Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Part 11
Ο ιζ' διθύραμβος είναι μοναδικός μεταξύ των σωζομένων λειψάνων της αρχαίας ελληνικής ποιήσεως, — πλην εάν συγκρίνωμεν αυτόν κατά την μορφήν προς το μακρόν απόσπασμα του Αλκμάνος (σ. 102), — διότι παρέχει τον εκ της ιστορίας του δράματος λείποντα κρίκον, ήτοι παράδειγμα δραματικής προσωποποιίας του χορικού άσματος. Επιγράφεται Θησεύς και αποτελείται εκ διαλόγου δύο ημιχορίων, εξ ών το μεν έν παριστάνει τον βασιλέα των Αθηνών Αιγέα και τους ακολούθους του, το δε άλλο όμιλον Αθηναίων. Είναι λαμπρόν έργον ομοιάζον προς επύλλιον και πλην της τεχνικής αξίας έχει και περισσήν ποιητικήν χάριν (164).
Η ΠΛΗΡΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΣ. — ΠΙΝΔΑΡΟΣ.
Ο ΠΙΝΔΑΡΟΣ, ο ύπατος των εννέα λυρικών, ως ονομάζει αυτόν ο Κοϊντιλιανός, (165) εγεννήθη 34 μετά τον Σιμωνίδην έτη και επέζησεν 20 περίπου μετ' αυτόν (522-448 π. Χ.). Είναι δε ο πρώτος Έλλην ποιητής, περί ού έχομεν στερεάς βάσεις βιογραφίας. Διότι όχι μόνον τα πλείστα των σωζομένων ποιημάτων του δύνανται να χρονολογηθώσιν, αλλά και η παράδοσις, η αγαπώσα αυτόν διά τας γραμματικάς του δυσκολίας και διά την μεγαλοφυίαν, διέσωσε και αρκετά πιστήν ανάμνησιν των άλλων αυτού περιστατικών. Εγεννήθη εν τη κώμη Κυνός Κεφαλαίς της Βοιωτίας, κατήγετο δε από των Αιγειδών, οίκου κατακτητών, πιθανώς «Καδμείων», επειδή το όνομα Πίνδαρος ευρίσκεται και εν Θήρα και εν Εφέσω. Αλλά ο μικρός Βοιωτός χωρικός έδειξεν ενωρίς μουσικήν ιδιοφυίαν. Την λύραν, εννοείται, εδιδάχθη πολύ μικρός· είχε κατ' οίκον κάποιον Σκοπελίνον, θείον ή πατρυιόν, όστις ηδύνατο να τον διδάξη. Αλλά προς σπουδήν της διδασκαλίας του χορού έπρεπε να έλθη εις τας Αθήνας εις του Αγαθοκλέους και Απολλοδώρου. Εκεί πολλά διηγούντο περί των σχέσεων αυτού προς τους λοιπούς των χρόνων εκείνων «μεγάλους» .
Κατά την παράδοσιν ήτο μαθητής του Λάσου του Ερμιονέως, και ηγωνίσθη προς την συμπολίτιδά του Κόρινναν και ηττήθη, αν και η Κόριννα μέμφεται την Μυρτίδα ότι γυνή αυτή, εφιλονίκησε προς τον Πίνδαρον [Hiller 12 σ. 271]
_μέμφομαι δε και λιγυράν Μυρτίδ' ιώνγα ότι βανά φύσ' έβα Πινδάροιο ποτ' έριν_.
