Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 18

Chapter 18185 wordsPublic domain

Εν τω προοιμίω δεν υπάρχει λόγος μεροληψίας· αλλά και όπου υπάρχει, το πνεύμα του συγγραφέως απομένει αδιαλείπτως δίκαιον και νηφάλιον. Σήμερον επικρίνεται συχνά. (224) Αλλά τα σαφή γεγονότα, — ότι οι πλείστοι των παλαιών εθεώρησαν αυτόν ως τύπον ευθύτητος, ότι άλλοι μεν τον ενόμισαν φιλοσπαρτιάτην, άλλοι δε φιλαθήναιον, ότι ο μεν Πλάτων και ο Αριστοτέλης έψεξαν αυτόν ως υπερβολικά δημοκρατικόν, οι δε νεώτεροι επικριταί του παραπονούνται ότι δεν ήτο αρκετά δημοκρατικός — λαλούσιν όσα ολόκληροι τόμοι. Η ιδική του πολιτική ήτο φανερά μετριοπαθής. Ομολογεί ότι τα πράγματα της πόλεως ευηρέστησαν περισσοτέρον αυτόν — εξαιρουμένης ίσως της «_του πρώτου ανδρός αρχής_» — κατά τους πρώτους μήνας της παλινορθώσεως του 411, διότι τότε (Η', 97) μετρία «_ήτε εις τους ολίγους και τους πολλούς ξύγκρασις εγένετο_» { a fair combination of the rights of the Few and the Many!}. Ο Θουκυδίδης φαίνεται άνθρωπος αυστηρών προσωπικών γνωμών, αλλά και πνεύμα δυνάμενον να παραμερίζη αυτάς ενόσω διηγείται. Η φράσις του (Η' 73) «_Υπέρβολός τις_» — ότε ο Υπέρβολος ήτο ο δυνατώτατος πολιτευτής των Αθηνών — ερμηνεύεται όταν ενθυμηθώμεν ότι ο ιστορικός αποτείνεται προς όλον το ελληνικόν και ότι πολλοί ούτ' εγνώριζον ούτ' εφρόντιζον περί της εσωτερικής πολιτικής των Αθηνών. Η δ' επακολουθούσα περιφρονητική κατάκρισις του Υπερβόλου εγράφη συμφώνως προς το πνεύμα, το κρατούν εν Αθήναις κατά το τέλος του πέμπτου αιώνος. Περί δε του Κλέωνος γράφει μετά τινος προσωπικού πάθους. Αλλ' η δευτέρα περί αυτού εισαγωγή (Δ' 21) οφείλεται προδήλως εις παραδρομήν είτε του συγγραφέως, είτε του αντιγραφέως· και η καταπλήσσουσα φράσις του Δ' 28,5 δικαιολογείται, αν αναλογισθώμεν ότι «οι σώφρονες Αθηναίοι» όσοι «_μάλλον ήλπιζον_» «_Κλέωνος απαλλαγήσεσθαι_» ή «_Λακεδαιμονίους χειρώσασθαι_» ήσαν οι τότε πλειοψηφούντες εν τη εκκλησία, δηλαδή οι περί τον Νικίαν. Εν τέλει δε η απεικόνισις του Κλέωνος είναι η ήκιστα δυσμενής των σωζομένων και αν είναι δυσάρεστος, πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι ο Θουκυδίδης είχεν υποχρέωσιν να δείξη ότι ο Κλέων δεν ήτο Περικλής.

Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι ο Θουκυδίδης κατήλθεν εις τας Αθήνας κατά τα 403 ως φάσμα εκ του τάφου, λείψανον του παλαιού ομίλου του Περικλέους. Έκτοτε εκινείτο μεταξύ ανθρώπων ξένων. Το ιδανικόν του είχεν εκπνεύσει προ μιας γενεάς μακράν των Αθηνών και η ανάμνησίς του εξηφανίσθη μεταξύ των στενοχωριών και των σφαγών και της πενίας της τελευταίας δεκαπενταετίας. Η πολιτική του Περικλέους, η ιδέα της ηγεμονίας, αυτή η δημοκρατία είχεν εντελώς, αμετακλήτως εγκαταλειφθή υπό των ανθρώπων, προς ούς ανεστρέφετο ο Θουκυδίδης. Οι τότε φιλοσοφούντες έλαβον την οδόν των ολιγαρχικών, την μετέπειτα οδόν του Αριστοτέλους. Η αθηναϊκή ιστορία εθεωρείτο διαδοχή δημαγωγών, του Αριστείδου, του Εφιάλτου, του Περικλέους, του Κλέωνος, του Κλεοφώντος, του Καλλικράτους· «_από δε Κλεοφώντος ήδη διεδέχοντο συνεχώς την δημαγωγίαν οι μάλιστα βουλόμενοι θρασύνεσθαι και χαρίζεσθαι τοις πολλοίς_» { and from that time on in succession all who were ready for the greatest extremes in general recklessness, and in pandering to the people for their immediate advantage. } ως λέγει ο Αριστοτέλης (_Αθην. Πολ. 28,4_). Η δημοκρατία έπρεπε να γίνη δεκτή υπό μετρίαν και αλλοίαν μορφήν αλλά, καθώς έλεγεν ο Αλκιβιάδης (Θουκ. Στ, 89,6) ήτο «_ομολογουμένη άνοια_» { folly confessed}, οι δε ηγέται αυτής ήσαν ανεξαιρέτως ιδιοτελείς αγύρται. Ο Περικλής — κατά τον Στησίμβροτον και τους κωμικούς — δεν ήτο διάφορος των χειρίστων εξ αυτών, και αυτός ο Αριστείδης ο δίκαιος είχε τα τρωτά του! Οι άνθρωποι, οι ζώντες κατά τας αρχάς του δ' π. Χ. αιώνος, εκινούντο μεταξύ ερειπίων, έχοντες συντρίμματα ελπίδων, λείψανα ιδανικών και ωχράς τινας αξιώσεις. Ο άριστος αυτών, «_των πολλών ικανώς ιδών την μανίαν_», εγίνωσκεν «_ότι ουδέν υγιές, ως έπος ειπείν, περί τα των πόλεων πράττει, ουδ' έστι σύμμαχος, μεθ' ότου τις ιών επί την τω δικαίω βοήθειαν σώζοιτ' αν_» { has seen the madness of the multitude. He knows that no politician is righteous, nor is there any champion of justice at whose side he may fight and be saved! } αλλά θα ήτο «_ώσπερ εις θηρία άνθρωπος εμπεσών_» και εθεώρει κάλλιον ο Πλάτων να ιδιωτεύη «_οίον εν χειμώνι κονιορτού και ζάλης υπό πνεύματος φερομένου υπό τειχών αποστάς_» { retires under the shelter of a wall while the hurrying wind and the storm of dust and sleet go by. } (Πολιτ. 469 D). Τοιουτοτρόπως έζη μονήρης και ο γηραιός εξόριστος των Περικλείων χρόνων. Η ζωή του είχεν ήδη διαρρεύσει χωρίς να διακριθή, αι Αθήναι του είχον καταντήσει αγνώριστοι, η παλαιά του ερωμένη είχεν αποθάνει και ταφή. Αλλ' εφύλαττεν ο Θουκυδίδης σταθεράν την ανάμνησιν της αληθινής του πόλεως και του πολιτικού του αρχηγού — του ανδρός, όν ωνόμαζον οι λοιποί δημαγωγόν, διότι ήτο υπέροχος, ανώτερος της αντιλήψεώς των· εάν μόνον έζη εκείνος ή εάν αι συμβουλαί του ετηρούντο, θα έσωζε και θα εμεγάλυνε τας Αθήνας, τας ηττημένας τώρα. Νέοι αναφαινόμενοι τότε άνδρες έγραφον φυλλάδια και ελέγχους. Αλλ' ο Θουκυδίδης δεν είχε πλέον όρεξιν να ελέγχη. Εσπούδαζε τους αρχαίους και τους μυθικούς χρόνους και παρεσκεύαζε το θαυμάσιον εκείνο προοίμιον της συγγραφής. Εσώρευσεν όλην των χρόνων του την ιστορίαν, όπως ουδείς άλλος άνθρωπος προτού. Ενώ δ' έμαθε δεκάκις περισσοτέρα των προγενεστέρων συγγραφέων, επέμενε να μάθη και άλλα, πριν εκδώση το βιβλίον του εις φως. Προ παντός ήθελε ν' αφήση την αλήθειαν να λαλήση αφ' εαυτής, ώστε κανείς να μη τον αντικρούση, μηδέ να τον αποδείξη ποτέ άδικον. Επεθύμει να περιβάλη την ιστορίαν του διά λέξεων παλαιών, καθώς του Γοργίου, του Προδίκου, του Αντιφώντος, αυτού του Περικλέους. Επόθει ν' αφυπνίση τας μεγάλας ηχούς του παρελθόντος, όπως λαλήσωσιν αύται προς τον αλλοιωθέντα νέον κόσμον.

