Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 12
Οι πρώτοι πραγματικοί χρονογράφοι κατάγονται εξ Ιωνίας και των νήσων, είναι δε άνθρωποι σοβαροί και πεπαιδευμένοι, καταγράψαντες εις βιβλία και τα υπομνήματα και την προφορικήν παράδοσιν — ΒIΩΝ ο Προκοννήσιος, ο επεξεργασθείς τον Κάδμον· ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ο Μιλήσιος, ο πρώτος ίσως συνδυάσας τας πράξεις της απολέμου Ιωνίας προς τα μεγαλουργήματα της Περσίας και γράψας *_Περσικά_ εν Ιάδι διαλέκτω]· ΧΑΡΩΝ ο Λαμψακηνός, ο γράψας [*_Λαμψακηνών ώρους_ και *_Περσικά_] έργον ως φαίνεται, παρόμοιον προς το του Ηροδότου, περιλαμβάνον την περσικήν και αιθιοπικήν ιστορίαν, ειδήσεις περί του βίου του Θεμιστοκλέους και ταξείδια πέραν των Ηρακλείων στηλών ΕΥΓΑΙΩΝ ο Σάμιος, ΞΑΝΘΟΣ ο Λυδός και πολλοί άλλοι, φέροντες προς την μεγάλην τριάδα τον Εκαταίον, τον Ηρόδοτον και τον Ελλάνικον. (177)
Αλλά εις την Μεγάλην Ελλάδα τα πράγματα ήσαν διάφορα. Εκεί αι ελληνικαί αποικίαι είχον μακράν και δραματικήν ιστορίαν, μεγάλην δε δημιουργικήν λογοτεχνίαν, αλλ' η λογοτεχνία ουδέποτε περιέλαβε την ιστορίαν· λοιπόν ιστοριογράφοι δεν υπήρχον προ του χρόνου, ότε ο γηραιός Ηρόδοτος απήλθεν εις τους Θουρίους, όπου και έκλεισε τους οφθαλμούς. Τότε Αντίοχος ο Συρακόσιος εδημοσίευσεν ιστορίαν της Δύσεως, καταβαίνουσαν τουλάχιστον μέχρι του 424 π. Χ. Ο δε προβληματώδης ΙΠΠΥΣ ο Ρηγίνος, φαίνεται γράψας περί τους αυτούς χρόνους! Οι εν τη Δύσει βεβαίως είχον χρονικά των ναών και ανέδειξαν πολλούς ιστορικούς κατά την μετά τον Θουκυδίδην γενεάν. Αλλά κατά την αρχήν της πεζογραφίας σπουδαίον είναι ότι προ της ιστορίας εκαλλιέργουν την γραμματολογίαν. ΘΕΑΓΕΝΗΣ o Ρηγίνος (520 π. Χ.) λογίζεται ως ο πρώτος Ομηριστής· περί αυτού γνωρίζομεν μόνον ότι ηρμήνευεν αλληγορικώς και ανέφερε την Γιγαντομαχίαν. Ο δε ΓΛΑΥΚΟΣ ο Ρηγίνος έγραψεν αναγραφήν «_περί των αρχαίων ποιητών τε και μουσικών_» (178) αναφέρων όχι μόνον ονόματα και χρόνους, αλλά και περί ύφους και μιμήσεως, διηγούμενος δε και τίνας έκαστος ποιητής «_εμιμήσατο_», αρχόμενος από Ορφέως [Τερπάνδρου, Αρχιλόχου, Θαλήτα]. Η τοιαύτη τάσις, η προς την καθαράν λογοτεχνίαν κλίσις, ερμηνεύει την εκεί γένεσιν του Γοργίου.
Εν τη ανατολική Ελλάδι κριτικούς του Ομήρου θα εύρωμεν μόνον τους χρονογράφους εκείνων των πόλεων, όσαι ειδικώς σχετίζονται προς αυτόν, ως ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ τον Κυμαίον και ΔΑΜΑΣΤΗΝ τον εκ Σιγείου. Αλλ' η υψηλοτέρα λογογραφία εγεννήθη εν τη Ανατολή εκ της ζητήσεως της γνώσεως κατά την ευρυτάτην έννοιαν, ήν οι μεν Ίωνες ωνόμαζον _ιστορίην_, οι δε Αθηναίοι _φιλοσοφίαν_. Ημείς εφαρμόζοντες εις τον έκτον αιώνα τους όρους του τετάρτου, σπεύδομεν να διακρίνωμεν την ιστορίαν από της φιλοσοφίας. Αλλ' ότε ο Σόλων ο φιλόσοφος «_απεδήμησε έτεα δέκα_» χάριν «_της θεωρίης_», έπραττεν ακριβώς ό,τι και οι ιστορικοί, ο Ηρόδοτος και ο Εκαταίος. Ότε δε ο Εκαταίος έγραψε Πίνακα του κόσμου γεωγραφικόν και ανθρωπολογικόν, έπραττεν ό,τι και ο Αναξίμανδρος και ο Δημόκριτος. _Ιστορία_ σημαίνει έρευνα,(179) φιλοσοφία δε αγάπη της γνώσεως. Και αι δύο καταλαμβάνουσι περίπου την αυτήν έκτασιν, αν και καθόλου η φιλοσοφία αποβλέπει περισσότερον εις την τελικήν αλήθειαν και ολιγώτερον εις τα ειδικά γεγονότα· το δε σπουδαιοτέρον, η φιλοσοφία γενικώς είν' έργον ωργανωμένης σχολής μετά καθωρισμένων ή συγγενών θεωριών — της Μιλησίας, της Πυθαγορικής, της Ελεατικής — ενώ ο _ιστορικός_ είναι προ πάντων εξερευνητής και αφηγητής.
