Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 15
Εάν είχομεν ωρισμένην μαρτυρίαν της γνώμης του Πλάτωνος περί των μεγάλων σοφιστών των Περικλείων χρόνων, αύτη θα ήτο πιθανώς ομοία της περί Μιλλ και Κόβδεν γνώμης του Ράσκιν. Αλλά τοιαύτην μαρτυρίαν δεν έχομεν. Διότι ο Πλάτων δεν γράφει ιστορίαν· γράφει ιδίαν τινά μορφήν πλαστού δράματος, ού τα πρόσωπα πρέπει να είναι πρώτον μεν ιστορικά, δεύτερον δε σύγχρονα του πρωταγωνιστού Σωκράτους. Όπου δε πράγματι ζητεί να περιγράψη τους ανθρώπους του καιρού εκείνου, καθώς εν τω _Πρωταγόρα_, παρέχει λεπτοτάτην αλλ' αληθινήν σάτιραν. Συχνότατα όμως ουδέ αποβλέπει εις την γενεάν εκείνην. Εάν π. χ. του απαρέσκη ρήτωρ τις του 370-360 π. Χ., εκφράζει την γνώμην του διά κριτικής του Σωκράτους περί του Λυσίου. Εάν πάλιν θέλη ν' αποστομώση τους ιδικούς του φιλοσοφικούς αντιπάλους, αμέσως ανατρέπει εις βάρος του αρχαίου Πρωταγόρου πάντα τα παραδοξολογήματα του Αντισθένους και την φιλοσοφικήν ανακολουθίαν του Αριστίππου.
Και κατά μεν τας περιπτώσεις ταύτας δυνάμεθα ν' ανακαλύψωμεν τον πραγματικόν εισηγητήν της αναιρουμένης θεωρίας. Αλλά κάποτε και την θεωρίαν αυτήν φαίνεται ότι επενόει ο Πλάτων. Εάν π. χ. εζήτει ν' αποδείξη ότι η ηθική έχει βάσιν εν τω λόγω ή ότι οι πονηροί είναι πάντοτε δυστυχείς, ήτο ηναγκασμένος να επινοήση κάποιον υποστηρίζοντα τα εναντία. Οσάκις δ' ενόμιζε — καθώς πολλοί συζητηταί, — ότι η αντίθετος όψις θα εφαίνετο λογικωτέρα, εάν υπεστηρίζετο κατά την εσχάτην και αναιδή μορφήν της, τότε μόνος τρόπος υπήρχε να παραστήση το ανδρείκελον εκείνο έχον ή κυνικήν ψυχρότητα ή τυφλήν μανίαν, φθάνον εις το αναγκαίον άκρον και εκεί ανατρεπόμενον. Αλλά τις θα ήτο το νευρόσπαστον; Κάποιος, ει δυνατόν, όχι φανερώς ακατάλληλος, του οποίου αι υποτιθέμεναι αρχαί αορίστως να νομίζονται κάπως ανάλογοι προς τανήθικα αισθήματα, όσα επρόκειτο ν' αναπτύξη.
Εν τω α' βιβλίω της _Πολιτείας_ παριστάνεται Θρασύμαχος ο Καλχηδόνιος συνήγορος της απολύτου αδικίας, ισχυριζόμενος ότι ο νόμος και η δικαιοσύνη είναι μέσα του αδυνάτου, όπως παραλύση την ελευθέραν ενέργειαν του ισχυροτέρου. Αλλ' απιθανώτατον είναι ότι ο τίμιος εκείνος δημοκρατικός υπεστήριξέ ποτε τοιαύτας δοξασίας, αφού πολιτικώς ετάσσετο υπέρ της μέσης τάξεως, κατά δε τα 411 ωμίλησε μετριοπαθώς, αμέτρως δ' επολέμησε μόνον Αρχέλαον τον Μακεδόνα, τον τύπον της ευτυχούσης αδικίας, σωζόμενον δε απόσπασμα του Θρασυμάχου, όστις ήτο και δόκιμος αγορητής, λέγει ότι η επιτυχία του αδίκου αρκεί ώστε ο άνθρωπος ν' αμφιβάλλη περί της υπάρξεως θείας προνοίας. Η εύρεσις άρα του Πλάτωνος ήτο τω όντι απιθανωτάτη· δεν είναι δε άπορον ότι παριστά το ανδρείκελον παραφερόμενον πριν ή δράση.
Τούτο είναι το κύριον έγκλημα, όπερ κατέστησε τον Θρασύμαχον τύπον διεφθαρμένου και πλεονέκτου σοφιστού, το δε άλλο είναι ότι, ενώ συνήθως έκαμνε δημοσίας «επιδείξεις», ηρνήθη να διαλεχθή δωρεάν προς τον Σωκράτη και τους νεαρούς του φίλους, των οποίων γνωστός σκοπός ήτο ν' αντικρούσωσιν ό,τι έμελλε να είπη.