{I praise not the gracious Myrtis, not I, for coming to contest with Pindar, a woman born! }
Άλλο ανέκδοτον παριστά την Κόρινναν απλώς συμβουλεύουσαν τον ποιητήν «_τη χειρί σπείρειν, αλλά μη όλω τω θυλάκω_», { to sow with the hand, not with the whole sack } διότι εκείνος εσκόρπιζεν αφειδέστατα τους μυθικούς διακόσμους. (166)
Το πρώτον σωζόμενον ποίημα, [_Πύθιον_. ι'] γραφέν ότε ο Πίνδαρος ήτο είκοσι ή ίσως είκοσι τεσσάρων ετών, ήτο παραγγελία των Αλευαδών, των τυράννων της εν Θεσσαλία Φαρσάλου. Τούτο σημαίνει ότι η φήμη του εξηπλώθη μετά θαυμαστής ταχύτητος. Αμέσως δ' έπειτα ευρίσκομεν αυτόν γράφοντα χάριν των μεγάλων της Αιγίνης αριστοκρατικών, προστατών, οποίους επόθει η ψυχή του· δηλαδή εμπόρων αρχαιοτάτης δωρικής καταγωγής. Κατόπιν ανοίγεται στάδιον πανελληνίου δόξης· ο Πίνδαρος γίνεται ξένος των μεγάλων οίκων της Ρόδου, της Τενέδου, της Κορίνθου, των Αθηνών των μεγάλων βασιλέων, Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, του Αρκεσιλάου της Κυρήνης, του Θήρωνος του Ακράγαντος, του Ιέρωνος των Συρακουσών· αποκτά όσην και ο Σιμωνίδης δόξαν, αν και ίσως όχι τόσον οικουμενικήν. Διότι κατά βάθος ο Πίνδαρος ηγάπα να γράφη χάριν των αληθώς ευπατριδών, των απογόνων του Αιακού και του Ηρακλέους· οι εν Σικελία βασιλείς δεν ήσαν ευπατρίδαι, αλλά ποίος ηδύνατο ν' αποκρούση φιλικήν περί ευγενείας αίτησιν ενός τυράννου; Το αρχαίον δωρικόν αίμα προδήλως έχει πολλήν σχέσιν προς την περί ζωής αντίληψιν του Πινδάρου, τούτο δε αποδεικνύει και ο τρόπος καθ' όν εξαγγέλλει ότι είναι ίσος προς τους προστάτας του. Ο μεν Σιμωνίδης αρέσκεται να δεικνύεται ως μέγας ποιητής, ο δε Πίνδαρος καυχάται μεν διά την ποιητικήν του ευφυίαν, αλλ' αφήνει την εντύπωσιν, ότι περισσότερον συλλογίζεται την αρχαίαν καταγωγήν του. Αλλά και κατ' άλλο είναι ανόμοιος προς τον Σιμωνίδην· ο Πίνδαρος δηλαδή ήτο το «σκεύος εκλογής» παντός ιερατείου, αφωσιωμένος εις την Ρέαν και τον Πάνα, και προ πάντων εις τον δωρικόν Απόλλωνα. Εκήρυσσε δε τας ιδέας των Δελφών, την αναμόρφωσιν της παραδεδομένης θρησκείας. Και ζων μεν είχεν ιδιαίτερα προνόμια εν Δελφοίς, μετά δε τον θάνατον η σκιά του εκαλείτο κατ' έτος εις τα Θεοξένια να δειπνήση μετά του θεού. Οι δε ιερείς του Διός Άμμωνος εν τη ερήμω είχον εν τω ιερώ τον ζ' _Ολυμπιόνικον_ χαραγμένον διά χρυσών γραμμάτων.
