Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 2
Αλλ' ενταύθα βεβαίως υπάρχει παρεξήγησις, καταφανής εις ημάς τους γνωρίσαντας τόπους, όπου δυστυχώς οι γράφοντες και αναγινώσκοντες Έλληνες ήσαν σπανιώτατοι ένεκα της φρικτής τουρκικής δουλείας. Οι κατά τοιούτους χρόνους στιχουργούντες δεν αποτείνονται βεβαίως προς αναγνώστας, αλλ' απαγγέλλουσι τους στίχους των αυτοί. Και όμως γράφουσιν ή φροντίζουσι να γραφή το ποίημά των, όχι βεβαίως όπως αναγνωσθή υπό του κοινού — ουδέ φαντάζονται τοιούτο αναγνωστικόν κοινόν, — αλλά μόνον όπως άλλος ομότεχνος — συνήθως οικείος — το εκμάθη καλώς ολόκληρον και το απαγγείλη προς άλλους ακροατάς, πολυπληθείς ως οι ιδικοί των. Εν Κύπρω π. χ. εσώθησαν από των φραγκικών και των πρώτων τουρκικών χρόνων μακρά τινα τραγούδια π. χ. της _Αροδαφνούς_, της _Ζωγγραφούς_, του _Χριστοφή_, πασίγνωστα μεν από των _ποιητάριδων_ εις τους αγρότας, άνδρας και γυναίκας, αλλά φυλασσόμενα μόνον εις τρία τέσσαρα τρισάθλια χειρόγραφα «παπαδίστικα γραμμένα» (34). Ίσως και αι λεγόμεναι _εικαιότεραι_ εκδόσεις του Ομήρου είχον γραφή εκ μνήμης, ίσως δε και περίφημοι _κατά πόλεις_ εκδόσεις ήσαν κατ' αρχάς τα μόνα χειρόγραφα των επών, τα τηρούμενα π. χ. εν Σινώπη και Μασσαλία, καθώς και το μόνον _τετραυάγγελον_ το υπάρχον επί τουρκοκρατίας εν πολίχνη, ήτο το αναγινωσκόμενον επ' εκκλησίας. Αλλ εξ άπαντος η Ιωνία του ογδόου ή τουλάχιστον του εβδόμου π. Χ. αιώνος είχε πολύ περισσοτέρους εγγραμμάτους και πολύ ευκολώτερα τα μέσα της γραφής ή η Κύπρος του δεκάτου ογδόου μ. Χ.
Διότι, αν οιαδήποτε δυσκολία της γραφής και της αναγνώσεως απεθάρρυνε τότε τους ποιητάς, ή εξηφάνιζε τα έργα των, θα ήτο πολύ θαυμαστότερον παρά τα Ομηρικά έπη πρόβλημα πώς εσώθη η άλλη πλουσία επική, η πλουσιωτέρα ελεγειακή, και η πλουσιωτάτη μελική και χορική ποίησις του εβδόμου π. Χ. αιώνος από της Ιωνίας μέχρι της Ιμέρας της Σικελίας, έργα δηλαδή εν τω συνόλω τουλάχιστον δεκαπλάσια των Ομηρικών. Αν μη π. χ. αυτός ο Αρχίλοχος (περί τα 650 π. Χ) κατέγραφεν έστω και διά γραφέως τα πολλά και ποικίλα κατά το μέτρον ποιήματά του, ποίος κατόπιν Πεισίστρατος — και προς τι; — θα εφρόντιζε να συνάξη — και πώς ; — στίχους κατά το πλείστον δηκτικούς και στενώτατα σχετιζομένους προς το πρόσωπον του ποιητού των; Περί τους αυτούς χρόνους ο Στησίχορος εύρισκεν εν Σικελία τα μέσα ν' ασφαλίζη ποικιλώτατα λυρικά ποιήματα, γεμίζοντα 26 όλα βιβλία, ο δε Μίμνερμος, προφανώς αυτός, κατήρτιζεν ελεγειακήν συλλογήν, ήν επέγραφε «Ναννώ». Της Σαπφούς τα έργα γινώσκομεν σήμερον εκ των παπύρων, ότι δεν ήσαν εν όλω βραχύτερα της _Οδυσσείας_, του δε Αλκαίου βεβαίως δεν θα ήσαν ολιγώτερα.