Όσα δε λέγει ο Αριστοφάνης περί των σοφιστών είναι, εννοείται, απλαί λοιδορίαι· κατά καλήν δε τύχην λοιδορεί και τον Σωκράτην, ώστε γνωρίζομεν της πολεμικής του την αξίαν. Όσα δε λέγουσιν οι Σωκρατικοί — η κυρία πηγή των ειδήσεων ημών — φέρουσι το χρίσμα εκείνο της πίστεως αυτών περί του ενός ιδεώδους εκείνου Δικαίου, του φονευθέντος υπό του πλήθους· κατ' αυτούς ουδείς δύναται να παραβληθή προς τον Σωκράτην. Αλλ' αυτός ο Σωκράτης έλεγε μόνον ότι δεν ηδύνατο να επικρίνη την φιλοσοφίαν των σοφιστών μάλλον ή την γλυπτικήν τέχνην του Φειδίου και την πολιτικήν του Περικλέους. Οι σοφισταί ήσαν «_άνθρωποι του κόσμου_»· αλλ' ίσως συγκρινόμενοι προς τον Σωκράτην, ήσαν επίπλαστοι· το δε κατ' εκείνον πραγματικόν αυτών σφάλμα ήτο το πνεύμα όπερ είχον άπαντες, ήτοι το επιστημονικόν, το προοδευτικόν, το δημοκρατικόν, το υπερθαρραλέον πνεύμα των Αθηνών κατά την πρωίαν του μεγαλείου των.
Η κυρία αυτών αποστολή ήτο η διδασκαλία, η διαφώτισις του πνεύματος της Ελλάδος, η απόρριψις των ταπεινών μύθων και των αναποδείκτων κοσμογονιών, η τροπή της σκέψεως προς γονίμους τόπους. Πολλοί τούτων ήσαν έξοχοι και πρωτότυποι στοχασταί. Ο ΓΟΡΓΙΑΣ απέδειξεν ανόητον την Ελεατικήν σχολήν. Ο δε Πρωταγόρας εκαθάρισε τον ορίζοντα, διδάξας το σχετικόν της γνώσεως. Πολλοί σοφισταί νομίζοντες την σοφίαν ως σημαίνουσαν γνώσιν της φύσεως, είναι γνωστοί εις ημάς κυρίως εκ των Ιπποκρατικών συγγραμμάτων και των φανερών προόδων των τότε γενομένων εις ποικίλας επιστήμας, ιδίως την ιατρικήν, την αστρονομίαν, την γεωμετρίαν και την μηχανικήν. Η Κως, τα Άβδηρα, αι Συράκουσαι θα ηδύναντο να μας είπωσι πολλά περί αυτών. Αλλ' αι Αθήναι, η μόνη μας πηγή, εσκέπτοντο τότε περί άλλων, κοινωνικών και ανθρωπίνων προβλημάτων. Εκεί ο Πρωταγόρας έδειξε φιλοσοφικήν της δημοκρατίας βάσιν, ισχυριζόμενος ότι οι πλείστοι των ανθρώπων έχουσι την αίσθησιν του δικαίου και την αίσθησιν της αιδούς — αι εξαιρέσεις είναι θηρία, τα οποία πρέπει να εξαλειφθώσιν — αι δύο δε αύται ιδιότητες μάλλον ή αι διανοητικαί δυνάμεις είναι της κοινωνίας αι ρίζαι. Ο δε μαθητής του Γοργίου Αλκιδάμας είναι ο μόνος αναφερόμενος ως προτείνας εν τη πρακτική πολιτική την κατάργησιν της δουλείας — διότι θεωρητικώς, εννοείται, προέτειναν τούτο πολλοί. Ο δε Αντιφών ο σοφιστής, αντιπροσωπεύει, ίσως μόνος, την θεωρίαν ότι η σύζυγος είναι «_άλλο εγώ_» και πολυτιμοτέρα παντός φίλου.
