Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 19
Έν εκ των χαρακτηριστικών των τελετών εκείνων ήτο η παρρησία, αύτη δε παρέμεινε καύχημα της κωμωδίας. Ηδύνατο δηλαδή κανείς κατά την ωρισμένην ημέραν να πειράζη και να υβρίζη ελευθέρως οιονδήποτε πρόσωπον, ενώπιον του οποίου κατά τας λοιπάς ημέρας ο φόβος ή η ευπρέπεια επέβαλλον σιωπήν. Κατά τινας των τελετών το προνόμιον τούτο είχον μόνον αι γυναίκες. Αφ' ής η κωμωδία προπαρεσκευάζετο επιμελώς, κέντρον αυτής ήτο άσμα, γραφόμενον και εκμανθανόμενον, διά του οποίου ο χορός, ενεργών απλώς ως στόμα του ποιητού, απετείνετο προς το κοινόν περί «θεμάτων της ημέρας»· τούτο απέβη η _παράβασις_ της προηγμένης κωμωδίας. Κατά τάλλα, αρχή της κωμωδίας ήτο κατά τας εορτάς του Διονύσου ή συγγενούς αυτού θεού θίασος προσωπιδοφόρων, οίτινες παρήλαυνον ψάλλοντες μετ' αυλών φαλλικόν άσμα και τέρποντες τους θεατάς διά προχείρων πειραγμάτων. Αλλ' ούτ' επληρώνοντο, ούτε είχον επισημότητα καμμίαν. Μόνον από του 465 π. Χ περίπου ανεγνωρίσθησαν επισήμως οι _κώμοι_ και η _κωμωδία_ επετράπη να σταθή παραπλεύρως της _τραγωδίας_. Παρουσιάσθη πρώτον κατά τα _Λήναια_, [μηνός Γαμηλιώνος, ήτοι κατά Ιανουάριον ή Φεβρουάριον] έπειτα δε κατά τας άλλας του Διονύσου εορτάς. Αλλά μόνον από της αρχής του πελοποννησιακού πολέμου δύο νεαροί ποιηταί, ο Εύπολις και ο Αριστοφάνης, έδωσαν καλλιτεχνικήν μορφήν εις την παλαιάν κωμωδίαν, έπλεξαν τα μεμονωμένα κωμικά κομμάτια εις μίαν πλοκήν, και οπωσδήποτε απέρριψαν ή συνεκάλυψαν τα φαλλικά. Έκτοτε η κωμωδία ανεπτύχθη γοργοτέρον και αυτής της τραγωδίας. Ο χορός έλαβεν ενεργότερον και ζωηροτέρον μέρος εις την δράσιν, η εξ αρχής κενότης αυτού εδείχθη πολύ ολιγώτερον επιζημία και εξηφανίσθη πολύ ταχύτερον. Το τελευταίον έργον του Αριστοφάνους, ο _Πλούτος_, δεν έχει χορόν και είναι όριον της διαμέσου αναπτύξεως της γνωστής υπό το όνομα Μέση κωμωδία, δειλοτέρας παρά την παλαιάν, όχι τόσον τελείας όσον η νέα. Κατόπιν η κωμωδία μεταπίπτουσα δυστυχώς εις ασθενεστέρας χείρας και ολιγώτερον «δαιμονίους» εγκεφάλους, διώκει την πραγματοποίησιν των προσπαθειών του Ευριπίδου, τον θρίαμβον της δραματικής ιδέας, την τέχνην την ούτε τραγικήν ούτε κωμικήν, αλλά συνάμα και τα δύο, ήτις τείνει εσκεμμένως να γίνη μίμησις της ζωής, κάτοπτρον του καθ' ημέραν λόγου, έκφρασις του πραγματικού. Η μορφή αύτη της τέχνης διαπλασθείσα διήρκεσεν έπειτα επί αιώνας· ήρχισεν ολίγον μετά τα 400 π Χ. ότε η δημοσία πενία συνετέλεσεν όσον και το αίσθημα του καλού εις την κατάργησιν του πολυδαπάνου χορού και ότε το ονομαστί κωμωδείν μετά μακρούς αγώνας και αντιδράσεις κατηργήθη. Έφθασε δε η νέα κωμωδία εις το κατακόρυφον διά του Φιλήμονος και του Μενάνδρου περί τα 300 π. Χ., επιγραφαί δε ποικίλων περί τα 160 π. Χ. χρονολογιών εδίδαξαν προσφάτως ημάς ότι και τότε ακόμη κατά τα μεγάλα Διονύσια εδιδάσκοντο πλην των παλαιών και πέντε κατ' έτος πρωτότυποι κωμωδίαι. Αλλά παράδοξος ειρωνεία της τύχης εξήλειψεν εκτός μακράς σειράς αποσπασμάτων καί τινων αδεξίων λατινικών διασκευών, το σύνολον της εξαιρέτως πλουσίας ταύτης συγκομιδής της αρχαίας λογοτεχνίας.