Αλλ' αφού προφανώς αντεγράφοντο κατά τινα τρόπον — διότι άλλως δεν θα εσώζοντο μέχρι των Πτολεμαϊκών χρόνων — τοσούτοι και τοιούτοι τόμοι κατά τον έβδομον αιώνα, αφού επέζησαν έκτοτε και αυτοί οι ίαμβοι του Αμοργίνου Σημωνίδου, διατί τάχα δεν θ' αντεγράφοντο τότε πιστώς ποιήματα, περί της απαγγελίας των οποίων γινώσκομεν ασφαλώς ότι έτασσον και έπαθλα πόλεις ως η Σικυών, (Ηροδότου Ε' 67) αδιστάκτως δε πιστεύομεν ότι περισσότερον εφρόντιζον άλλαι πόλεις ισχυραί, ως το Άργος και η Σπάρτη, διεφέροντο δ' επίσης οι απανταχού της Ελλάδος υπερήφανοι απόγονοι των υμνουμένων βασιλέων;
Αλλ' αφού ήμεθα λογικώς υπόχρεοι να παραδεχθώμεν τούτο περί του εβδόμου π. Χ. αιώνος, ποία τεχνική δυσκολία ή ποία μαρτυρία κωλύει ν' αναβώμεν και υψηλότερον; Το μόνον τεκμήριον, όπερ έχομεν, μαρτυρεί την τότε πλήρη χρήσιν της γραφής· ότι δηλαδή από του 776 κατέγραφον οι Ηλείοι πάντας τους νικητάς των Ολυμπιακών αγώνων. Διατί τάχα οι _Ιάονες_ οι επικοινωνούντες προς τους ασιατικούς λαούς τους έχοντας από πολλού και βιβλιοθήκας, δεν θα είχον τα μέσα να διασώζωσι τα έπη των αοιδών των; Ο _Wolf_ εδικαιούτο ίσως να φαντάζεται τελείαν τότε άγνοιαν της γραφής ανά την Ελλάδα (35). Αλλ' ημείς οι έχοντες σήμερον προ οφθαλμών τα κρητικά γράμματα, δυνάμεθα να πιστεύσωμεν ότι οι Έλληνες, γνωρίσαντες άπαξ την γραφήν, έπεσον κατόπιν εις πλήρη αυτής αμάθειαν, ενώ πέριξ αυτών έγραφον πάντες οι λοιποί λαοί, ούς αυτοί ωνόμαζον βαρβάρους; Και ηγνόουν κατά τον όγδοον αιώνα την γραφήν, ενώ κατά τον έβδομον ανέδειξαν αίφνης ποιητάς, όπως την Σαπφώ και τον Αλκαίον, και τον Αλκμάνα, οίτινες έγραφον πιθανώτατα και μουσικά σημεία;
Και το μεν ιστορικόν σφάλμα του ονομαστού Γερμανού φιλολόγου ότι «πρώτον επί των Πεισιστρατιδών είδεν η Ελλάς καταγραφόμενα μονίμως τα παλαιά άσματα των αοιδών» (σ. 156) προήλθεν εκ των σφαλερών περί της γραφής μεταγενεστέρων μαρτυριών, αίτινες από των νέων ανασκαφών απεδείχθησαν απέχουσαι πάμπολυ της αληθείας.
Αλλ' ουχί μικρότερον υπήρξε το φιλολογικόν αμάρτημα, ότι συνέκρινεν ο _Wolf_ την σύνθεσιν των Ομηρικών επών προς την επί Καρόλου του μεγάλου καταγραφήν των γερμανικών ασμάτων και προς τας συλλογάς των αραβικών (σ. 156). Τα σφάλμα τούτο επεδείνωσεν ο Κάρολος _Lachmann_, όστις αφού ανέλυσεν εις άσματα το έπος των Νιβελούγγεν, ανέτεμε τω 1837 και την _Ιλιάδα_ από του Α μέχρι του Χ εις 16 ηρωικά άσματα και άλλα 2 το Ψ και τα Ω, φρονών ότι πάντα ταύτα συνηνώθησαν πρώτον επί Πεισιστράτου. Μικράς αντιφάσεις εκατέρου έπους πρoς εαυτό και περισσοτέρας πρoς άλληλα είχον ήδη σημειώσει ουχί ολίγας και οι αρχαίοι γραμματικοί και σχολιασταί, αλλ' από του Lachmann πάντες οι μελετώντες την _Ιλιάδα_ — από δε του μαθητού αυτού _Köchly_ και την _Οδύσσειαν_ — ανεύρισκον εντός των επών ασυναρτησίας, αναχρονισμούς, μεταπηδήσεις, κενά, συγκολλήσεις, έλλειψιν αλληλουχίας και απέδιδον αυτά εις την εργασίαν των επί Πεισιστράτου συγκολλησάντων τα τότε συναχθέντα διάφορα τραγούδια εις τα δύο σωθέντα έπη.
Εις τας περί των Ομηρικών παραδρομών δεινολογίας των επαγγελματικών φιλολόγων αντέτασσον άνδρες έμπειροι της καθόλου (35α) ποιήσεως όμοια και χειρότερα παραδείγματα νέων και νεωτάτων έργων, ευλόγως δε ισχυρίσθη ο _Macktail_, ότι αν υποβληθώσιν εις ομοίαν βάσανον ομοίων κριτικών και οι δύο _Παράδεισοι_ του Μίλτωνος, θ' αποδειχθώσιν ως έργα διαφόρων πολιτισμών και χρόνων (36) .
