Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 16
Αλλ' η βαθυτέρα μεταξύ Πλάτωνος και Σωκράτους συγγένεια υπήρχε, φαίνεται, εις κάτι άλλο — εις την αντίληψιν του _Έρωτος_. Ο ισχυρός δεσμός, ο συνδέων τον Σωκράτη μετά των οπαδών του, το μυστικόν ίσως της αφοσιώσεως και της λατρείας, μεθ' ής άνθρωποι τόσον διάφοροι απέβλεπον προς αυτόν, ήτο η περιπαθής και ακόρεστος εκείνη συγκίνησις, ήν ο Σωκράτης δεν ηδύνατο να ονομάση άλλως. Οι περί τον Περικλή ήσαν _ερασταί_ των Αθηνών. Ο Σωκράτης ήτο _εραστής_ του καλού και του αληθούς και του αγαθού και διά ταύτης της απωτάτης αιτίας παντός έρωτος ηγάπα τους μαθητάς του και πάντας τους προς τον αυτόν σκοπόν εργαζομένους. Και ο μεν Πλάτων εικονίζει τούτο τελείως· ο δε Σωκράτης ίσως είχε μόνον εκλάμψεις τινάς έρωτος· αλλ' είναι φανερόν ότι η σφοδρά εκείνη προσωπική έλξις ανδρός προς άνδρα, η ψυχραίνουσα πολλούς των νεωτέρων αναγνωστών των Πλατωνικών διαλόγων, αρχικώς απορρέει εξ αυτού του Σωκράτους. Αξιοσημείωτον όμως είναι ότι εν τω μέσω των τότε ελληνικών ηθών ο έρως εκείνος ουδέ κατ' αυτήν την δίκην του Σωκράτους έδωκεν αφορμήν οιαςδήποτε μομφής. Παρά Πλάτωνι ο έρως εμφανίζεται κάπως απερίσκεπτος· αλλ' η εξαισία του Αριστοτέλους αντίληψις της φιλίας ουδέν άλλο φαίνεται ότι είναι ή αυτός ο Πλατωνικός έρως υπό άλλο, ψυχρότερον και ασφαλέστερον όνομα.
Αλλά ποία ήτο η πηγή της απείρου του Σωκράτους επιδράσεως επί όλης της έπειτα φιλοσοφίας, αφού κατά τα θετικά φιλοσοφικά πορίσματα δεν ήτο υπέρτερος του Πρωταγόρου, ουδέ ηδύνατο να παραβληθή προς τον Δημόκριτον; Ήτο το δαιμόνιον, η θεία σχεδόν έμπνευσις του ανδρός. Εξωτερικώς μεν η ανεξαρτησία του από πάσης εταιρείας ή σχολής, ούτως ώστε μετά την καταστροφήν εκείνων και την πτώσιν του Πρωταγόρου, του Περικλέους, του Γοργίου, απέμεινε μόνος ορθός και διετήρησε την δόξαν του. Έπειτα δε το μέγα γεγονός, ότι επεσφράγισε την αποστολήν του διά του αίματός του. Ο Σωκράτης ήτο τόσον προφήτης, ώστε να προαισθανθή ότι του ήτο καλόν να αποθάνη· ότι ήτο αδύνατον ν' αρνηθή και μίαν λέξιν εξ όσων επίστευεν ή να στέρξη ό,τι ενδομύχως απέκρουεν. Η Πλατωνική Απολογία βεβαίως είναι πλάσμα· αλλ' έχομεν μαρτυρίας αποδεικνυούσας ότι η προς την ζωήν ή τον θάνατον αδιαφορία, ή μάλλον η υπεράνω τούτων έξαρσις του Σωκράτους, ήτο πραγματική. Τότε δε ο κόσμος ήτο ακόμη ασυνήθιστος εις θρησκευτικάς καταδιώξεις και δεν εγνώριζε πόσοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να μαρτυρήσωσι χάριν της πίστεώς των. Αλλά κατά μίαν έποψιν ο Σωκράτης είναι υπέρτερος των μαρτύρων της θρησκείας· ότι δεν απέθανεν ονειρευόμενος στεφάνους δόξης, ουδέ πιστεύων τυφλώς εις ωρισμένην αποκάλυψιν. Απέθανεν απλώς έχων την ήρεμον και άσειστον πεποίθησιν, ότι η αλήθεια είναι πράγματι πολυτιμοτέρα της ζωής, και όχι μόνον η αλήθεια, αλλά και αυτή η άκαρπος ζήτησις της αληθείας. Η καταδίκη του συνεζητήθη πλείστον και σήμερον και το πάλαι· οι Σωκρατικοί, ως ο Αισχίνης και ο Αντισθένης, εξεδίκησαν λαμπρώς αυτήν διά της γραφίδος· ο Πλάτων έγραψε την _Απολογίαν_, τον _Ευθύφρονα_ και τον _Γοργίαν_· Ο Λυσίας συνηγόρησεν υπέρ του Σωκράτους υπό μορφήν λόγου· Πολυκράτης ο σοφιστής εδοκίμασε να δικαιολογήση — πιθανώς όχι χάριν απλής σοφιστικής ασκήσεως — την απόφασιν του δικαστηρίου, κατ' αυτού δ' επέπεσον ο Ισοκράτης, γράψας μετά κομψής ειρωνείας τον _Βούσιριν_, και ο Ξενοφών μετά πειστικότητος όχι πολλής τα _Απομνημονεύματά_ του.