Τα γεγονότα ταύτα εξηγούσι, καθ' όσον είναι δυνατόν να εξηγηθή, την μεγάλην κηλίδα του βίου του Πινδάρου. Έζη κατά τα μηδικά και είδε την αρχομένην μεγάλην περίοδον της ελληνικής γνώσεως και προόδου· αλλ' όμως και κατά τας δύο βαρβαρικάς επιδρομάς ετάχθη μετά της Βοιωτίας και των Δελφών, παράλογος υπηρέτης της θρησκευτικής παραδόσεως και της φυλετικής μισαλληλίας. Αφού δ' αι Θήβαι συνεμάχησαν μετά των Περσών, θα ηδύνατο κανείς να προσδοκά τουλάχιστον ότι ο ποιητής, ο φίλος τόσων αρχόντων και τυράννων, ο μαθητεύσας εν Αθήναις, ήθελε διαμαρτυρηθή. Απ' εναντίας, ενώ μετά την νίκην δεν εδίστασε να γράψη τον δ' _Νεμεόνικον_ και τον διθύραμβον των Αθηνών, τότε, κατά τον αγώνα, έπραξεν ό,τι ο Πολύβιος (Δ' 31) ονομάζει «_αισχίστην και βλαβερωτάτην απόφασιν_»· έγραψε παράλογον ποίημα, του οποίου σώζονται δύο μεγάλοι στίχοι, λαλούντες περί ουδετερότητος και ησυχίας! Τοιούτος ήτο ως άνθρωπος. Πολλάκις θαυμάζοντες τας καλλίστας απόψεις του Πινδάρου — την μεγαλοπρεπή μουσικήν οργάνωσιν, την σοβαρότητα της γλώσσης, τας αστραπάς του μόλις αποκαλυπτομένου μυστηρίου, — απορούμεν πώς δεν ανεγνωρίσθη ως ο μέγιστος του κόσμου ποιητής, πώς δεν έδρασε περισσότερον, πώς δεν ανεδείχθη έτι μάλλον. Ο λόγος είναι πιθανώς ότι ο Πίνδαρος ήτο ποιητής και ουδέν άλλο. Εσκέπτετο μουσικώς· ηγάπα να ζη μεταξύ μεγάλων και περικαλλών εικόνων — του Ηρακλέους, του Αχιλλέως, του Περσέως, του Ιάσονος, των κορών του Κάδμου. Οσάκις δ' οιονδήποτε μέρος αγαπητού του μύθου ετάρασσε την ηθικήν του ευαισθησίαν, απεμακρύνετο αθορύβως, προσέχων μήπως εκφράση καμμίαν δυσπιστίαν, μήπως πειράξη κανένα θεόν. Ηγάπα την ποίησιν και την μουσικήν, ιδίως δε την ιδικήν του· ουδενός άλλου ποιήματα ωμοίαζον τα ιδικά του, και οσάκις άλλοι έψαλλον, του εφαίνοντο — και το λέγει — «_κολοιοί_»).
Ο Πίνδαρος ηγάπα την θρησκείαν και κατά το υποβλητικόν μέρος είναι μέγας θρησκευτικός ποιητής. Η αρχή του ζ' _Νεμεονίκου_ είναι χαρακτηριστική· επίσης δε το τέλος του τελευταίου χρονολογουμένου επινίκου, ήτοι του η' _Πυθιονίκου_ [στ. 135- 145]
_Επάμεροι· τι δε τις; τι δ' ου τις; σκιάς όναρ άνθρωπος· αλλ' όταν αίγλα διόσδοτος έλθη, λαμπρόν φέγγος έπεστιν ανδρών και μείλιχος αιών. Αίγινα, φίλα μάτερ, ελευθέρω στόλω πάλιν τάνδε κόμιζε Δι και κρέοντι συν Αιακώ Πηλεί τε καγαθώ Τελαμώνι συν τ' Αχιλλεί_.
{ Things of a day! what are we and what not? A dream about a shadow is man; yet when some god-given splendour falls, a glory of light comes over him and his life is sweet. Oh, Blessed Mother Ægina, guard thou this city in the ways of freedom, with Zeus and Prince Æacus and Peleus and good Telamon and Achilles! }
— λαμπρόν βάθος συγκινήσεως, αλλά και παιδαριώδης λιτανεία πατροπαραδότων αγίων. Αι θρησκευτικαί του καινοτομίαι συνήθως είναι πολύ ολίγον επιτυχείς, ως αι του α' _Ολυμπιονίκου_, και σπανίως βελτιώνουσι τους μύθους. Παραδείγματος χάριν, ο μεν παλαιός μύθος έλεγεν ότι η νύμφη Κορωνίς, την οποίαν ηγάπα ο Απόλλων, κρυφίως τον ηπάτα· αλλά κόραξ την είδε και το είπεν εις τον θεόν. Ο δε Πίνδαρος διώρθωσεν ως εξής, [_Πυθ_. Γ', 50] ότι