Αλλ' ο θάνατος τον επρόλαβε.(225) Το έργον έμεινεν ατελείωτον. Αλλά και όπως ευρίσκετο, ήτο απηρχαιωμένον πριν ή εκδοθή. Ως χρονικόν, εξηκολούθησεν αυτό ο Ξενοφών, ως μνημείον δε της ανθρωπίνης ματαιότητος ο Θεόπομπος. Αλλά το ύφος και το πνεύμα του βιβλίου ήτο ήδη ακατάληπτον εις τους ανθρώπους του δ' π. Χ. αιώνος. Και ανεγνωρίσθη μεν ο Θουκυδίδης 300 περίπου έτη βραδύτερον υπό των λογίων ως ο μέγας φιλαλήθης ιστορικός· αλλά μόλις 50 μετά τον θάνατόν του έτη ο Έφορος είχε μεταγράψει και αντικαταστήσει αυτόν και τον αφήκε ν' αναμένη τους χρόνους της αναζωπυρήσεως των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων, της επί των ημερών του Καίσαρος Αυγούστου. (226)

Θ'

ΤΟ ΔΡΑΜΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αποβλέποντες εις το Σοφόκλειον δράμα ως τέλειον δημιούργημα, χωρίς να παρακολουθήσωμεν την ιστορικήν αυτού ανάπτυξιν, συχνά λυπούμεθα δι' ανεξήγητα εκ πρώτης όψεως κατά συνθήκην μέρη. Και όμως το αρχαίον δράμα καθαρεύει τελείως πολλών κατά συνθήκην στοιχείων, υπολείπονται δε μία ή δύο κατά παράδοσιν ficelles — παραδείγματος χάριν χρησμοί και εκθέσεις παιδίων — αλλά καθόλου το δράμα των περιπετειών και των χαρακτήρων είναι και αληθινόν και ανεπιτήδευτον. Δεν έχει ούτε κίβδηλον ηρωισμόν, ούτε ανύπαρκτον μοχθηρίαν, ούτε ανάλατον αίσθημα, έχει δε μοναδικήν τόλμην και ποικιλίαν πλοκής και τελείαν έλλειψιν των ερωτικών εκείνων ζευγαρίων, όσα κατήντησαν τύραννοι ημών αφ' ής εφάνη το νέον δράμα.

Εν πρώτοις ολόκληρος σειρά νομιζομένων συνθηματικών τύπων δύναται ν' απορριφθή αμέσως. Επί του παρόντος πρέπει να μη δίδωμεν πίστιν εις εκείνους όσοι λαλούσι περί προσωπείων και κοθόρνων και αμφιέσεων ιερατικών (227), επαναλαμβάνοντες τας αμφιβόλους γνώσεις του Πολυδεύκους και του Λουκιανού, δεικνύουσι τα χονδροειδή έργα της Νοτίου Ιταλίας και τα ζωγραφήματα της Πομπηιανής παρακμής, συμπιλούσιν εξ αυτών σφαλεράς περιγραφάς της αψύχου Μακεδονικής και Ρωμαϊκής σκηνής — της σκηνής της ανταγωνιζομένης προς το αμφιθέατρον — έπειτα δε καλούσιν ημάς να σχηματίσωμεν ιδέαν περί του Ευριπιδείου οράματος εκ του αηδούς τούτου κυκεώνος. Η αρχαιολογική σκαπάνη οφείλει ανυπερθέτως ν' αναδιδάξη ημάς περί των πλανών όσας μετέδοσαν τα αρχαιολογικά βιβλία.

Και πάλιν όμως η γνησία παράδοσις περιέχει, αρκετά συνθηματικά στοιχεία· τα πρόσωπα είναι τα πλείστα μυθικά (228)· πάντα λαλούσιν εμμέτρως· προσπαθούσι ν' απαντώσι συμμετρικώς και διακόπτονται συνήθως μετά το τέλος του στίχου. Αλλά το χειρότερον, αιωνίως είναι παρών εκεί χορός δώδεκα ή δεκαπέντε ομογενών προσώπων — παρθένων, μητέρων, αιχμαλώτων και των ομοίων — των οποίων το κυριώτατον καθήκον είναι κατά μεν την όρασιν να μετριάζωσι την αναρμοστίαν της παρουσίας των, κατά δε τα διαλείμματα να χορεύωσι και να ψάλλωσιν εις δωρικήν διάλεκτον όχι φυσικήν. Η ερμηνεία του πράγματος, είναι ιστορική (229).