ΦΡΥΝΙΧΟΣ Ο ΠΟΛΥΦΡΑΔΜΟΝΟΣ (ακμάζων κατά τα 494 π. Χ.)
Ολιγώτερον σκιώδης μεταξύ των προαισχυλείων δραματικών είναι ο _Φρύνιχος_. Η παράδοσις έσωσε τα ονόματα δέκα του δραμάτων, και την είδησιν ότι εν τω διαλόγω μετεχειρίζετο το τροχαϊκόν τετράμετρον και εισήγαγε πρόσωπα γυναικεία. Ο Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε *_Μιλήτου άλωσιν_, ότι του επεβλήθη πρόστιμον [διότι υπέμνησεν οικεία κακά] και ότι το θέμα τούτο κατόπιν απηγορεύθη. Η πτώσις της Μιλήτου ήτο εθνική συμφορά, πάντως δε το δράμα περιείχε και πολλά δυσάρεστα εις τας φατρίας. Ο Φρύνιχος επέτυχε περισσότερον εις άλλο συγχρόνου πηγής έργον, τας *_Φοινίσσας_ εκεί ο χορός παρίστανε τας συζύγους των Φοινίκων του Ξέρξου ναυτών, η δε σκηνή τον θάλαμον του συμβουλίου του βασιλέως, όπου οι γέροντες ανέμενον τα νέα του πολέμου. Ο Φρύνιχος πιθανώτατα τότε έτυχε του άθλου έχων χορηγόν αυτόν τον Θεμιστοκλή, τον αληθινόν, καίτοι φυσικά μη ανημονευόμενον, ήρωα του έργου. Λυπηρά προ πάντων είναι η απώλεια των λυρικών αυτού μερών, των περιέργων απηρχαιωμένων μελών, τα οποία και κατά τας ημέρας του Πελοποννησιακού πολέμου εψιθύριζον ακόμη οι τραχείς παλαίμαχοι του Μαραθώνος,
_λύχνους έχοντες και μινυρίζοντες μέλη αρχαιομελισιδωνοφρυνιχήρατα. (Αριστοφ. Σφήκες 220)_.
{ Lights in their hands, old music on their lips, Wild honey and the East and loveliness }
Η χάρις και τρυφερότης των σωζομένων αποσπασμάτων του Φρυνίχου παρέχει εις ημάς το μέτρον, όπως εννοήσωμεν πόσον το μεγαλείον ύφος του Αισχύλου ωφείλετο μάλλον εις τον ίδιον αυτού χαρακτήρα παρά την τέχνην του καιρού του· αληθινόν όμως απομένει ότι τα Μηδικά έπραξαν υπέρ της τραγωδίας ό,τι περίπου αι μεταναστάσεις υπέρ του Ομήρου και ότι ο Φρύνιχος και ο Αισχύλος ήσαν αμφότεροι «_Μαραθωνομάχοι_» (236).
Ι'
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
ΕΥΦΟΡΙΩΝΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΟΣ (525-456 π. Χ.)
Ο Αισχύλος κατήγετο εξ αρχαίων ευπατριδών. Ήλθε δε εις το άστυ εξ Ελευσίνος, της έδρας όχι μόνον μυστηρίων της Δήμητρος, αλλά και ειδικής λατρείας Διονύσου του Ζαγρέως, κειμένης πλησίον του δήμου του Θέσπιδος, της Ικαρίας. Λέγεται ότι ενωρίς ήρχισε να δραματουργή αλλά κατά τα 490 εκλήθη μακράν της σκηνής, ίνα πολεμήση εν Μαραθώνι, όπου ο αδελφός του Κυναίγειρος έπεσεν ενδόξως. Την πρώτην του ποιητικήν νίκην ενίκησε κατά το μέσον της κατόπιν εννεαετούς ειρήνης (484)· τέσσαρα δ' έτη βραδύτερον ηκολούθησε και αυτός την γενικήν έξοδον εις τα πλοία και την Σαλαμίνα, ότε εις την διάθεσιν των βαρβάρων αφείθησαν οι λίθοι των Αθηνών. Τα έτη εκείνα ήσαν κατάλληλα προς ενδιάθετον γένεσιν τραγωδιών και στοχασμών μεγάλων, αλλ' όχι και προς συγγραφήν αυτών και διδασκαλίαν. Κατά τα 476 ο Αισχύλος παρευρέθη πιθανώς εις τους εν Θράκη πολέμους· ηχώ τούτων έχομεν εν τη τετραλογία *_Λυκουργεία_ (237) και εν τοις _Πέρσαις_ (στ. 866). Ολίγον δε κατόπιν ήλθεν εις τας Συρακούσας, ίσως χάριν πολιτικών σκοπών, και έγραψε τας *_Αιτναίας_ εις τιμήν της πόλεως Αίτνης, ήν τότε ίδρυεν ο Ιέρων (476-5) επί των προπόδων του ηφαιστείου.
