Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Part 14

Chapter 14144 wordsPublic domain

Κατά της καλής πίστεως του Ηροδότου είδος λύσσης κατέλαβε περιοδικώς πολλούς αξιολόγους άνδρας. Αλλ' ούτε ο Κτησίας, ούτε ο Μανέθων, ούτε ο Πλούταρχος, ούτε ο Panowsky, ούτε ο Sayce επέτυχον να πείσωσι πολλούς περί της κακοπιστίας αυτού. Ο Ηρόδοτος επαγγέλλεται να διηγηθή την παράδοσιν και την παράδοσιν διηγείται· παραθέτει διαφόρους μαρτυρίας, αφήνων πλήρη ελευθερίαν εκλογής και πολλαχού επικρίνει ό,τι αναφέρει. Είναι δ' εντελώς απηλλαγμένος πάσης εθνικής ή τοπικής προκαταλήψεως. Θαυμάζει την ελευθερίαν και μισεί από καρδίας τους τυράννους. Αλλά δεν δεικνύει καμμίαν φανεράν προτίμησιν πραγματευόμενος περί ολιγαρχικής ή δημοκρατικής πολιτείας· είναι δε δύσκολον ν' αποδείξη τις οιανδήποτε λοξήν υπό του συγγραφέως παράστασιν τυράννου τινός, αν και είναι πιθανόν ότι γενικώς ηκολούθει την δυσμενεστέραν προς τους τυράννους παράδοσιν. Αλλά καθόλου ο Ηρόδοτος δεν είναι προς αυτούς αυστηρότερος του Θουκυδίδου ή του Πλάτωνος. Περί δε των Περσών προθυμότατα μαρτυρεί όχι μόνον την ανδρείαν των, αποδειχθείσαν, παραδείγματος χάριν, ότ' εμάχοντο ακάλυπτοι εναντίον των Ελλήνων οπλιτών, αλλά και την ελευθεριότητα, την φιλαλήθειαν και την πολιτικήν οργάνωσιν αυτών. Αντιπαθεί προς το σύστημα των γυναικωνιτών, προς τας ανατολικάς ωμότητας, τας μαστιγώσεις των δούλων στρατιωτών, τας συλήσεις των πόλεων, οσάκις οι Ασιανοί εφέροντο καθώς οι νεώτεροι Τούρκοι ή καθώς και οι Ευρωπαίοι κατά τους θρησκευτικούς πολέμους. Είναι αυστηρός προς τους Κορινθίους και τους Θηβαίους, ών άλλως η υπεράσπισις δεν θα ήτο πειστική. Διά να εκτιμήση δε κανείς πόσον δίκαιος είναι ο Ηρόδοτος, αρκεί να παρατηρήση ποίαν γλώσσαν μεταχειρίζονται νεώτεροι [Άγγλοι) συγγραφείς, όπως ο Froude και ο Motlye, περί οιουδήποτε καθολικού και μάλιστα Ισπανού ή Γάλλου.

Τα δε σφάλματα του Ηροδότου καθόλου μεν απορρέουσιν εκ των πηγών του, είναι δε κατά πάντα, πλην ενός, αληθέστερος αυτών. Είχεν αναγνώσει σχεδόν όλα τα τότε υπάρχοντα ελληνικά βιβλία· διότι όχι μόνον αναφέρει πλείστους συγγραφείς και ιδίως ποιητάς, αλλά και μεταχειρίζεται φράσεις αποδεικνυούσας γνώσιν της όλης γραμματείας. Αλλά φαίνεται ότι διά κάποιον λόγον απέφυγε να κάμη χρήσιν των έργων των συναδέλφων του, του Χάρωνος και του Ξάνθου, ουδένα δε αναφέρει λογογράφον εκτός του Εκαταίου. Εις δεκατέσσαρα δε χωρία μνημονεύει μνημεία και επιγραφάς, αν και βεβαίως δεν έκαμε συστηματικήν αυτών χρήσιν. Κατά μέγα δε μέρος στηρίζεται εις την προφορικήν διήγησιν, καλώς πληροφορημένων ανθρώπων και περί της παλαιοτέρας ιστορίας της Ελλάδος και περί των μηδικών. Περιερχόμενος δε τας βαρβαρικάς χώρας, εξηρτάτο κυρίως εκ των διερμηνέων και των αβασανίστων λόγων, των περιφερομένων ανά την ελληνικήν εκάστης πόλεως συνοικίαν.