Εν τη ιστορία ο ΙΠΠΙΑΣ έβαλε τα θεμέλια εθνικού χρονολογικού συστήματος, δημοσιεύσας αναγραφήν των Ολυμπιονικών. Της δε γλωσσικής επιστήμης τας βάσεις έθεσαν άνδρες, οίοι ο ΠΡΟΔΙΚΟΣ και ο Πρωταγόρας, ο μεν πρώτος επιμένων εις την ακριβή διάκρισιν των φαινομένων συνωνύμων, ο δε δεύτερος αποδεικνύων ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτε θείον και αναμάρτητον, αλλ' ανθρώπινον και μεταβλητόν έχον κανόνας και εξαιρέσεις. Πολλοί δε των σοφιστών, ως ο Ιππίας και ο Πρόδικος, ήσαν αληθείς κήρυκες της καθόλου ηθικής· άλλοι δε, καθώς ο Γοργίας, ήσαν γνήσιοι καλλιτέχναι. Το όλον κίνημα των σοφιστών ήτο ηθικόν άμα και πνευματικόν, ήτο δε όλως απηλλαγμένον της διαφθοράς και της ανομίας, ήτις εμόλυνε, λόγου χάριν, την ιταλικήν αναγέννησιν. Αναμφισβήτητον είναι ότι οι σοφισταί, αναλαβόντες την εκπαίδευσιν του έθνους, εξεπαίδευσαν αυτό. Ο χαρακτήρ του συνήθους Έλληνος του τετάρτου αιώνος, — το ανθρώπινον, η αίσθησις του δικαίου, το θάρρος, και η ηθική φαντασία ανυψώθησαν τρόπον τινά μέχρι του ύψους των ανωτέρων ανδρών του πέμπτου αιώνος και πολύ υπεράνω οιουδήποτε λαού μέχρι χιλίων ετών κατόπιν. Οπωςδήποτε οι σοφισταί είναι οι πνευματικοί και διανοητικοί αντιπρόσωποι των Περικλείων χρόνων· οι περιφρονηταί αυτών ας δημιουργήσωσι νέους ομοίους χρόνους. (204)
ΣΠΟΡΑΔΙΚΑ ΕΡΓΑ.
Πραγματική πηγή της αττικής πεζογραφίας δεν πρέπει να θεωρηθή η ανθηρά τέχνη του Γοργίου, ουδέ η περίτεχνος ρητορική του Τεισίου, καθά ο Αριστοτέλης, μηχανικώς μάλλον, υποθέτει· είναι οι πολιτικοί λόγοι και τα πολιτικά φυλλάδια αυτών των Αθηνών. Εάν δε θέλωμεν στιγμήν τινα ως χρονολογικόν όριον, δυνάμεθα να ορίσωμεν την κατά τα 454 π. Χ. μεταφοράν του συμμαχικού θησαυρού εκ Δήλου, το χαρακτηριστικώτατον των γεγονότων, όσα κατέστησαν τας Αθήνας όχι μόνον ταμείον, νομισματοκοπείον και ανώτατον δικαστήριον, αλλά και νομικόν και εμπορικόν κέντρον της Ανατολικής Ελλάδος. Έκτοτε εσωρεύθη μεγίστη νομική και δικαστική εν Αθήναις εργασία, πληρώσασα τας χείρας των δυνατών εις το λέγειν και το γράφειν, προσελκύσασα πανταχόθεν του κράτους άνδρας ικανούς και δώσασα εις την αττικήν διάλεκτον έξοχον και οικουμενικόν κύρος. Κατά την αρχήν της ηγεμονίας αυτοί οι Αθηναίοι ολίγα έγραφον· εκυβέρνων· άφησαν δε τους συμμάχους ν' αφιερώσωσιν εις τα γράμματα όσην ενέργειαν δεν εδικαιούντο να χρησιμοποιήσωσιν εις την πολιτικήν.
ΙΩΝ ο Χίος (προ του 490-423 π. Χ.) είναι παράδειγμα τούτου. Ήτο αριστοκρατικός, φίλος του Κίμωνος και του βασιλέως Αρχιδάμου και πιθανώς επολέμησε μετά των συμμάχων κατά της Ηιόνος τω 470. Αλλά δεν εύρισκεν άλλο στάδιον εκτός της λογοτεχνίας. Έγραψε λοιπόν τραγωδίας — εννοείται αττικιστί — και επέτυχε μεγάλως· ευχαρίστως δε βλέπομεν (εκ του αποσπ. 63) ότι ηδύνατο ελευθέρως να εκφράζη ενώπιον των Αθηναίων ενθουσιώδη προς την Σπάρτην θαυμασμόν χωρίς, καθόσον ηξεύρομεν, να πάθη τίποτε δυσάρεστον. Έγραψε και *_Χίου κτίσιν_ καί τινα βιβλία περί Πυθαγορικής φιλοσοφίας. Αλλά λυπηρά προ πάντων είναι η απώλεια των υπομνημάτων αυτού, όπου δι' απερίττου και ευκόλου ύφους διηγείτο τας εις την νήσον του επισκέψεις, *«_Επιδημίας·_» πολλών επιφανών ξένων. Το περί Σοφοκλέους μακρόν απόσπασμα είναι διαφέρον, αν και η εντύπωσις, ήν αφήνει, περί της τότε αστειολογίας και χάριτος αρέσκει τόσον ολίγον εις την σημερινήν καλαισθησίαν, όσον και τα χονδρά λογοπαίγνια της αυλής της βασιλίσσης Ελισάβετ. (205)
Όλως διάφορον πρόσωπον ήτο ΣΤΗΣΙΜΒΡΟΤΟΣ ο Θάσιος, άνθρωπος, έχων μερικήν ευκολίαν εις το γράφειν και αρκετήν παιδείαν, αντί δε χαρακτήρος πολιτικόν πάθος κατά της αθηναϊκής ηγεμονίας. Ήτο (καθώς ο δυσηρεστημένος νησιώτης, προς όν απαντά ο Ισοκράτης εν τω _Πανηγυρικώ_), αντιπρόσωπος της ολιγαρχικής μερίδος, της ζητούσης την διάλυσιν της συμμαχίας, ήτοι εκ των αριστοκρατικών και των εξ αυτών εξηρτημένων, όσοι έχασαν και την δύναμιν και την ιδιοκτησίαν ένεκα της επικρατήσεως των Αθηνών, και εμίσουν και την δημοκρατίαν και την συμμαχίαν. Αλλ' όμως ήλθεν εις τας Αθήνας όπως τόσοι άλλοι των Θασίων, ως λέγει ο Ηγήμων,
ευκούρων βδελυρών, ολλύντων τ' ολλυμένων τε ανδρών, οι νυν κείθι κακώς κακά ραψωδούσιν.