Από του 484 και εξής ο Αισχύλος επρώτευε πιθανώς μεταξύ των εν Αθήναις ποιητών, καίτοι οι δύο γηραιοί αντίπαλοί του, ο Πρατίνας και ο Φρύνιχος, και πλην άλλων και υιοί τούτων, ο Αριστίας και ο Πολυφράδμων, από καιρού εις καιρόν ενίκων αυτόν και καθόσον ηξεύρομεν, ήσαν άξιοι των επάθλων. Παλαιοτάτη των σωζομένων τραγωδιών αυτού φαίνονται αι _Ικέτιδες_ αλλά η πρώτη χρονολογικώς γνωστή είναι οι _Πέρσαι_, δι ών ενίκησε την πρώτην του νίκην κατά τα 470 π. Χ.
Κατά τα 478 απήλθεν εκ νέου εις τας Συρακούσας, άγνωστον και πάλιν προς ποίον σκοπόν, αν και λέγεται ότι εδίδαξε και εκεί τους _Πέρσας_. Κατά τα 468 ηττήθη πρώτην φοράν υπό του νεαρού Σοφοκλέους. Αλλά κατά το επόμενον έτος ενίκησε και πάλιν διά των _Επτά επί Θήβας_. Δεν γνωρίζομεν το έτος της μεγάλης τριλογίας του _Προμηθέως_, αλλ' αύτη, καθώς και η _Λυκούργεια_, φαίνεται ότι εδιδάχθησαν κατόπιν. Εσχάτη δε των νικών του ήτο η _Ορέστεια [Αγαμέμνων, Χοηφόροι και Ευμενίδες)_ κατά τα 458. Κατόπιν απήλθε και πάλιν εις την Σικελίαν — οι μικροί άνθρωποι της παρακμής εικάζουσιν ότι εζήλευσε διά την προ δεκαετίας νίκην του Σοφοκλέους! — και απέθανεν αιφνιδίως εις την Γέλαν τω 406. Ο συρμός επανέφερε συχνά τα δράματά του επί της αθηναϊκής σκηνής, — τινές έχαιρον ότι δι' αυτών ηττάτο ο Ευριπίδης — αλλά και ειδικός νόμος εψηφίσθη προς αναπαράστασιν των τραγωδιών του και οριστικώς εθεωρήθη ως κλασσικός ήδη προ των χρόνων του Πλάτωνος. Ο δε περίφημος χάλκινος ανδριάς του κατεσκευάσθη χάριν του λιθίνου θεάτρου, όπερ ανήγειρεν ο Λυκούργος περί τα 330 π. Χ.
Το επίγραμμα, όπερ ελέγετο ότι είχε γράψει χάριν του εν Γέλα τάφου του, είναι χαρακτηριστικόν· ουδέ λέξις περί των ποιημάτων του· μόνον δύο στίχοι μετά τας αναγκαίας περί του ονόματος και του τόπου της γεννήσεως πληροφορίας, λέγουσιν·
_Αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιοι άλσος αν είποι Και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος._
{ grove of Marathon can bear witness to his good soldierhood, and the long-haired Mede who felt it! }
Είναι πιθανώτατον ότι η αντιμετώπισις του θανάτου κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν του ενετυπώθη ως η υπερτάτη του βίου του στιγμή, και ίσως η ποίησίς του δεν του εφαίνετο τελεία· διότι συχνά και εις τα ακρότατά της ύψη εμποιεί τοιαύτην εντύπωσιν.