Αλλά τομώτερος υπήρξεν άλλος έλεγχος. Κατά τους τελευταίους δηλαδή χρόνους εμελετήθησαν τα δημοτικά τραγούδια των λαών της πλείστης οικουμένης, εμελετήθησαν δε παραλλήλως και τα έπη της Ινδικής, της Περσίας, της Βρεττανίας, της Γαλλίας κλ. και ουδαμού απεδείχθη τοιούτος εκ δημοτικών ασμάτων καταρτισμός επών, οποίον εφαντάζετο ο _Lachmann_. Σχετικώς ομοιότερα προς τα Ομηρικά θεωρούνται τα γαλλικά Chansons de Geste, ιδίως το Chanson de Roland, άπερ έψαλλον επαγγελματικοί αοιδοί, οι jongleurs· αλλ' ενώ προ αυτών υπήρχον σχετικά τραγούδια, ουδαμού φαίνονται οι jongleurs συνενώσαντες αυτά, αμφισβητείται δε και αν όλως ενεπνεύσθησαν εξ αυτών. Όθεν ορθώς υπεστήριξεν ο _Andrew Lang_, ότι «ουδέποτε υπήρξεν έπος λαϊκόν». Αληθώς η Ελλάς είχε δημοτικά τραγούδια και κατά τους μέσους χρόνους, εξυμνούντα τα κλέα των ακριτών, αλλά το μέτριον έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτου συνέθεσε λόγιος ποιητής, όν εμιμήθη άλλος, ο δε τρίτος ωνομάζετο Πετρίτσης (37). Και κατά την τουρκοκρατίαν είχεν έξοχα δημώδη άσματα η Ελλάς, αλλά τον _Βλαχάβαν_ και την _Κυρά Φροσύνην_ συνέθεσεν ο Βαλαωρίτης.
Πράγματι η Ομηρική ποίησις δύναται να ονομασθή, νομίζομεν, ο αντίπους οιασδήποτε δημοτικής. Ο ποιητής αισθάνεται εαυτόν διάδοχον και ποιητικόν κληρονόμον των «αοιδών», ούς περιγράφει. Αλλ' οι αοιδοί εκείνοι ήσαν πρόσωπα αυλικά, ιερά και απαραβίαστα, χρησιμώτατοι εις τους διοτρεφείς βασιλείς, διότι νομιζόμενοι θεόπνευστοι ως οι μάντεις, ήσαν στηρίγματα των βασιλικών οίκων, πιστοποιούντες την θείαν αυτών καταγωγήν και εξυμνούντες ενώπιον των λαών τα κλέα των ανάκτων, οιονεί επίσημοι ιστοριογράφοι και αρχειοφύλακες των μεγάρων. Αλλά ζώντες εντός αυτών, απέβαινον τρόπον τινά και μυστικοσύμβουλοι των βασιλέων, ως ο αοιδός, εις τον οποίον ο Αγαμέμνων ανέθεσε την επιτήρησιν της Κλυταιμήστρας (γ 265). Προεξήρχον εις πάσαν δημοσίαν εορτήν ή πένθος του οίκου, ως οι θρηνούντες επί του νεκρού του Έκτορος αοιδοί της Τροίας (Ω 728). Καθόλου δε ήσαν οδηγοί και διδάσκαλοι της ηθικής και της ευπρεπείας των αυλών εις το λέγειν και το πράττειν. Τοιούτους παριστά τους αοιδούς και ο Ησίοδος, ήτοι ως πρόσωπα δεύτερα μόνον των βασιλέων (_Θεογονίας 94_). Ότι τοιούτος ήτο και ο Όμηρος, αποδεικνύει η μεγίστη διαφορά του αριστοκρατικού του ήθους από των μετά 100 ή 150 έτη βαναύσων επιθέσεων του Αρχιλόχου, των χονδρών πειραγμάτων του Σημωνίδου, των σαρκασμών του Αλκαίου και μάλιστα των κατόπιν βωμολοχιών του Αριστοφάνους. Αυτός δε ήτο και ο λόγος, δι' όν ο αοιδός της βασιλευομένης Ελλάδος είχεν ενωρίτατα φημισθή ως ο άριστος παιδαγωγός και διδάσκαλος της αρετής.