{ Close-shorn, not over nice, whom sheer Want ships on the packet, Damaged and damaging men, to profess bad verses in Athens }
Ο Στησίμβροτος εδίδαξεν επιτυχώς ως σοφιστής, έγραψε δε περί Ομήρου και της τρεχούσης πολιτικής. Τέλος δε ηδυνήθη να χύση την χολήν του εις τέλειον αριστούργημα πολιτικού λιβέλλου *_Περί Θεμιστοκλέους, Θουκυδίδου και Περικλέους_. Και ο μεν Θεμιστοκλής και Περικλής ήσαν οι κυριώτατοι εχθροί του· ο δε υιός του Μελησίου, ο αντίπαλος του Περικλέους, εύρισκεν ίσως ολίγην συγγνώμην, όπως ο Κίμων, όν έλεγεν «_ούτε μουσικήν, ούτε άλλο τι μάθημα των ελευθερίων . . . εκδιδαχθήναι, δεινότητός τε και στωμυλίας Αττικής όλως απηλλάχθαι, και τω τρόπω πολύ το γενναίον και αληθές ενυπάρχειν και μάλλον είναι Πελοποννήσιον το σχήμα της ψυχής του ανδρός_» { although an abject boor, ignorant of every art and science, had at least the merit of being no orator and possessing the rudiments of honesty ; he might almost have been a Peloponnesian!}. Εάν ο Στησίμβροτος δεν ήτο αηδής ψεύστης, ηδύνατο κανείς να τον συμπαθήση· αλλά τώρα το μόνον δυνάμενον να λεχθή υπέρ αυτού είναι ότι δεν ήτο, καθώς συνήθως νομίζεται, και θρησκευτικός υποκριτής· το περί * _Μυστηρίων_ βιβλίον του φαίνεται μάλλον επίθεσις. Διότι τα μυστήρια ήσαν καθαρώς και χαρακτηριστικώς αθηναϊκόν κτήμα, όπου, καθώς λέγει ο Ισοκράτης, οι λοιποί Έλληνες εγίνοντο δεκτοί μόνον εκ φιλανθρωπίας· ο δε Στησίμβροτος θα ήτο ψεύστης και προς εαυτόν, εάν τα ετίμα. Ο άνθρωπος ήτο είδος αδιαλλάκτου και ριζοσπαστικού δημοσιογράφου, μορφή νεωτερίζουσα μεταξύ των αρχαίων, ευπατρίδης ικανός και πεπαιδευμένος, του οποίου την φιλοδοξίαν εδέσμευσαν αι πολιτικαί ανάγκαι. (206)
Όμοιος προς τον Στησίμβροτον κατά τας γενικάς πολιτικάς θεωρίας, αλλ' απείρως απέχων αυτού κατά τας διαθέσεις είναι ο ανώνυμος εκείνος Ολιγαρχικός, ο γράψας την ανεκτίμητον πραγματείαν περί της Αθηναίων πολιτείας, ήτις διεσώθη ένεκα τυχηράς πλάνης του εκδότου, ως έργον του Ξενοφώντος. Και όμως δεν είναι μόνον ανόμοιον προς το ύφος και τας γνώμας του Ξενοφώντος, αλλά προφανώς ανήκει εις την περίοδον την προ της σικελικής καταστροφής. Είναι δε πράγματι το αρχαιότατον των σωθέντων τεμαχίων της αττικής πεζογραφίας και παριστά, σχεδόν μόνον, το κοινόν αττικόν ύφος, το προ της επιδράσεως του Γοργίου και των ρητόρων. Είναι οικείον, απλούν, ζωηρόν, ακολουθεί την ελευθέραν γραμματικήν του διαλόγου, έχει προτάσεις ασυνδέτους και συχνάς αλλαγάς αριθμών και προσώπων. Αφήνει δε, καθώς μέρη τινά του Αριστοτέλους, την εντύπωσιν γυμνής, αφράστου σκέψεως. Ο Ολιγαρχικός έχει σαφή αντίληψιν της σημασίας της αθηναϊκής δημοκρατίας και δεχόμενος προς στιγμήν ότι αυτός και οι φίλοι του είναι οι «_γενναίοι και οι χρηστοί_» «_εν δε τω δήμω αμαθία τε πλείστη και αταξία και πονηρία_» βλέπει σαφώς και ορθώς και όχι αδίκως την κατάστασιν, αρχόμενος ως εξής· «_Περί μεν της Αθηναίων