Των 90 δραμάτων, όσα έγραψεν ο Αισχύλος, έχομεν επτά. Τούτων εικάζομεν ότι αρχαιότατον είναι αι _Ικέτιδες_ — παράδοξον και ωραίον έργον, όμοιον προς ταρχαϊκά εκείνα αγάλματα, τα έχοντα άκαμπτα μέλη και έκφρασιν γελαστήν αλλά λιθίνην. Και η υπόθεσις είναι αρχαϊκή, καταλληλοτέρα προς μέλος ή προς δράμα. Ικέτιδες είναι αι 50 κόραι του Δαναού αι καταφυγούσαι εις το Άργος, διά να μη υπανδρευθώσι τους εξαδέλφους των, τους 50 υιούς του Αιγύπτου. Ο τρόμος των εμφαίνει χρόνον, ότε γάμος μεταξύ πρώτων εξαδέλφων ενομίζετο ως αιμομιξία (238). Ζητούσι την προστασίαν του Πελασγού βασιλέως του Άργους, ο οποίος αναφέρει το ζήτημα εις τον δήμον. Ο δήμος δέχεται τας Ικέτιδας και ο αγέρωχος Αιγύπτιος κήρυξ αποδιώκεται. Εν τοις *_Θαλαμοποιοίς_ οι υιοί του Αιγύπτου διώκουσι τας Δαναΐδας, νικώσι τον Δαναόν και απαιτούσι τας νύμφας. Ο Δαναός, προτιμών τον φόνον παρά την αιμομιξίαν, παραγγέλλει τας κόρας του να δολοφονήσωσι τους άνδρας των κατά την νύκτα του γάμου, πάσαι δ' εκτελούσι τούτο εκτός της Υπερμήστρας, η οποία [σώσασα τον Λυγκέα] κατηγορείται εις τας *_Δαναΐδας_ ως υπανδρευθείσα τον εξάδελφόν της και παρακούσασα την πατρικήν εντολήν, αθωώνεται δε διά της βοηθείας της Αφροδίτης. Αι _Ικέτιδες_ φαίνεται ότι εδιδάχθησαν επί της παλαιάς κυκλικής ορχήστρας μετά «κοινοβωμίας» εν τω μέσω και ειδώλων κύκλω. Δεν υπάρχει πρόσοψις ανακτόρου και ο μόνιμος αριθμός 50 χορευτών καθ' όλην την τριλογίαν γεννά την υπόνοιαν, ότι ο παλαιός κυκλικός χορός ήτο ακόμη αδιαίρετος.
Οι _Πέρσαι_ (472 π. Χ.) ήτο το μεσαίον δράμα τριλογίας, ής το πρώτον ωνομάζετο *_Φινεύς_, ο τυφλός γέρων του αργοναυτικού μύθου, όστις πιθανώς επροφήτευε κάτι περί μεγαλυτέρας συγκρούσεως μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, ής η εκστρατεία εκείνη ήτο η αρχή· τρίτον ήτο ο _Γλαύκος_ αλλ' υπήρχον δύο δράματα φέροντα το όνομα τούτο και η πλοκή δεν είναι βεβαία. Οι δε _Πέρσαι_ εγράφησαν κατά το υπόδειγμα των *_Φοινισσών_ του Φρυνίχου· αι πρώται λέξεις και των δύο είναι σχεδόν αι ίδιαι και η σκηνή αμφοτέρων υπόκειται εν τω συμβουλίω των Σούσων, καίτοι κατόπιν εν τοις _Πέρσαις_ μεταφέρεται παρά τον τάφον του Δαρείου. Οι _Πέρσαι_ ολίγην έχουσι πλοκήν κατά την συνήθη της λέξεως σημασίαν. Αλλ' η βαρεία ομίχλη των πρώτων σκηνών, αι φοβεραί αστραπαί της αληθείας, η επίκλησις της σκιάς του γηραιού βασιλέως Δαρείου, όστις ουδένα Πέρσην έκαμε να κλαύση, και η σκυθρωπή προφητεία του περί της επερχομένης καταστροφής, πάντα ταύτα ενέχουσι το σπέρμα μεγάλης δραματικής δυνάμεως. Εις τον αναγνώστην απομένει αλησμόνητος
«_Ασίας θούριος άρχων», πολύχειρ και πολυναύτας, Σύριον θ' άρμα διώκων [84]_.
{ the many arms and many ships, and the sweep of the chariots of Syria }
και κατά τα χορικά και κατά την εξαισίαν περιγραφήν της μάχης. Το δε γεγονός, ότι οι Πέρσαι είναι η πρώτη αφήγησις μεγάλης ιστορίας υπό μεγάλου ποιητού, όστις και αυτός συνετέλεσεν εις το αποτέλεσμα εκείνο, καθιστά το δράμα μοναδικόν εν τη λογοτεχνία· η δε καλλονή του είναι αληθώς ανταξία της σημασίας ταύτης.
Οι δ' _Επτά επί Θήβας_ ήσαν το τρίτον δράμα της τριλογίας μετά τον *_Λάιον_ και τον *_Οιδίποδα_. Κατά παλαιάν παραλλαγήν του μύθου ο Οιδίπους μετά την ανακάλυψιν της πλάνης εχωρίζετο την Ιοκάστην και ενυμφεύετο την αδελφήν αυτής Ευρυγάνειαν. Αλλ' ο Αισχύλος έλαβε την υπόθεσιν κατά την οικτροτάτην αυτής μορφήν, την πασίγνωστον. Οι _Επτά_ παριστώσι την πολιορκίαν των Θηβών υπό του εξορίστου Πολυνείκους, την μάχην και την αλληλοκτονίαν των αδελφών, εθαυμάζοντο δε μεγάλως υπό των παλαιών ως δράμα «_Άρεως μεστόν_»
ο θεασάμενος πας αν τις ανήρ ηράσθη δάιος είναι
{ that made every one who saw it wish forthwith to be a 'fiery foe,' }
κατά τον Αριστοφάνη (_Βατράχων_ 102). Πράγματι δε η ατμόσφαιρα είναι πολεμική, οι χαρακτήρες απλοί και δυνατοί. Και όμως οι _Επτά_ είναι μεν έργον λαμπρόν και δυνατόν, αλλ' ίσως είναι το μόνον των Αισχυλείων δραμάτων, όπερ φέρει αμυδροτέραν την σφραγίδα μεγάλου ποιητού. Φαίνεται μάλλον ως καλόν έργον υποδεεστέρου (239).