Πεζόν βιβλίον κατά τον έκτον αιώνα, οσάκις δεν ήτο βιβλίον φιλοσοφικής σχολής, ήτο αποτέλεσμα μεν της «ιστορίης» του συγγραφέως, ωνομάζετο δε «_λόγος_» αυτού — δηλαδή ό,τι είχε να είπη. Αλλ' ούτε το βιβλίον αυτό, ούτε το λογοτεχνικόν είδος, όπου ανήκεν, είχεν ακόμη όνομα. Η πρώτη φράσις εχρησίμευεν αντί τίτλου· η απλουστάτη δηλαδή φράσις ήτο «Αλκμέων ο Κροτωνιάτης λέγει τάδε» «_Ηροδότου Αλικαρνησσέος ιστορίης απόδεξις ήδε_». Εν ειδικωτέρα δε _ιστορία_, φέρεται «_Αντίοχος Ξενοφάνους συντίθησι περί Ιταλίας_» { Antiochus, Xenophanes' son, put these things together about Italy } ή άνευ του ονόματος του συγγραφέως, «_Περί μεν της ιερής νούσου καλεομένης ώδ' έχει_» { Touching the disease called Holy, thus it is }(Ιπποκράτης) . Τι δε ήτο ο γράφων; Βεβαίως λογογράφος ή λογοποιός, αφού έγραφε λόγον. Ηδύνατο δε να είναι γεωγράφος ή ιδεολόγος, πιθανώτερον δε _φιλόσοφος_ και κατά τους θαυμαστάς αυτού _σοφός ανήρ_. Ο δε θέλων να ονομάση το ανώνυμον και αδιαίρετον εις κεφάλαια έργον έπρεπε να μεταχειρισθή μίαν περιγραφικήν φράσιν. Καθώς έλεγε κανείς π. χ. περί του μέσου του τ της _Οδυσσείας «Όμηρος εν νίπτροις_» {Homer in the Foot-washing }, ούτως έλεγεν «_Εκαταίος Ασία» ή «Εκαταίος εν τοις περί Ασίας», «Χάρων εν τοις Περσικοίς», Αναξίμανδρος εν τοις περί των απλανών ή εν γης περιόδω_ { Anaximander about Fixed Stars," or "in the Description of the World. } [πρβ. τον Σουίδαν]. Οι δε μεταγενέστεροι πολλάκις εξέλαβον τας παραπομπάς εκείνας ως επιγραφάς χωριστών έργων και παρέστησαν πολλούς των αρχαίων λογογράφων ως γράψαντας δωδεκάδας συγγραμμάτων.
Το παλαιόν έπος ελήφθη ως παράδειγμα· καθώς εκείνο ήτο ή ανώνυμον ή έργον φανταστικού ή ημιθέου ποιητού, ούτω και ο «λόγος» και το χρονικόν, βεβαίως δε και αι απαρχαί των φυσικών παρατηρήσεων και της κοσμολογίας. Κατά την επομένην περίοδον το βιβλίον ήτο έργον σωματείου τινός· φυλής ποιητών, σχολής φιλοσόφων, θρησκευτικής αιρέσεως, ή επισήμου επιτροπής· δηλαδή πρώτον μεν «Όμηρος» «Αίσωπος» «Ησίοδος» «Ορφεύς» «Κάδμος», έπειτα δε «Ομηρίδαι» «Πυθαγόρειοι» «Ορφικοί» και «Ώροι Μιλησίων». Έπρεπε πρώτον ο στενός δεσμός του ελληνικού αστικού βίου να κατακοπή, πριν είς ανήρ δυνηθή να προέλθη και εκφράση τας γνώμας και τα αισθήματά του διά του ιερού μεγαλείου του βιβλίου. Και ποιηταί μεν ως ο Αρχίλοχος και άλλοι είχον ήδη πράξει τούτο. Αλλά της πεζογραφίας την οδόν ήνοιξε βιβλίον, του οποίου αι πρώται λέξεις θ' αντήχησαν ως σάλπισμα εις τα ώτα των ανθρώπων· «_Εκαταίος Μιλήσιος ώδε μυθείται· τάδε γράφω ως μοι αλήθεια δοκέει είναι· οι γαρ Ελλήνων λόγοι πολλοί τε και γελοίοι, ως εμοί φαίνονται, εισίν._» { Hecatoeus of Miletus thus speaks. I write as I deem true, for the traditions of the Greeks seem to me manifold and laughable. }
ΙΣΤΟΡΙΗ. — ΕΚΑΤΑΙΟΣ.