πολιτείας, ότι μεν είλοντο τούτον τον τρόπον της πολιτείας ουκ επαινώ διά τόδε, ότι ταύθ' ελόμενοι, είλοντο τους πονηρούς άμεινον πράττειν ή τους χρηστούς· διά μεν ουν τούτο ουκ επαινώ· επεί δε ταύτα ούτως έδοξεν αυτοίς, ως ευ διασώζονται την πολιτείαν και τάλλα ευ διαπράττονται, ά δοκούσιν αμαρτάνειν τοις άλλοις Έλλησι, τούτ' αποδείξω_». { I dislike the kind of constitution, because in choosing it they have definitely chosen to make the Vile better off than the Noble. This I dislike. But granted that this is their intention, I will show that they consent the spirit of their constitution well, and manage their affairs in general well, in points where the Greeks think them most at fault. } Ευρίσκει δε και αρκετά δίκαιον το καθεστώς, «_ότι ο δήμος εστιν ο ελαύνων τας ναυς και την δύναμιν περιτιθείς τη πόλει_» [2]. { for it is the masses that row the ships, and the ships that have made the Empire } Και είναι μεν αληθές ότι δεν ακολουθούσι τας οδηγίας των χρηστών, αλλ' «_ο βουλόμενος αναστάς άνθρωπος πονηρός εξευρίσκει το αγαθόν αυτού τε και τοις ομοίοις_» { the first Vile man who likes, stands up and speaks to the Assembly } διότι «_η τούτου αμαθία και πονηρία και έννοια μάλλον λυσιτελεί ή η τον χρηστού αρετή και σοφία και κακόνοια_» { does somehow find out what is to his interest and that of the masses. Ignorance plus Vileness plus Loyalty is a safer combination in an adviser of the Demos than Wisdom plus Virtue plus Disaffection. } ήτοι δυσμένεια προς τον δήμον [7]. Και είναι μεν λυπηρόν ότι «_ισηγορίαν και τοις δούλοις προς τους ελευθέρους εποιήσαμεν και τοις μετοίκοις προς τους αστούς_, αλλά τούτο «_διότι δείται η πόλις και δούλων και μετοίκων διά τε το πλήθος των τεχνών και διά το ναυτικόν_» [12].
Ο συγγραφεύς διεξέρχεται το πολίτευμα, αλλά δεν ευρίσκει σπουδαίον αυτού ελάττωμα· το παν είναι τοιουτοτρόπως κατηρτισμένον, αι αρχαί, αι συμμαχίαι, αι χορηγίαι, αι γυμνασιαρχίαι, ώστε ασφαλίζουσι την παντοδυναμίαν του Δήμου. Παραδείγματος χάριν, το σύστημα του εξαναγκασμού των συμμάχων να έρχωνται χάριν της δίκης των εις τας Αθήνας είναι μεν καταπιεστικόν και ενίοτε κατακρατεί τους διαδίκους και έν ολόκληρον έτος, μέχρις ού δικασθώσιν αι υποθέσεις, αλλά παρέχει μισθούς εις τους δικαστάς και καθιστά τον μεν Δήμον ικανόν να επιβλέπη και τα ιδιαίτερα έργα των συμμάχων και να παρατηρή ότι οι χρηστοί ουδαμού επικρατούσιν, τους δε συμμάχους να εννοώσιν ότι ο πραγματικός κύριος αυτών είναι το πλήθος και όχι οι πλούσιοι ναύαρχοι και τριήραρχοι, ούς βλέπουσιν αντιπροσωπεύοντας την πάλιν αλλαχού. Έπειτα δε το σύστημα τούτο αποφέρει και φόρους, ωφελεί τους κήρυκας, τους έχοντας να διαθέσωσιν οικίας ή ίππους ή ανδράποδον! Αληθώς, εάν είχομεν εκατόν παρομοίας σελίδας αντί των δεκατριών της πραγματείας ταύτης, η περί της αθηναϊκής ιστορίας έννοια ημών θα ήτο πολύ σαφεστέρα ή όσον είναι.
