σκηνή, όπου εφαίνετο η Ναυσικά και αι αμφίπολοι παρά την θάλασσαν, ενθυμίζει την παλαιάν ορχήστραν, πριν ή καθιερωθή οριστικώς η πρόσοψις ανακτόρου, αυτός δε ο ποιητής υπεδύθη την Ναυσικάν, όπερ θα ήτο δυνατόν κατά την πρώτην του νεότητα. Αρχαιότατον των χρονολογουμένων έργων του είναι η Αντιγόνη, η οποία εδιδάχθη ολίγον πριν ο ποιητής αναδειχθή στρατηγός κατά τον Σαμιακόν πόλεμον του 440, και απετέλει κατά τους ευφυολόγους τον κυριώτατον λόγον της εκλογής του. Ο ποιητής Ίων, ο οποίος συνήντησεν τον Σοφοκλή εν Χίω περιέγραψεν αυτόν ως εύθυμον και ομιλητικώτατον «τα μέντοι πολιτικά (λέγει) ούτε σοφός ούτε ρεκτήριος ην, αλλ' ως αν τις είς των χρηστών Αθηναίων» { of public affairs he "understood about as much as the average educated Athenian." }. Κατά τα 443 [ως μανθάνομεν εξ ευρεθείσης επιγραφής] (243) ήτο ελληνοταμίας, δηλ. ταμίας του συμμαχικού φόρου, και δεν απέτυχεν εις το έργον. Η φήμη και δημοτικότης του φαίνεται ότι ήσαν μεγάλαι, άλλως δεν θα εξελέγετο είς των δέκα προβούλων, των κατασταθέντων μετά την εις Σικελίαν εκστρατείαν του 413. Είναι δε αξιομνημόνευτον, ότι δικασθείς μετά των άλλων, διότι συνέπραξεν εις την εγκατάστασιν της ολιγαρχικής Βουλής του 411, ηθωώθη, ειπών αφελέστατα «ου γαρ ην άλλα βελτίω».
Αδέσποτος θρύλος [μνημονευόμενος υπό του Κικέρωνος] αναφέρει οικογενειακόν επεισόδιον του τέλους της ζωής του, αποδιδόμενον εις τας σχέσεις του μετά της Σικυωνίας εταίρας Θεωρίδος. Ο [εκ της Νικοστράτης| νόμιμος υιός του Ιοφών ενεκάλεσεν αυτών ως ανίκανον πλέον να διοική την οικογενειακήν περιουσίαν. Ο Σοφοκλής ανέγνωσε τότε χορικών του _Οιδίποδος του επί Κολωνώ_, όπερ έγραφε, και ούτως απέδειξε την πνευματικήν ακμήν του. Το ανέκδοτον όζει κωμωδίας, τα δε εις τον ποιητήν κατά τον χρόνον του θανάτου του αναφερόμενα, ιδίως υπό του Αριστοφάνους εν τοις _Βατράχοις_ και υπό Φρυνίχου του Ευνομίδου εν ταις * _Μούσαις_, αποκλείουσι την πιθανότητα, ότι προ μικρού είχε συμβή εις αυτών τίποτε σπουδαίον. Ο Σοφοκλής απέθανε κατά τα 406 ολίγους μήνας μετά τον Ευριπίδην, εις τιμήν του οποίου εισήγαγε τον τελευταίον του χορόν και τους υποκριτάς αστεφανώτους «_εν τω προάγωνι_». Ο τάφος του έκειτο επί της εις Δεκέλειαν οδού, [το δε Μέγα ετυμολογικόν λέγει ότι] προσεφέροντο εις αυτών ως εις ήρωα «Δεξίωνα» θυσίαι, επί τω λόγω ότι «εδέξατό» ποτε τον θεόν Ασκληπιόν εις την οικίαν του. Όντως υπήρξεν ιερεύς του Ασκληπιάδου ήρωος Άλκωνος [όπερ κατά τας επιγραφάς ο Körte διώρθωσεν _Αμύνου_] και ίδρυσεν Ιερών εις των Μηνυτήν Ηρακλέα· αλλά των πραγματικών λόγον της εις αυτόν λατρείας διασαφεί μάλλον τούτο, ότι είχεν ιδρύσει «ταις Μούσαις θίασον», είδος τι θεατρικής λέσχης των «περί Διόνυσον τεχνιτών». Τοιουτοτρόπως απέβη ήρως ιδρυτής, ως ο Πλάτων και ο Επίκουρος, και αναμφιβόλως ετιμάτο διά θυμιαμάτων και ωδής κατά την γενέθλιον του ημέραν.