_πάντα Fίσαντι νόω_
{ the god's all-seeing mind }
ο Απόλλων το ενόησε χωρίς της βοηθείας του κόρακος. Η τοιαύτη κατά την λογικήν υπεράσπισις συνάδει τελείως προς το πνεύμα της Δελφικής θρησκευτικής αναμορφώσεως. (167) Ο Πίνδαρος είναι ηθικολόγος· αγαπά πολύ το παρεκβατικόν κήρυγμα· είναι το αγαπητόν του στόλισμα· το εισάγει σιγά σιγά, καθώς τα λογοπαίγνια και τας παρηχήσεις ο Σαιξπήρος. Αλλ' η ουσία της ηθικής του δεν έχει προχωρήσει πολύ πέραν του Ησιόδου· η διαφορά είναι ότι ο μεν Ησίοδος παραγγέλλει εις τον χωρικόν του να εργάζεται και να οικονομή, ο δε Πίνδαρος προτρέπει τον ευπατρίδην του να επιζητή δόξαν και να είναι ελευθέριος. Το ιδανικόν του πηγάζει κατ' ευθείαν εκ της δωρικής αριστοκρατικής παραδόσεως· δηλαδή πρώτον πρέπει να είσαι ευγενής και ανδρείος και δυνατός· έπειτα να κάμνης δύο πράγματα, να εργάζεσαι και να δαπανάς· να εργάζεσαι ψυχή και σώματι· να δαπανάς χρόνον και χρήματα και δυνάμεις, επιδιώκων _αρετάν_. Αλλά τι είναι αρετή; Το άθροισμα των πλεονεκτημάτων του γνησίου Δωριέως, του καταγομένου εκ του ήρωος, του φιλοπόνου, του ατρομήτου, του ακαταπονήτου εξολοθρευτού των εχθρών των θεών και των ανθρώπων — του Ηρακλέους. Δεν είναι απαραίτητον να είσαι πλούσιος — υπήρχον και άποροι Σπαρτιάται — ουδέ ωραίος — μερικοί πυγμάχοι θα ήσαν άσχημοι — αλλά τιμήν και δόξαν πρέπει εξ άπαντος να έχης. Παραδοξολόγοι σχολιασταί μετέφρασαν το _αρετά_ ως «νίκη κατά τους αγώνας»· αλλά τούτο περιλαμβάνεται, καθώς εις το ιδανικόν των μεσαιωνικών ιπποτών περιελαμβάνετο και η νίκη εις την «τζώστρα».
Αυτός ο Πίνδαρος δεν φαίνεται άπιστος εις το ιδανικόν τούτο. Το παράδοξον ύφος του «ανθρώπου του κόσμου», όπερ ενίοτε αναλαμβάνει, δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει το ιδανικόν, αλλ' ότι δεν έχει την αίσθησιν των πραγμάτων. Ηγάπα παν ηρωικόν, αλλά δεν ηδύνατο να ίδη αυτό έξω του αρχαίου χώρου· οσάκις δε είχε τον χώρον εκείνον, η φαντασία του έφθανε να δημιουργήση και τον ήρωα. Εθαύμαζε βαθύτατα την ιεράν λάμψιν των Δελφών και της Ολυμπίας· ηγάπα την διάκρισιν και την από του όχλου απόστασιν της αυλής μεγάλου τινός τυράννου και εξιδανίκευε τον ισχυρόν Ιέρωνα, καθώς και τον γενναίον Χρόμιον [_Νέμ. α'_]. Αλλά δεν έκλινε πάντοτε να ταυτίση την επιτυχίαν προς την αξίαν· απεναντίας μάλιστα αισθάνεται βαθείαν αποστροφήν προς την επιτυχίαν των φθονερών και των πανούργων — προς την νίκην του επιτηδείου Ίωνος, του Οδυσσέως, εναντίον του γνησίου Αιακίδου, του Αίαντος. Ίσως η αρχή του αυτή τον εβοήθησε να εννοήση πώς απέκτησε τόσην δόξαν ο Σιμωνίδης και πώς ο ναυτικός όχλος των Αθηνών άνευ μυώνων και άνευ αγρών ηδύνατο να εξεγείρη τόσον πάταγον εν τω κόσμω.