Πότε ακριβώς συνέβη η έξωσις των βασιλικών οικογενειών εκ των οχυρών ανακτόρων της Τίρυνθος, των Μυκηνών και των άλλων, αγνοούμεν. Φυσικά η κατάργησις του αξιώματος δεν επήλθε πανταχού κατά τον αυτόν χρόνον και τρόπον, ενιαχού δ' επέζησε τούτο και μακρότερον ως εν τω Αρκαδικώ Ορχομενώ. Αλλά πλην του Ησιόδου, όστις πολλούς γνωρίζει _βασιλήας_, και Σημωνίδης ο Αμοργίνος αναφέρει ότι γυναίκα καλλωπιζομένην χάριν άλλων αποστρέφεται πας σύζυγος. «ήν μη τις ή τύραννος ή _σκεπτούχος_ η» (στ. 69) μαρτυρών ότι και τότε (650 π. X.) υπήρχον έτι «σκηπτούχοι» επειδή δε ο αυτός μνημονεύει και των επών του «Χίου αοιδού», πάντως ο Όμηρος συνήκμασε μετά πολλών «σκηπτούχων», ών εξύμνησε τους προγόνους. Αλλά και μετά την πτώσιν των περισσοτέρων βασιλέων επέζησεν εκέραιον το αξίωμα των αοιδών, διότι ήσαν απαραίτητοι εις τας θρησκευτικάς και εμπορικάς πανηγύρεις του λαού, όπου πολλαχόθεν εκαλούντο. Ο εις τον Δήλιον Απόλλωνα ύμνος πιστοποιεί ότι οι αοιδοί, καθώς κατόπιν οι ραψωδοί, ήσαν πολλοί και ημιλλώντο προς αλλήλους, ο δε τότε τυφλός πλέον ποιητής ομιλεί προς το άνθος των κορών, ως διδάσκαλος πολυσέβαστος και γνωστότατος εις πολλάς πόλεις, «ευ ναιεταώσας». Ούτω κατά τα 300-350 έτη, τα μεσολαβήσαντα μεταξύ του Τρωικού πολέμου και του Ομήρου, πολλοί ποιηταί, καθώς λέγει ο Αριστοτέλης, επραγματεύθησαν ως θεματοφύλακες της ιστορίας εκείνης ενώπιον ανάκτων και λαών τα κατ' αυτήν· χαρακτηριστικόν δε είναι ότι ο αοιδός ως μουσόληπτος ήτοι θεόπνευστος έπρεπε να λέγη πάντοτε πράγματα «ετύμοισιν ομοία», (όπερ ερμηνεύει το τέχνασμα του Ομήρου ότι τα πλέον απίστευτα μέρη των πλανών παρέστησε διηγούμενον αυτόν τον πολυμήχανον Οδυσσέα), και να μη φωραθή αντιφάσκων ποτέ προς εαυτόν. Ουδέποτε άλλοτε εν τω κόσμω έτυχον οι ποιηταί, πλην ίσως των Εβραίων προφητών, βαθυτέρου και γενικωτέρου σεβασμού, και ουδέποτε κατέλαβον κοινωνικώς υψηλοτέραν των αοιδών θέσιν. Η μακρά αύτη διαδοχή και η αυξανομένη άμιλλα δύναται να εξηγήση το θαύμα της εμφανίσεως του Ομήρου και της δημιουργίας των Ομηρικών επών κατά χρόνους, ούς ο μεν _Wolf_ εφαντάζετο ως προγενεστέρους πάσης ελληνικής παιδείας και ακμής, η δε αρχαιολογία κατέδειξεν ήδη ως μεταγενεστέρους παλαιοτάτου εν Ελλάδι πολιτισμού και τέχνης.
Τι ώφειλεν ο Όμηρος εις τους προδρόμους του, νομίζομεν μάταιον να εικοτολογώμεν. Εσχάτως η έρευνα εστράφη προς την εύρεσιν των παλαιών «πυρήνων» των δύο επών και αν ταύτα είναι «Αχαϊκής» ή «Ιωνικής» καταγωγής. Αλλ' ενώ τα ζητήματα ταύτα βεβαίως είναι περιεργότατα, είναι προδήλως και ανεπίδεκτα λύσεως πειστικής. Μόνον ότι ο ποιητής ευτύχησε να εύρη ετοίμην πλουσίαν ποιητικήν ύλην και πλουσίαν γλώσσαν ποιητικήν, τούτο συνάγεται ασφαλώς και εκ των επών. Εκεί πάντα τα πρωτεύοντα πρόσωπα φαίνονται ως ιστορικά και γνωστά εις τους ακροατάς μετά των οικείων χαρακτήρων και αυτών των κοσμητικών έκαστον επιθέτων, εκ δε της προς την Μούσαν επικλήσεως (α 10) «ειπέ και ημίν» πιθανόν είναι ότι και άλλοι αοιδοί ήσαν ήδη γνωστοί, ως διηγηθέντες τας πλάνας του Οδυσσέως. Αλλ' εκ των αναριθμήτων εικασιών περί της συνθέσεως των επών, — δύσκολον είναι ν' αποδιώξη τις εντελώς τας αναμνήσεις τόσων βιβλίων — πιθανώτερον φαίνεται, ότι ο ποιητής της _Ιλιάδος_ και της _Οδυσσείας_ συνέπλεξε μάλλον ή επενόησεν εξ υπαρχής τας υποθέσεις αυτών. Αι υποθέσεις αύται θα ήσαν από πολλού γνωσταί και πιθανώς είχον ιστορικόν πυρήνα. Δεν είναι δε απίθανον ότι εχρησιμοποίησε και πολλούς παλαιοτέρους στίχους, παρομοιώσεις κλ. Αλλ' ακριβώς η θαυμασία οικονομία των ποιημάτων, η εντεχνοτάτη παρεμβολή ποικιλωτάτων επεισοδίων, ο εξαίσιος χαρακτηρισμός των προσώπων, η βαθυτάτη γνώσις του ανθρωπίνου βίου, ιδίως δε ο μεγαλοπρεπής, άνετος και οιονεί ολύμπιος τόνος της διηγήσεως — ο τόσον χαρακτηριστικός του ήθους του ποιητού, — το «συγκρατούμενον μεγαλείον» του Ομήρου, ως έλεγεν ο Shelley, αποδεικνύουσιν ότι μία υπέροχος διάνοια μετά μακράν άσκησιν, μία ευγενής καρδία, αγαπώσα πάντα τα πρόσωπα των δύο ποιημάτων — όχι παρείσακτοι διασκευασταί και συμπιληταί, όχι ανεύθυνος και παντοδαπή επιτροπή εκ του προχείρου! — συνέθεσεν εκάτερον των επών, πιθανώτατα δε και τα δύο (38).