Αι συχναί του φράσεις «_ως οι Λίβυες_» ή «_ως οι Κυρηναίοι έλεγον_», φαίνονται ότι αναφέρονται είτε εις τα πορίσματα των επιτοπίων ερευνών του, είτε εις την άμεσον πληροφορίαν κανενός επιχωρίου. Τετράκις δ' έχομεν μνείαν ωρισμένης πηγής. (192) «_ Αρχίη τω Σαμίου του Αρχίεω αυτός εν Πιτάνη συνεγενόμην_» { Archias whom I met at Pitane } λέγει, είτα δε ιστορεί τα περί του πάππου του Αρχίου· «_ως δ' εγώ ήκουσα Τύμνεω τον Αριπείθιος επιτρόπου_» η γενεαλογία είχεν ούτω. Τον δε Θέρσανδρον τον Ορχομένιον, όστις εδείπνησε μετά του Μαρδονίου εν Θήβαις και Δίκαιον τον Αθηναίον, όστις έζησεν εξόριστος μεταξύ των Μήδων μετά του Δημαράτου, του Σπαρτιάτου βασιλέως, επικαλείται μάρτυρας δύο επεισοδίων, δεικνυόντων, αν μη άλλο, νευρικήν ταραχήν μεταξύ των ακολούθων του Μαρδονίου. Σπουδαιοτέραν πηγήν γνώσεως παρείχον ταρχεία πολλών οικογενειών και σωματείων· ίσως επετρέπετο κάποτε εις τον Ηροδότον ν' αναγινώσκη τα επίσημα έγγραφα· συχνότερον δε, φαίνεται, ηρώτα τους κατόχους αυτών. Τούτο, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει περί του εν Δελφοίς μαντείου, εις του οποίου τα υπομνήματα ο Ηρόδοτος οφείλει πλείστα όσα των πρώτων ιδίως βιβλίων. Αντλεί δ' επίσης εκ των παραδόσεων των Αλκμεωνιδών (του οίκου του Περικλέους) και των Φιλαϊδών (του οίκου του Μιλτιάδου), ίσως δε και των του Πέρσου στρατηγού Αρπάγου.

Η θολότης των πηγών εκείνων είναι ευνόητος. Ούτως εν τη σπαρτιατική ιστορία [Α' 65,66] ο Ηρόδοτος γινώσκει μεν τα πάντα περί του Λυκούργου, όστις, εννοείται, ήτο πρόσωπον θρυλικόν, έπειτα δε αγνοεί το παν περί περιόδου τριών περίπου αιώνων, μέχρις ού φθάνει εις τον Λέοντα και τον Αγασικλή, όπου σκορπίζει πλήθος ανεκδότων. Η πραγματική σπαρτιατική παράδοσις αρχίζει μόνον εκείθεν. Τας δε αθηναϊκάς αυτού πληροφορίας πλην της σκωρίας, ήν έχουσι και αι λοιπαί, παρέβλαπτον και τα αισθήματα των χρόνων, ότ' έγραφε τα τελευταία του βιβλία. Αι διηγήσεις π. χ. πως [μετά την αγγελίαν της καταστροφής του Λεωνίδου] οι Κορίνθιοι απεχώρησαν εκ Σαλαμίνος και πως επί της κεφαλής των Θηβαίων απετυπώθη πύρινον το μονόγραμμα του βασιλέως, είναι απλώς απηχήσεις της καταιγίδος του 432-1 π. Χ. Κάτι παρόμοιον, δηλαδή παλαιότερος πόλεμος παθών, επιφέρει και την όλως ανυπεράσπιστον καταδίκην του Θεμιστοκλέους. Αναμφίβολον ήτο ότι ο Θεμιστοκλής είχε σώσει την Ελλάδα και ότι ανεδείχθη ο μέγιστος του καιρού εκείνου ανήρ. Αλλ' εν τέλει έφυγεν εις την Περσίαν! Ποία όμως ήτο η αφορμή, ελησμονήθη· και τοιουτοτρόπως η κηλίς της προδοσίας ημαύρωσεν εν τη μνήμη της πατρίδος του την εικόνα του ανδρός. Ο Ηρόδοτος ακολουθεί τελείως τας διηγήσεις των δύο μεγάλων οίκων, οι οποίοι κατεδίωξαν τον Θεμιστοκλή, ώστε ν' αποθάνη ως προδότης.(193) Ούτω δε αφ' ενός μεν εκείνοι, εξάλλου δε ο ταλαντευόμενος λαός κατώρθωσαν να παραστήσωσι τον άνδρα ως τύπον θριαμβεύσαντος αγύρτου. Την μνήμην του Θεμιστοκλέους ελύτρωσεν ο Έφορος, μέχρις ού και ο Έφορος δεν ηδύνατο πλέον να ακουσθή.