Ο Σοφοκλής έγραφε σχεδόν αδιακόπως επί 60 έτη· αξιόλογον χωρίον του Πλουτάρχου σκοπεί ναποδώση την ιδίαν του ποιητού εκτίμησιν περί της αναπτύξεως της τέχνης του. Ότι αυταί αι λέξεις είναι αληθώς ιδικαί του, δεν είναι πιστευτόν· αλλ' η χρήσις των όρων δεικνύει φράσεις παλαιοτάτας· δυστυχώς το χωρίον είν' εφθαρμένον (244). Πρώτον «_έλεγε τον Αισχύλου διαπεπαικώς(;) όγκον_» — δηλ. αφού ενέπαιξεν, ή αφού απεσκοράκισε την μεγαλορρημοσύνην του Αισχύλου; — «_είτα το πικρόν και κατάτεχνον της αυτού κατασκευής, τρίτον ήδη το της λέξεως μεταβάλλειν είδος_», ήτοι τέλος έφθασεν εις ευκολώτερον και απλούστερον ύφος και έμεινεν, ως φαίνεται, ευχαριστημένος. Ο _Bergk_ ευρίσκει ίχνη «_Αισχυλείου περιόδου_» επί τινων αποσπασμάτων του Σοφοκλέους, είναι δε περίεργον ότι αρχαίοι κριτικοί εύρισκον «_ Σοφόκλειον χαρακτήρα_» εν τω ψευδευριπιδείω Ρήσω. (Ούτος δεν ομοιάζει προς τας σωζομένας τελευταίας τραγωδίας του Σοφοκλέους, αλλά μάλλον υπεμφαίνει μίμησίν τινα του Αισχύλου, γενομένην κατά των τέταρτον αιώνα). Μέρος της κατατέχνου τάσεως — η λέξις δύναται να μεταφρασθή και «τεχνικής» ή «επαγγελματικής» — καταφαίνεται εν ταις σκηνικαίς μεταβολαίς, αι οποίαι ιδιαιτέρως αποδίδονται εις των Σοφοκλή, καίτοι βεβαίως πρέπει να φέρωμεν κατά νουν ότι η εις των ιερών χώρον παραδοχή «τριών υποκριτών και σκηνογραφίας» ωφείλετο κυρίως εις δημοσίαν απόφασιν και όχι εις την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν ενός ποιητού.