Αλλ' είναι δύσκολον να εξακριβώσωμεν τας βλέψεις του Ολιγαρχικού. Συζητεί ψυχρώς την πιθανότητα επαναστάσεως, και θεωρεί τα ημίμετρα ως όλως άχρηστα, τον δε όλεθρον της δημοκρατίας ως έργον δυσκολώτατον, καθόσον δεν υπάρχουσι πολλοί δυσηρεστημένοι, ο δε Δήμος δεν υπήρξε λίαν άδικος. Εν γένει δε μόνον η κατά ξηράν εισβολή είναι δυνατή· εάν δε η πόλις ήτο νήσος, θα ήτο άτρωτος.
Το έργον φαίνεται ως έκκλησις Αθηναίου αριστοκρατικού προς τους αριστοκρατικούς των συμμάχων, υπερασπίζουσα τας Αθήνας δι' εξόδων του Δήμου· «_ημείς οι αριστοκρατικοί σας συμπαθούμεν· τα παράπονά σας δεν είναι αποτελέσματα κακοβούλου καταπιέσεως ή εμφύτου κακίας των Αθηναίων, αλλά τα φυσικά επακόλουθα του σημερινού πολιτεύματος· εάν δοθή ευκαιρία μεταβολής αυτού, θα την δράξωμεν· επί του παρόντος τούτο θα ήτο παραφροσύνη_». (207)
ΚΡΙΤΙΑΣ ο «τύραννος» έγραψε *_Πολιτείας_· το δε ύφος του, εάν κρίνωμεν εκ των αποσπασμάτων, ομοιάζει το του Ολιγαρχικού· αναφέρεται δε ως μεταχειριζόμενος την ειδικήν λέξιν _διαδικάζειν_ ακριβώς κατά την έννοιαν, ήν έχει και εδώ. Αλλά το πνεύμα της πραγματείας ταύτης είναι όλως ξένον του ανησύχου εκείνου δοξοκόπου, οποίον γνωρίζομεν τον Κριτίαν του 404. Και όμως ο Κριτίας, ο εμποδίζων τας ταραχάς κατά την επανάστασιν του 411, ο προτείνας την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και την υπερορίαν {banishment} του πτώματος του Φρυνίχου, ίσως άγει προς άλλον μετριοπαθή και όχι πολύ νεαρόν Κριτίαν του 417-414, όπου τάσσεται το πόνημα του Ολιγαρχικού υπό του Müller- Strübing και του Bergk. (208)
Μεταξύ των άλλων πολιτικών συγγραφών του καιρού εκείνου ήτο η περίφημος *_Απολογία_ του Αντιφώντος, οι *_Βίοι_ του Κριτίου, η * _Πολιτεία_ του Θρασυμάχου και ιστορία τις των συμβάντων του 411, χρησιμεύσασα ως βάσις της εν τη _Αθηναίων Πολιτεία_ αφηγήσεως του Αριστοτέλους. Και περιείχε μεν εγκώμιον της δράσεως του Θηραμένους και την τολμηράν θεωρίαν ότι η επανάστασις, ήν εσκόπευεν εκείνος, ήτο πράγματι αποκατάστασις του γνησίου πολιτεύματος του Δράκοντος, αλλά δεν θα ήτο έργον αυτού του Θηραμένους, αφού δεν εξέφραζεν εξαιρετικόν μίσος κατά του Κριτίου και των άκρων ολιγαρχικών. Η αυτή θέρμη προς πολιτικήν φυλλαδογραφίαν κατέλαβε και τον Παυσανίαν, τον εξόριστον βασιλέα της Σπάρτης, όστις επολέμησε τον Λύσανδρον και τους εφόρους διά διατριβής περί του βίου του Λυκούργου.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΣΚΟΥ ΑΛΩΠΕΚΗΘΕΝ.
