Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 17
Βεβαίως ηθέλομεν προτιμήσει τους λόγους απαραλλάκτους· και βεβαίως χρειάζεται Θουκυδίδης, διά να δικαιολογήση τον τρόπον του Θουκυδίδου. Αλλ' εάν παραβάλωμεν τας δημηγορίας προς τα χωρία του Η' βιβλίου, όπου παρέχει την αυτήν ύλην ως διήγησιν, αγόμεθα να πιστεύσωμεν ότι η τεχνητή και πλαστή δημηγορία είναι σαφεστέρα και προς τον σκοπόν καταλληλοτέρα. Είναι δε βέβαιον ότι κατά το ιστορικόν του ιδανικόν ο Θουκυδίδης σχεδόν απέχει τόσον του Πολυβίου, όσον και του Ηροδότου. Η προσοχή και η αλήθεια βεβαίως επικρατεί και παρ' αυτώ, ως παρά Πολυβίω. «_Τα δ' έργα των πραχθέντων εν τω πολέμω_ (κατ' αντίθεσιν προς τους λόγους) _ουκ εκ του παρατυχόντος πυνθανόμενος ηξίωσα γράφειν ουδ' ως εμοί εδόκει, αλλ' οίς τε αυτός παρήν και παρά των άλλων όσον δυνατόν ακρίβεια περί εκάστου επεξελθών. Επιπόνως δε ηυρίσκετο, διότι οι παρόντες τοις έργοις εκάστοις ου ταύτα περί των αυτών έλεγον, αλλ' ως εκατέρων τις ευνοίας ή μνήμης έχοι. Και ες μεν ακρόασιν ίσως το μη μυθώδες αυτών ατερπέστερον φανείται· όσοι δε βουλήσονται των τε γενομένων το σαφές σκοπείν και των μελλόντων ποτέ αύθις κατά το ανθρώπειον τοιούτων και παραπλησίων έσεσθαι ωφέλιμα κρίνειν αυτά αρκούντως έξει· κτήμα τε ες αεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται_». { Of the things done in the war" (as distinguished from the speeches) "I have not thought fit to write from casual information nor according to any notion of my own. Parts I saw myself; for the rest, which I learned from others, I inquired to the fullness of my power about every detail. The truth was hard to find, because eye-witnesses of the same events spoke differently as their memories or their sympathies varied. The book will perhaps seem dull to listen to, because there is no myth in it. But if those who wish to look at the truth about what happened in the war, and the passages like it which are sure according to man's nature to recur in the future, judge my work to be useful, I shall be content. What I have written is a thing to possess and keep always, not a performance for passing entertainment! } Ο Θουκυδίδης ζητεί την αλήθειαν μετά τόσης επιμελείας και φιλοπονίας μεθ' όσης και νεώτερος αρχαιολόγος, όστις δεν έχει λόγον ν' αποκρύψη ή να εξάρη τίποτε. Αλλ' ο σκοπός του είναι διάφορος. Ο Θουκυδίδης δεν θέλει να προμηθεύση εις τους αναγνώστας του ιστορικόν υλικόν προς επεξεργασίαν· εννοεί να επεξεργασθή το σύνολον αυτός — να είναι μόνος αυτός κριτής της αληθείας και ως κριτής να εκδώση και την απόφασιν υπό καλλιτεχνικήν και οριστικήν μορφήν, χωρίς μήτε μάρτυρας να παρουσιάση, μήτε πηγάς να παραθέση. Χαρακτηριστική τούτου πιθανώς είναι η χρήσις αφ' ενός μεν των κειμένων, αφ' ετέρου δε των δημηγοριών. Γενικώς δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα τελειωμένα μέρη του έργου δεν έχουσιν επίσημα έγγραφα, τα δε ατελείωτα δεν έχουσι δημηγορίας. Πάντα δε φέρουσιν ίχνη, ότι εγράφησαν μετά το τέλος του πολέμου. Το ατελές όγδοον βιβλίον ουδεμίαν έχει δημηγορίαν· το δε ατελείωτον μέρος του πέμπτου έχει μόνον τον διάλογον των Μηλίων.