Το όνομα του «ηδίστου» αοιδού προς διαστολήν από των αντιζήλων θα επευφήμησαν πλειστάκις κατά τας πανηγύρεις και θα διελάλησαν οι «ελκεχίτωνες Ιάονες» και αι «καλλίζωνοι» γυναίκες και παρθένοι, ότι δε δήθεν εξευρέθη τούτο κατόπιν, είναι αυθαίρετος και παντελώς αστήρικτος ισχυρισμός. Ότι δεν εσώθη έκτοτε βάσιμος _βίος_ του ανδρός, ήτο φυσικόν κατά χρόνους, ότε δεν υπήρχεν ιστορία, ότι δε κατόπιν πολλαί πόλεις ήριζον περί της γεννήσεως αυτού και του απεδίδοντο και άλλα έπη, πάντα τα εις έκαστον αρέσκοντα, ήτο έτι φυσικώτερον.
Πιθανόν επίσης είναι ότι οι παραλαβόντες και καθώς λέγομεν, εκμεταλλευόμενοι τα δύο έπη ραψωδοί παρενέβαλον π. χ. τον κατάλογον των νεών ή επεξέτειναν την μάχην του Αχιλλέως και του Αινείου (Υ 75-352) εις την _Ιλιάδα _ και πολλά της _Νεκυίας_ ή προσέθεσαν όλον το _ω_ εις _Οδύσσειαν_. Αλλά τοιαύτας προσθήκας δύναται να υποπτεύση τις και περί των έργων των τραγικών, ιδίως του Ευριπίδου.
Παν ό,τι άλλο ελέχθη περί οιασδήποτε ατεχνίας ή ανακολουθίας των επών υπό νεωτέρων αγαθών φιλολόγων, προήλθεν εκ της τότε πιστευομένης πλάνης του _Wolf_, ότι πράγματι πρώτον επί Πεισιστράτου συνερράφησαν τα έπη εκ πολλών αδεσπότων τεμαχίων.
Ευτυχώς εν Ελλάδι, όπου από του Κοραή ανεζωογονήθη η πατροπαράδοτος προς τον ποιητήν αγάπη, ουδείς των αλλοδαπών εκείνων φιλολόγων ουδέ πάντες ίσως ομού απέκτησαν τόσην δόξαν, ώστε να σαλεύσωσι την προς το κύρος του Αριστοτέλους πίστιν των ημετέρων (39). Ως γνωστόν, ο αθάνατος συγγραφεύς της Ποιητικής εξήρεν ακριβώς την ενότητα των επών, αποδείξας ότι ο Όμηρος «περί μίαν πράξιν οίαν λέγομεν την _Οδύσσειαν_ συνέστησεν, ομοίως δε και την Ιλιάδα» (σ. 1451 α 25) κατωτέρω δε αποκαλεί τον Όμηρον «θεσπέσιον» διά τούτο (σ. 1459 α 30) και επαναλαμβάνει «ταύτα τα ποιήματα _συνέστηκεν ως ενδέχεται άριστα_» (σ. 1462 β 10). Η φράσις αύτη αντισηκώνει χιλιάδας τόμων νεωτέρας κριτικής.