Μεταξύ των σοφιστών του πέμπτου αιώνος ήτο και είς, εις όν ήτο ανάρμοστον το όνομα τούτο ή και οιονδήποτε άλλο, κατατάσσον αυτόν εις τους έπειτα φιλοσόφους· άνθρωπος εκτάκτως ανεξάρτητος· ζων εντός κόσμου όλως χωριστού βίον αδιακόπου ηθικής και διανοητικής ερεύνης, εντός χώρας πλουσίας εις απόδοσιν αγάπης, αλλά και διψώσης αγάπην, εξ άλλου όμως αγόνου εις τα αισθήματα και τας απαιτήσεις του πλήθους. Τούτο καθίστανε τον σοβαρώτατον των ανθρώπων κέντρον ευθυμολογίας, εμπαίζοντα και εκουσίως εμπαιζόμενον. Ο άνθρωπος εκείνος εξεσκέπαζε την ζωήν τόσον εντελώς και γυμνώς, ώστε πολλάκις έκαμνε τον κόσμον να γελά, διότι εσυνήθιζεν αφελέστατα να ερωτά παράξενα ζητήματα, να εκβιάζη επιμόνως απαντήσεις, να χορεύη μόνος του κατ' οίκον χάριν ασκήσεως και να ομιλή ανυποκρίτως περί των ενδομύχων του αισθημάτων. Ήτο και άσχημος· χονδρός, ηλιοκαής, φορών κακά φορέματα, συνήθως ανυπόδητος, εξόφθαλμος, και σχεδόν αγριωπός την όψιν· υποκείμενος εις συχνούς παροξυσμούς, ενίοτε σιωπηλός επί ημέρας, συνήθως ακούραστος και προτρεπτικός ομιλητής, και κάποτε θαυμασίως ευφραδής· βαθύτατος των ανθρώπων παρατηρητής, αφήνων αυτούς παραλύτους, ως έλεγεν ο Αλκιβιάδης (209) και αγανακτούντας «_ως ανδραποδωδώς διακειμένους_»· κάποτε αμίμητος ευθυμολόγος και κάποτε ανεκφράστως σοβαρός· αλλά πάντοτε πρωτότυπος και όλως απροσποίητος.
Οι γονείς του Σωκράτους ήσαν άνθρωποι ασήμαντοι· μαία και λιθοξόος — προφανώς λιθοξόος άσημος, διότι άλλως η σύζυγός του δεν θα εξηκολούθει το επάγγελμά της. Αυτός δε ο Σωκράτης δεν κατώρθωνε να οικονομή ουδέ τα ολίγα όσα είχε, και χωρίς να το εννοή, θα έπιπτεν εις στερήσεις. Επάγγελμα δεν είχε· και αν έμαθε γλυπτικήν, δεν την εξήσκησε· διδάσκων, δεν εδέχετο μισθόν και δεν επίστευεν ότι εδίδασκε και τίποτε. Πότε απέρριπτεν άνευ λόγου, και πότε πάλιν εδέχετο των πλουσίων φίλων του τα δώρα. Τοιουτοτρόπως έκαμνεν ευλογώτατα την γυναίκα του Ξανθίππην ν' αδημονή· εσύρετο δε όπου ήθελεν εκείνη. Ζων εντός του κέντρου της παιδείας, δεν είχε τελείαν αγωγήν, και εντός του πολιτικού κλιβάνου ήτο ψυχρός προς την πολιτικήν. Ουδέποτ' εταξείδευσε και παρημέλησε την καλλιτεχνίαν· και εγνώριζε μεν αρκετήν ποίησιν, αλλά πάντοτ' εξήταζεν αυτήν ως ψιλόν πεζόν λόγον. Εις τας στρατείας εδεικνύετο ατρόμητος, αλλ' ενίοτ' έπιπτεν εις βαθείας εκστάσεις επικινδύνους. Κατά τα τελευταία του έτη, ότε πρώτον ημείς γνωρίζομεν αυτόν, διεκρίνετο διά την άκραν αδιαφορίαν προς τας σωματικάς απολαύσεις ή τας λύπας. Αλλά φαίνεται ότι δεν υπήρξε πάντοτε τοιούτος, και ότι ο γέρων, ο μη αισθανόμενος τους παγετούς και λησμονών αν είχε φάγει, ο δυνάμενος να πίνη όλην την νύκτα χωρίς να ζαλισθή, είχε περάσει τρικυμιώδη και περιπαθή νεότητα. Διότι ο Σπίνθαρος, ο πατήρ του Αριστοξένου, εις των ολίγων μη μαθητών, όσοι εγνώρισαν αυτόν νέον, έλεγεν ότι ο Σωκράτης ήτο ανήρ σφοδρών παθών, αχαλινώτου θυμού και ισχυρών επιθυμιών.