Το κύριον σημείον της δίκης, όπερ πρέπει να φέρωμεν κατά νουν, είναι ότι ούτε οι κατήγοροι του ήσαν ποταποί, ούτε οι δικασταί πάντες «_φθείρες_», ως ο Μάρκος Αυρήλιος απλώς αποφαίνεται. Είναι δε αναντίρρητον ότι ο Σωκράτης περιεστοιχίζετο πάντοτε υπό νέων αργών, ιδίως των πλουσιωτέρων και μάλλον εκλύτων τάξεων· υπό μίαν δ' έποψιν δεν ωφέλησεν αυτούς· δηλαδή είχον αισθανθή μόνον την καταλυτικήν ενέργειαν της ηθικής του διδασκαλίας χωρίς να νοήσωσι και τον πραγματικόν αυτής σκοπόν. Η δε πολιτική του διδασκαλία ήτο εφεκτική. Ο Σωκράτης δηλαδή δεν ήτο μεν ολιγαρχικός, — αφού ο πρεσβύτατος μαθητής του, ο Χαιρεφών, επολέμησε μετά του Θρασυβούλου εν τη Φυλή — αλλά συνεζήτησε και κατέτριψε την ιεράν ιδέαν της δημοκρατίας, καθώς και πάσης άλλης κατά συνθήκην αρχής. Η δε πόλις μόλις μεν ανέρρωσεν εκ της αιματηράς τυραννίας των δύο μαθητών του, του Κριτίου και του Χαρμίδου, ουδέποτε δε ηδυνήθη ν' αναλάβη εκ της προδοσίας του εταίρου του Αλκιβιάδου. Η δεισιδαιμονία του λαού εξηγείρετο και συνεχέετο εξ ολιγαρχικών σκευωριών, θρησκευτικών προλήψεων και θείας τιμωρίας.
Των κατηγόρων του ο μεν ποιητής Μέλητος ήτο πιθανώς άνθρωπος φανατικός, αγανακτών διά το _δαιμόνιον_· εξ άλλου δε ασθενής και δειλός, φυλακισθείς παρανόμως υπό των τριάκοντα την αυτήν εκείνην φυλακήν, την οποίαν κατά την παράδοσιν των Σωκρατικών απέστερξεν ο Σωκράτης. Ο δε Λύκων φαίνεται ότι ήτο και τιμώμενος πολιτευτής, κατά του οποίου οι Σωκρατικοί ουδέν άλλο λέγουσιν ή ότι υπήρξε ποτε φανερός του διδασκάλου φίλος. Αλλ' οι δύο εκείνοι άνθρωποι δυσκόλως θα ηδύναντο να επιτύχωσι την καταδίκην του Σωκράτους κατά την συνήθη κατάστασιν της δημοσίας γνώμης, αν μη υπεστηρίζοντο υπό του Ανύτου. Διότι ολίγον έπειτα κατά το αυτό έτος ο Μέλητος κατηγορήσας επί ασεβεία τον Ανδοκίδην, έχων δε εναντίον τον Άνυτον, δεν έλαβε ουδέ το πέμπτον μέρος των ψήφων. Ο Άνυτος όμως ήτο είς των ηρώων της αποκατασταθείσης δημοκρατίας, και μάλιστα είς των επιφανεστέρων του γενναίου εκείνου ομίλου. Ως φυγάς εν τη Φυλή, έσωσε την ζωήν των ολιγαρχικών, όσους συνέλαβον οι περί αυτόν, μετά δε την νίκην ήτο είς των κηρυξάντων την αμνηστίαν και αφήκεν ανενοχλήτους και αυτούς τους κατόχους των δημευθέντων αυτού κτημάτων. Μετά του Σωκράτους είχε παλαιάς σχέσεις· και ήτο μεν αυτός εύπορος βυρσοδέψης, αφιέρωσε δε όλην του την ψυχήν εις την ανατροφήν του υιού του, έτοιμος να κάμη πάσαν προς χάριν του θυσίαν εκτός της ζητουμένης. Ο υιός του ήθελε να γίνη εταίρος του Σωκράτους, να συζή μετά νέων αριστοκρατικών αμφιβόλων αρχών και υπόπτων πολιτικών φρονημάτων, δεν έστεργε δε ν' ακολουθήση το πατρικόν επάγγελμα. Ο δε Σωκράτης αφελώς υπεστήριξε το αίτημά του. Ίσως εάν τότε ο Σωκράτης ηκολούθει τον δρόμον του ή ο Άνυτος τον ιδικόν του, τα πάντα θα ευωδούντο. Αλλά κατά δυστυχίαν ο υιός απέμεινεν απειθής και σκληροκέφαλος· ότε δε ο πατήρ του έφυγεν αντάρτης υπέρ της ελευθερίας, εκείνος παρέμεινεν εις το άστυ μετά του Σωκράτους και των τυράννων, τέλος δε κατήντησε και αδιόρθωτος μέθυσος. Ενώ λοιπόν ο γέρων βυρσοδέψης εμάχετο διά μέσου των αιματωμένων οδών του Πειραιώς, εσκέπτετο ότι ο σειληνόμορφος εκείνος σοφιστής εξηκολούθει να ζη εν Αθήναις, ευτυχής επί της τυραννίας όσον επί της δημοκρατίας, πάντοτε αστεϊζόμενος και πειράζων και συζητών αμφίβολα ζητήματα προς τον άσωτον υιόν του. Δεν εχρειάζετο πολλά διά να πεισθή ότι η ρίζα εκείνη της διαφθοράς έπρεπε να εκλείψη. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος του Σωκράτους είναι αληθινή τραγωδία. Και ο Άνυτος ήτο άνθρωπος τίμιος και διακινδύνευσε την ζωήν υπέρ των ιδεών του· αλλ' ο ευγενέστερος και μεγαλύτερος αυτού εθριάμβευσεν εν τέλει.
Η'
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ.
Καθ' όν χρόνον ο γέρων Ηρόδοτος επέθετε τέλος εις την ιστορίαν του εν Αθήναις, νέα περίοδος πολέμου ήρχιζεν εν Ελλάδι και εχρειάζετο συγγραφέα. Ο κόσμος του Ηροδότου είχεν ικανοποιητικώς συντελεσθή. Η μεν Περσία είχε δαμασθή· η δε θάλασσα εδεσπόζετο υπό μιας αρχής· η ελευθερία και η τάξις είχον επικρατήσει· ισονομία, ισηγορία, δημοκρατία. Η δε παιδεία, ήν ο Ηρόδοτος ηγάπα αμέσως μετά την ελευθερίαν, είχεν ευρύτατα διαδοθή· εν τη μεγάλη πόλει, όπου έζη, πας πολίτης εγνώριζεν ανάγνωσιν και γραφήν, και πας ήτο δεινός και _φιλόκαλος_. Ουδέποτε δε, ουδ' εις αυτάς τας πλουσίας αυλάς των τυράννων, είχον συνέλθει τόσοι ποιηταί και λόγιοι, όσοι εις το λιτόν και φιλόπονον άστυ. Εκεί υπήρχε νέον είδος ποιήσεως, φυσικόν μόνον επί εκείνης της γης, τόσον παραδόξως αληθινόν και βαθύ και εκπληκτικόν, ώστε πάσα άλλη ποίησις εφαίνετο φλυαρία. Η δε πόλις η κατορθώσασα πάντα ταύτα — η μαχομένη, η συντάσσουσα, η δημιουργούσα — ήτο η μητρόπολις της ιδικής του Ιωνίας, η πόλις, ήν και ο Θηβαίος είχεν εγκωμιάσει (Πινδάρου απόσπ. 76)
_ω ται λιπαραί και ιοστέφανοι και αοίδιμοι, Ελλάδος έρεισμα, κλειναί Αθάναι, δαιμόνων πτολίεθρον._
{ O shining, violet-crowned City of Song, great Athens, bulwark of Hellas, walls divine! }
Ο χαιρετισμός εκείνος του Πινδάρου εγαργάλιζε παραπολύ την υπερηφάνειαν των Αθηναίων. Η ηχώ αυτού αντήχει μυριάκις· μέχρι του 424 π. Χ. η λέξις _ιοστέφανος_ ηδύνατο να ορθώση επί των εδρών προσεκτικούς τους ακροατάς και δεξιά χρήσις του επιθέτου _λιπαραί_ υπό ξένου πρεσβευτού ηδύνατο να επιτελέση διπλωματικούς θριάμβους. (210)
Η φιλοπατρία εκείνη ήτο αληθώς περιπαθής αγάπη προς την προσωποποιουμένην πόλιν. Αλλ' άριστα συνέδεον αυτήν μετ' αφοσιώσεως εις παν ό,τι εθεώρουν υψηλόν — ήτοι προς την ελευθερίαν, τον νόμον, την ηθικήν — και προς ό,τι οι Έλληνες ωνόμαζον καλόν. Αι Αθήναι ήσαν απαράμιλλος πόλις και οι Αθηναίοι είχον υπέρ αυτής τας υπερβολικάς εκείνας αξιώσεις, όσας έχει τις μόνον χάριν του ιδανικού του ή χάριν ερωμένης. Τω όντι ο Περικλής μετεχειρίζετο την λέξιν ταύτην· ωνόμαζε τον εαυτόν του _εραστήν_ της πόλεως (211) και συνήθροισεν όμιλον ομοίων ανδρών, συνηνωμένων εραστών μιας αθανάτου ερωμένης. Διά τούτο την εστόλισαν με τόσην αγάπην. Και άλλαι ελληνικαί πόλεις είχον μεγάλους