Περί των επισήμων εγγράφων χωρούσι περισσοτέραι αμφιβολίαι· αλλά το σημείον τούτο έχει πολλήν εσωτερικήν σπουδαιότητα. Διότι των εννέα εγγράφων όσα παρενείρονται αυτολεξεί εις την συγγραφήν, τρία μεν ανήκουσιν εις το προδήλως ατελές όγδοον βιβλίον, τρία δε — _εκεχειρία_ [Δ' 118] _σπονδαί_ [Ε' 18] και _συμμαχία_ [Ε' 23] μεταξύ Σπάρτης και Αθηνών — ανήκουσιν εις το τέλος του δεκαετούς πολέμου. Τα τρία τελευταία ταύτα εικάζομεν ότι προέρχονται εξ αττικών — όχι σπαρτιατικών — πρωτοτύπων και ότι ήσαν απρόσιτα εις τον εξόριστον μέχρι της κατά τα 403 επιστροφής του, αι δε διά μέσου άλλων πληροφορίαι περί αυτών δεν ήσαν ακριβείς. Διότι εκεί όπου ευρίσκονται, δεν είναι οργανικώς ηνωμένα μετά του κειμένου. Η διήγησις εγράφη εν αγνοία τούτων, και κάπου διαφωνεί. Η εκεχειρία δεικνύει ότι χωριστή εκεχειρία είχε συναφθή μεταξύ Αθηναίων και Τροιζηνίων, [Δ' 118,4] αμνημόνευτος εν τω κειμένω. Αι δε σπονδαί διαφέρουσι των ιστορουμένων περί Πτελεού [Η' 24,2] και της Σερμυλίων πόλεως και εμφαίνουσιν ότι οι Αθηναίοι είχον ανακτήσει τας εν τη Χαλκιδική πόλεις. Η δε συμμαχία ουδέν άρθρον περιέχει δεσμεύον τας Αθήνας ή την Σπάρτην να μη συνάψωσιν ιδιαιτέρας συμμαχίας άνευ αμοιβαίας συναινέσεως, ενώ η όλη διήγησις και μηνύει και λέγει τούτο. (Ε' 39, 46) Τοιουτοτρόπως τα έγγραφα πάντα εισήχθησαν υπό του Θουκυδίδου μετά τα 403 και εμφαίνουσι νέαν και υψηλοτέραν υπέρ του έργου αξίωσιν. Γράφων τα περί του δεκαετούς πολέμου, ουδέν έγγραφον είχεν — ούτε την ειρήνην του 445, ούτε τας μετά του Ρηγίου και των Λεοντίνων συνθήκας του 433, ουδ' αυτήν την μετά της Κερκύρας. Το αυτό και περί του σικελικού πολέμου· ουδέ η μετά των Εγεσταίων συνθήκη υπάρχει.
Ο Θουκυδίδης ήρχισε την ιστορίαν του ως αληθινόν χρονικόν του πολέμου κατά θέρη και χειμώνας· επεξέτεινε δε αυτήν εις δοκίμιον πλήρους και φιλοσοφικής ιστορίας των Αθηνών κατά τας διπλωματικάς και συμμαχικάς των σχέσεις. Ότε δε απεμακρύνθη των εγγράφων, ενόησε την αξίαν των, και επανευρών την ευκαιρίαν, συμπεριέλαβεν αυτά εις την ιστορίαν, ως ανεγράφοντο επί των λίθων. Αι μεγάλαι δημηγορίαι δεν εσώζοντο· αλλά γνωρίζων ότι εξέφραζον την βαθυτέραν έννοιαν των χρόνων εκείνων, έπραξεν ό,τι ηδύνατο διά να τας αποδώση ή να τας αναπλάση.
Αλλά και πάλιν το έργον του είναι ατελές. Έχει μόνον εννέα εν όλω έγγραφα, η δε συλλογή φαίνεται μέχρι τινός τυχαία. Τρία τούτων, περίεργα μάλλον ή σπουδαία, είναι απλώς ανεπιτυχείς και προδήλως μυστικαί συνθήκαι μεταξύ της Σπάρτης και της Περσίας. Φαίνεται ότι παρέλαβεν αυτάς διά ιδιαιτέρου τινός αγωγού, ίσως δε του αυτού — ο Kirchhoff νομίζει τον Αλκιβιάδην — όστις εχορήγησε τα εξ Άργους και Σπάρτης έγγραφα του Ε' βιβλίου. Βεβαίως θα εχρειάζετο πολύ περισσότερα έγγραφα διά ν' ανεγείρη την ιδεώδη του ιστορίαν και πολύ περισσοτέρας διατριβάς και παρεκβάσεις και επεξηγήσεις περί της εσωτερικής πολιτικής και των κοινωνικών μεταβολών, πράγματα, ήδη περιοριζόμενα σχεδόν μόνον εις τα δύο πρώτα βιβλία και την εισαγωγήν του έκτου. Αλλ' ουδέ τα ληφθέντα έγγραφα, καθώς είδομεν, μετεχειρίσθη εντελώς. Η διήγησις είχεν ακόμη μερικά μικρά λάθη, τα οποία διά της μαρτυρίας των εγγράφων ηδύνατο να διορθώση, υπήρχον δε και μερικαί σπουδαίαι παραλείψεις. Όσα λέγει περί του φόρου [Α' 96,2 Β' 13,3] είναι σκοτεινά εξ ελλείψεως λεπτομερειών· λέγει δε ότι η Θήρα δεν περιελαμβάνετο εις τας συμμάχους κατά τα 432, [Β' 9,4] δεν εξηγεί δε πώς συνέβη κατόπιν να πληρώνη φόρον κατά τα 426. Ολίγα δε λέγει περί συμβάσεως και προτάσεως ειρήνης, ολίγα περί οικονομικών, ολίγα περί της πολιτικής αναπτύξεως ή της στρατιωτικής παρασκευής των Αθηνών, [ουδέν δε περί παιδείας ή καλλιτεχνίας]. Εις το βάθος της ιστορικής αυτού εικόνος, ίνα μεταχειρισθώμεν την έκφρασιν του κ. Forbes, δεν υπάρχουσιν όσα παρέχει ο Ηρόδοτος. Αλλά το Α' βιβλίον, το σχετικώς πλήρες ως προς τα τοιαύτα, ίσως είναι δείγμα του τι θ' απέβαινε κατόπιν και το λοιπόν έργον.