Ο ΕΚΑΤΑΙΟΣ ήτο ευπατρίδης γενεαλογών εαυτόν ως απόγονον θεού εν δεκάτη έκτη γενεά, (Ηροδότου Β' 143) μέχρις ού οι ιερείς των αιγυπτιακών Θηβών διέψευσαν αυτόν· εξερευνητής δε σπάνιος, καθώς ο σύγχρονος αυτού Σκύλαξ, ο καταπλεύσας τον Ινδόν μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης, καθώς επί του β' Πτολεμαίου Εύδοξος ο Κυζικηνός και μέχρι τινός καθώς ο Κολώμπος, δηλαδή άνθρωποι, των οποίων η μεγάλη τόλμη ήτο όργανον μεγαλυτέρου νου. Περιήλθεν όλας τας ακτάς της Μεσογείου, το περσικόν κράτος, την Αίγυπτον, ίσως τον Πόντον, την Λιβύην και την Ιβηρίαν, αδιακόπως «_ιστορέων_», ήτοι ζητών γνώσιν. Ημείς γινώσκομεν αυτόν προ πάντων εκ των επικρίσεων και των ανεκδότων του Ηροδότου, όστις διχογνωμεί προς αυτόν περί των πηγών του Νείλου (Β' 21) και της υπάρξεως του ποταμού Ωκεανού (Β' 23) αναφέρει δε μετά δισταγμού όσα έγραφεν ο Εκαταίος περί της εξώσεως των Πελασγών εκ της Αττικής (Στ' 137), αλλά καθόλου τον παριστά σχεδόν ως μέγαν.
Κατά την προπαρασκευήν της ιωνικής επαναστάσεως η Μίλητος εζήτησε την συμβουλήν του σοφού της, αλλά δεν την ηκολούθησεν. Εκείνος τους απέτρεπε, «_καταλέγων τα τε έθνεα πάντα των ήρχε Δαρείος και την δύναμιν αυτού_» { telling them all the nations that Darius ruled and the power of him. }(Ηροδότου Ε' 36). Αλλ' ο σοφός ήτο ψυχρός και ελάλησεν εις μάτην! Έπειτα τους προέτρεψεν, εάν επέμενον να επαναστατήσωσι, να καταλάβωσιν αμέσως τους θησαυρούς του εν Βραγχίδαις Απόλλωνος — ειδεμή θα τους εσύλων οι Πέρσαι — και να ναυπηγήσωσι στόλον, δεσπόζοντα του Αιγαίου. Αλλ' ο σοφός υβρίσθη ως ασεβής! Ο Αρισταγόρας και ο λαός επροτίμησαν τον ιδικόν των δρόμον, ετράπησαν παντού, και βεβαίως είδον τον θησαυρόν πεσόντα εις τας χείρας των βαρβάρων. Και άλλην συμβουλήν έδωκεν ο Εκαταίος ότε τα πράγματα ήσαν απεγνωσμένα, παρακαλών τον Αρισταγόραν να μη φύγη διά παντός, αλλά να οχυρώση την νήσον Λέρον, και κρατών της θαλάσσης, να επιχειρήση την ανάκτησιν της Μιλήτου. Δηλαδή πάντα, όσα κατόπιν αναλογιζομένη την πικράν της συμφοράν, επόθει να είχε πράξει η Ιωνία, κατήντησαν επαναλεγόμενα συμβουλαί του μεγάλου της Εκαταίου. Εκείνος τέλος είχε μεσολαβήσει προς τον Αρταφέρνη — την φοράν ταύτην επιτυχώς — όπως φεισθή των ηττημένων.