Ίσως η σπουδαιοτάτη του Σοφοκλέους μεταβολή ήτο η εν τη «οικονομία», ως έλεγον οι αρχαίοι Έλληνες, της τραγωδίας. Μετεχειρίζετο δηλ. όλην την μυθικήν του ύλην εις μίαν καλώς συγκροτουμένην και πλεκομένην υπόθεσιν και επομένως εδίδασκε συγχρόνως τρεις χωριστάς τραγωδίας αντί μιας συνεχομένης τριλογίας (245). Αλλά καθόλου ο Σοφοκλής ειργάζετο ως ευσυνείδητος καλλιτέχνης, καλλωπίζων τας λεπτομερείας, ζητών περισσότερα και λειότερα εργαλεία, και δι' επιτηδείας συναρμογής επιτυγχάνων έντεχνον κατασκευήν και τελείαν αποβολήν υπερβολής ή όγκου, αφού δεν ηδύνατο να πτερυγίζη τόσον πλησίον των ουρανών, όσον ο μέγας προκάτοχός του. Η «πικρά και κατάτεχνος» περίοδος καταφαίνεται καλώς εν τη _Ηλέκτρα_. Η _Ηλέκτρα_ είναι κατάτεχνος υπό καλήν σημασίαν διά της τέχνης της πλοκής, των σαφών χαρακτήρων, του αρμόζοντος ύφους. Αλλά είναι «κατάτεχνος» και υπό κακήν σημασίαν. Παραδείγματος χάριν, εν τω λόγω του αγγέλου, όπου χρειάζεται μόνον ψευδής αγγελία του θανάτου του Ορέστου, ο ποιητής παρενείρει λαμπράν, μακράν και ήκιστα δραματικήν περιγραφήν των Πυθίων. Είναι και «πικρά». Ο Αισχύλος εν ταις _Χοηφόροις_ είχε ζωηρώς αισθανθή την φρίκην της τραγωδίας του και έσυρε τα πρόσωπά του εις τον φόνον, παραφερόμενα υπό θυελλώδους συγκινήσεως, οδυνηράς και εν μέρει θρησκευτικής· ακμή του πάθους είναι βεβαίως η μητροκτονία, ο δε Ορέστης μετ' αυτήν παραφρονεί. Αλλ' εν τη _Ηλέκτρα_ δεν υπάρχει τι τοιούτον. Η Ηλέκτρα δεν έχει τύψεις συνειδήσεως· ο Ορέστης δεν δεικνύει σημεία παραφροσύνης, την δε έντασιν αποτελεί όχι η κορύφωσις της φρίκης, η μητροκτονία, αλλά το δυσκολώτατον μέρος του έργου, η σφαγή του Αιγίσθου! Ο Αισχύλος, είχεν αποχωρίσει την Ηλέκτραν και την Κλυταιμήστραν· εδώ βλέπομεν αυτάς να επαναρχίζωσι την καθημερινήν λογομαχίαν. Τέλος δε αντί της φρικιαστικής κραυγής, όπου καταλήγουσιν αι _Χοηφόροι_.
πού δήτα κρανεί, ποί καταλήξει μετακοιμισθέν μένος άτης;
{-" What is the end of all this spilling of blood for blood?"-}
η Ηλέκτρα λήγει εις έκφρασιν εντελούς ικανοποιήσεως. Τούτο το πνεύμα παριστάνει την _Ηλέκτραν_ κατά τα άλλα μεν τελείαν, αλλά τόσον άχαριν (246). Ίσως μερική τούτου εξήγησις είναι κάποια φυσική κλίσις του Σοφοκλέους προς την αυστηρότητα και απαρέσκεια προς την αισθηματολογίαν αλλά φαίνεται ότι συνετέλει και η τάσις του προς τον αρχαϊσμόν. Η γλώσσα του αρχαΐζει εξ αρχής μέχρι τέλους· και φαίνεται επίσης αρχαΐζουσα και η έμπνευσις.