Εκτός των προφορικών ειδήσεων, των ούτως ή άλλως προερχομένων εξ υπομνημάτων, υπήρχε και η καθαρά παράδοσις πλέον της άλλης «_ζώσα_» καθώς θα έλεγεν ο Πλάτων, και επομένως μάλλον τείνουσα προς τον μύθον. Το στοιχείον τούτο είναι πανταχού παρόν εν τω Ηροδότω. Ούτω μέρος της ιστορίας του δύναται να καταταχθή εις την ανατολικήν ή ιαπετικήν λαογραφίαν. Ο Πολυκράτης, ο ρίπτων τον δακτύλιον εις την θάλασσαν και ευρίσκων κατόπιν αυτόν εντός οψαρίου, είναι παλαιός γνώριμος. Ο δε Άμασις και ο Ραμψίνιτος είναι καθαρά παραμύθια. Δύο δε περίφημα χωρία — το Γ' 119, όπου η σύζυγος του Ινταφέρνους προτιμά τον αναντικατάστατον αδελφόν αντί των αντικαταστατών τέκνων, και το Στ' 126, όπου ο αθάνατος Ιπποκλείδης, αφού εκέρδισε την νύμφην διά της ανδραγαθίας και της ευγενείας του, την έχασεν, επειδή εχόρευσε «_την κεφαλήν ερείσας επί την τράπεζαν_» και είπε κατά την ζέσιν του χορού «_ου φροντίς Ιπποκλείδη_» { all one to Hippocleides! }— τα δύο ταύτα πηγάζουσι μακρόθεν, εξ ινδικών βιβλίων! (194) Ο δε Σόλων ήτο αδύνατον να είχε συναντήσει τον Κροίσον, διότι αι χρονολογίαι δεν συμβιβάζονται, ουδ' εξεφώνησε τον μέγαν λόγον, όν ο Ηρόδοτος του αποδίδει, διότι ο λόγος εκείνος έχει συγκολληθή εξ Αργείων και Δελφικών θρύλων, δηλαδή θρύλων συσσωρευθέντων περί τάφους τινάς του Άργους και των Δελφών. Έπειτα τα όνειρα, όσα κατέβησαν όπως απατήσωσι τον Ξέρξην [Ζ' 12], χρειάζονται και όρκους, διά να πιστευθώσιν. Αι δε περί μοναρχίας, ολιγαρχίας και δημοκρατίας συζητήσεις των επτά Περσών, καίτοι ο Ηρόδοτος στοιχηματίζει την υπόληψίν του χάριν αυτών, εφάνησαν αχώνευτοι σχεδόν εις πάντας. Ίσως δε ο Μaass έχει δίκαιον αποδίδων την αρχήν αυτών εις κάποιον διάλογον του Πρωταγόρου. Αλλά ματαιοπονία είναι ν' απορρίπτωμεν μόνον ό,τι φαίνεται χονδροειδώς απίθανον, να δεχώμεθα δε αμάρτυρον ό,τι είναι δυνατόν ν' αληθεύη. Το πλείστον της ιστορίας του Ηροδότου είναι ανάμεικτον μετά καθαράς λαϊκής μυθοπλαστίας κατά διαφόρους δόσεις· ούτως η μεν αρχαία αλλοδαπή ιστορία καταντά σχεδόν αγνώριστος, η δε προ των μηδικών ελληνική είναι βαθύτατα χρωματισμένη, τα δε μετά την εν Μαραθώνι μάχην είναι όχι μικρόν παρηλλαγμένα. Αλλ' εις μίαν μόνον περίπτωσιν ο Ηρόδοτος είναι προσωπικώς, καίτοι ασυναισθήτως, ένοχος απάτης· αι μεταβάσεις του, οι τρόποι της προσαρμογής του ενός λόγου προς τον άλλον, είναι απλά λογοτεχνικά επινοήματα. Ούτως εξευρίσκει μετάβασιν εις τους Λιβυκούς του λόγους, λέγων (Δ' 167) ότι ο Αρυάνδης εστράτευσε καθ' όλης της Λιβύης. Αλλ' ουδείς λόγος υπάρχει να πιστεύσωμεν εις τούτο. Την δε αθηναϊκήν ιστορίαν εισάγει λέγων (Α' 56) ότι ο Κροίσος ζητών συμμάχους μεταξύ των Ελλήνων, «_εύρισκε Λακεδαιμονίους και Αθηναίους προέχοντας, τους μεν του δωρικού γένεος, τους δε τον ιωνικού_» αλλ' ότι οι Αθηναίοι ήσαν τότε «_διεσπασμένοι_» υπό του Πεισιστράτου. Αλλ' ο μεν τύραννος δεν «_διέσπασε_» τας Αθήνας και πιθανώς ουδ' ετυράννευε τότε, αι δε Αθήναι ήσαν τρίτης τάξεως ιωνικόν κράτος. Ο Ηρόδοτος κατασκευάζων τας μεταβάσεις ταύτας και ζητών αφορμάς προς παραγεμίσματα ανεκδότου, — αποδίδων π. χ. εις τον Γέλωνα το περίφημον του Περικλέους απόφθεγμα, ότι εξαιρείται «_εκ τον ενιαυτού το έαρ_» (Ζ' 162) — δεν προσδοκά ότι θα εξαχθώσι συμπεράσματα εξ αυτών. Περί τούτων κατά την οργίλην φράσιν του Πλουτάρχου «_ου φροντίς Ηροδότω_).(195) Τα δε λοιπά ιστορικά του λάθη είναι ταναπόφευκτα επακολουθήματα των πηγών του· δηλαδή η πραγματική αναξιοπιστία κείται όχι εις τας σποραδικάς ανακριβείας, πολύ δε ολιγώτερον εις πρόθεσιν διαστροφής, αλλ' εις την βαθείαν και ασυνείδητον τάσιν αυτής της μνήμης των ανθρώπων προς ποιητικήν διακόσμησιν του παρελθόντος και εις την διαμόρφωσιν της όλης ιστορίας ως παραδείγματος των ενεργειών ηθικής τινος προνοίας.