Πολύ διάφορος είναι ο _Προμηθεύς_, έργον της αυτής μεταβατικής περιόδου, απαιτούν τρεις υποκριτάς εν τω προλόγω, όπως και οι _Επτά_ πιθανώς απαιτούσιν εν τη εξόδω. Η τριλογία φαίνεται ότι συνέκειτο εκ του _Δεσμώτου Προμηθέως_, του *_Λυομένου Προμηθέως_ και του *_Πυρφόρου Προμηθέως_ (240). Η υπόθεσις είναι τιτανική και χρειάζεται μεγάλην και πτεροφόρον φαντασίαν, διά δε των χειρών του Αισχύλου και [κατά τα 1819] του Shelley' διεπλάσθη εις δύο των μεγίστων του κόσμου δραματικών έργων. Ο Προμηθεύς είναι ο τύπος του ανθρώπου, του μαχομένου κατά της τυραννικής δυνάμεως της διεπούσης τον κόσμον τούτον. Έσωσε τον άνθρωπον από της επιβουλής του Διός, τον εδίδαξε τας τέχνας του πολιτισμού και προ πάντων του έδωσε το πυρ, το οποίον άλλοτε ήτο θείον κτήμα, φυλαττόμενον εν τω ουρανώ. Διά την ανταρτικήν ταύτην αγάπην των ανθρώπων είναι προσηλωμένος επί υψηλοκρήμνου πέτρας του Καυκάσου· αλλά δεν υποτάσσεται, πρώτον μεν διότι είναι αθάνατος, έπειτα δε διότι κατέχει μυστικόν, εξ ού κρέμαται η τύχη του ουρανού και της γης. Ο Ζευς δοκιμάζει δι' απειλών και βασάνων να τον συντρίψη· αλλ' ο Προμηθεύς δεν εννοεί να εγκαταλείψη τους ανθρώπους. Και αι Ωκεανίδες, αι συναχθείσαι διά να τον παρηγορήσωσι, δεν θέλουσι να εγκαταλείψωσι τον Προμηθέα· αντιμετωπίζουσι τους αυτούς κεραυνούς και βυθίζονται μετ' αυτού εις την άβυσσον. Η δράσις συμβαίνει εις την αρχήν και το τέλος του δράματος, το δε μεσαίον μέρος, αναπληρούν κατά το φαινόμενον αιώνας μάλλον ή ημέρας, κατέχουσι μακραί διηγήσεις του Προμηθέως προς τας Ωκεανίδας, η άκαρπος παρέμβασις αυτού του Ωκεανού και η παράδοξος είσοδος άλλου θύματος του Διός, της εξάλλου Ιούς, διωκομένης υπό οίστρου και φοβουμένης το φάσμα του μυριωπού Άργου. Ο χορός του Προμηθέως είναι κατά τον χαρακτήρα και την δραματικήν τελειότητα ο κάλλιστος ίσως και ικανοποιητικώτατος των σωζομένων ελληνικών δραμάτων. Τα μέλη παρέχουσιν εντύπωσιν Weltschmerz, ομοίαν δε ταύτης θα ήτο δύσκολον να εύρη τις προ του δεκάτου ενάτου μ. Χ. αιώνος. Η όλη γη συμπάσχει μετά του Προμηθέως [στ. 431-5]
_βοά δε πόντιος κλύδων ξυμπίτνων, στένει βυθός, κελαινός Άιδος δ' υποβρέμει μυχός [γας] πηγαί ο αγνορύτων ποταμών στένουσιν άλγος οικτρόν._
{ There is a cry in the waves of the sea as they fall together, and groaning in the deep ; a wail comes up from the cavern realms of Death, and the springs of the holy rivers sob with the anguish of pity! }
Αλλαχού ο τόνος είναι φιλικώτερος [στ. 545 — 553]
_φέρ' όπως άχαρις χάρις, ω φίλος, ειπέ πού τις αλκά; τις εφαμερίων άρηξις; ουδ' εδέχθης ολιγοδρανίαν άκικυν, ισόνειρον, | α το φωτών αλαόν γένος έμπεπο | δισμένον; ούποτε πολλαί ταν Διός αρμονίαν θνατών παρεξίασι βουλαί._
{ Nay, thine was a hopeless sacrifice, O beloved; speak — what help shall there be, and where? What succour from things of a day? Didst thou not see the little-doing, strengthless, dream- like, wherein the blind race of man is fettered? Never, never shall mortal counsels outpass the great Harmony of Zeus! }
Ο Ζευς είναι ακαταμάχητος· οι υπακούοντες εις αυτόν είναι ήσυχοι και ευτυχείς, όπως ήσαν άλλοτε αι Ωκεανίδες. Αλλ' όμως αισθάνονται ότι είναι κάλλιον να εξαναστώσιν.