Είδομεν ανωτέρω (σελ. 101) ότι ο χορός των Σειληνών, ήτοι των Κενταυροειδών θιασωτών του Διονύσου ανεμείχθη μετά του σατυρικού χορού αγρίων τράγων, ακολούθων του Πανός, του θεού των αρκαδικών βουνών. Τραγικός χορός σημαίνει χορός τράγων και τραγωδία σημαίνει ωδή τράγου. Αν ήλλαξεν η έννοια της λέξεως, τούτο συνέβη διότι και το πράγμα σημαντικά μετεβλήθη. Η τραγωδία ανεπτύχθη εκ των δωρικών τραγικών χορών της βορείας Πελοποννήσου, των εν Κορίνθω χορών του Αρίονος και των εν Φλειούντι προδρόμων του Πρατίνα και εκείνων, ούς ο τύραννος Κλεισθένης κατήργησεν εν Σικυώνι, διότι «_ετίμων τον Άδρηστον και δη προς τα πάθεα αυτού τραγικοίσι χοροίσι εγέραιρον»_ { those which the tyrant Cleisthenes suppressed at Sikyon for "celebrating the sufferings of Adrastus.” }(Ηροδότου Ε' 67).

Βεβαίως και άλλαι επενέργειαι δυνατόν να είχον συντελέσει. Μιμητικόν στοιχείον είχε και η παλαιοτάτη λαϊκή ποίησις και _δρώμενα_ (παριστανόμενα) — η λέξις είναι σχεδόν η ιδία με το _δράμα_, παράστασις — μνημονεύονται κατά πολλάς θρησκευτικάς τελετάς. Η γέννησις του Διός παριστάνετο εν Κρήτη, ο δε γάμος του μετά της Ήρας εν Σάμω και Κρήτη και Άργει. Εν Πλαταιαίς υπήρχον ιερά ξόανα καλούμενα _δαίδαλα_. Εν Δήλω δε χορός παρίστανε τον Θησέα σώζοντα τους νέους εκ του λαβυρίνθου. Και αυτά τα μυστήρια της Ελευσίνος και τα άλλα απεκαλύπτοντο μάλλον προς τα θνητά όμματα παρά τα θνητά ωτία.

Το πρώτον βήμα προς την μεταμόρφωσιν του τραγικού χορού έγινεν επί αττικής γης, όπου η ψαλλομένη δωρική ποίησις συνήντησε την απαγγελλομένην ιωνικήν. Ευρεία παράδοσις αναφέρει ότι ο εκ του δήμου Ικαρίας Θέσπις υπήρξεν ο πρώτος ποιητής, όστις προς ανάπαυσιν των χορευτών και ποικιλίαν της τελετής εξήρχετο αυτοπροσώπως και απετείνετο προς τους θεατάς διά τροχαϊκών τετραμέτρων, όπως απήγγελλεν ο Σόλων εν τη αγορά, τω δε 534 εδίδαξεν εν τω άστει την πρώτην αυτού τραγωδίαν (230). Διάδοχοί του υπήρξαν ο Χοιρίλος και κάποιος ξένος, ο οποίος παρίστανεν ανά την Αττικήν, Πρατίνας ο Φλειάσιος.

Οι χορευταί ήσαν τότε σάτυροι· τι ήτο ο ποιητής; Πιθανώτατα παρίστανε τον ήρωα της υποθέσεως, τον μυθικόν βασιλέα ή Θεόν. Παλαιός στίχος, ακατάληπτος κατόπιν, έλεγεν «_ηνίκα μεν βασιλεύς ήν Χοιρίλος εν Σατύροις_» { when Choirilus was a king among satyrs.}. Αλλ' αφού ο ποιητής παρίστανεν έν πρόσωπον, διατί να μη παριστάνη και περισσότερα; Αν παρουσιάζετο πρώτον, άς είπωμεν, ως βασιλεύς Λυκούργος, διατί να μη αλλάξη φόρεμα κατά το ακόλουθον άσμα και να επανέλθη ως ο ιερεύς, όν είχεν αποπέμψει ο Λυκούργος; την ερχομένην φοράν ηδύνατο να γίνη άγγελος διηγούμενος τον θάνατον του τυράννου. Ό,τι χρειάζεται είναι μόνον έν μέρος προς μεταμφίεσιν. Λοιπόν μέρος του κυκλικού χορευτικού χώρου, της ορχήστρας, αποχωρίζεται, κατασκευάζεται υπόστεγον, δηλαδή _σκηνή_ (231), και η πρόσοψις αυτής καλλωπίζεται. Συνήθως γίνεται ανάκτορον έχον τρεις θύρας, διά να εισέρχεται και εξέρχεται ο υποκρινόμενος. Εν τω μεταξύ ο τρόπος του χορού κάπως μεταβάλλεται, διότι δεν υπάρχει πλέον κύκλος και ο παλαιός _κυκλικός_ χορός γίνεται ο τετράγωνος χορός της τραγωδίας.