Τα θετικά διδάγματα του ανδρός ήσαν ολίγα. Ο Σωκράτης εκολλάτο εις το παράδοξον δόγμα, ότι αρετή είναι η γνώσις, θεωρίαν, ήν επολέμησε πρώτον μεν ο Ευριπίδης, έπειτα δε ο Αριστοτέλης — τουλάχιστον κατά την κοινήν εκδοχήν· αλλ' αυτός θα απέδιδε βεβαίως άλλην, όχι κοινήν σημασίαν. Δεν είχε δε πολλά επίκτητα χαρίσματα, ουδ' εφρόντισε ν' αποκτήση, ότε δε ηλικιωμένος ήδη, απεφάσισε να μάθη μουσικήν, ετράπη κατ' ευθείαν εις το σχολείον και εδιδάσκετο μεταξύ των παιδίων. Αδιακόπως εμελέτα έν πρόβλημα, όπερ ουδέποτε κατώρθωσε πράγματι να λύση, και όπερ ουδείς θνητός έλυσεν. Ησθάνετο ότι η μεγάλη αλήθεια, την οποίαν ανεζήτει, θα είναι πανταχού ορατή, εάν μόνον γνωρίζωμεν να παρατηρώμεν· ότι δεν χρειαζόμεθα περισσοτέραν γνώσιν, αλλ' απλώς συνείδησιν του τι έχομεν εντός μας. Υπαινισσόμενος δε το επάγγελμα της μητρός του, ωνόμαζε παίζων την μέθοδόν του «_ μαιευτικήν _».
Μετά της πίστεως ταύτης εις ύπαρξιν πραγματικής εντός του ανθρώπου αληθείας ο Σωκράτης είχε και αληθινήν μεγαλοφυίαν εις την επίκρισιν. Συχνά υπερβολικός εις την μέθοδόν του, αλλά πάντοτε βαθυτάτα τίμιος εις τον σκοπόν του, επεζήτει θεμελιώδεις πεποιθήσεις και αρχάς παρά οιουδήποτε, φιλοσόφου, πολιτικού, τεχνίτου ή κοινού ανθρώπου, δεχομένου να συζητήση προς αυτόν, το δε αποτέλεσμα ήτο πάντοτε καταλυτικόν. Αι συζητήσεις εκείναι ήσαν, εννοείται, προφορικαί· διότι αι μεν Αθήναι δεν ήσαν ακόμη τόπος ώριμος προς γραπτάς επικρίσεις, ο δε Σωκράτης δεν κατώρθωνε να γράψη λόγον συνεχή. Απεδοκίμαζε τα βιβλία καθώς και πάσαν μακρολογίαν, διατεινόμενος ότι δεν ηδύνατο να τα παρακολουθή και ότι είχεν ανάγκην να ερωτά κατά πάσαν φράσιν.
Ο Σωκράτης ουδέποτε κατενοήθη· φαίνεται δε ότι παρά πάσαν την επιμονήν του εις το γνώθι σαυτόν, ουδέ ο ίδιος ενόησε τον εαυτόν του. Οι όλως αντίθετα φιλοσοφούντες διετείνοντο ότι ήσαν οπαδοί του. Οι φίλοι του, Ευκλείδης ο Μεγαρεύς και Φαίδων ο Ηλείος, φαίνεται ότι εμάνθανον παρ' αυτού κυρίως διαλεκτικήν, λογικήν και μεταφυσικήν, στηριζομένην επί Ελεατικών θεωριών. Δύο άλλοι, ο Αισχίνης και ο Απολλόδωρος, κύριον δόγμα του ανδρός ενόμιζον τον εξωτερικόν τρόπον του βίου. Ο Αντισθένης, ο ιδρυτής της κυνικής σχολής, επίστευεν ότι ηκολούθει τον Σωκράτη, κηρύσσων εξ ίσου μάταια τα πλούτη, την δόξαν, την φιλίαν και παν άλλο εν τω κόσμω πλην της αρετής και θεωρών την αρετήν ως γνώσιν του ορθώς ζην, πάσαν δε άλλην γνώσιν ως αναξίαν και δη και αδύνατον. Εξίσου περιεφρόνει την θεωρητικήν γνώσιν και περιωρίζετο εις επιδίωξιν του ορθώς ζην άλλος Σωκρατικός, Αρίστιππος ο Κυρηναίος, αλλ' εταύτιζε το ορθώς ζην προς την απόλαυσιν πάσης ηδονής, εθεώρει δε τούτο ως τον μόνον ψυχολογικώς δυνατόν τρόπον βίου. Εάν δε είναι δυνατόν να είπη τις συντόμως, ποίαν του Σωκράτους άποψιν απέμαξεν ο Πλάτων, αύτη πιθανώς ήτο αφ' ενός μεν η αρνητική αυτού κριτική, η φέρουσα προς την σκέψιν των μεταγενεστέρων Ακαδημεικών, αφ' ετέρου δε η μυστική αυτού άποψις, η άποψις εκείνη, ήν έπειτα εξώθησαν εις τόσην υπερβολήν οι Νεοπλατωνικοί του τετάρτου μ. Χ. αιώνος. Ο Σωκράτης δηλαδή υπέκειτο εις ακουστικήν τινα παράκρουσιν· ενόμιζεν ότι θείον τι «_σημείον_» φωνάζον τον απέτρεπεν, οσάκις έμελλε να πράξη σφάλμα.