ναούς των θεών. Αλλ' οι τότε Αθηναίοι ήσαν οι πρώτοι σπαταλήσαντες τόσα ποσά χάριν κτισμάτων, οποία τα Προπύλαια, τα νεώρια, το Ωδείον, δηλαδή χάριν έργων αφιερωμένων εις μόνας τας Αθήνας. Άρα γε ο Ηρόδοτος ηρέσκετο εις την σπατάλην ταύτην; Τουλάχιστον δεν ηδύνατο — τις ημπορεί να μαντεύση τας γνώμας άλλου; — να επιδοκιμάση τον τελικόν αυτής σκοπόν, τον ρητώς επαναλαμβανόμενον προς τους δυσφορούντας Έλληνας, ότι η ασύγκριτος πόλις ήτο απόλυτος ηγεμονίς των συμμάχων της, σοφή και αγαθή τύραννος, μόνον καθήκον έχουσα να προμαχή και να ηγήται της Ελλάδος και ν' αποκρούη τον βάρβαρον. (212)
Μεταξύ του Ηροδότου και της νεωτέρας περί τον Περικλή γενεάς υπήρχε μέγα χάσμα, το χάσμα της σοφιστικής διδασκαλίας. Οι ακροαταί του Αναξαγόρου, του Πρωταγόρου και του Ιπποκράτους διέφερον βεβαίως προς τας δοξασίας, τους σκοπούς και τας κλίσεις· αλλ' είχον κοινήν την σπουδαιοτάτην αρχήν, ότι η σκέψις πρέπει να είναι σαφής και ότι ο λόγος ανοίγει τα μυστήρια του κόσμου. Μεταξύ της γενεάς, εφ' ής ενετυπώθη η διδασκαλία εκείνων, ήτο και κάποιος νέος, όστις ανήκεν εις οίκον αντίπαλον του Περικλέους, αλλ' εθαύμαζεν από καρδίας τον Περικλή και εμιμήθη πολλά χαρακτηριστικά εκείνου· συναισθανόμενος δε την δύναμιν του νου του, ολίγας είχεν απατηλάς βλέψεις και εμίσει τα νεφελώδη. Ανήκε δε και αυτός εις την ομάδα των _εραστών_· παρέβαλλε τας Αθήνας του προς τας Ομηρικάς Μυκήνας ή την Τροίαν, παρέβαλλεν αυτάς προς τας παλαιάς Αθήνας, αι οποίαι ενίκησαν τους Μήδους· και ερευνών κατά το πνεύμα της περιόδου εκείνης την αρχαίαν ιστορίαν, απέξεσε την λάμψιν του αρχαίου μεγαλείου και ηύρεν ότι υπό το φως της ημέρας η ερωμένη του ήτο μεγαλυτέρα και ωραιοτέρα των παλαιών. Είδε — καθώς αναμφιβόλως πάντες οι περί τον Περικλή — ότι επήρχετο πόλεμος, αξιολογώτατος ίσως των μνημονευομένων, πόλεμος, μέλλων βεβαιότατα να στερεώση ακραδάντως την ηγεμονίαν των Αθηνών. Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ απεφάσισε λοιπόν να παρακολουθήση τον πόλεμον τούτον εξ αρχής, να σημειώση παν βήμα, να εξιχνιάση πάσαν αφορμήν, να μη αποκρύψη το παραμικρόν, να μη εξογκώση τίποτε — να κάμη ό,τι ο Ηρόδοτος δεν είχε κάμει ή μόνον εδοκίμασε να κάμη. Ήτο ευπατρίδης και διαπρεπής στρατιωτικός. Είχεν αίμα θρακικόν, πολεμικόν σθένος βορείου, είχε δε και συγγένειαν προς τον μέγαν Κίμωνα και τον Μιλτιάδην. Ο λοιμός του 430 παρ' ολίγον κατέστρεφε ριζηδόν όλας του τας φιλοδοξίας, αλλ' ήτο εκ των ολίγων όσοι ασθενήσαντες ανέλαβον. Ο πόλεμος είχεν ήδη διανύσει οκτώ έτη πριν ο Θουκυδίδης εύρη καιρόν να διακριθή· τω 423 εξελέγη δεύτερος στρατηγός και εστάλη εις την Χαλκιδικήν. Εκεί ήτο πλησίον των γαιών του, όπου είχε κληρονομικήν τινα _αρχηγίαν_ των Θρακών, τότε δε υπήρχεν εκεί το κέντρον του πολέμου. Ο Σπαρτιάτης Βρασίδας, πλήρης δόξης, κατεπάτει τα σπλάγχνα των αθηναϊκών πόλεων. Μία ήττα θα τον κατέστρεφεν ολοσχερώς, επειδή δεν θα είχε τόπον υποχωρήσεως, ο δε νικητής του Βρασίδα θα ετιμάτο ως ο πρώτιστος της Ελλάδος στρατηγός.