Το ύφος του Θουκυδίδου, καθώς δεικνύουσιν αυτό τα σωζόμενα χειρόγραφα, είναι παράδοξον φαινόμενον. Αναντιρρήτως, είναι ύφος υψηλόν, έντονον, πυκνόν, ζωηρόν και καταλείπει την εντύπωσιν ισχυρού νου. Αλλ' αναντίρρητον είν' επίσης ότι είναι και τεχνητόν, σκοτεινόν παρά την ζωηρότητά του, αρχαϊκόν και ποιητικόν κατά την λέξιν, κλίνει δε εις εκφράσεις ανθηράς, φαινομένας σχεδόν κενάς. Τούτο κατά μέρος εξηγείται. Ο Θουκυδίδης γράφει τεχνητήν και κάπως ιωνίζουσαν διάλεκτον, _ξυν_ αντί _μετά_, _ήν_ αντί _εάν_, _πράσσω_ αντί _πράττω_. Τούτο ερμηνεύει η λογοτεχνική παράδοσις· δηλ. οι Έλληνες συγγραφείς έτεινον πάντοτε εις διαμόρφωσιν ιδίας γλώσσης. Ο Θουκυδίδης είναι κατάφορτος αντιθέσεων, εξ εμφύτου δε βλέπει τα πράγματα κατά ζεύγη· ομοίως έβλεπε και ο Γοργίας και ο Αντιφών. Αγαπά δε να διακρίνη τα συνώνυμα· τούτο ήτο δίδαγμα του Προδίκου. Μεταστρέφει την τάξιν των λέξεων χαράσσων ειδικάς λεπτομερείας επί ζωηρού αναγλύφου. Τούτο δυσκολεύει την αντίληψιν του συνόλου της εννοίας. Αλλά προφανώς ήτο απόρροια της φύσεως του ανδρός· διότι συνηθίζει τούτο πολύ περισσότερον ή ο Αντιφών και ο Γοργίας, ή αυτός ο Σοφοκλής. Εκ της φύσεώς του επίσης απέρρεεν η συμπύκνωσις εκείνη της ύλης και της εννοίας, ήν αισθανόμεθα, αναγινώσκοντες αυτόν — η νέα ιδέα, η νέα λογική διάκρισις, η πιέζουσα την παλαιάν, πριν εκείνη καταστρωθή ανέτως. Ο Θουκυδίδης είναι φύσει semper instans sibi, ως λέγει ο Κοϊντιλιανός. Γραμματική τις ελευθερία βεβαίως είναι συνήθης εις τους Έλληνας, πιθανώς δε και εις πάντας τους πράγματι βαθείς και ζωηρούς συγγραφείς· π. χ. ενικά ονόματα μετά πληθυντικών ρημάτων, ελαφρά ανακόλουθα, καταληπταί βραχυλογίαι. Αλλά το ανεξήγητον είναι πως ο Θουκυδίδης έπεσεν αφ' ενός μεν εις αληθινά όργια στρυφνής γλώσσης, αφ' ετέρου δε εις παράφωνα σχόλια και επεξηγήσεις, απαντώσας ανά πάσαν σχεδόν σελίδα.
Ανεξήγητον, εάν αληθεύη· αλλ' αληθεύει πράγματι; Αι απαντήσεις εις τούτο πίπτουσι βροχηδόν. «Όχι το σωζόμενον κείμενον είναι διεφθαρμένον». «Αποδεικνύεται σφαλερώτατον διά των τότε επιγραφών. Είναι κατάμεστον γλωσσών. Παρεπληρώθη διά σχολίων και ερμηνευτικών σημειωμάτων κατά την μακράν χρήσιν του ως σχολικού βιβλίου». «Μεταγενέστεροι παραχαράκται διέφθειραν επίτηδες αυτό» (Cobet, Rutherford). «Είς τούτων ήτο αιμόδιψας και άλλος ελάλει ως ηλίθιος». (Μüller-Stübing). «Επειδή το έργον ήτο προφανώς ατελείωτον, εξεδόθη μετά τον θάνατον του συγγραφέως υπό άλλου» (Wilamowitz) ή υπό πολλών άλλων, οίτινες διέφθειραν αυτό, ευρόντες τα χειρόγραφα τόσον συγκεχυμένα, ώστε «η συγγραφική ενότης του Θουκυδιδείου έργου είναι ζήτημα τόσον σκοτεινόν, όσον και του Ομηρικού» (Schwartz).