Τον ιδικόν του σκοπόν ο Ηρόδοτος επιτυγχάνει πληρέστατα — «_ως μήτε τα γενόμενα υπ' ανθρώπων εξίτηλα γένηται, μήτε έργα μεγάλα και θωμαστά τα μεν Έλλησι, τα δε βαρβάροισι αποδεχθέντα ακλεά γένηται_» { the real deeds of men shall not be forgotten, nor the wondrous works of Greek and barbarian lose their name }.Ο δε Πλούταρχος — διότι αναμφιβόλως εκείνος έγραψε το _Περί της Ηροδότου κακοηθείας_ — δεν αντικρούει αυτόν απλώς χάριν των Θηβών· όχι· θεωρεί την περίοδον, ήν επραγματεύετο ο Ηρόδοτος, ως περίοδον γιγάντων, σοφών και ηρώων υπερανθρώπων, εχόντων το χάρισμα των αποφθεγμάτων και των απαντήσεων, βλέπει δε πάσας τας πράξεις των, ως προσκυνητής γονατισμένος· δεν θέλει ν' ακούση, μηδέ να ίδη την άλλην αυτών άποψιν και δεν ανέχεται την ελαφράν του Ηροδότου καταλαλιάν, ήτις εγκλείει τόσην αλήθειαν. Αλλ' όμως ακριβώς η τοιαύτη περιγραφική τέχνη του ανδρός, η συνδυαζομένη προς την δραματικήν αυτού δύναμιν και το ευρύτατον διαφέρον, ο τρόπος εκείνος, καθ' όν βλέπει τας καρδίας των ανθρώπων με όλας των τας αρετάς και όλας τας ελλείψεις, έπεισε νεώτερον κριτικόν, όστις εζύγισε πάσαν αυτού λέξιν, (196) να εκφράση ότι «ουδείς άλλος Έλλην συγγραφεύς περιέγραψεν ευρύτερον του Ηροδότου κόσμον, περιέχοντα τόσον πλήθος ζωντανών και αθανάτων ανδρών και γυναικών» και να θέση «αμετακινήτως» το έργον αυτού ως αντίστοιχον του έργου του Ομήρου, ως την πρώτην πηγήν της ευρωπαϊκής πεζογραφίας. (197)

Ζ'

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.

Τρεπόμενοι αποτόμως από της ιστορίας προς την φιλοσοφίαν, πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι απλώς στρεφόμεθα από της μιας μορφής της ιωνικής «_ιστορίης_» εις την άλλην και ότι υπήρχον, και σώζονται ακόμη εκ μεταγενεστέρων χρόνων, πολλά ελληνικά βιβλία, διδάσκοντα άλλα θέματα φυσικά, ιατρικά, γεωγραφικά, ανακαλύψεις, ζωγραφικήν, γλυπτικήν, πολιτικά και εμπόριον, πάντα απασχολούντα πολύ μέρος του ελληνικού πνεύματος, και πάντα, πλην της γλυπτικής και του εμπορίου, αναφερόμενα υπό σωζομένων συγγραφέων μετά σεβασμού και εγκωμίων. Αλλά το διάγραμμα του προκειμένου έργου μας αναγκάζει να παραλείψωμεν αυτά σχεδόν όλα και να εγγίσωμεν μόνην την φιλοσοφίαν, και αυτήν τόσον μόνον, όσον είναι απολύτως αναγκαίον προς κατανόησιν της ιδίως λογοτεχνίας.