Αλλ' όμως ουδείς δύναται να είπη ακριβώς τι συνέβη τότε. Αι δύο προ πάντων κινδυνεύουσαι πόλεις ήσαν η Αμφίπολις και η επί Στρυμόνι Ηιών. Τα πλοία των Αθηναίων θα ηδύναντο μεν να σώσωσι τας δύο πόλεις, όχι όμως και να βλάψωσι τον Βρασίδαν. Ενώ αν ο Θουκυδίδης κατώρθωνε να εξεγείρη τας θρακικάς φυλάς, ο Βρασίδας ήθελε κατατροπωθή. Τούτο δε φαίνεται ανέμενον και οι Αμφιπολίται και διά τούτο πιθανώς, ενώ ο Βρασίδας, εκκινήσας απροσδοκήτως και προχωρών ημέρας και νυκτός διά μέσου των χιόνων, διέβη την γέφυραν του Στρυμόνος και κατά την χειμερινήν πρωίαν ενεφανίζετο προ των τειχών της Αμφιπόλεως, ο Θουκυδίδης απείχεν «_ημίσεος ημέρας μάλιστα πλουν_» παραπλέων την Θάσον απέναντι του κέντρου της επί Θράκης δυνάμεώς του. Ο συστράτηγός του Ευκλής ήτο εν Αμφιπόλει και η πόλις ευκόλως ηδύνατο ν' αντισταθή. Αλλ' ο Βρασίδας είχε πράκτορας εντός· οι δε όροι του ήσαν μέτριοι, υπήρχε δε ανέκαθεν και κόμμα εναντίον των Αθηναίων. Ότε δε τα πρώτα επτά πλοία κατά την εσπέραν κατέπλεον εις την Ηιόνα, η Αμφίπολις είχε πέσει. Μετ' αυτής είχε χαθή και η μεγάλη διά τον Θουκυδίδην ευκαιρία. Έσπευσε τότε προς την Ηιόνα και είχε την ισχνήν παρηγορίαν ότι απέκρουσε δις τον Βρασίδαν από των τειχών αυτής. Αλλά κατόπιν παν ό,τι ηξεύρομεν είναι κατά τας ιδικάς του λέξεις (Ε', 26) τούτο· «_και ξυνέβη μοι φεύγειν την εμαυτού έτη είκοσι μετά την ες Αμφίπολιν στρατηγίαν_». { It befell to me to be an exile from my country for twenty years after my command at Amphipolis! }
Τις δύναται να είπη τα κατά την δίκην; (213) Γνωρίζομεν μόνον ότι ο δήμος ήτο τραχύς δεσπότης των στρατηγών του. Δεν ημπορούμεν να είπωμεν ουδέ καν ποία ήτο η απόφασις· ίσως ο Θουκυδίδης εξωρίσθη· ίσως έφυγε καταδικασθείς εις θάνατον αλλ' ίσως έφυγε και φοβούμενος την δίκην. Ουδέ γνωρίζομεν πού έζησε κατόπιν. Ο σωζόμενος βίος λέγει εν Αιγίνη, είτα δ' εν Σκαπτή ύλη επί της Θράκης. Αλλ' αύτη ήτο γη αθηναϊκή και όχι τόπος εξορίας. Βέβαιον δε είναι ότι κατήλθεν εις τας Αθήνας μετά το τέλος του πολέμου. Ο ίδιος λέγει ότι συχνά συνήντα τους Λακεδαιμονίους αρχηγούς. Φαίνεται δε ότι παρευρέθη εις την μάχην της Μαντινείας και πιθανώς εις τας Συρακούσας. Αγνοούμεν εντελώς και πότε απέθανεν, αλλά πιθανώς προ της κατά τα 396 εκρήξεως της Αίτνης. Ο τάφος του ευρίσκετο εν Αθήναις μεταξύ των του οίκου του Κίμωνος, ελέγετο δε ότι επ' αυτού υπήρχεν «ίκριον» — τι ήτο τούτο; — σημαίνον ότι ο τάφος ήτο κενός.