Προς τας επιθέσεις ταύτας δεν είναι παράδοξον ότι οι κοινοί λόγιοι κωφεύουσιν ή αποβλέπουσι συμπαθώς, ενώ ο Herbst αντιτάσσει το θαυμάσιον πολεμικόν του έργον προς υπεράσπισιν παντός ό,τι αυτός επίστευε κατά τους μακαρίους εκείνους χρόνους, τους περί τα 1860, ότε, καθώς λέγει συγκινητικώς, ησθάνετο ανοίγων τον Θουκυδίδην του, ότι «ανεπαύετο εις τους κόλπους του Αβραάμ». Επίσης δεν είναι παράδοξον ότι συντηρητικοί εκδόται ασπάζονται την άτοπον θεωρίαν — απλώς προς απόκρουσιν των περί επεκτάσεως του έργου θεωριών του Ullrich, του Kirchhoff και του Cwiklinski, — ότι ο Θουκυδίδης ουδέ λέξιν έγραψεν από του 432 μέχρι του 404, έπειτα δε συνέγραψε το όλον βιβλίον διά μιας.
Ενταύθα δεν είναι τόπος αρμόδιος προς έλεγχον του κειμένου, πλην μόνον κεφαλαιωδώς και χάριν της σημασίας, ήν έχει διά την λογοτεχνικήν ιστορίαν και προς κατανόησιν του Θουκυδίδου. Και πρώτον το γενικόν διάγραμμα του Cobet, όν ακολουθεί και ο Rutherford, ότι το κείμενον παρεμορφώθη διά σημειωμάτων και γλωσσών και ότι ο Θουκυδίδης, δεινός περί το ύφος, καθ' ούς χρόνους το ύφος εσπουδάζετο επιμελώς, δεν ανέμειξε μακράς προτάσεις θαυμασίως εκφραστικάς μετά μικρών φρασειδίων φαινομένων ως διαλεκτικών, — τούτο φαίνεται ασφαλές. Απλή σύγκρισις των σωζομένων χειρογράφων και παρατήρησις του Θουκυδιδείου ύφους εμφαίνουσι τούτο. Αλλά τοιουτοτρόπως ελάχιστα προχωρούμεν. Η δε πολύτιμος έκδοσις του Δ' βιβλίου υπό του Rutherford, πειρωμένου να εφαρμόση λογικώς τα ανωτέρω πορίσματα, παρήγαγε κείμενον, όπερ ουδέ δέκα εν Ευρώπη φιλόλογοι ήθελον αποδεχθή. Διακρίνομεν ότι η γνησία λέξις παρεχαράχθη· διακρίνομεν οπωσούν τας γραμμάς. Αλλ' αδυνατούμεν εξ αυτών ν' αποκαταστήσωμεν το κείμενον. (219)
Έχομεν όμως ωρισμένα τινά γεγονότα, ώστε να ελέγξωμεν την παράδοσιν του κειμένου. Έχομεν επί αττικού λίθου το πρωτότυπον μιας των παρά Θουκυδίδη συνθηκών. (220) Έχομεν δε και σπουδαίας τινάς περικοπάς εν τω έργω μεταγενεστέρου γεωγράφου, Στεφάνου του Βυζαντίου.
Εάν λάβωμεν, ως ο Kirchhoff, μόνον τους 25 στίχους και λάβωμεν υπ' όψιν τας αποκαταστάσεις της επιγραφής, το σωζόμενον κείμενον του Θουκυδίδου φαίνεται σφαλερόν εις 32 σημεία· ή, μη, υπολογιζομένων των επαναλήψεων, εις 20, μη υπολογιζομένων δε των εξ εικασίας αποκαταστάσεων της επιγραφής, εις 13. Αι διαφοραί είναι ποικίλαι, εις την ορθογραφίαν, την τάξιν των λέξεων, την χρήσιν άλλων προθέσεων, ή ρηματικών τύπων, ή την παράλειψιν τυπικών φράσεων. Αλλά δεν υπάρχουσι διαφοραί εννοίας. Μαρτυρείται ότι ο Θουκυδίδης αντέγραψεν από γνησίου αθηναϊκού αντιγράφου του πρωτοτύπου — είναι δε σχεδόν βέβαιον ότι αντέγραψεν εξ αυτού του σωζομένου λίθου.