Ουδέν ίσως κομμάτιον αφανισθείσης λογοτεχνίας είναι τόσον επιθυμητόν όσον ο *_Λυόμενος Προμηθεύς_. Ποία συνδιαλλαγή ήτο άρα γε δυνατή; Εις πολλά σημεία ο Ζευς εντέλει δικαιολογείται. Παραδείγματος χάριν, η κατά το φαινόμενον άσκοπος καταδίωξις της Ιούς άγει εις αποτελέσματα μεγάλα, δηλαδή πλην άλλων την γέννησιν του Ηρακλέους, ο οποίος είναι άλλος λυτρωτής της ανθρωπότητος και ελευθερωτής του Προμηθέως. Εξ άλλου φαίνεται ότι ο Προμηθεύς δεν έχει σκοπόν ν' ανατρέψη τον νέον τύραννον, όπως ο Προμηθεύς του Shelley, αφού είχε σκοπίμως βοηθήσει αυτόν κατά των παλαιών τυφλών δυνάμεων, του Κρόνου και των Τιτάνων· αλλ' εννοεί τρόπον τινά να του αποσπάση ένα συνταγματικόν χάρτην και να σώση τοιουτοτρόπως τους ανθρώπους. Αλλά χρειάζεται άλλος Αισχύλος διά να λύση τον δεσμόν τούτον κατά τρόπον αντάξιον του πρώτου. Περί δε του δευτέρου δράματος μανθάνομεν ότι ήρχιζεν επανερχομένου του Προμηθέως εις το φως μετά 30 χιλιάδας ετών, τον δε χορόν απετέλουν Τιτάνες. Το τελευταίον δράμα ο * _Πυρφόρος Προμηθεύς_ φαίνεται ότι ηρμήνευε την εν Αθήναις καθιέρωσιν της εορτής του Προμηθέως. Τοιαύται αρχαί εορτών ήσαν δραματικά θέματα συνήθη.
Η _Ορέστεια_ είναι το ύψιστον κατόρθωμα του Αισχύλου και ίσως όλης της ελληνικής δραματουργίας. Ενέχει όλην την λάμψιν της γλώσσης και την λυρικήν γοητείαν των παλαιών τραγωδιών, το παλαιόν και σχεδόν υπεράνθρωπον μεγαλείον του διαγράμματος, είναι δ' εξίσου δυνατόν και βαθύ εις χαρακτηρισμούς, εξίσου τραγικόν ως το κάλλιστον του Σοφοκλέους έργον. Η εν τω _Αγαμέμνονι_ σκηνή της Κασσάνδρας, όπου η μελλοθάνατος μάντις, την οποίαν ουδείς πιστεύει, βλέπει το όραμα του θανάτου, όστις περιμένει αυτήν και τον βασιλέα εντός του ανακτόρου, είναι φρικαλέα επί της σκηνής, μελετωμένη δε κατ' ιδίαν φαίνεται αιωνίως ζωηρά. Η πρώτη τραγωδία περιέχει τον φόνον του Αγαμέμνονος κατά την θριαμβευτικήν εκ της Τροίας επιστροφήν του υπό συζύγου, κατά της οποίας διεπράχθη βαρύ αμάρτημα και η οποία διέπραξεν αμάρτημα βαρύ. Αι _Χοηφόροι_ παριστώσι την ανταπόδοσιν. Ο Ορέστης, ο οποίος ήτο παιδίον ότ' εδολοφονήθη ο πατήρ του, αφού εμεγάλωσεν εν τη εξορία, επανέρχεται μυστικά διά να τιμωρήση τον Αίγισθον και κατ' εντολήν του Απόλλωνος να φονεύση την μητέρα του.
Αι Χοηφόροι είναι υπό τινας επόψεις το περιπλοκώτατον των δραμάτων του Αισχύλου· υπάρχει σκηνή αναγνωρίσεως, αδύνατος εις τα καθ' έκαστα, αλλά μεγάλη εις συγκίνησιν· υπάρχει ωρισμένη πλεκτάνη, διά της οποίας οι εργάται της εκδικήσεως εισέρχονται εις το ανάκτορον· υπάρχει μεγάλη τόλμη εις την διαγραφήν πάντων των προσώπων μέχρις αυτής της παθητικής και γελοίας τροφού· υπάρχει επιφοιτώσα σκιά της άνωθεν του Ορέστου εξ αρχής επικρεμαμένης παραφροσύνης, η οποία γίνεται βαθυτέρα καθ' άς ώρας ο μητροκτόνος έχων έναυλον την φοβεράν φωνήν του Απόλλωνος, ταλαντεύεται μεταξύ δύο φόβων, μέχρι της στιγμής ότε αι κατάραι της μητρός του λαμβάνουσιν ορατήν εις αυτόν μορφήν και φεύγει τας «_φαιοχίτωνας_» Ερινύς.