Εάν είχομεν περισσοτέρα αποσπάσματα του Κρατίππου, θα ηδυνάμεθα να προσθέσωμεν πολλά εις τα περί Θουκυδίδου.(214) Αλλ' οι σωζόμενοι βίοι, ο πρώτος έργον του Μαρκελλίνου (κατά τον ε' μ. Χ. αιώνα) ο δε άλλος ανώνυμος, είναι σωροί αντιφατικών θρύλων, εικασιών και πλανών. Κατ' αυτούς ο Θουκυδίδης έκλαιεν ακούων του Ηροδότου, εδέχθη δε τας ευλογίας του γέροντος· επήρε γυναίκα «_πλουσίαν σφόδρα_» εκ Θράκης· εξωρίσθη υπό του Κλέωνος· εκάθητο «_υπό πλατάνω_» γράφων την συγγραφήν του· «_άπαντας Αιγινήτας κατατοκίζων, αναστάτους εποίησεν_» { he drove all the Æginetans out of their island by his usury }· εδολοφονήθη τρις και «_απέθανε νόσω_» { died by disease}. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς διά μακρών (σ. 143,144) λέγει ότι ο Κράτιππος ήτο σύγχρονος του Θουκυδίδου. Εάν τούτο ήτο αληθινόν, θα αποκαθίστανε το κύρος της παραδόσεως, αλλ' αι αντίθετοι μαρτυρίαι είναι ακαταγώνιστοι. Η νεωτέρα περί του βίου κριτική στηρίζεται όλη επί άρθρου εν τω _Ερμή_ XII, όπου ο Βιλαμόβιτς καταλύει τα παραδιδόμενα μέχρι της βάσεως, δηλαδή μέχρις εκείνων όσα αυτός ο Θουκυδίδης λέγει εν παρόδω περί εαυτού, και δέχεται μόνον την ύπαρξιν τάφου «_Θουκιδίδου Ολόρου Αλιμουσίου_» μεταξύ των Κιμωνείων τάφων των Αθηνών.(215) Έπειτα δ' εκ των λειψάνων ανοικοδομεί ο Βιλαμόβιτς μικράν καλύβην, ήν νομίζει ασφαλή, δηλαδή συμπεραίνει ότι ο μαθητής του Θεοφράστου Πραξιφάνης, πρώτης τάξεως μάρτυς, είχεν ειπεί ότι ο Θουκυδίδης μετά τινων ποιητών έζησεν εν τη αυλή Αρχελάου του Μακεδόνος. Η απόδειξις υποστηρίζεται υπ' αυτού του Θουκυδίδου (Β' 100) αποφαινομένου ότι ο βασιλεύς εκείνος «_και τάλλα διεκόσμησε τα τε κατά τον πόλεμον ίπποις και όπλοις και τη άλλη παρασκευή κρείττονι ή ξύμπαντες οι άλλοι βασιλείς οκτώ οι προ αυτού γενόμενοι_». { king improving the country in the way of organisation and road-making " more than all the eight kings before him together. }
Αλλά τούτο άγει ασφαλώς και εις άλλο πόρισμα· ότι πράγματι μεν είπε τούτο ο Πραξιφάνης, αλλά δυνάμεθα να εύρωμεν και πού το είπεν — εν τω _περί Ιστορίας_ διαλόγω. (216) Τούτο καταστρέφει το παν! Διότι αι σκηναί των διαλόγων και αυτού του Πλάτωνος δεν είναι ιστορικαί, μετά δε τον θάνατον του Πλάτωνος ήσαν όλως διόλου φαντασιώδεις. Ούτω και η καλύβη κατέπεσε, μόλις κτισθείσα, απέμεινε δε μόνον μία μικρά γωνία.