Εάν ήδη απορρίψωμεν την αστήρικτον θεωρίαν ότι ο Θουκυδίδης σκοπίμως εκαλλώπισε το ύφος της συνθήκης, τα σφάλματα του ημετέρου κειμένου πρέπει φυσικά ν' αποδοθώσιν εις τους ποικίλους αντιγραφείς, τους από Θουκυδίδου μέχρις ημών. Τότε το κείμενον πρέπει να θεωρηθή ότι έπαθε σοβαράς ζημίας. Άλλοι διά να σώσωσι την παράδοσιν, θυσιάζουσι τον Θουκυδίδην. «Ο ιστορικός δεν εφρόντιζε περί λέξεων. Έζη προ των χρόνων της φιλολογικής ακριβείας». Τούτο είναι επιχείρημα πιθανόν, αλλά και δίκοπον. Διότι, αν Θουκυδίδης, ο μαθητής των σοφιστών, δεν εφρόντιζε περί της ακριβολογίας των κειμένων, άρα γε οι τότε μισθωτοί γραφείς αντέγραφον προσεκτικώτερον τον Θουκυδίδην;
Η μαρτυρία του Στεφάνου του Βυζαντίου είναι διάφορος, αλλά καταλήγει εις το αυτό. Το σωζόμενον κείμενον του Θουκυδίδου παρέχει ξένα κύρια ονόματα υπό σταθεράν οπωςδήποτε και αττικήν μορφήν, ενομίζετο δε ως σχολαστικώτατον ν' αμφιβάλλωμεν περί αυτών. Αλλ' ο Στέφανος, έχων πέντε περικοπάς του Θουκυδίδου γράφει τα ονόματα κατά τον ορθόν και παλαιόν τύπον, τον οποίον, εννοείται, δεν ηδύνατο αυθαιρέτως να επινοήση. Εν άλλω τόπω (Γ', 105) όπου το ημέτερον κείμενον λέγει ότι τας Όλπας, χωρίον κείμενον επί των προς την Αμφιλοχίαν ορίων της Ακαρνανίας, «_Ακαρνάνες τειχισάμενοι κοινώ δικαστηρίω εχρώντο_» { the common tribunal of the Acarnanians } ο Στέφανος παραπέμπων λέγει «_Ακαρνάνες και Αμφίλοχοι_» όπερ είναι πράγματι ό,τι απαιτεί η θέσις των Ολπών.
Το πόρισμα των ανωτέρω είναι ότι πάσα περί Θουκυδίδου κριτική πρέπει ν' αναγνωρίση αποδεδειγμένην την ατέλειαν του υπάρχοντος κειμένου. Παραδείγματος χάριν, κατά την γνωστήν των Μυτιληναίων καταδίκην, ότε η εκκλησία του δήμου επέβαλεν εν ώρα παραφοράς την ποινήν του θανάτου εις άπαντας τους στρατευομένους, τη δε υστεραία μετενόησε και διά μεγίστης σπουδής των ερετών της δευτέρας τριήρους έσωσεν αυτούς, προστίθεται ότι τους «_ αιτιωτάτους όντας της αποστάσεως . . . διέφθειραν οι Αθηναίοι· ήσαν δε ολίγω πλείους χιλίων_» (Γ' 50). Είναι ο αριθμός ούτος και μακρόθεν πιστευτός; Εις ουδέν άλλο τα χειρόγραφα είναι τόσον αναξιόπιστα, όσον εις τους αριθμούς, διότι το ελληνικόν αριθμητικόν σύστημα ευκολώτατα παρείχε λαβήν εις χονδρά λάθη. Οι αιτιώτατοι ήσαν τότε εν Αθήναις, εγίνετο δε εσκεμμένη τιμωρία αιχμαλώτων και όχι παράφορος σφαγή. Και όμως ουδείς ούτε παρά Θουκυδίδη, ούτε επί πολλούς μετ' αυτόν αιώνας σχολιάζει τοιούτο πράγμα! Ο Διόδωρος, [ΙΓ' 30,4] έχων ανοικτόν ενώπιόν του τον Θουκυδίδην, παριστά τον [Γύλιππον] δημηγορούντα περί των εγκλημάτων των Αθηνών, λαλούντα περί πολλών μικροτέρων αμαρτημάτων, περί του σκληρού ψηφίσματος της πρώτης εκκλησίας, ότι «_εψηφίσαντο τους εν τη πόλει κατασφάξαι_», ουδέ γρυ δε λέγει ότι ψυχραίμως εθανάτωσαν χίλιους. Είναι φανερόν ότι ο Διόδωρος δεν είχεν αναγνώσει τούτο. Το όλον έγκειται εις την ορθότητα του αριθμού _α_. Και όμως οι ημέτεροι εκδόται φωνασκούσι μεν και διαπληκτίζονται, αλλά δεν παραδέχονται ότι πιθανόν το _α_ να είναι λάθος. (221)
Κατά τον αυτόν τρόπον εν Α' 51,4 το ημέτερον κείμενον δύναται να εξελεγχθή υπό συγχρόνου επιγραφής (C. I. Α. 179). Ο λίθος συμφωνεί ακριβώς μετά του Θουκυδίδου εις τα ονόματα της πρώτης σειράς των αναφερομένων στρατηγών εν δε τη δευτέρα λέγει· Γλαύκων [Μεταγέ]νης και Δρακοντίδης. Αλλά το κείμενον λέγει «_Γλαύκων τε ο Λεάγρου και Ανδοκίδης ο Λεωγόρου_», δηλαδή Ανδοκίδης ο ρήτωρ. Είναι τάχα τούτο σφάλμα του ιστορικού; Πιθανώς όχι. Δυνατόν να υποτεθή ότι ο κάτοχος αντιγράφου τινός, φέροντος κηλίδα ή και τρύπαν, αμφιβάλλων περί του τύπου Λέαγρος, εσκέφθη ότι «Λεωγόρας ήτο πραγματικόν όνομα· ο Ανδοκίδης ήτο υίός του Λεωγόρου». Ούτω δε παρεισήλθεν απρόσκλητος ο ρήτωρ και εφυγάδευσε τα δύο πραγματικά, αλλ' αδιάγνωστα ονόματα. Κάτι τοιούτο είναι πολύ πιθανώτερον ή ότι ο Θουκυδίδης έπεσεν εις τοιαύτην παραδρομήν.