Ο Εκαταίος δεν ήτο λογοτέχνης όπως ο Ηρόδοτος· ήτο στοχαστής και εργάτης. Κατά τον Ερμογένη [τον Ταρσέα] όστις ηγάπα τον αρχαϊσμόν, «_καθαρός μεν έστι και σαφής, εν δε τισι και ηδύς ου μετρίως_» { pure and clear, and in some ways singularly pleasant } και όμως «_ταις ηδοναίς ελαττούται πολλώ του Ηροδότου· αλλά πάνυ πολλώ, καίτοι γε μύθους τα πάντα σχεδόν και τοιαύτην τινά ιστορίαν συγγραψάμενος_». { much less charm than Herodotus — ever so much, though it was mostly myths and the like }(180) Αλλ' εις την τελευταίαν ταύτην φράσιν δεν πρέπει να δώσωμεν μεγάλην προσοχήν. Ο Εκαταίος ιστορίαν εθεώρει την περίοδον, ήν ημείς σήμερον παραλείπομεν ως μυθικήν, ενώ δε απέρριπτε τας ελληνικάς παραδόσεις, συχνά επίστευεν εις τας αιγυπτιακάς· ενθυμούμενοι δε τας πρώτας του βιβλίου του λέξεις, δεν δυνάμεθα να του προσάψωμεν «ευπιστίαν» ή να θεωρήσωμεν αυτόν υπεύθυνον διά τον μύθον ότι η σκύλα του Οινέως εγέννησε στέλεχος και εξ αυτού «_έφυ άμπελος πολυστάφυλος_» (απόσπ. 341), διότι είναι πιθανόν ν' ανέφερε τούτο μόνον ως γελοίον. Επί πολλούς αιώνας ως γεωγράφος εθεωρείτο αυθεντία· καίτοι δε φαίνεται ότι δεν υπήρξε σταθερώς άθρησκος, παραμένει μεγάλη μορφή της ιστορίας της λογοτεχνίας και της προόδου του ανθρωπίνου νου. Ο Εκαταίος αντιπροσωπεύει το πνεύμα του καιρού του ως σύνολον, ήτοι την έρευναν, την σκέψιν, την προς την λογοτεχνίαν κλίσιν. Και ταύτης μεν έξοχος τύπος είναι ο Ηρόδοτος, ως αντιπροσώπους δε των άλλων εκλέγομεν δύο των μη σωθέντων συγγραφέων, τον Ηρόδωρον και τον Eλλάνικον. (181)
ΗΡΟΔΩΡΟΣ.
ΗΡΟΔΩΡΟΣ ο Ηρακλεώτης, (εξ Ηρακλείας του Πόντου) πατήρ του σοφιστού Βρύσωνος, του οποίου οι διάλογοι λέγεται ότι ήσαν το υπόδειγμα του Πλάτωνος, είναι ο τύπος των πρώτων αθρήσκων. Το έργον του ήτο κριτική ιστορία των αρχαίων υπομνημάτων, διαλαμβάνον κατ' αρχάς περί της πατρίδος του και του ιδρυτού αυτής Ηρακλέους, [*_Λόγος καθ' Ηρακλέα_], αλλ' εγγίζον π. χ. και τους Αργοναύτας και τους Πελοπίδας. Η δε μέθοδος αυτού σήμερον μεν έχασε την χάριν και την πρωτοτυπίαν, αλλά τότε ήθελε βαθυτάτην σκέψιν και παρείχε πραγματικάς υπηρεσίας προς τον κόσμον. Κατά τον Ηρόδωρον (απόσπ. 23) ο δεσμώτης Προμηθεύς, όν εξέσχιζεν ο αετός και ηλευθέρωσεν ο Ηρακλής, αληθώς ήτο βασιλεύς των Σκυθών πλησίον του πoταμού Αετού, όστις επιφέρει καταστρεπτικάς πλυμμύρας· οι δε υπήκοοι νομίζοντες, όπως και ο Ησίοδος, ότι αι πλημμύραι ήσαν τιμωρίαι διά τας αμαρτίας των ηγεμόνων, έδεσαν, δηλαδή εφυλάκισαν τον Προμηθέα, μέχρις ού ο Ηρακλής, όστις αναφέρεται ότι ανέλαβε παρά του Άτλαντος τους στύλους του ουρανού και της γης, δηλαδή τας αρχάς της αστρονομίας, (απόσπ. 24) και της μηχανικής, απέστρεψε το ρεύμα προς την θάλασσαν! Τα δε περί των τειχών της Τροίας λεγόμενα, ότι έκτισαν αυτά ο Απόλλων και ο Ποσειδών, εσήμαινον απλούστατα ότι ο Λαομέδων εσύλησε χρήματα εκ του ιερού αυτών διά την κατασκευήν των (απόσπ. 