Ο διάλογος, συζητών την αξίαν της ιστορίας και της ποιήσεως — ο Αριστοτέλης ωνόμασε την ποίησιν _φιλοσοφώτερον της ιστορίας_ — αντιπαραβάλλει τον Θουκυδίδην τον φιλαλήθη ιστορικόν μόνον προς πέντε διαφόρους ποιητάς· δυνάμεθα δε ίσως να εικάσωμεν την τελικήν απόφασιν εκ του αποσπάσματος, όπερ λέγει ότι ο Θουκυδίδης «άδοξος ην ως επί πλείστον . . . ύστερον δε δαιμονίως εθαυμάσθη». { in his lifetime Thucydides was mostly unknown, but valued beyond price by posterity! }
Τούτο λοιπόν είναι νέον περί Θουκυδίδου γεγονός, βάσιμον όσον και τα άλλα. Αι προσωπικαί του ελπίδες διεσκορπίσθησαν κατά τα 423· τα δε πολιτικά και δημόσιά του ιδεώδη συνετρίβησαν βαθμηδόν από του 414 μέχρι, του 404. Αλλά το μεγαλείον του ανδρός καταφαίνεται εκ τούτου, ότι παρέμεινε πιστός εις το ιστορικόν του ιδανικόν. Αναφέρει μετά των αυτών μικρών λεπτομερειών, της αυτής πειστικής φιλαληθείας όλους τους θριάμβους και τας συμφοράς — την ιδικήν του αποτυχίαν και εξορίαν, την φοβεράν εις Σικελίαν εκστρατείαν, την φρίκην των στάσεων, τον ηθικόν εκ του πολέμου κλονισμόν όλης της Ελλάδος, και αυτάς τας εσωτερικάς ταπεινώσεις και τας βιαίας τυραννίας της πόλεως, ήτις έπρεπε να ήτο η φιλόσοφος ηγεμονίς του κόσμου.
Εις τον Θουκυδίδην οφείλομεν την περί του πελοποννησιακού πολέμου αντίληψιν ημών. Ούτος περιείχε τρεις χωριστούς πολέμους, και οκτώ έτη ψευδούς ειρήνης. Την μετά τον πρώτον πόλεμον ειρήνην επηκολούθησε συμμαχία και εφαίνετο πιθανόν ότι η επερχομένη εν Ελλάδι θύελλα θα εύρισκε τας Αθήνας και την Σπάρτην ηνωμένας ως συμμάχους κατά τινος συμμαχίας Άργους και Θηβών. Ο Θουκυδίδης έγραφεν ακόμη τα κατά τον δεκαετή πόλεμον, ότε νέαι εχθροπραξίαι εξερράγησαν εν τη Σικελία και έστρεψε προς αυτάς την προσοχήν του. Ο πρώτος πόλεμος είναι πλήρης εν τω σωζομένω έργω. Και η εις Σικελίαν εκστρατεία είναι τελειωμένη καθ' εαυτήν, αλλ' όχι και τελείως τοποθετημένη εν τω συνόλω του έργου. Διότι έχει χωριστήν εισαγωγήν, επεξηγεί δε ποίος ήτο ο Αλκιβιάδης, ως αν μη είχε προηγουμένως μνημονευθή· επαναλαμβάνει επεισόδια εκ του περί του δεκαετούς πολέμου μέρους ή αναφέρεται εις αυτό ως εις χωριστόν έργον. Εφόσον δε ο σικελικός πόλεμος εξηκολούθει, ο Θουκυδίδης κατείδεν ό,τι ίσως ολίγοι τότε άνθρωποι ενόησαν, ότι δηλαδή η όλη σειρά των γεγονότων απετέλει πράγματι ένα πόλεμον. Συνέλεξε γεγονότα περί του χρόνου της ειρήνης και κατά μέρος διεμόρφωσεν αυτά εις ιστορίαν, (Γ', 26 μέχρι τέλους) συνέλεξε δε και πλείστα περί του τελικού Δεκελεικού ή ιωνικού πολέμου (Η'). Εν Ε' 26 προτάσσει δεύτερον πρόλογον «_Γέγραφε δε και ταύτα ο αυτός Θουκυδίδης Αθηναίος εξής ως έκαστα εγένετο κατά θέρη και χειμώνας μέχρι ού την τε αρχήν κατέπαυσαν των Αθηναίων Λακεδαιμόνιοι και οι ξύμμαχοι και τα μακρά τείχη και τον Πειραιά κατέλαβον_». Πώς έγραφε τας λέξεις ταύτας!