Σχολιαστής χωρίου τινός περί το τέλος του Α' βιβλίου, όπου η διήγησις είναι ομαλή και το ύφος εύκολον, παρατηρεί ότι ενταύθα ο λέων γελά. Ο λέων θα εγέλα συχνότερα και γλυκύτερα, εάν μόνον ηδυνάμεθα να ίδωμεν την αληθινήν του έκφρασιν, αδιάστροφον υπό των περιπετειών της παραδόσεως.
Επανερχόμενοι εκ της αναποφεύκτου ταύτης παρεκβάσεως, παρατηρούμεν ευκόλως πόση φυσική αντίθεσις υπάρχει μεταξύ του Θουκυδίδου και της όλης μεθόδου του Ηροδότου. Ο Θουκυδίδης δεν εισάγει υπερφυσικά πρόσωπα εις την ιστορίαν του. Δεν βλέπει κανέν δείγμα — και πώς ηδύνατο να ίδη εν μέσω της τότε δυστυχίας; — δείγμα δράσεως θείας τινός προνοίας. Το πνεύμα του είναι _θετικόν_· δεν ομιλεί περί πραγμάτων όσα δεν ηξεύρει. Μειδιά κάπως ειρωνικώς, αναφέρων χρησμούς, οι οποίοι εννοείται ότι τότε ήσαν μυριόλεκτοι. Φέρει παραδείγματα της επιτηδείως διφορουμένης εννοίας ενός (Β' 17,54) και μνημονεύει ως περίεργον τον μόνον χρησμόν, όν είδεν επί τέλους αληθεύσαντα. (222) Περί προσώπων ολίγα λέγει. Αισθάνεται την επίδρασιν μεγάλου ανδρός, οίος ο Περικλής, αναισχύντου δημαγωγού, οίος ο Κλέων, ατασθάλου μεγαλοφυούς, οίος ο Αλκιβιάδης. Ζων επί περιόδου ψυχολογικής, διαγράφει των ανθρώπων τούτων τους χαρακτήρας και τον τρόπον του σκέπτεσθαι, διαγράφει δε αυτούς ενίοτε μετά ζωηράς δραματικής προσωποποιίας εν ταις δημηγορίαις και αλλαχού· αλλά φροντίζει μόνον περί του πνεύματος, ουδέποτε περί του τρόπου ή της ύλης, και ουδέποτε καταβαίνει εις λοιδορίαν. Αγαπά τα μεγάλα γεγονότα και τας ωργανωμένας δυνάμεις, πιστεύει δε προ παντός εις τον λόγον, την διανοητικήν δύναμιν, την ευφυίαν.