Η φιλοσοφία κατά πρώτον απαντά εν Μιλήτω, όπου ο ΘΑΛΗΣ, ο υιός του Εξαμίου — τούτο είναι όνομα καρικόν — εζήτει ως βάσιν του επιστημονικού του έργου την «αρχήν» ήτοι γένεσιν του κόσμου. Απορρίπτων τους μύθους και την κοσμογονίαν, ανεζήτει την αρχικήν ουσίαν και ηύρεν ότι ήτο το ύδωρ. Ο δε μαθητής του ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ επροτίμησε να περιγράψη αυτήν ως το «_άπειρον_», την απεριόριστον ύλην, εξ ής κατάγονται πάντα τα συγκεκριμένα «_χρήματα_» {things} δι' «_εκκρίσεως_» {separation}· το άπειρον είναι ο θεός· κατά δε τους νόμους αυτού πάντα τα όντα φθειρόμενα επιστρέφουσιν εις αυτό, ίνα «_διδώσι δίκην και τίσιν αλλήλοις της αδικίας_» { they meet with ' retribution' for their ' unrighteousness,' } δηλαδή διά την μετάβασιν αυτών από της μιας σφαίρας της υπάρξεως εις την άλλην. Ο τρίτος Μιλήσιος, ο ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ, προσπαθών να προςδιορίση ό,τι αφήκεν ασαφές ο Αναξίμανδρος, εθεώρει το άπειρον ως αέρα, την δ' έκκρισιν των πραγμάτων γενομένην διά _πυκνώσεως_ προερχομένης εκ μεταβολής της θερμοκρασίας. Όλη η Μιλησιακή σχολή ενέκυψεν εις το ζήτημα της παραγωγής του κόσμου — πόθεν _συνέστη_ ο κόσμος; — και εύρισκεν εξήγησιν κατά το ήμισυ υλικήν· π. χ. ο αήρ είναι πνεύμα· ούτως η κυρία αυτής ενέργεια ήτο η έρευνα της φύσεως, συγκατεστράφη δε η σχολή μετά της πόλεως τω 494 π. Χ. Αλλά παρέμεινεν ως η πρώτη πηγή της μεταγενεστέρας φιλοσοφίας.(198)

Όλως αντίθετος κατά το πνεύμα ήτο ο μέγας _θίασος_ της Δύσεως, όν ίδρυσε κατά τα 530 π. Χ. Σάμιος ολιγαρχικός εξόριστος, ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ο Μνησάρχου. Αι αρχαί αυτού φαίνεται ότι περιελάμβανον θρησκευτικήν αναμόρφωσιν, αντικειμένην και προς την θεολογίαν των ποιητών και προς τας τοπικάς λατρείας, ηθικήν αναμόρφωσιν, αντενεργούσαν κατά της τότε εκλύτου ελευθέρας ζωής και των πολυπλόκων κοινωνικών σχέσεων, και πολιτικήν αντίδρασιν υπέρ των αριστοκρατικών αρχών, αίτινες εκινδύνευον να εξαφανισθώσιν υπό των δημοκρατιών και των τυραννίδων. Αλλά κατά τους χρόνους του ιδρυτού την αίρεσιν εκηλίδωσεν ασυνήθης δεισιδαιμονία και στυγερόν έγκλημα, η καταστροφή της Συβάρεως· κατόπιν όμως συνετελέσθησαν υπ' αυτής αξιόλογα μαθηματικά έργα.

Τα Μιλησιακά δόγματα διέδωσεν ανά την Ελλάδα ο ραψωδός ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ (βλ, σελ. 74) ευρίσκων πυκνόν ακροατήριον και οχυρούμενος όπισθεν της ποιητικής θρησκείας. Εκ του ευνοϊκού τούτου βάθρου κατήγγελλε τα «_ψεύδη_» του Ομήρου και του Ησιόδου και εκήρυσσε μεταφυσικήν μονοθεΐαν. Ο θεός είναι είς,

«ούτε δέμας θνητοίσιν ομοίιος ούτε νόημα» . . .

{ not man-shaped, not having parts, }

«αλλ' απάνευθε πόνοιο νόου φρενί πάντα κραδαίνει»

{ and all of him conscious. }

Ο θεός ούτος είναι ίσως αυτό το _άπειρον_ του Αναξιμάνδρου άνευ της κινήσεως· ομοιάζει δε το _Έν_ του Παρμενίδου, όθεν η παράδοσις παρίστανε τον Ξενοφάνη διδάσκαλον εκείνου και ιδρυτήν της Ελεατικής σχολής.(199)

Εν Εφέσω (παρά την Μίλητον) κατά την γενεάν την μετά τον Αναξιμένη το πρόβλημα των Μιλησίων δέχεται διάφορον λύσιν, εξαγγελλομένην μετά πομπής και όγκου, άμα δε φέρουσαν και τον τύπον της μεγαλοφυίας. Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ έλεγε «_πάντα ρειν, είναι δε παγίως ουδέν_»· { All things move and nothing stays} η κίνησις αύτη είναι το αληθινόν μυστήριον του κόσμου, η _αρχή_, όχι ουσία αυθαιρέτως λαμβανομένη, αλλά η πρόοδος αυτής της μεταβολής, ήν ο Ηράκλειτος ωνόμαζε _πυρ_. Έγραφε δε ο φιλόσοφος εις πεζόν λόγον όμοιον προς _χρησμόν_· όθεν ήτο σκοτεινός, και ένεκα της ελλείψεως φιλοσοφικής γλώσσης προς έκφρασιν των στοχασμών του, αλλά και ένεκα του προφητικού τόνου της εκφράσεως, του φυσικού εις αυτόν. Δεν πρέπει δε να λησμονώμεν ότι προ της κυκλοφορίας των βιβλίων ο διδάσκων έπρεπε ν' αποτείνεται προς την μνήμην, γράφων είτε στίχους, όπως ο Ξενοφάνης και ο Παρμενίδης, είτε αποφθέγματα, ως ο Ηράκλειτος και ο Δημόκριτος. Η πρόοδος της μεταβολής είναι διπλή — προς τα άνω και τα κάτω — αλλ' είν' αιωνία και αμετάβλητος· υπάρχει νόμος, ειμαρμένη, διευθύνουσα τα πάντα, δίκη, αποκαθιστώσα την αρμονίαν μετά πάσαν διαφοράν ή εναντίωσιν· αύται φαίνονται ότι είναι, καθώς και παρ' Αναξιμάνδρω, αι διάφοροι φάσεις της μεταμορφώσεως της ουσίας από τινος εις άλλο. Ο Ηράκλειτος ελάλει μετά διπλής υπερηφανίας, ως ανακαλύψας την αλήθειαν και ως ευπατρίδης, θα συνεμερίζετο δε ολοψύχως την περιφρόνησιν του Νείτσε προς «_καταστηματάρχας, χριστιανούς, γυναίκας, Άγγλους και λοιπούς δημοκρατικούς_». Περιεφρόνει τους συμπολίτας του τους Μιλησίους και καθόλου τους ανθρώπους. Κατά τον Ηράκλειτον ο Πυθαγόρας, ο Ξενοφάνης και ο Εκαταίος ήσαν, καθώς ο Ησίοδος, παραδείγματα του αξιώματος ότι «_πολυμαθίη νόον ου διδάσκει_». { learning teaches not wisdom }(200)