Αλλά δεν έφθασεν εις το τέλος. Χαρακτηριστικόν και του ανδρός και των αθηναϊκών γραμμάτων είναι ότι εστράφη από της κυρίας του εργασίας εις το κτένισμα του ύφους του βιβλίου, ως καθαρώς λογοτεχνικού. Αντί να περατώση το χρονικόν του πολέμου, επεξειργάζετο τα περί των επιχειρημάτων των δημηγορούντων ή τα περί της πολιτείας των φατριών σημειώματά του εις τεχνικάς απ' ευθείας δημηγορίας. Διότι η πεζογραφία τότε είχε μεγάλως αναπτυχθή ως ρητορική, ισχυροτάτη δε ήτο η κλίσις εκείνη, η πάντοτε χαρακτηριστική των Ελλήνων, — η αγάπη του ν' αντιλαμβάνωνται και τας δύο όψεις ενός ζητήματος και η δίψα να μάθωσι και την απολογίαν οιουδήποτε φερομένου ως αδικούντος. Αι δημηγορίαι είναι αι μέγισται λογοτεχνικαί προσπάθειαι του Θουκυδίδου. Ενίοτε φαίνονται κατ' ουσίαν αληθιναί και μέχρι τινός και κατά την φράσιν· ούτως η επιστολή του Νικίου φαίνεται ως πιστή, (Ζ', 11) ίσως δε και η δημηγορία του Διοδότου (Γ, 42). Ενίοτε όμως ο μεν λόγος είναι ιστορικός, αλλ' η περίστασις είναι παρηλλαγμένη· π. χ. ένα μέγαν επιτάφιον είπεν ο Περικλής μετά την εις Σάμον εκστρατείαν (217)· πιθανώς δε είπε και άλλον κατά το πρώτον έτος του πολέμου, ότε μόλις ίσως 50 Αθηναίοι υπήρχον προς ταφήν· αλλά πιθανώτερον είναι ότι ο Θουκυδίδης έχει μεταφέρει τον μέγαν λόγον εις χρόνον ότε ηδύνατο να τον χρησιμοποιήση εν τω έργω.(218) Ενίοτε οι δημηγορούντες φέρονται αορίστως κατά πληθυντικόν — οι Κορίνθιοι έλεγον — δηλαδή η πολιτική κατάστασις εικονίζεται διά ενός ή πολλών λόγων, δεικνυόντων ζωηρώς τας σκέψεις των διαφερομένων. Λαμπρόν τοιούτο παράδειγμα είναι ο φανταστικός διάλογος μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων, ο δεικνύων δραματικώς και διά βαθέων, ίσως δε και υπερβολικών χρωμάτων, τας διαθέσεις της εν Αθήναις φιλοπολέμου μερίδος περί των τότε ζητημάτων.
Τούτο εκ πρώτης όψεως φαίνεται ανόητος νεωτερισμός εισαγόμενος εις την ιστορίαν υπό του μεγάλου φίλου της αληθείας. Αλλ' ο Θουκυδίδης ομολογεί τούτο απεριφράστως. Ήτο δύσκολον και εις τον ίδιον και εις τους πληροφορούντας αυτόν να ενθυμώνται ακριβώς τι είχον ειπεί οι διάφοροι ρήτορες. Έγραψε λοιπόν τους λόγους όπως ενόμιζεν ότι απήτουν τα εκάστοτε περιστατικά, εχόμενος «_ότι εγγύτατα της ξυμπάσης γνώμης των αληθώς λεχθέντων_». { keeping as close as might be to the actual words used } Τούτο είναι τρόπον τινά γενική περιγραφή. Αυτός ο Θουκυδίδης θ' απεδοκίμαζεν ομοίαν καινοτομίαν γινομένην υπό του Ηροδότου, υπήρξε δε αυτή ολέθριον κληροδότημα εις δισχιλιετή κατόπιν ιστοριογραφίαν. Αλλ' είδομεν διατί εκείνος εφήρμοσεν αυτήν και είναι βέβαιον ότι την εφήρμοσε μετά εξαιρετικής επιτυχίας. Ίσως ουδέν λογοτεχνικόν έργον δύναται να παραβληθή προς την δύναμιν, μεθ' ής ο Θουκυδίδης προσωποποιών τρόπον τινά ένα λαόν, διαγράφει τας γενικάς γραμμάς του χαρακτήρος του. Τοιαύται πραγματικαί περιγραφαί είναι εν μεν τω Α' βιβλίω η αντίθεσις Σπάρτης και Αθηνών, η διαγραφομένη υπό των Κορινθίων, εν δε τω Β' η απεικόνισις των Αθηνών υπό του Περικλέους· αλλ' υπάρχει και δραματική προσωποποιία, ούτω δε αισθανόμεθα την διαφοράν των πατρίδων των αγορητών, όσον και τον προσωπικόν χαρακτήρα του Νικίου, του Σθενελαΐδου ή του Αλκιβιάδου. Θα ήτο δε δύσκολον να εύρη κανείς σαφεστέραν και πειστικωτέραν έκθεσιν συγκρουομένων πολιτικών συμφερόντων παρά την παρεχομένην εν ταις δημηγορίαις κατά την έναρξιν του πολέμου.