Και οι τρείς τραγικοί επραγματεύθηοαν τον μύθον της Ηλέκτρας, αλλά κατά τρόπους χαρακτηριστικά διαφόρους. Το _ρεαλιστικόν_ πνεύμα της Ηλέκτρας του Ευριπίδου είναι ολοφάνερον εις τους λυκοειδείς Πελοπίδας, τον αγαθόν _αυτουργόν_, και την οικτράν σκηνήν της μετανοίας και του αμοιβαίου ονειδισμού των δολοφόνων. Αλλά και ο Αισχύλος είχε προσπαθήσει να καταστήση ζωντανήν την υπόθεσιν· επήρε τον παλαιόν αιματηρόν μύθον κατά τρόπον σοβαρόν και συνταράσσοντα, όλως διάφορον του Ομήρου, αλλ' εξ ίσου δυνατόν· τοιουτοτρόπως ο Ορέστης του αισθάνεται και ομιλεί καθώς θα ωμίλει αυτός ο Αισχύλος. Μόνον ο Σοφοκλής αφήκε τον μύθον ακριβώς όπως τον ηύρεν. Εγνώριζεν ότι οι παλαιοί εκείνοι πολέμαρχοι δεν εσκότιζον πολύ την συνείδησίν των, ότι δηλαδή εσκότωναν κατά τον παλαιόν απλοϊκόν τρόπον. Δεν εδοκίμασε λοιπόν να τους μετρήση αναλόγως προς εαυτόν, κινδυνεύων να τους κάμη ασυμμέτρους προς το αρχαίον έπος. Η αυτή αντικειμενικότης διαφαίνεται και εις άλλο χαρακτηριστικόν του Σοφοκλέους, ότι τονίζει κυρίως την φυσικήν οδύνην εν τω _Οιδίποδι_, τον φυσικόν πόνον εν ταις _Τραχινίαις_ και τω _Φιλοκτήτη_, τούτο δε είναι το πνεύμα του παλαιού και αγρίου έπους. (247)
Παρομοία επιφύλαξις κρατεί τον Σοφοκλή ασφαλή εντός των ορίων της τέχνης. Ποιητής αυστηρώς πιστός εις την πραγματικότητα ή τανάπαλιν αχαλίνωτος την φαντασίαν, διατρέχει τον κίνδυνον να κινήση ή την αγανάκτησιν των θεατών ή την θυμηδίαν. Ο Σοφοκλής αποφεύγει τους σκοπέλους τούτους, δεχόμενος εξ αρχής μέχρι τέλους την παράδοσιν περί των ηρώων και των μυθικών προσώπων όπως εύρισκεν αυτήν. Τα εις αυτόν αποδιδόμενα κριτικά λόγια· «παριστώ τους ανθρώπους _οίους δει_, Ευριπίδης δ' _οίοι εισιν»_ { I draw men as they ought to be drawn ; Euripides draws them as they are }· ο Αισχύλος «_τα δέοντα ποιεί αλλ' ουκ ειδώς γε_» {Æschylus did the right thing, but without knowing it} πάντα σημαίνουσιν ό,τι λέγομεν «ακαδημαϊκήν» αντίληψιν της τέχνης. Ο Σοφοκλής είναι ο μόνος Έλλην ποιητής, ο «κλασσικός» κατά την κοινοτάτην σημασίαν, σχεδόν όπως και ο Βεργίλιος και ο Μίλτων. Και αυτό το τέλειόν του ύφος, το οποίον αποτελεί τόσον αισθητήν πρόοδον από της μεγαλορρημοσύνης του Αισχύλου, εμφαίνει μικρότερον ποιητήν, αλλά δεξιώτερον τεχνίτην. Ο υπεράνθρωπος λόγος του Αισχύλου φαίνεται οιονεί φυσικώς υπεράνθρωπος λόγος· είναι ακριβώς η γλώσσα, την οποίαν θα μετεχειρίζετο ο Προμηθεύς, ή εν εξάρσει και η Άτοσσα ή ο Αγαμέμνων. Αλλ' ούτε ο Οιδίπους, ούτε η Ηλέκτρα, ούτε κανείς άλλος θνητός εκτός πεπαιδευμένου Αθηναίον ποιητού θα ωμιλούσαν όπως παριστά τούτους ο Σοφοκλής. Τούτο το ιδικόν του χαρακτηριστικόν επέβαλεν ο Σοφοκλής ως τέλειον πρότυπον όχι μόνον εις τον Αριστοτέλη, αλλά και εις πάντας τους κριτικούς και τους γραμματικούς, απέμειναν δε μόνον οι ποιηταί θαυμάζοντες τον Αισχύλον, τον γράφοντα ως εν μέθη, και τον Ευριπίδην, τον συντριβόμενον μεταξύ των ακτών της ζωής και της ποιήσεως.