18). Ο Ηρόδωρος εσυνήθιζεν, ως φαίνεται, να διηγήται τον κοινόν μύθον, πριν τον επικρίνη, διότι ευρίσκομεν αποσπάσματα και τούτου, όπως του Εκαταίου, αναφερόμενα ως πηγάς μωροτάτων μύθων, ούς βεβαίως έπειτα θα επεξήγει. Αλλά δεν εστερείτο πάλιν όλως διόλου φαντασίας· έφθασε να πιστοποιήση την φερομένην παράδοσιν ότι ο λέων της Νεμέας είχε πέσει εκ της σελήνης. Και τούτο διότι επίστευεν ότι η σελήνη δεν ήτο μικρόν φως, αλλά «_ετέρα μετέωρος γη_» και ότι οι αερόλιθοι και τα όμοια πιθανώς έπιπτον εκείθεν· ότι μερικά έντομα και το περιεργότερον, οι γύπες, των οποίων τας φωλεάς, όσον και αν εζήτησεν, ουδέποτε είχεν ιδεί επί της γης ταύτης, πιθανώτατα προήρχοντο εκείθεν [απόσπ. 10]· εκείθεν είχε καταβή και ο λέων της Νεμέας [απόσπ. 9] διότι, φαίνεται, εσκέπτετο, ότι δεν ήτο δυνατόν να εγεννήθη εν Νεμέα και δεν ηδύνατο να προχωρήση έως εκεί καταβαίνων εκ του Αίμου· και ότι η περιγραφή αυτού δεν ωμοίαζε προς κανένα γνωστόν λέοντα. Αλλά τούτο δεν είναι «απλοϊκή ευπιστία»· είναι πλάνη συλλογισμού, συγγνωστή, καθόσον ενόμιζεν και σχετικώς μικράν την από της σελήνης απόστασιν ημών. Ο Ηρόδωρος εκοπίασε πολύ να συστηματοποιήση και την χρονολογίαν — να εκτελέση δηλαδή τον γιγάντειον εκείνον άθλον, όν ουδείς Έλλην Ηρακλής συνετέλεσεν. Αι δε γεωγραφικαί αυτού μελέται ήσαν ευρύταται και ακριβείς, (182) εχρησιμοποίει δε τα πάντα εις κριτικήν της παλαιοτάτης ιστορίας. Πόσον τούτο είναι διάφορον, αλλ' όχι κατώτερον κατ' είδος, του πνεύματος του Ηροδότου και του Θουκυδίδου! (183)
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ «ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ». — ΕΛΛΑΝΙΚΟΣ.
ΕΛΛΑΝΙΚΟΣ (184) ο Λέσβιος χρονολογικώς καθορίζεται διά τούτου ότι το έργον αυτού «Ατθίς» μνημονεύεται μεν υπό του Θουκυδίδου (Α' 97), εμνημόνευε δε (185) την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν — εδημοσιεύθη δηλαδή μικρόν μετά τα 406 π. Χ. Ο Ελλάνικος είναι νεώτερος μεν του Ηροδότου, πρεσβύτερος δε του Θουκυδίδου. Η χρονολογία είναι σπουδαία διά τούτο, ότι η γενική μέθοδος του έργου του Ελλανίκου, οιαδήποτε και αν ήτο κατά τας λεπτομερείας, δεν ήτο η του Εκαταίου και του Ηροδώρου, ουδέ η των σωθέντων ιστορικών, αλλά μόνον μέθοδος στοιχειωδεστέρου τινός Αριστοτέλους. Ο Ελλάνικος εστράφη κατ' ευθείαν προς τα τοπικά υπομνήματα, είτ' επιγραφικά, είτε προφορικά, εσώρευσε δε σωρόν καθωρισμένων και επισήμων μαρτυριών περί γεγονότων και υπέταξεν αυτά εις καθολικόν χρονολογικόν σύστημα· τοιουτοτρόπως κατώρθωσεν ώστε εκάστη τοπική ιστορία να ρίπτη φως επί τας άλλας, κατέγραφε δε τας παρατηρήσεις του κατά τρόπον όλως πρακτικόν. Αλλά δυστυχώς το υλικόν ήτο ανάξιον της μεθόδου του. Τα μεν γεγονότα, όσα συνέλεξε, δεν ήσαν γεγονότα, η δε τάξις, ήν κατέστρωσε, ήτο χειροτέρα του προηγουμένου γνησίου χάους.