Εννοείται ότι και ο χορός ηδύνατο ν' αλλάξη ένδυμα. Ο Πρατίνας είχε ποτε χορόν παριστώντα Καρυάτιδας κόρας χορευούσας. Αλλά τούτο ήτο πρόοδος σπουδαιοτέρα και φαίνεται ότι εχρειάσθη πολλά διάμεσα βήματα. Yπήρχον ονόματα δραμάτων *_Κήρυκες, *Ιχνευταί, *Παλαισταί_ κ.τ.τ. (232). Δεν αναλογούσι ταύτα κάπως προς τον βλάκα Μάκκον ή τον γέροντα Πάππον, τα τυπικά πρόσωπα των οσκικών Ατελλανών δραμάτων, και προς τον αγγλικόν Devil a Monk; Ο υποκριτής δεν παριστάνει απλώς στρατιώτην· παριστάνει τον γελωτοποιόν Μάκκον της παλαιάς σκηνής, διατεινόμενον ότι είναι στρατιώτης. Ο χορός δεν είναι κήρυκες· είναι σάτυροι μετημφιεσμένοι. Το φυσικόν τέλος του είδους τούτου της τέρψεως είναι να σχίζεται το κωμικόν ένδυμα και οι σάτυροι, ο Μάκκος ή ο διάβολος ν' αποκαλύπτωνται όπως είναι. Οι τραγικοί χοροί επετρέπετο ν' αλλάζωσι τρεις ενδυμασίας, πριν εμφανισθώσιν ως ανεγνωρισμένοι σάτυροι. Δηλαδή, διά να μεταχειρισθώμεν την μεταγενεστέραν γλώσσαν, εκάστη παράστασις ήτο τετραλογία συνέκειτο εκ τριών τραγωδιών (εκ _μικρών μύθων_, ως λέγει ο Αριστοτέλης εν συγκρίσει προς τα μακρότερα δράματα του καιρού του) κατόπιν δε ήρχετο σατυρικόν δράμα. Η συνήθεια αύτη παρέμεινε μέχρι της μέσης περιόδου του Ευριπίδου. Ο Κύκλωψ αυτού ήτο το μόνον σωζόμενον σατυρικόν δράμα [μέχρι της ανακαλύψεως των _Ιχνευτών_ του Σοφοκλέους] η δε Άλκηστις είναι πραγματικόν δράμα, διδασκόμενον ως καταληκτικόν τριών τραγωδιών.