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ ο Ελεάτης απεκρίνετο προς τον Ηράκλειτον απορρίπτων την θεωρίαν της αενάου μεταβολής· «_νυν έστιν ομού παν έν ξυνεχές_» και τούτο το νυν όν θέλει να μάθη· π. χ. το 2 x 2 = 4 απολύτως και αιωνίως. Αλλ' ο Παρμενίδης δεν εδέχετο την συνήθη σήμερον διάκρισιν μεταξύ αφηρημένων και συγκεκριμένων.

Το όν έστι, το δε μη όν ουκ έστι [αποσπ. 33]. Δεν υπάρχει λοιπόν μεταβολή, διότι αυτή θα ήτο μετάβασις από του μη όντος εις το όν. Ουδέ κενόν διάστημα υπάρχει· λοιπόν ουδέ κίνησις. Το δε όν είναι έν αδιαίρετον διότι εάν ήσαν περισσότερα, μεταξύ αυτών θα υπήρχον μη όντα. Ισχυρίζετο δε ο Παρμενίδης ότι το έν όν ομοιάζει προς σφαίραν, και είναι τέλειον, είναι δε ύλη αναλλοίωτος, αλλά και το νοείν είναι όμοιον προς το είναι, διότι είναι νόησις του όντος.

Αλλά τότε τι είναι ο κόσμος, τον οποίον γνωρίζομεν, ο προφανώς περιέχων πλείστα όντα; Ο Παρμενίδης απαντά εις τούτο κατά τον ανατολικόν τρόπον· ο κόσμος είναι φάσμα, απάτη, maya καθώς λέγουσιν οι Ινδοί. Πώς επέρχεται η απάτη, πώς το αναλλοίωτον Έν δύναται ν' απατά και ποίος ο απατώμενος, δεν μας λέγει, καίτοι διά του δευτέρου μέρους του ποιήματός του (βλ. σελ. 75) ανέπτυσσε «_τας των βροτών δόξας_» { the Way of Falsehood } και τας αντιφάσεις τας παρακολουθούσας κατ' ανάγκην την εις αυτάς πίστιν. (201) Την οδόν ταύτην της σκέψεως ηκολούθησεν ιδίως ο μαθητής του Παρμενίδου ΖΗΝΩΝ, αναπτύσσων τας αντιφάσεις τας αναγκαίως υπαρχούσας εν τη αντιλήψει του χρόνου, του διαστήματος και του αριθμού. Εάν το περί του Ενός δόγμα, λέγει, είναι δύσκολον, τότε πίστις εις το πολλαπλούν είναι προδήλως αδύνατος. Τοιουτοτρόπως η ελληνική θεωρία έφθασεν εις σημείον, όπου δύο μάλλον ή ήττον συνεπείς συλλογισμοί ωδήγησαν εις όλως αντίθετα συμπεράσματα, εις το αμετάβλητον Έν του Παρμενίδου, εις την αέναον μεταβολήν του Ηρακλείτου. Την δυσκολίαν ταύτην διείδεν ο ΜΕΛΙΣΣΟΣ, ο Σάμιος ναύαρχος, ο κατά τα 442 νικήσας τον Περικλή· εδοκίμασεν εκ του Ενός να πλάση Μιλησιακήν τινα «_αρχήν_», αλλ' ηύρεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να ενεργήση· διότι πόρισμα καθαρού συλλογισμού είναι αδύνατον να ερμηνεύση την πραγματικότητα του κόσμου. Μετά τον Μέλισσον η ρήξις έγινεν αισθητοτέρα. Αφ' ενός μεν οι Πυθαγόρειοι αναχωρούντες από του Ηρακλείτου ζητούσι το πραγματικόν ήτοι το αιωνίως όν κατά τους αναλλοιώτους νόμους της μεταβολής, ήτοι κατά τα αιώνια δεδομένα των αριθμών. Η γεωμετρία είναι η αλήθεια, ής τα τετράγωνα, κυκλικά ή τρίγωνα σχήματα είναι ατελείς και παροδικαί μιμήσεις, οι νόμοι της αρμονίας είναι η αλήθεια της μουσικής και η αφηρημένη αστρονομία η αλήθεια των πλανητών. Ούτως εν τω αριθμώ εύρισκε την αληθινήν ουσίαν του κόσμου, αιώνιόν τι και αμετάβλητον Έν, όπερ ηδύνατο να ικανοποιήση αρκετά τας αξιώσεις του Παρμενίδου. (202)