Είναι περίεργος ιδιοτροπία της ιστορίας, ότι διεσώθησαν μόνον οι _Επίνικοι_ — ωδαί εις τους νικητάς των ιερών αγώνων της Ολυμπίας, των Δελφών, της Νεμέας και του Ισθμού. (168) Των δέκα επτά βιβλίων του (υπήρχον δύο βιβλία ύμνων, παιάνων και διθυράμβων, δύο προσοδίων, τρία παρθενίων, δύο υπορχημάτων, τέσσαρα εγκωμίων, θρήνων και επινίκων) τα σωζόμενα τέσσαρα δεν είναι βεβαίως τα τέσσαρα, τα οποία ημείς ηθέλομεν εκλέξει. Και όμως έχουσι κάτι, το οποίον ιδιάζει εις το πνεύμα του Πινδάρου. Υπό μίαν έποψιν, ελάχιστα σημαίνει το περί τίνος γράφει· π. χ. δύο των υψηλοτάτων αυτού ποιημάτων αναφέρονται εις αγώνας ημιόνων. Το δε γεγονός ότι κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα Ξενοφών ο Κορίνθιος ενίκησε το στάδιον και το πένταθλον, είναι τόσον αδιάφορον δι' ημάς, όσον και αν ο νεαρός Εδουάρδος Κιγκ επνίγη κατά τον δέκατον έβδομον μ. Χ. Ποιήματα, όπως ο ιγ' _Ολυμπιόνικος_ είναι ανεξάρτητα των γεγονότων, εξ ών εβλάστησαν. Εξ άλλου δύσκολον είναι να μη αισθανθώμεν ότι ο Πίνδαρος ειλικρινώς αγαπά τους ίππους, τους ημιόνους και τους αναβάτας. Εάν έτυχε να νικήση ποτέ κατά τινας τοπικούς αγώνας ίππος των Κυνός κεφαλών, ο μικρός Πίνδαρος και τα λοιπά παιδία του χωρίου θα είχον συζητήσει μετά πραγματικής θέρμης πώς ήτο το άλογον εκείνο και τι έκαμνεν ο αναβάτης. Είτε δε ήτο ιδιαιτέρως πληρωμένος ο ποιητής, είτε μη, όπως μνημονεύση και τον Μελησίαν και τους διαφόρους θείους και πάππους των νικητών, βέβαιον είναι ότι παρεισάγει αυτούς ως εάν ειλικρινώς τους αγαπά. Διότι ο Πίνδαρος ήτο, φαίνεται, εκ των μη συνειδητών εκείνων φύσεων, αίτινες δεν διακρίνουσι καλά καλά διά τι συγκινούνται· αισθάνεται ρίγος βλέπων την «_μάκαιραν Ιέρωνος εστίαν_» [_Ολυμπ_. α', 17] { Hiero's full-dress banquet board } ή μίαν πυγμαχίαν, ή ιππικόν αγώνα, ακριβώς όπως και όταν μελετά τους άθλους και την δόξαν του Ηρακλέους· και έκαστον ρίγος αυτού παράγει μελωδίαν.