Αι _Ευμενίδες_ είναι δραματικαί εις την αρχήν και καθαρώς θεαματικαί κατά το τέλος· υπάρχει αρκετόν μεγαλείον εν τη σκηνή της διαδικασίας, όπου ο Ορέστης κατηγορείται υπό του χορού των Ερινύων, υπερασπίζεται δε υπό του Απόλλωνος, και αθωώνεται διά της ψήφου της Αθηνάς. Αλλ' οι θεοί φέρονται πολύ πλησίον ημών και ο θεσμός του Αρείου πάγου δεν έχει δι' ημάς την θρησκευτικήν σημασίαν, ήν είχε διά τον Αισχύλον. Ό,τι δ' όμως ψυχραίνει ημάς, δηλ. η βαθμιαία χαλάρωσις του διαφέροντος μέχρις ού ο έλεος και ο φόβος αναλύονται ηρέμα εις καλλιτεχνικήν απόλαυσιν, ήτο, καθά μαρτυρούσι πάντα τα χορικά και πλείσται τραγωδίαι, είς των ουσιωδών κανόνων της Ελληνικής τέχνης. Σημειωτέον ότι και ο Σαικσπήρος ωμοίαζεν εις τούτο προς τους Έλληνας· διότι καταλήγει τας τραγωδίας του εις ηρεμωτέρας μεταξύ δευτερευόντων προσώπων σκηνάς, όπως και τα σοννέτα του εις ηρέμους στίχους. Τανάπαλιν ημείς σήμερον περαίνομεν τα δράματά μας εις τέλος δυνατόν και τα σοννέτα μας εις τον βαρύτατον των στίχων.
Το γενικόν πνεύμα του Αισχύλου παρενοήθη διά τον λόγον ότι ήκμαζε κατά την αρχήν προοδευτικωτάτης περιόδου. Ο σκαπανεύς του 490 εκλαμβάνεται ως αντιδραστικός του 404. Καθόλου ο Αισχύλος είναι πρόδρομος του σοφιστικού κινήματος, όπως ο Ευριπίδης είναι επίγονος αυτού. Πρώτον, είναι ενθουσιώδης δημοκρατικός του παλαιού τύπου, καθά μαρτυρούσιν οι υπέρ ελευθερίας παιάνες των _Περσών_. Τούτο είναι ακριβώς το πνεύμα, όπερ ο Ηρόδοτος παριστάνει ως ανυψώσαν τας Αθήνας από κοινού ιωνικού κράτους εις ηγεμονίδα της Ελλάδος. Ουδ' είναι μόνοι οι _Πέρσαι_. Ο βασιλεύς των _Ικετίδων_ είναι στοιχειωδώς συνταγματικός· ο δε _Προμηθεύς_ βρίθει διαμαρτυριών κατά του δεσποτισμού, αι οποίαι αποπνέουσι το αληθινόν αττικόν πνεύμα· μέγα μέρος του _Αγαμέμνονος_ είναι αμείλικτος καταδίκη μονάρχου κατακτητικού. Είναι αλήθεια ότι διά των _Ευμενίδων_ ο Αισχύλος υπερεξαίρει τον Άρειον Πάγον καθ' ούς χρόνους ο Εφιάλτης και ο Περικλής εζήτουν ν' αφαιρέσωσι μέγα μέρος των δικαιωμάτων του· και δεν ήτο μεν αντίπαλος του Περικλέους, ο οποίος υπήρξε χορηγός του μίαν τουλάχιστον φοράν, αλλ' ήτο άνθρωπος του 490. Εις δε την γενεάν εκείνην, καθώς μας εδίδαξεν η _Αθηναίων Πολιτεία_ του Αριστοτέλους, ο Άρειος Πάγος εφαίνετο η ενσάρκωσις των περσομάχων Αθηνών, ενώ διά την νεολαίαν του 460 ήτο απηρχαιωμένον και ανώμαλον σωματείον.