Έχει και άλλην από του Ηροδότου διαφοράν. Ο Θουκυδίδης ήτο έμπειρος και δόκιμος στρατιωτικός, ο δε Ηρόδοτος ήτο λογογράφος, έχων πείραν μόνον μικρών ιωνικών αψιμαχιών, τας οποίας είδε νέος. Ο Ηρόδοτος [Θ' 53] λαλεί περί «_του Πιτανήτεω λόχου_», δεικνύων ότι ενόμιζεν ότι οι σπαρτιατικοί λόχοι συνεκροτούντο κατά δήμους· τούτο παροργίζει τον Θουκυδίδην (Α' 20) ότι εξ επαγγέλματος ιστοριογράφος δέχεται λόχον «_ός ουδ' εγένετο πώποτε_» [και επιφέρει το περιλάλητον εκείνο «_Ούτως αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας· και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται_» ]. Πλην της τοπογραφίας, η οποία πάντοτε ήτο δύσκολος προ της κατασκευής χαρτών, ο Θουκυδίδης καθόλου είναι σαφέστατος και ακριβέστατος εις στρατιωτικά ζητήματα· είναι δε αξιοσημείωτον ότι κατανοεί σχεδόν όλην της ελληνικής στρατιωτικής οργανώσεως την αδυναμίαν, ήτις κατόπιν απεκαλύφθη βαθμηδόν διά της πείρας. Κατά τον πελοποννησιακόν πόλεμον η όλη δύναμις του στρατού ενέκειτο εις το βαρύ πεζικόν. Ο Θουκυδίδης (Γ' 102, Δ' 39) δεικνύει την αχρηστίαν τοιούτου στρατού εναντίον ίσου πεζικού ελαφρού. Το δίδαγμα τούτο εφήρμοσαν ο Ιφικράτης και ο Ξενοφών. Δεικνύει προσέτι το αποτέλεσμα της υπεροχής του ιππικού των Συρακοσίων, προς ανίχνευσιν, επισιτισμόν και προς καταδίωξιν. Ομοίως εν Χαιρωνεία ενίκησε το ιππικόν του Φιλίππου, και το ιππικόν του Αλεξάνδρου κατέκτησε το κράτος του Δαρείου. Επίσης καταδεικνύει ο Θουκυδίδης το ασθενέστατον σημείον της ελληνικής στρατηγικής, την παρακώλυσιν της εν τω πεδίω της μάχης δράσεως του στρατηγού υπό του υπερβολικού κατ' οίκον ελέγχου. Η σικελική εκστρατεία εχάθη όχι εξ αιτίας του Νικίου, αλλά ένεκα της εκκλησίας του δήμου· ή και αν ο Νικίας διέπραξε σπουδαία λάθη, ταύτα ήσαν αποτελέσματα της παραλυτικής καταστάσεως, εις ήν εκράτει αυτόν το απόν εκείνο επιτελείον. Η ρωμαϊκή σύγκλητος, συγκειμένη κατά μέγα μέρος εξ ανδρών στρατιωτικών, συνεπάθει και προς τας ατυχίας των στρατηγών και προς τας υπερβάσεις αυτών. Αλλ' η εκκλησία των Αθηναίων εξηρτάτο μεγάλως εκ των απλών στρατιωτών και των ανδρών, οίτινες καίπερ υπόχρεοι εις στρατείαν, πράγματι ουδόλως ήσαν στρατιώται. Και εν Σπάρτη τα πράγματα δεν ήσαν καλύτερα δι' άλλην τινά αιτίαν. Δηλαδή μόνον εξαιρετική θέσις, όπως η του Βρασίδα εν τη Χαλκιδική ή του Άγιδος εν Δεκελεία, παρείχον εις τον στρατηγόν το δικαίωμα να δράση ελευθέρως, καίτοι πράγματι ο Άγις εδεσμεύετο και υπό του φθόνου. Και εδώ διακρίνομεν ένα των λόγων της κατόπιν επιτυχίας του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.
Όπως πλείστοι μελετηροί στρατιωτικοί, — ο Βauer αναφέρει το παράδειγμα του Μόλτκε και άλλων — και ο Θουκυδίδης διαρκώς έχει κατά νουν την αβεβαιότητα του πολέμου, το αδύνατον του να προβλέψη κανείς τα πάντα ή να εννοήση κατά την διάρκειαν της μάχης ακριβώς το τι συμβαίνει. Δεν κρίνει, όπως οι μωροί, τους ανθρώπους εκ της επιτυχίας. Βεβαίως ως προς τούτο, προκειμένου περί ζητημάτων πολεμικών, είχεν οικείας αφορμάς· αλλ' η αρχή αύτη, μία των γνησιωτάτων σφραγίδων του αληθώς σκεπτομένου ανθρώπου, είναι αχώριστος απ' αυτού δι' όλου του έργου. Ο Περικλής ήτο πεπεισμένος εκ των ενώπιόν του πραγμάτων ότι η πόλις θα ενίκα· και όμως αι Αθήναι ηττήθησαν. Ο Περικλής ήτο βαθύς και ακριβής εις τους υπολογισμούς