Ο Πίνδαρος ήτο πράγματι νεώτερος του Αισχύλου κατά τρία έτη· και όμως φαίνεται μίαν γενεάν πρεσβύτερος του Σιμωνίδου. Διότι ο χαρακτήρ και αι σκέψεις του ήσαν αρχαϊκαί· τοιούτον είναι και το ύφος του. Καθώς πλείστοι άλλοι κλάδοι της ελληνικής λογοτεχνίας, και η λυρική ποίησις προέβαινεν εκ του σκότους προς το φως, έφθασε δε εις αυτό διά του Σιμωνίδου και του Βακχυλίδου. Αλλά ο Πίνδαρος μας ρίπτει και πάλιν οπίσω, σχεδόν εις τον Αλκμάνα. Και αναγινωσκόμενος είναι δύσκολος· ηδύνατο άρα γε να εννοή κανείς αδομένους τους στίχους του; Εκείνος λέγει, αποτεινόμενος προς την ωδήν του [_Νεμ_. ε' 4]
επί πάσας ολκάδος εν τ' ακάτω, γλυκεί αοιδά, στείχ' απ' Αιγίνης,
{ sail off from Ægina in the big ships and the little fishing- boats }
ήτοι ότι οι ναύται πάντων των ακατίων θα ψάλλωσι την ωδήν αφού μετά την πανήγυριν της Αιγίνης χωρισθώσιν επιστρέφοντες καθείς εις την πατρίδα. Αλλ' απίστευτον είναι ότι οι Δωριείς ναύται ηδύναντο μετά το πρώτον άκουσμα να δράξωσι τόσον δύσκολον ωδήν. Ίσως ήρπαζον μόνον το μέλος, και την είδησιν της νίκης. Διότι ο Πίνδαρος ήτο κυρίως υπερήφανος διά την μουσικήν του, την οποίαν ο άριστος των σωζομένων κριτών, ο Αριστόξενος, δεν ευρίσκει λέξεις, ίνα εγκωμιάση. Ακόμη και σήμερον, αν και παν μουσικόν ίχνος εξηλείφθη, — το εκ Μεσσήνης μουσικόν απόσπασμα του α' _Πυθιονίκου_ είναι νόθον — αισθανόμεθα ότι αι λέξεις χρειάζονται μουσικήν, όπως εννοηθώσιν. Αυτή η έννοια και το πάθος του δ' _Πυθιονίκου_ ή του β' _Ολυμπιονίκου_ — διά να λάβωμεν δύο τύπους αντιθέτους — φέρουσι τας λέξεις προς άσμα ποικιλλόμενον, ταχύ ή βραδύ, μεγαλόφωνον ή σιγαλόν. Τα τέλη των στροφών έχουσιν ήχον μουσικόν π. χ. _παλίγκοτον δαμασθέν_ { angry and overborne }[_Ολυμπ_. β' 35]. Ο βασιλεύς των Επειών, [_Ολυμπ_. ι' 45] όστις
_ίδε πατρίδα πολυκτέανον υπό στερεώ πυρί πλαγαίς τε σιδάρου βαθύν εις οχετόν άτας ίζοισαν εάν πόλιν_,
{ into the deep channel running deathwards, he watched his own city sink }
απομένει εν τη μνήμη του αναγνώστου απηχών το «_εάν πόλιν_». { his own city sink }. Επίσης ο Πέλοψ, ο προσευχόμενος μόνος εις το σκότος, «_οίος εν όρφνα_» { alone in the darkness } [_Ολυμπ_. α' 115]. Τοιούτο δε είναι και το θαυμάσιον εκείνο σάλπισμα του δ' _Πυθιονίκου_, το καταλήγον εις την αδράν λέξιν _τιμάν_. Διά τούτο πολλοί του Πινδάρου θαυμασταί συμφωνούσιν ότι παν ό,τι απομένει εξ αυτού, απομένει εν τη μνήμη όχι ως ιδέα, αλλ' ως μουσική.
Αλλά οι άξιοι αυτού ερασταί είναι ολίγοι. Διότι εις το πρωτότυπον είναι δύσκολος — η διάλεκτος, ο λογικός ειρμός, η πνευματική διάθεσις είναι δυσπρόσιτα, τον δε κοινόν αναγνώστην ζαλίζει το ανακάτωμα των ημιόνων και της σελήνης και των ηνιόχων και των Αιακιδών. Μεταφραζόμενος δε — και υπό δεξιών μεταφραστών — είναι πιθανώς ο ατεχνοτέρον παντός άλλου απογυμνούμενος ποιητής· και τούτο, καθώς είδομεν ανωτέρω, πάντοτε διά τον λόγον, ότι είναι μόνον ποιητής. Ολίγην έχει ρητορικήν, ουδεμίαν φιλοσοφίαν, μικρόν ανθρώπινον διαφέρον· έχει μόνον την λεπτήν εκείνην δρόσον — ό,τι ονομάζει _άωτον_ — η οποία γεννάται οσάκις η παθητικωτάτη γλώσσα συγκιρνάται προς τον αβρότατον στοχασμόν, και την οποίαν ουδέ θεός «_και πολλά μογήσας_» { though he worked hard } θα ηδύνατο να διαφυλάξη άθικτον εν άλλη γλώσση.