Περί δε της θρησκευτικής ευλαβείας του Αισχύλου, γινώσκομεν ότι ο ποιητής κατεδιώχθη, ως διακοινώσας ή άλλως βεβηλώσας τα μυστήρια, όπερ αποδεικνύει ότι ήτο μισητός εις την φιλόθρησκον μερίδα. Δυνάμεθα δε ν' αποδεχθώμεν ό,τι ρητώς λέγει ο Κλήμης και υποσημαίνει ο Αριστοτέλης, ότι δηλαδή διέφυγεν, αποδείξας ότι δεν είχε μυηθή και επομένως ουδέν είχε να διακοινώση. Αλλ' αν πιστεύσωμεν και μόνον ότι ο Ελευσίνιος ευπατρίδης δεν είχε μυηθή, τούτο σημαίνει τάσιν τινά εναντίαν των ιερέων. Πάντως δε φαίνεται ότι αυτός ουδέν έλαβεν ιερατικόν αξίωμα, όπως ο Πίνδαρος και ο Σοφοκλής, θα κατετάσσετο δε μετά των πολιτών εκείνων, οίτινες δεν ηδύναντο να συγχωρήσωσιν ή να λησμονήσωσι την προ του πολέμου ανανδρίαν των Δελφών. Οπωςδήποτε και αν έχη τούτο, θρησκευτικώς ο Αισχύλος είναι καθόλου πρόδρομος του Ευριπίδου· αλλ' αυτός μεν ίσταται επί βαθμίδος, όπως φαίνεται ακόμη δυνατός ο συμβιβασμός των κυρίων τύπων της καθεστώσης θρησκείας μετά της ηθικής και της λογικής· ο Ευριπίδης έφθασεν εις απώτερον σημείον, όθεν η διαφορά φαίνεται αθεράπευτος. Και αν αφήσωμεν τον _Προμηθέα_, ο οποίος είναι πράγματι ανατρεπτικός, καίτοι εν ταις λεπτομερείαις δυσερμήνευτος, ο ποιητής, ο λέγων ότι τον γόον των πτηνών, όσα έχασαν τους νεοσσούς των, ακούει «_ή τις Απόλλων ή Παν ή Ζεύς_ { some Apollo, some Pan or Zeus } (Αγαμ. 55.), ο λέγων «_Ζευς, όστις ποτ' εστίν_» { Zeus, whoe'er he be}, ο ομολογών ο
_«ουκ έχω προσεικάσαι πάντ' επισταθμώμενος πλην Διός, ει το μάταν από φροντίδος άχθος χρη βαλείν ετητύμως_,
{ there is no power I can find, though I sink my plummet through all being, except only Zeus, if I would in very truth cast off this aimless burden of my heart }
απέχει πολύ της Πινδαρικής πολυθεΐας. Ενίοτε προσπαθεί να πιστεύση τον Δία ως θεόν λογικόν, αντίθετον προς τας τυφλάς τιτανικάς δυνάμεις του Ησιοδείου μύθου·
«_Ουδ' όστις πάροιθεν ήν μέγας, παμμάχω θράσει βρύων ουδέ λέγεται πριν ων· ός δ' έπειτ' έφυ, τριακτήρος οίχεται τυχών. Ζήνα δε τις προφρόνως επινίκια κλάζων τεύξεται φρενών το παν· τον φρονείν βροτούς οδώ- σαντα, τον πάθει μάθος θέντα κυρίως έχειν_».
{ Lo, there was one great of yore, swollen with strength and lust of battle, yet it shall not even be said of him that once he was! And he who came thereafter met his conqueror, and is gone. Call thou on Zeus by names of Victory. . . . Zeus, who made for Man the road to Thought, who stablished 'Learn by Suffering' to be an abiding Law! }
Ταύτα βεβαίως δεν είναι άρθρα πίστεως των Δελφών ή της Ελευσίνος· είναι ανυπόκριτοι ανθρώπινοι στοχασμοί, απωθούντες τα μυστήρια, ενέχοντες άρνησιν της κοινής πολυθεΐας και αντίληψιν, μεταφορικήν ίσως, αλλ' εμφαίνουσαν αληθινήν πίστιν πε?? σειράς θεών κυβερνησάντων τον κόσμον, δηλαδή μακρόν αγώνα μεταξύ φυσικών δυνάμεων, καταλήξαντα εις την παρούσαν τάξιν, την ερειδομένην επί του λόγου και ομοιάζουσαν προς την πολιτικήν τάξιν, την οποίαν ο Αισχύλος είδε κρατούσαν διά των Αθηναϊκών νόμων. Αν συγκρίνωμεν ταύτα προς τους στίχους του Ευριπίδου (_Τρωάδων_ 884)
ω γης όχημα καπί γης έχων έδραν, όστις ποτ' ει συ, δυστόπαστος ειδέναι, Ζευς, είτ' ανάγκη φύσεος, είτε νους βροτών, προσηυξάμην σε· πάντα γαρ δι' αψόφου βαίνων κελεύθου κατά δίκην τα θνήτ' άγεις.
{ Base of the world and o'er the world enthroned, Whoe'er thou art, Unknown and hard of surmise, Cause-chain of Things or Man's own Reason, God, I give thee worship, who by noiseless paths Of justice leadest all that breathes and dies! }