του, αλλά δεν ηδύνατο να προΐδη τον λοιμόν, ουδέ ήτο υπεύθυνος διά την μετά τον θάνατόν του εγκατάλειψιν της πολιτικής του. Άξιον δε προσοχής είναι ότι ο Θουκυδίδης ουδέποτε εκφράζει προσωπικήν κρίσιν, οσάκις αύτη δύναται να εξαχθή εκ των ιστορουμένων γεγονότων. Ομιλεί μόνον όταν νομίζη ότι τα γεγονότα δύνανται να παρερμηνευθώσιν. Η υπόσχεσις του Κλέωνος (Β 28) ότι θα εκυρίευε την Σφακτηρίαν εντός είκοσιν ημερών εξεπληρώθη. Αλλ' όμως ο Κλέων ήτο «_μανιώδης_», λέγει ο Θουκυδίδης. Κατά το τέλος της σικελικής εκστρατείας θαυμάζομεν ολοψύχως τον Δημοσθένη, προς δε τον Νικίαν αισθανόμεθα κάποιον οίκτον ανάμεικτον προς οργήν ή και περιφρόνησιν. Αλλ' ο Θουκυδίδης (Ζ' 86) μας διδάσκει, ότι ο Νικίας εφονεύθη «_ήκιστα δη άξιος ών των γε επ' εμού Ελλήνων ες τούτο δυστυχίας αφικέσθαι διά την πάσαν ες αρετήν νενομισμένην επιτήδευσιν_». { Of all the Greeks of my time, he least deserved so miserable an end, for he lived in the performance of all that was counted virtue } Ουδέποτε θ' ανεκαλύπτομεν τούτο περί του Νικίου εκ μόνων των γεγονότων. Αλλ' ο Θουκυδίδης εγνώριζε τον άνθρωπον· λέγει την καθαράν, σχεδόν την ωμήν περί αυτού αλήθειαν· και όμως ούτως αποφαίνεται εν τέλει. Το αυτό και περί Αντιφώντος. Ο Αντιφών ήτο πρόσωπον απαίσιον ήτο ο υπεύθυνος διά την τρομοκρατίαν. Αλλ' ο Θουκυδίδης τον εγνώριζε και τον εθαύμαζεν, (Η' 68) ενώ κατέγραφε πληρέστατα τας ανομίας αυτού. Το εγκώμιον του Μακκιαβέλλη προς τον Καίσαρα Βοργίαν είναι αυτονόητον. Η αρετή του Αντιφώντος ήτο πιθανώς ό,τι περίπου η virtu του Βοργία, ο δε Μακκιαβέλλης έθαλπε μέγα περί της Ιταλίας ιδανικόν, όπως περί των Αθηνών ο Θουκυδίδης. Ίσως δύναταί τις να ενθυμηθή και το προς τον ΙΑ' Λουδοβίκον εγκώμιον του Φιλίππου de Commines. (223) Αλλ' ο Θουκυδίδης καίτοι πνευματικώς συγγενής προς τους δύο τούτους, είναι ανήρ απείρως μεγαλύτερος του Φιλίππου de Commines, πολύ ηθικώτερος του Μακκιαβέλλη και πολύ ευγενέστερος αμφοτέρων. Είναι φειδωλός εις ηθικάς επικρίσεις, αλλά μόνον τυφλός δεν αντιλαμβάνεται ότι ο Θουκυδίδης εξ αρχής μέχρι τέλους ακολουθεί υψηλάς ηθικάς αρχάς. Ελέχθη ότι αποδίδει μόνον ευτελή ελατήρια και εις τους αρίστους των ηρώων του, δίψαν δόξης εις τον Βρασίδαν και πόθον διαφυγής της ποινής εις τον Δημοσθένη. Αλλά σπανίως αναφέρει οιονδήποτε προσωπικόν ελατήριον, οσάκις δε τοιαύται δυνάμεις ειςβάλλουσιν εις την ιστορίαν, εν γένει δεν είναι ανιδιοτελείς. Βεβαίως προϋποθέτει μεγάλην δόσιν φιλοπατρίας ως συνήθη· αλλά δεν πρέπει κανείς να απορήση μανθάνων ότι ο Θουκυδίδης δυσκολεύεται να εννοήση πράξιν όλως διόλου απηλλαγμένην φιλαυτίας. Εννοείται ότι και ο Θουκυδίδης ως άνθρωπος σφάλλεται και δεν ανευρίσκει πάντοτε την αλήθειαν. Π. χ. η εν τω Α' βιβλίω εισαγωγή του εις την αρχαίαν ιστορίαν είναι έν των θαυμασιωτάτων του έργου του μερών. Λόγω ιστορικής φαντασίας, και ευρύτητος βλέμματος είναι πιθανώς απαράμιλλος μέχρι των χρόνων των Εγκυκλοπαιδεικών του ιη' αιώνος· κατά δε την μέθοδον υπερέχει και τούτων. Αλλ' όμως είναι φανερόν ότι ο Θουκυδίδης δεν εννοεί τι εστι μύθος. Πραγματεύεται αυτόν ως παραμορφωθείσαν ιστορίαν και οσάκις ουδεμίαν έχει σχέσιν προς αυτήν. Αν ο Πέλοψ και ο Ίων και ο Έλλην υπήρχον, η έκθεσις του Θουκυδίδου θα ήτο ορθή· αλλ' ακόμη εκλαμβάνει τα φαντάσματα εκείνα ως ανθρώπους.