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Α'
Ο Μ Η Ρ Ο Σ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η κυριωτάτη δυσκολία, ήν ευρίσκομεν ζητούντες να εννοήσωμεν την πορείαν και την εξέλιξιν της ελληνικής λογοτεχνίας, είναι ότι τεμάχια μόνον αυτής παρεδόθησαν εις ημάς και ταύτα μονομερή. Ίσως ουδεμία άλλη εν τη ιστορία κοινωνία υπήρξε τόσον πλησίον της νυν πεπαιδευμένης, όσον αι Αθήναι του Ευριπίδου και Πλάτωνος. Η πνευματική ζωηρότης και θρησκευτική ελευθερία των ανδρών εκείνων, η αγνότης της αγωγής και του πολιτισμού αυτών, η έλλογος τόλμη των κοινωνικών και πολιτικών αυτών ιδανικών, είναι σχεδόν βαθύτερον αισθητή εις ημάς ή αυτός ο ημέτερος δέκατος όγδοος αιών. Αλλά μεταξύ εκείνων και ημών παρήλθον πολλαί γενεαί ανθρώπων, οίτινες είδον αυτούς διαφόρως, ή εζήτησαν εις όσα βιβλία των ανέγνωσαν άλλα πράγματα παρά την αλήθειαν και το ιδεώδες κάλλος, ή οίτινες ουδ' εφρόντισαν ν' αναγνώσωσι βιβλία. Τοιουτοτρόπως της υπό των Ελλήνων δημιουργηθείσης κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα λογοτεχνίας έχομεν μόνον το εικοστόν περίπου μέρος, της δε κατά τον έβδομον, έκτον, τέταρτον και τρίτον αιώνα ουδέ τόσον. Παν δε διασωθέν έργον έπαθεν αδιακρίτως πολλάς δοκιμασίας. Επί πολύν χρόνον εξησφάλιζεν έκαστον την ζωήν του, καθόσον απέμενε σύμφωνον προς την κρατούσαν αισθητικήν, καθόσον ανταπεκρίνετο προς την ζήτησιν των βιβλίων διά μέσου περιόδων διαφόρου καλαισθησίας, διά της Ελλάδος του τετάρτου αιώνος, της προχριστιανικής Αλεξανδρείας, της Ρώμης του Αυγούστου, της μεγάλης επί των Αντωνίνων ελληνικής αναγεννήσεως, του σχολαστικού αττικισμού των μεταγενεστέρων σοφιστών.
Μετά δε τον θάνατον του Ιουλιανού και του Λιβανίου άγεταί τις να πιστεύση ότι ουδείς εφρόντιζε πλέον περί λογοτεχνίας (40), αλλά βιβλία τινά καθιερώθησαν κατ' έθος εις τα σχολεία ως «κλασσικά» και ταύτα εξηκολούθησαν ν' αναγινώσκωνται, ολιγοστεύοντα οσημέραι, μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της αναγεννήσεως. Αι ιδιοτροπίαι της παραδόσεως περιγραφόμεναι δύνανται ν' αποτελέσωσιν ολόκληρον τόμον. Όπως λατινιστί διεσώθησαν επιμελώς ο Βεργίλιος και Αβιανός ο μυθογράφος, ούτως ελληνιστί επολλαπλασιάζοντο τα αντίγραφα του Ομήρου και του ιατρού Απολλωνίου του Κιτιέως (41). Καθώς εκ των Ρωμαίων θα ηφανίζετο ο Λουκρήτιος, αν μη τυχαίως διεσώζετο έν μοναδικόν χειρόγραφον, εχάθη δε ολόκληρος ο Κάλβος, ούτως εκ των Ελλήνων παρ' ολίγον θα ηφανίζετο ο Αισχύλος, οι δε κάλλιστοι των Ομηρικών ύμνων διεσώθησαν απλώς εξ αβλεψίας. Καθόλου δε η παράδοσις περί ουδενός εφρόντισεν αν μη ήτο ή χρήσιμον εις τον καθ' ημέραν βίον, καθώς μηχανικά τινα και ιατρικά βιβλία, ή άλλως κατάλληλον εις σχολικήν ανάγνωσιν. Τοιουτοτρόπως συγγραφέων, ως η Σαπφώ, ο Επίχαρμος, ο Δημόκριτος, ο Μένανδρος, ο Χρύσιππος, απέμειναν ολίγα ασύναπτα αποσπάσματα, αρκετά μόνον όπως δείξωσι ποία πολύτιμα βιβλία αφέθησαν ν' αποθάνωσιν ένεκα της ασθενείας του Βυζαντίου (42). Αλλ' η Ρώμη και η Αλεξάνδρεια κατά την ακμήν αυτών είχον ήδη κάμει και εξεπίτηδες κοσκίνισμα. Διότι αγαπώσαι τον κανόνα και την ευρυθμίαν, ημέλησαν ν' αντιγράψωσι τους ταραχωδεστέρους συγγραφείς. Ούτως οι μυστικοί και οι ασκητικοί, οι μάλλον ανεξάρτητοι φιλόσοφοι, οι άγαν δημοκρατικοί και εν γένει οι ενθουσιασταί κατά μέγα μέρος απεσκορακίσθησαν. Αλλ' ημείς πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι υπήρξαν και να προσπαθήσωμεν εκ των λειψάνων να αναπαραστήσωμεν και τούτους.