Η ελληνική λέξις «_υποκριτής_» σημαίνει «_αποκριτής_» (233)· Ο ποιητής ήτο πράγματι και ο παριστάνων· αλλ' αν ήθελε ν' αναπτύξη τον μονόλογόν του εις διάλογον, εχρειάζετο άλλον διά να του απαντά. Ο χορός συνήθως ήτο διηρημένος εις δύο, καθώς μαρτυρεί το σύστημα της στροφής και αντιστροφής. Ο ποιητής πιθανώς έλαβε πρώτον ως υποκριτάς τους κορυφαίους των δύο μερών. Οπωσδήποτε η εντελώς ανεπτυγμένη τραγωδία κανονικώς έχει τρεις υποκριτάς. Τον παλαιόν κυκλικόν χορόν απετέλουν 50 χορευταί και ο ποιητής· τον όλον τραγικόν θίασον 48 χορευταί, 2 υποκριταί και 1 ποιητής. Τούτο ήτο το όλον όπερ ο καλούμενος χορηγός — ο πλούσιος πολίτης, ο [κατά το Πάριον χρονικόν από του 509] αναλαμβάνων την δαπάνην της παραστάσεως — ήτο υπόχρεος να χορηγήση, καίτοι δε εις το λειτούργημα τούτο συχνάκις εδαπανώντο γενναία ποσά και εδίδοντο και παραχορηγήματα ήτοι δώρα, ουδέποτε προσελήφθη και τέταρτος υποκριτής. Ουδ' εφρόντιζεν ο χορηγός περί αλλαγής ενδυμάτων και των 48 χορευτών· παρουσιάζοντο μόνον 12 διά μιας εις έκαστον των τεσσάρων δραμάτων της τετραλογίας. Η παράδοσις λέγει αορίστως ότι ο Θέσπις είχεν ένα υποκριτήν, ο Αισχύλος δύο και ο Σοφοκλής τρεις, καίτοι ενίοτε ο Αισχύλος εισήγε και τρίτον. Καθόλου δε η πόλις, και όχι ο ποιητής, παρείχεν ωρισμένα βραβεία εις τους υποκριτάς και ανελάμβανε την διεξαγωγήν της εορτής του Διονύσου. Επομένως οσάκις βλέπομεν αρχαίον κριτικόν αποδίδοντα ωρισμένας σκηνικάς μεταβολάς εις ωρισμένους ποιητάς, τούτο συνήθως σημαίνει ότι αι μεταβολαί εκείναι εφαίνοντο κατά πρώτον εις τούτων τα έργα. Ακρωτηριασμένη επιγραφή (C. I. Α. II. 971) φαίνεται δηλοϋσα το έτος μιας σπουδαίας μεταβολής ή τακτοποιήσεως των από σκηνής διδασκαλιών. Η κωμωδία γίνεται δεκτή εις τα μεγάλα Διονύσια· οι υποκριταί αυξάνονται εις τρεις· οι δε αποτελούντες τον τραγικόν χορόν εις 15 αντί 12, και πιθανώς η επί της σκηνής πρόσοψις του ανακτόρου γίνεται μόνιμος. Οι ποιηταί τείνουσι φυσικά ν' αποσυρθώσι της σκηνής. Ο Αισχύλος έπαυσε να διδάσκη κατά τα τέλη της ζωής του· ο δε Σοφοκλής λέγεται ότι ηύρε την φωνήν του λίαν αδύνατον. Το επάγγελμα του υποκριτού κατεστάθη πάντως προ του 456 π. Χ. διότι τότε ευρίσκομεν τα ονόματα των νικησάντων υποκριτών μνημονευόμενα μετά του ποιητού και του χορηγού.

Ο χορός ήτο το κύριον στοιχείον της τραγωδίας. Δύο δηλαδή πράγματα, εχρειάζοντο διά ν' αποτελεσθή διδασκαλία· ο χορηγός εσχημάτιζε χορόν και ο ποιητής εδίδασκεν αυτόν· αυτά ήσαν τα δύσκολα (234). Η καθαυτό σύνθεσις ήτο απλή λεπτομέρεια, την οποίαν οιοσδήποτε καλός ποιητής ήτο έτοιμος να εκτελέση. Όθεν πάντες οι τεχνικοί όροι εσχηματίσθησαν εκ της σχέσεως προς τον χορόν. Ο _Πρόλογος_ είναι το προ της εισόδου του χορού· επεισόδιον ο διάλογος των υποκριτών, οίτινες _επεισήεσαν_ μετά τον χορόν, το δε τέλος του έργου λέγεται _έξοδος_, διότι τότε εξέρχεται ο χορός. Αλλ' ο χορός έφθινε καθόσον ανεπτύσσετο η τραγωδία, διότι ο διάλογος είναι ο παρέχων ζωήν εις το δράμα και δεν εβράδυνε ν' αποβή κατά την λέξιν του Αριστοτέλους _πρωταγωνιστής·_ την ανάπτυξιν αυτού δυνάμεθα να παρακολουθήσωμεν και εις τα ολιγοστά λείψανα της αρχαίας δραματουργίας· από απαγγελλομένης ποιήσεως τείνει να γίνη λόγος δραματικός, γίνεται ολιγώτερον πομπώδης και άκαμπτος, γοργότερος δε και φυσικώτερος, αυξάνει δε κατά την έκτασιν. Των _Ικετίδων_ του Αισχύλου, του αρχαιοτάτου των σωζομένων δραμάτων, ο χορός είναι πράγματι αυταί αι ηρωίδες της τραγωδίας, αίτινες κατά τα δύο τρίτα του έργου ψάλλουσιν, είναι δε παρούσαι από του πρώτου μέχρι του τελευταίου στίχου. Του δε _Φιλοκτήτου_ του Σοφοκλέους (409 π. Χ.) ο χορός προσωπικώς είναι ασήμαντος· δεν εμφανίζεται παρά μόνον αφού το δράμα έχει αρκετά ήδη προβή, τα δε χορικά αποτελούσι το έν έκτον του συνόλου. Αυτός δε είναι και ο λόγος, δι' όν τα μεταγενέστερα δράματα είναι πολύ εκτενέστερα των παλαιοτέρων· διότι παριστάνοντο ταχύτερον.