Ο Ελλάνικος ήρχισεν, όπως και πολλοί άλλοι, γράφων *_Περσικά_· ταποσπάσματα τούτων φαίνονται παλαιοτέρα του Ηροδότου και είναι μεστά ελληνικών θρύλων. Διότι το ήμισυ της δραστηριότητός του εδαπάνησεν εις την μελέτην των μεγάλων μύθων, ούς ενόμιζε πολυτίμους, ως περιέχοντας απωτάτην ιστορίαν, κινδυνεύουσαν να χαθή. Έγραψε δε * _Αιολικά_ και *_Τρωικά_· την εκλογήν δε ταύτην ερμηνεύει η αιολική του καταγωγή και η προς την Τροίαν γειτονία. Αι δε αιολικαί παραδόσεις αναποφεύκτως έστρεψαν αυτόν προς την Θεσσαλίαν, ούτω δ' έγραψε τα *_Δευκαλιώνεια_ ήτοι περί των απογόνων του Δευκαλίωνος. Δεύτερον εν Ελλάδι πλούσιον μύθων μεταλλείον ήτο το Άργος· αι παραδόσεις αυτού ήσαν σχεδόν ανεξάρτητοι από της Θεσσαλίας· ο Ελλάνικος λοιπόν εστράφη προς το Άργος και όχι μόνον έγραψεν ιστορίαν αυτού, αλλά και εδημοσίευσε κατά τας απαιτήσεις της αναπτυσσομένης μεθόδου του κατάλογον των διαδοχικών ιερειών του εν Άργει ναού της Ήρας, ως βάσιν ομοιομόρφου συστήματος χρονολογίας δι' όλην την ιστορίαν. Ίσως δ' εκ του Ελλανίκου παρέλαβεν αυτόν ο Θουκυδίδης (Β' 2, Δ' 33) αν και ήτο και προτού εύχρηστος εν Πελοποννήσω· εν τω μεταξύ, φαίνεται, ο σοφιστής Ιππίας είχεν εκδώσει τους ρηξικελεύθους καταλόγους των Ολυμπιάδων μετά της σειράς των νικητών. Ο δ' Ελλάνικος ηκολούθησεν αυτόν δημοσιεύσας *_Καρνεονίκας_, ήτοι κατάλογον των νικητών των αγώνων του εν Σπάρτη Καρνείου Απόλλωνος.
Ο Ελλάνικος λοιπόν είχε γράψει πολλά χωριστά βιβλία, παρέχων αντιθέτως προς τον Ηρόδοτον ακατάσκευον το ποικίλον του υλικόν και δεν εδοκίμασε να το χωνεύση ολόκληρον εις ένα προσωπικόν «_λόγον_» ιδικόν του. Φαίνεται δε ότι και ωνόμασε τα βιβλία του· το όνομα *_Φορωνίς_, όπερ έφερεν η ιστορία του Άργους κατά τον αρχαίον βασιλέα Φορωνέα, ήτο επιγραφή απλή και σαφής· τα δε *_Δευκαλιώνεια_ ήτο κάτι μεταξύ περιγραφής και αρχείου. Κατόπιν ήλθεν εις τας Αθήνας και έγραψε την περίφημον *_Ατθίδα_ ή Αττικήν συγγραφήν. Οι Αθηναίοι της προηγουμένης γενεάς είχον εργασθή τόσον εις παραγωγήν της ιστορίας, ώστε δεν ηύραν καιρόν και να γράψωσιν αυτήν· λοιπόν αντί αυτών την έγραψεν ο αλλοδαπός σοφός. Αλλά το λυπηρόν είναι ότι διεφέρετο περισσότερον περί του παρελθόντος ή του παρόντος. Ήρχιζεν από του Ωγύγου, ο οποίος εβασίλευε 1020 έτη προ της πρώτης Ολυμπιάδος, και έτρεχεν ανοικτιρμόνως διά μέσου όλων των γενεών των κενών ονομάτων, των απαιτουμένων προς πλήρωσιν του χιλιετούς χάσματος. Έχων ως αφετηρίαν τον Αργείον κατάλογον, όστις ήτο πληρέστατος, ηναγκάζετο να επεκτείνη τον ισχνόν Αττικόν, φανταζόμενος διπλούς ομωνύμους βασιλείς. Ότε δε κατέβαινεν εις τους χρόνους, περί ών κυρίως ποθούμεν ημείς να μάθωμεν — εις τα 50 έτη τα κατόπιν των μηδικών, — η μέθοδος, ήν μετά κόπου είχε καταρτίσει προς εξιστόρησιν των μύθων, εγκατέλειπεν όλως αυτόν εις την περιγραφήν των γεγονότων «_βραχέως τε και τοις χρόνοις ουκ ακριβώς επεμνήσθη_» λέγει περί αυτού ο Θουκυδίδης. Και όμως αι χρονολογίαι ήσαν όλη η δόξα του ανδρός. Ο Ελλάνικος υπελόγιζε κατά γενεάς, τρεις εις έκαστον αιώνα, έπειτα δε κατ' άρχοντας, αφότου κατεστάθησαν. Ο δε Θουκυδίδης