ΟΙ ΜΥΘΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ
Αλλά τα πρώτα μεγάλα χάσματα της παραδόσεως είναι φύσεως διαφόρου. Είναι φυσικόν ότι μέγας όγκος λογοτεχνίας ουδέποτε διετηρείτο. Διότι γενικώς αληθεύει ότι κατά πάσαν δημιουργικήν περίοδον τα παλαιότερα έργα παραμελούνται. Διατί να φροντίζη ν' αντιγράφη κανείς επί καλής ύλης και να φυλάττη ασφαλώς ό,τι παράγεται καθ' ημέραν; Μόνον ό,τι δυσκόλως ανευρίσκεται διεγείρει τον φόβον μήπως επιλείψη εντελώς. Ούτω παρημέλησαν οι Έλληνες μέγα μέρος της τραγωδίας, της λυρικής ποιήσεως, της ρητορικής και της πρώτης ιστοριογραφίας. Δηλαδή πολύ μέρος εκάστου είδους είχεν ήδη εκλείψει πριν να φροντίση τις περί διατηρήσεως αυτού. Ιδίως δε συνέβη τούτο επί του πρώτου εις ημάς γνωστού είδους συνθέσεως, του εξαμέτρου έπους.
Το έπος, όσον γινώσκομεν αυτό, δύναται να διαιρεθή κατά τον ποιητήν και την υπόθεσιν εις τρεις κλάδους. Πραγματεύεται δηλαδή είτε ηρωικούς μύθους, αποδιδομένους εις τον «Όμηρον», είτε χρήσιμα διδάγματα, ιδίως καταλόγους και γενεαλογίας, από όνομα είναι είς των Ribhu, των ηρώων των Βεδών, των πρώτων ανθρώπων των γενομένων αθανάτων (43). Άλλος δε αρχαίος αοιδός, ο Αίνος, είναι καθ' ολοκληρίαν σκιά. Ότε δηλαδή Έλλην τις άποικος ή φυγάς ήκουσεν επί των Σημιτικών ακτών τους παραδόξους ανατολικούς θρήνους και την συχνήν επωδόν _Ai lenû_ (αλίμονόν μας) εξέλαβε τας λέξεις ως ελληνικάς, _αι Λίνου_ (ω του Λίνου) και εφαντάσθη τον Λίνον ως δύσμοιρον ποιητήν ή φονευθέντα βασιλέα. Οι δε πρόγονοι του Ομήρου αν μη είναι θεοί και ποταμοί, φέρουσι πλαστά ονόματα, ως Μαίων ή Μέλης. Οι δε συγγενείς αυτού — τα πρόσωπα, τα διαμεριζόμενα τα μικρότερα έπη — φέρουσιν ονόματα, άλλοτε μεν διαφανή, άλλοτε δε σκοτεινά, αλλά πάντοτε όλως ασυνήθη μεταξύ των Ελλήνων. Τοιουτοτρόπως το όνομα του γαμβρού του Κρεωφύλου υποδεικνύει κωμικήν τινα σχέσιν μιας φυλής αοιδών προς το κρέας και την χύτραν. Άλλος δε ποιητής συχνά μνημονευόμενος διά τας επί της Λέσχης των Δελφών απεικονιζομένας μυθικάς παραστάσεις ονομάζεται Λέσχης ή Λέσχεως ή Λεσχαίος· άλλος, υμνητής ταξειδίων, φέρει το όνομα Αρκτίνος, παραγόμενον, ως ουδέν άλλο ελληνικόν όνομα, εκ του αστερισμού της άρκτου. Ο δε ποιητής της _Τηλεγονείας_, όπου ο περί Οδυσσέως μύθος απέληγεν εις ευτυχείς γάμους, ευλόγως ονομάζεται Ευγάμων ή Ευγάμμων (44).
Αυτού δε του Ομήρου το όνομα σημαίνει όμηρον, είναι δε ουχί πλήρες ελληνικόν όνομα, ίσως δε θα ηδύνατο να είναι υποκοριστική συγκοπή του Ομηροδόκος, (ο δεχόμενος όμηρον), εάν υπήρχον ελληνικά ονόματα σύνθετα εκ της λέξεως όμηρος. Αλλ' όπως έχει τούτο, πρέπει να λάβωμεν ως αρχήν την ύπαρξιν των Ομηριδών καθόλου ως αοιδών και ως γένους, ούτω δε Όμηρος είναι κατ' αναλογίαν αρχαίος τις πρόγονος, εξευρεθείς όπως παραστήση διδομένας εις τον «Ησίοδον», είτε, τρίτον, θρησκευτικάς αποκαλύψεις, απορρρεούσας αρχικώς εκ μορφών, ως ο «Ορφεύς» ο «Μουσαίος» και ο «Βάκις». Και ο μεν «Βάκις» εξηφανίσθη, τα δε ποιήματα του «Ομήρου» και του «Ησιόδου» είναι ταρχαιότατα λογοτεχνικά ημών μνημεία.