Εκ δε της θεωρίας του Ενός Όντος ανεπτύχθησαν τρία σπουδαία συστήματα.

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ο Ακραγαντίνος, όν είδομεν ανωτέρω (σελ. 75) δέχεται την ύπαρξιν όχι ενός, αλλά τεσσάρων αρχικών «_ριζωμάτων_, Γης, Ύδατος, Αέρος και Πυρός μετά κενού χώρου πέριξ. Τα ριζώματα είναι στοιχεία αμετάβλητα καθ' εαυτά, αλλά κινούμενα και μειγνυόμενα — αύτη είναι ίσως η σπουδαιοτάτη συμβολή εις την φιλοσοφίαν — διά δυνάμεων αΰλων, άς ονομάζει _φιλότητα_ ή _στοργήν_ και _νείκος_ ή _κότον_.

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ ο Κλαζομένιος, ο πρώτος εν Αθήναις αποκατασταθείς φιλόσοφος, παρεδέχετο πολύ πλειότερα πρώτα και αιώνια _χρήματα_ ή _σπέρματα_, ών η _σύμμειξις_ και _διάκρισις_· αποτελεί τον κόσμον, εννοών κάτι παρόμοιον προς τα «στοιχεία» της νέας Χυμικής. Μεταξύ τούτων υπάρχει _νόος_, «χρήμα» και αυτός, αλλά λεπτότατον και καθαρώτατον, και κινούμενον αφ' εαυτού. Ενεργεί δ' εντός των διαφόρων συνθέτων μερών του κόσμου ακριβώς όπως αισθανόμεθα αυτόν ενεργούντα εντός των ημετέρων σωμάτων. Ο νους ήλθε και διεκόσμησε την ύλην. Ο Αναξαγόρας ενόμιζε τον ήλιον και την σελήνην ως σφαίρας λίθου, τον δε ήλιον ζέοντα εκ της ταχύτητος της στροφής και τεράστιον το μέγεθος, σχεδόν τόσον μεγάλον, ως την Πελοπόννησον! Έδωκε δε την ορθήν εξήγησιν των εκλείψεων.(203)

Η άλλη λύσις η δοθείσα κατά την περίοδον ταύτην, είναι η ατομική θεωρία. Φαίνεται δε ότι επήγασεν όχι από επιστημονικής παρατηρήσεως, αλλά εξ αφηρημένης σκέψεως κατά τας αρχάς του Παρμενίδου. Το _όν_ είναι τι _πλέον_, δηλαδή το πράγμα είναι τι πλήρες, και παν μη πλήρες είναι μη _όν_. Αλλ' αντί του ενός αιωνίου «πλήρους» έχομεν άπειρα αιώνια _άτομα_, ήτοι μη δυνάμενα να διαιρεθώσι περιπλέον. Η κατά του κενού απόδειξις του Παρμενίδου δεν υπήρξεν αποδεκτή, ουδέ η αξίωσις αυτού ότι το όν πρέπει να είναι σφαιρικόν και ακίνητον. Πράγματι τα όντα έχουσιν απείρως διάφορα σχήματα, κινούνται δε αδιακόπως· σχήμα, μέγεθος και κίνησις είναι αι ιδιότητες αυτών· ταύτα είναι τα μόνα φυσικά γεγονότα. Πάντα δε τα λοιπά είναι κατά συνθήκην ή παράγωγα. Η θεωρία αύτη επενοήθη υπό ΛΕΥΚΙΠΠΟΥ του Αβδηρίτου, αλλ' ανεπτύχθη κυρίως υπό του μεγάλου μαθητού του, του Δημοκρίτου, και υπό του Επικούρου.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.

Ο Εμπεδοκλής απέθανε περί τα 430 π. Χ., ο δε Αναξαγόρας εξωρίσθη κατά τα 432. Αλλά ολίγα έτη προτού, είχεν αρχίσει η αντίδρασις κατά της κοσμολογικής θεωρίας. Ήτο καιρός να ευρεθώσι μερικαί μικροτέραι αλήθειαι βέβαιαι αντί να ζητώνται ακάρπως αι μεγάλαι. Αρχομένου δε του πέμπτου αιώνος, γίνονται θετικώτεραι εργασίαι εις τους επιστημονικούς κλάδους, την αστρονομίαν, τα μαθηματικά, την ιστορίαν, την ιατρικήν και την ζωολογίαν.