πιθανώτατα εννοεί ότι το σύστημα της χονδρικής καταστρώσεως των γεγονότων απέναντι του ονόματος του άρχοντος δεν ήτο τόσον ακριβές, όσον η ιδική του διαίρεσις εις θέρη και χειμώνας. Ο Ελλάνικος είχε πολλούς αναγνώστας και επέδρασε πολύ, αλλά δεν ηύρεν ευμενείς κριτάς. Ο μεν Έφορος έλεγεν αυτόν «_εν τοις πλείστοις ψευδόμενον_», ο δε Στράβων [Θ' 6,3 σ. 508] ότι «_ράον αν τις Ησιόδω και Ομήρω πιστεύσειεν ηρωολογούσι και τοις τραγικοίς ποιηταίς ή . . . Ελλανίκω και τοις τοιούτοις_» { would sooner believe Homer, Hesiod, and the tragedians }. Τούτο, φαίνεται, σημαίνει μόνον ότι η γενική παράδοσις, ήν αντεπροσώπευον οι ποιηταί, ήτο ασφαλεστέρα των τοπικών, άς παρέλαβεν ο Ελλάνικος. Διότι ήτο μεν ικανός, συστηματικός και ευσυνείδητος ιστορικός, αλλά πιθανώς η ιστορία θα ήτο ησυχωτέρα, εάν μηδέποτε υπήρχεν. (186)
ΣΤ'
ΗΡΟΔΟΤΟΣ
ΗΡΟΔΟΤΟΣ, ο «πατήρ της ιστορίας», ήτο άνθρωπος εξόριστος και εξ επαγγέλματος αφηγητής· όχι βεβαίως ως Ιταλός improvisatore, αλλά πεζογράφος αντίστοιχος προς αοιδόν, διηγούμενος πράξεις αληθινών ανθρώπων, και περιγράφων ξένους τόπους. Η εργασία του λοιπόν, καθώς ο Θουκυδίδης αυστηρώς λέγει, ήτο «_αγώνισμα ες το παραχρήμα_», δηλαδή απέβλεπε μάλλον εις προσωρινήν επιτυχίαν παρά μόνιμον εύρεσιν της αληθείας. Ο πρώτος του σκοπός ήτο να εξάπτη την περιέργειαν των ακροατών, φαίνεται δε ότι ο Ηρόδοτος είχε την χάριν ταύτην οποτεδήποτε ήνοιγε τα χείλη· αλλ' είναι φανερόν και ότι υψώθη υπεράνω του επαγγέλματός του, ότι επροχώρησεν από σειράς δημοσίων αναγνωσμάτων εις μεγάλην ιστορίαν και πιθανώς εις κάτι περισσότερον. Διότι το έργον του δεν είναι μόνον διήγησις ενός συγκινητικού πολέμου, πολιτικώς σπουδαίου και πνευματικώς μεγίστου· αλλ' είναι ίσως υπέρ παν άλλο γνωστόν βιβλίον και η έκφρασις ενός όλου ανθρώπου, η παράστασις όλου του κόσμου, βλεπομένου διά μέσου ενός νου και από μιας ιδιαιτέρας απόψεως. Τότε ο κόσμος ήτο εξαιρέτως διαφέρων, αλλά και ο νους εκείνος αν και λίαν ατομικός, ήτο εκ των περιεκτικωτάτων, όσους εγνώρισεν η ανθρωπότης.
Η όλη του μέθοδος είναι λίαν υποκειμενική. Ο Ηρόδοτος συμπαθεί τόσον, ώστε δεν δύναται διαρκώς να επικρίνη ή να μένη ψυχρός προς τας πέριξ αυτού βαθείας προλήψεις του λαού· λοιπόν ευθύς εξ αρχής συμμερίζεται την κοινήν πίστιν και διαβλέπει την ενέργειαν ηθικού θεού επί πάντων των ιστορικών συμβάντων. Είναι ζωηρός, ευαίσθητος, αγαπά τους ανθρώπους, συγκρατεί τας λεπτομερείας, όσαι ζωογονούσι την αφήγησίν του, λησμονεί δε αυτάς, οσάκις είναι μόνον αριθμοί και γεγονότα· αμέσως αισθάνεται το περιβάλλον της κοινωνίας όπου εμβαίνει, και διαρκώς επηρεάζεται υπό της γοητείας μεγάλων ανθρωπίνων ενεργειών, π. χ. της αυστηράς και απροσώπου αιγυπτιακής ιεραρχίας ή του λαμπρού κύκλου των μεγάλων ανδρών των Αθηνών· αλλ' όμως είναι πάντοτε έξυπνος, χαριτολόγος, αβρός εις τας κρίσεις, βαθυτάτα πεπεισμένος περί της ασθενείας της ανθρωπίνης φύσεως, των σφαλμάτων του ηρωισμού της και της οφειλομένης συγγνώμης διά την ατέλειαν αυτής. Το βιβλίον του Ηροδότου φέρει παντού την σφραγίδα του χαρακτήρος τούτου και τούτων των αρχών.