Παν έμμετρον περί μύθου έργον είναι κατ' ανάγκην ολιγώτερον παλαιόν ή αυτός ο μύθος. Αλλά και κάτι άλλο είναι φανερόν, ότι η σωζόμενη _Ιλιάς, η Οδύσσεια, τα Έργα_ και η _Θεογονία_, δεν είναι ούτε τα πρώτα, ούτε τα δεύτερα, ούτε τα δωδέκατα τοιαύτα δημιουργήματα. Διότι τα προφανώς πανάρχαια ταύτα ποιήματα δεικνύουσι μήκος και πλοκήν συνθέσεως τοιαύτην, οποία δύναται ν' αποτελεσθή μόνον μετά καλλιτεχνικάς προσπαθείας πολλών γενεών. Η δε γλώσσα των είναι όλως άσχετος προς τον συνήθη λόγον και πλήρης λησμονημένων σημασιών και εικόνων παρωχημένης κοινωνικής καταστάσεως· ποιητική γλώσσα, προφανώς καταρτιζομένη και ρυθμιζομένη κατά τας εκάστοτε ανάγκας του εξαμέτρου στίχου. Υπήρξαν άρα εξάμετρα ποιήματα προ της ημετέρας _Ιλιάδος_. Αλλά και αυτό το εξάμετρον είναι υψηλόν και σύνθετον επιγέννημα πολλών απλουστέρων μέτρων, οποία φαίνεται ότι περιεβάλλοντο οι μύθοι εν Ελλάδι, καθώς και εν Ινδική, Γερμανία και Σκανδιναυία. Αλλ' εάν έχωμεν ανάγκην αποδείξεως ότι τα παλαιότατα ημών μνημεία είναι σχετικώς μεταγενέστερα, ταύτην παρέχει αυτός Όμηρος, οσάκις αναφέρει την προ αυτού ποιητικόν πλούτον και εκφράζει την κοινήν γνώμην ότι επί των ημερών του επαλαιώθησαν πλείστα θέματα μεγάλα (45).
Τα πρόσωπα των υποτιθεμένων ποιητών των διαφόρων επών ή επυλλίων κείνται όλως πέρα των ιστορικών γνώσεων ημών. Ως επί το πλείστον δε έχουσι κάτι φανταστικόν ή μυθικόν. Ο Ορφεύς π. χ. ως μυθική μορφή διεπλάσθη υπό των Ελλήνων αλλ' ως προσθήκαι, προσθήκη δε φαίνεται και η εν τοις _Έργοις_ μνεία του Ησιόδου. Οι πραγματικοί «βάρδοι» (46) της παλαιάς Ελλάδος πάντες ήσαν ανώνυμοι και απρόσωποι· και γινώσκομεν ακριβώς τον χρόνον, ότε ο ποιητής αρχίζει ως άτομον να παρουσιάζη εαυτόν ήτο η περίοδος των λυρικών ποιητών και των Ιώνων φιλοσόφων. Τα χωρία δε ταύτα δεν μαρτυρούσι, τι ο Ησίοδος και ο Όμηρος είπον περί εαυτών, αλλά τι η κατά τον έκτον αιώνα παράδοσις εμυθολόγει περί εκείνων.
Αλλά μόνον αμυδρώς δυνάμεθα να διακρίνωμεν την αρχήν της παραδόσεως. Βεβαίως υπόκειται ιστορική τις αλήθεια. Διότι αι βιογραφίαι και αι μνείαι του Ομήρου, καίπερ διαφωνούσαι κατά τάλλα, συμφωνούσι κατά τούτο, ότι κατήγετο εξ Ιωνίας. Συγκεντρούνται δε εις δύο πόλεις, την Σμύρνην και την Χίον· εν εκατέρα αιολικός λαός υπέκειτο εις ιωνικόν, εν Χίω δε υπήρχε και γένος «Ομηριδών». Θα ίδωμεν δε ότι εάν «γέννησιν του Ομήρου» εννοούμεν την γένεσιν των ομηρικών ποιημάτων, η παράδοσις κατά τούτο αληθεύει. Επίσης δε παριστάνουσα τον Ησίοδον και τον πατέρα αυτού ερχομένους εκ της Ασιατικής Κύμης εις την Βοιωτίαν, αληθεύει κατά τούτο, ότι η Ησιόδειος ποίησις είναι κατ' ουσίαν η Ομηρική, εφαρμοσθείσα εις επιχώριον Βοιωτικόν θέμα.