Την τάσιν ταύτην ενισχύει το μέγα ρεύμα της περιόδου εκείνης. Το τέλος των μηδικών, όπερ αποκατέστησε την ελληνικήν ελευθερίαν και διέδωκε την συναίσθησιν κοινής εθνότητος, εξαπέλυσε πάσας τας λανθανούσας δυνάμεις του έθνους, στρατιωτικάς, κοινωνικάς και πνευματικάς. Ανεπτύσσοντο τότε μεγάλαι πόλεις· ο πληθυσμός των Αθηνών και του Πειραιώς έφθανεν από 20 εις 100 περίπου χιλιάδας· η δε ιδιοκτησία εξετείνετο ακόμη ταχύτερον. Αι ευκολίαι προς διάθεσιν του χρήματος εμεγάλωσαν· αι εμπορικαί επιχειρήσεις ηνοίχθησαν και απησχόλουν πλειοτέρους εργάτας, ελευθέρους και δούλους. Η μεταξύ των πόλεων συγκοινωνία ήτο κοινοτέρα και οι μέτοικοι, τουλάχιστον εις τας Αθήνας και τας προοδευτικωτέρας πόλεις, επροστατεύοντο υπό του νόμου και εφορολογούντο ελαφρά. Οι κατά πόλεις προστατευτικοί δασμοί πράγματι κατηργήθησαν· τα αθηναϊκά τελωνεία του Πειραιώς εισέπραττον μόνον 1 % επί της εισαγωγής και της εξαγωγής. Συγκρινομένη δε προς άλλους χρόνους η περίοδος της εν Μυκάλη ναυμαχίας ήτο περίοδος μακράς ειρήνης. Το έθνος κατείχετο υπό ενθουσιώδους πεποιθήσεως εις εαυτό, εις την πρόοδον, εις την δημοκρατίαν. Αποτέλεσμα δε ταύτης ήτο η οικονομική πρόοδος, ήτις εξηγεί τόσα πολλά της αθηναϊκής ιστορίας, τον αγώνα του ελευθέρου εργάτου προς καλοπέρασιν διά της πολιτικής υπεροχής. Το άλλο αποτέλεσμα ήτο η υπό του Δήμου ζήτησις πνευματικών ηδονών και η προσφορά τούτων υπό σχήμα κατάλληλον προς κατανάλωσιν λαϊκήν.

Ανέκαθεν οι Έλληνες βαθέως ησθάνοντο την σημασίαν της προσωπικής αξίας, της αρετής, και της γνώσεως ή ικανότητος, της σοφίας. Αλλά πώς ήτο δυνατόν ν' αποκτηθή αύτη; Καθώς ο αγνιστής ηδύνατο ν' αγνίση τον _εναγή_ και ο _ανδραποδιστής_ να εξανδραποδίση τον ελεύθερον, δεν ηδύνατο τάχα και κάποιος _σοφιστής_ να καταστήση τινά σοφόν; Εις την ζήτησιν ταύτην απήντησαν άνδρες διάφοροι τον χαρακτήρα και κατά διαφόρους τρόπους εννοούντες την _σοφίαν_. Τινές τούτων απέρριψαν το όνομα _σοφιστής_, ως υπερβολικόν. Άλλοι υπεστήριζον ότι η σοφία είναι διδακτή, όχι όμως και η αρετή. Ταύτην δύναται να μάθη τις μόνον κατά πράξιν. Ο Γοργίας αμφέβαλλεν εάν ηδύνατο να διδάξη τίποτε· ισχυρίζετο μόνον ότι ήτο καλός _ρήτωρ_. Ο ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ τολμηρώς εδέχετο το όνομα _σοφιστής_ και επηγγέλλετο να διδάξη _πολιτικήν αρετήν_· εκήρυσσε δε το χαρακτηριστικόν δόγμα των περιόδων της γνώσεως, ότι το αμάρτημα προέρχεται εκ της αγνοίας και ότι η παιδεία δημιουργεί τον χαρακτήρα. Οι σοφισταί επεβάλλοντο μάλλον διά του βίου και της υπολήψεως αυτών ή διά των συγγραμμάτων, αλλά και παν ό,τι έγραψαν, εχάθη σχεδόν όλον. Σήμερον δε μανθάνομεν τα κατ' αυτούς μόνον παρά των αντιπάλων των· δηλαδή αφ' ενός μεν παρά του Αριστοφάνους και της αμαθεστέρας μερίδος, αφ' ετέρου δε παρά της παραδόσεως του τετάρτου αιώνος, αντιθέτου και πολιτικώς και φιλοσοφικώς προς το πνεύμα του πέμπτου.