Υπήρχεν όμως και άλλος λόγος, περιορίζων το μουσικόν της τραγωδίας μέρος, εντελώς διάφορος. Βαθμηδόν το μέλος δεν απέμενεν ολόκληρον εις τον χορόν. Διότι εφ' όσον ανεπτύσσετο η αθηναϊκή δημοκρατία, ο χορός έπαυε να είναι επαγγελματικός. Απετελείτο εξ ελευθέρων πολιτών, οίτινες ανέλαβον την εκτέλεσιν των δημοσίων θρησκευτικών χορών ως μέρος είτε των δικαιωμάτων των είτε των καθηκόντων. Τούτου αποτέλεσμα ήτο ότι ο χορός εγίνεν ολιγώτερον περίτεχνος, τα δε μέτρα και τα μέλη έπρεπε να είναι προσιτά εις την ικανότητα και μετρίου μουσικού. Αλλ' εν τω μεταξύ το κοινόν μουσικόν διαφέρον ανυψώνετο και η καλαισθησία των πολιτών είχε περισσοτέρας απαιτήσεις. Κατά τον πελοποννησιακόν πόλεμον το σύνηθες χορικόν άσμα δεν έθελγε πλέον τον ανεπτυγμένον Αθηναίον. Προκειμένου ν' ακούση μουσικήν, ήθελε κάτι λεπτότερον και κινητικώτερον, κάτι πλησιέστερον προς την ζωντανήν μουσικήν του διθυράμβου, όστις οσημέραι εγίνετο τεχνικώτερος και δυσκολώτερος. Όθεν ενώ από του Αισχύλου μέχρι των νεωτέρων έργων του Σοφοκλέους το μέλος του δράματος εξέπιπτεν, από των αρχαιοτέρων μέχρι των τελευταίων έργων του Ευριπίδου ανυψώνετο και πάλιν. Αλλ' όμως δεν ήτο πλέον χορικόν μέλος. Ο Ευριπίδης μετεχειρίζετο υποκριτάς, οίτινες ήσαν και δόκιμοι αοιδοί· όθεν έχει συχνάς μονωδίας. Της _Μηδείας_ (431 π. Χ.) το λυρικόν μέρος αποτελεί περίπου το πέμπτον του όλου· του δε _Ίωνος_ (414 π. Χ.) είναι περίπου το ήμισυ, αλλ' αι μονωδίαι και τάλλα από σκηνής άσματα συμποσούνται πάλιν εις το ήμισυ των χορικών· του _Ορέστου_ (408 π. Χ.) αι μονωδίαι είναι τριπλάσιαι των χορικών. Μία φαινομένη εξαίρεσις διασαφεί την σημασίαν του κανόνος τούτου. Αι _Βάκχαι_ μία των νεωτάτων τραγωδιών έχει πολλά χορικά και καμμίαν μονωδίαν. Διατί; Διότι ο Ευριπίδης, ότ' έγραφεν αυτάς, είχε μετοικήσει εις την Μακεδονίαν και πιθανώτατα δεν είχεν εκεί τους υποκριτάς του. Η Μακεδονία δεν είχε δράμα, αλλ' είχε ζωντανόν διθύραμβον και εξ επαγγέλματος αοιδούς· εκείνοι λοιπόν έψαλλον εν ταις _Βάκχαις_.

Η προς τα άνω αυτή φορά του σατυρικού άσματος είχε πολλάς αιτίας, δηλαδή τας πνευματικάς ορμάς τας εξευγενισάσας τον Αθηναϊκόν λαόν· τον πόθον νέου είδους τέχνης, όπως αντικαταστήση το εκπνέον έπος ως φορείον του ηρωικού μύθου· την εκ της Διονυσιακής λατρείας προερχομένην δίψαν βαθυτέρας συγκινήσεως, ήτις σχεδόν κατ' ανάγκην είναι τραγική. Οι παλαιωθέντες σάτυροι περιωρίσθησαν με την παλαιάν των πρωτότυπον γελωτοποιίαν εις παράμερον γωνίαν κατά το τέλος των τριών τραγωδιών και το κωμικόν στοιχείον αφείθη ν' αναπτυχθή εις χωριστόν είδος τέχνης (235).