Ο Ηρόδοτος εγεννήθη εν Αλικαρνασσώ, απέναντι της Ρόδου. Η πόλις αύτη ήτο μεικτή, διότι δωρικόν στρώμα κατέβαλε το εγχώριον καρικόν, έπειτα δε και αυτό υπέκυψεν εις τον υψηλότερον πολιτισμόν των Ιώνων γειτόνων, πάντες δε ήσαν υπήκοοι της Περσίας· ήτο λοιπόν καλόν τροφείον ιστορικού, όστις έμελλε να διακριθή διά την έλλειψιν πάσης φυλετικής προκαταλήψεως. Εγεννήθη δε περί τα 484 π. Χ. μεταξύ των απηχήσεων της μεγάλης πάλης. Η Αρτεμισία, η βασίλισσα της Αλικαρνασσού, επολέμησεν υπέρ του Ξέρξου εν Σαλαμίνι, ο δε εγγονός αυτής Λύγδαμις κατείχεν ακόμη τον θρόνον ως τύραννος υπό τον Αρταξέρξην μετά τα 460. Ο Ηρόδοτος κατέτριψε τα πρώτα νεανικά του έτη πολεμών υπό την ηγεσίαν συγγενούς του, όστις ήτο ο ποιητής και μάντις Πανύασις, όπως ελευθερώση την πατρίδα του από του τυράννου και του περσικού ζυγού· αλλ' εν τη ιστορία του δεν αναφέρει τους αγώνας εκείνους, οι οποίοι βεβαίως αφήκαν ίχνη εις τον χαρακτήρα του. Και ο μεν Πανύασις εζωγρήθη και εθανατώθη, ο δε Ηρόδοτος έφυγεν εις την Σάμον. Τέλος — άγνωστον πώς, — ο Λύγδαμις έπεσε και ο Ηρόδοτος επανήλθεν· αλλά η άρχουσα μερίς δεν ήτο φιλική προς αυτόν — ίσως εκείνοι ήσαν θιασώται της αυτονομίας, αυτός δε της μετά των Αθηναίων συμμαχίας — και τοιουτοτρόπως ο Ηρόδοτος ήρχισε τας περιηγήσεις του. Εν Αθήναις ηύρε δευτέραν πατρίδα, και είχε φίλον τον Σοφοκλή, και ίσως τον Περικλή και τον Λάμπωνα. Τέλος έγινε πολίτης των Θουρίων, της υποδειγματικής αποικίας, ήν οι Αθηναίοι έκτισαν επί της κάτω Ιταλίας κατά τα 443 παρά την Σύβαριν, ήτις κατεστράφη δύο φοράς. Αλλά περί των τελευταίων αυτού χρόνων και των περιηγήσεων ολίγα βάσιμα γινώσκομεν. Ο Ηροδότος εταξείδευσεν εις την Αίγυπτον μέχρι της Ελεφαντίνης πόλεως, ότε η χώρα υπέκειτο εις την Περσίαν και, εννοείται, ότε η Περσία ήγεν ειρήνην προς τας Αθήνας, δηλαδή μετά τα 447. Τότε είχεν ήδη συμπληρώσει την μεγάλην ασιατικήν του περιήγησιν (Β' 150) και διέλθει την Βαβυλωνίαν μέχρι των περιχώρων των Σούσων και των Εκβατάνων. Εταξείδευσε δε και εις τον Εύξεινον πόντον, εις τας εκβολάς του Ίστρου, εις την Χερσόνησον και την γην των Κόλχων· επειδή δε κατά τα 444 ο Περικλής έπλευσεν εις τον Εύξεινον μετά μεγάλου στόλου, είναι πιθανόν ότι προηγουμένως ο Ηρόδοτος είχε σταλή προς εξερεύνησιν των χωρών εκείνων. Πλην τούτων, έπλευσεν εις την Τύρον και φαίνεται ότι κατέβη όλην την ακτήν της Συρίας μέχρι της Αιγύπτου. Απήλθε δε και εις την Κυρήνην και είδε μέρος της Λιβύης. Εγνώρισε τας ακτάς της Θράκης και διήλθε την Ελλάδα κατά πάσαν διεύθυνσιν, ιδών την Δωδώνην, την Ακαρνανίαν, τους Δελφούς και τας Θήβας και εν Πελοποννήσω την Τεγέαν, την Σπάρτην και την Ολυμπίαν.