Όπως συλλογιζόμεθα σήμερον ημείς, κωμωδία και τραγωδία φαίνονται μόνον δυο όψεις του αυτού πράγματος, το δε μεταξύ των όριον είναι μόλις αισθητόν· ομοίως εσκέπτοντο και οι Αθηναίοι του Μενάνδρου. Αλλ' όμως η ιστορική καταγωγή των ήτο διάφορος. Η μεν τραγωδία προήλθεν εκ του τεχνικού και επαγγελματικού χορικού άσματος· η δε κωμωδία εκ των χυδαιοτήτων των αγροτών κατά τας εορτάς του θέρους και του τρυγητού. «_Η μεν από των εξαρχόντων τον διθύραμβον_ — λέγει ο Αριστοτέλης — _η δε από των τα φαλλικά_». Ταύτα επανηγυρίζοντο εις τιμήν των θεών της γονιμοποιήσεως και αυξήσεως ανθρώπων, ζώων και φυτών, θεών τιμωμένων υπό ποικίλα ονόματα ανά τα διάφορα μέρη της Ελλάδος. Ήσαν ο Διόνυσος εν Αχαρναίς, Ρόδω και Δήλω, αι αδελφαί Δημία και Αυξησία εν Αιγίνη, η Δημήτηρ εν δήμοις της Αττικής, ο Παν εν τη βορεία Πελοποννήσω. Σήμερον βεβαίως εξαφνιζόμεθα φανταζόμενοι την δημοσίαν τέλεσιν τοιούτων χονδρών ασχημιών μεταξύ λαού πολύ απλοϊκωτέρου και ολιγώτερον ανεκτικού ημών. Αλλά, και αν μη λάβωμεν υπ' όψιν την νεωτέραν σεμνοτυφίαν, πρέπει να έχωμεν κατά νουν πολλά άλλα πράγματα· τα στοιχεία εκείνα της ανθρωπίνης φύσεως, άπερ είναι αδιόρθωτα και δεν είναι σεβαστά, οι Έλληνες εσυνήθιζον να ταναγνωρίζωσιν ελευθέρως και να τα κανονίζωσιν. Περιστελλομένη δύναμις αποβαίνει επικίνδυνος· λοιπόν πάσαι αι φυσικαί ορμαί αφίνοντο να εκδηλωθώσιν όσον το δυνατόν αβλαβέστερον. Υπήρχε μεν αυστηρός νόμος κατά πάσης καταχρήσεως των εορτών τούτων, κατά της βίας, της απρεπούς συμμετοχής των ανηλίκων αλλά, καθόλου ειπείν, ούτ' εντροπή υπήρχεν, ούτε μυστικότης. Ατυχώς η περί κωμωδίας φιλοσοφία του Αριστοτέλους, περιλαμβανομένη εις το λείπον μέρος της _Ποιητικής_, δεν εσώθη. Αλλ' αφού ορίζει την ηθικήν βάσιν της τραγωδίας ως κάθαρσιν της ψυχής ημών από του ελέου και του φόβου διά ισχυράς εκροής των τοιούτων συγκινήσεων, αφού δικαιολογεί τα _εξοργιάζοντα την ψυχήν μέλη_ ως επιφέροντα κάθαρσιν των εμφύτων εις ημάς αγρίων συγκινήσεων, αίτινες άλλως ηδύναντο να εκραγώσιν εις ό,τι ονομάζει _ενθουσιασμόν_, εύκολον είναι να εικάσωμεν ότι και της κωμωδίας αι ασχημίαι θα ενομίζοντο ως προξενούσαι άλλην προδηλοτέραν και αναγκαιοτέραν κάθαρσιν. Εξ άλλου δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι πάντοτε υπήρχεν εν Ελλάδι ζωηρά κατά των φαλλικών παραστάσεων αποδοκιμασία· ότι και αυτός ο απόλυτος ασκητισμός είχε πάντοτε τους οπαδούς του· τέλος δε ότι όπου η θρησκεία καθιερώνει ανήθικον έθιμον υποτάσσει και τους υγιεστέρους εγκεφάλους. Αναμφιβόλως πολλαί εγκρατείς και σεμναί ιέρειαι του Διονύσου θα επίστευον ότι αι παλαιαί και συμβολικαί εκείναι τελεταί είχον λαμπράς ανταμοιβάς και επί γης και αλλαχού.