Ο Πίνδαρος ολίγον επηρεάσθη υπό του πνεύματος του καιρού του ή των παλαιοτέρων ποιητών. Ο Στησίχορος και ο Όμηρος βεβαίως επέδρασαν επ' αυτόν. Αλλά μόλις ολίγαι λέξεις φαίνονται απηχήσεις του Αισχύλου. Την έκρηξιν της Αίτνης αναφέρουσι και οι δύο· αλλά του Πινδάρου η εξαισία περιγραφή [_Πυθ._. α'40-58] φαίνεται όλως διόλου χωριστή· είναι όμως πιθανόν ότι ο μέγας αυτού στίχος
_λύσε δε Ζευς άφθιτος Τιτάνας_
{ Everlasting Zeus set free the Titans }
είχεν αφορμήν την τριλογίαν του Προμηθέως, ής τούτο είναι το συμπέρασμα, ότι ο αιώνιος Ζευς εξαπέλυσε τους Τιτάνας. (169)
Ε'
ΑΙ ΑΡΧΑΙ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ
ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ.
Εάν τα πρωιμώτατα δείγματα του ελληνικού πεζού λόγου είναι χαραγμένα επί λίθου και χαλκού, τούτο σημαίνει μόνον ότι ταύτα ως διαρκέστερα υλικά, επέζησαν μετά το ξύλον, τον κηρόν και τα δέρματα. Κατά τους χρόνους της μεταξύ Ήλιδος και Hραίας συνθήκης (170) κατά τον έκτον δηλαδή αιώνα, βεβαίως υπήρχε πολλή εμπορική και πολιτική αλληλογραφία, πολύ δε προ της μεταγενεστέρας συνθήκης ηδύνατο να έγινεν άλλη μεταξύ Οιανθέων και Χαλαίων, κανονίζουσα το δικαίωμα των αυλών και ορίζουσα το ελαφρόν πρόστιμον των τεσσάρων δραχμών διά πάσαν υπέρβασιν του είδους εκείνου της πειρατείας. Αλλά φαίνεται ότι ο παλαιοτάτος πεζός λόγος ήτο κατ' ουσίαν όμοιος προς τας επιγραφάς εκείνας, ήτοι σαφές και ακριβές υπόμνημα δημοσίων πράξεων, μη δυναμένων να εμπιστευθώσιν εις τα πηδήματα της φαντασίας ποιητού και εις του μέτρου τας απαιτήσεις. Ιδίως οι ναοί έγεμον τοιαύτης πεζογραφίας. Ούτως υπήρχον κανονισμοί περί ασεβείας· π. χ. εν Ιαλυσώ της Ρόδου η θεά Αλεκτρώνα απηγόρευε την εις τον περίβολόν της είσοδον ίππων, όνων, ημιόνων και ανθρώπων φορούντων υποδήματα ή «_ύειον μηθέν_» { pig-skin shoes }.(171) Yπήρχον πλήρεις δημόσιοι απολογισμοί. Υπήρχον υπομνήματα των ευχών, όσας εξεπλήρωσεν ο θεός, χαραγμένα δι' εξόδων των προσκυνητών, και των παραπτωμάτων, όσα παραδειγματικώς ετιμώρησε, χαραγμένα πιθανώς υπό των επιτρόπων του ναού. Τα δε ιερά θεραπευτήρια της Κω, της Ρόδου και της Κνίδου περιείχον ήδη από του έκτου π. Χ. αιώνος πλήρη σημειώματα σπουδαίων ασθενειών μετά των συμπτωμάτων, της θεραπείας και των αποτελεσμάτων. Αναμφιβόλως δε υπήρχον σημειώματα μαγγανειών και επωδών. Επίσης δε κατάλογοι των ιερέων και ιερειών, εκτεινόμενοι ενίοτε εις είδος χρονικών.
Ταύτα ήσαν δημόσια, υποκείμενα εις μικρούς περιορισμούς. Αλλά υπήρχον και εσώτερα βιβλία, μη εκτεθειμένα εις ελέγχους των βεβήλων. Ούτως οι κανόνες των τελετών δεν εδημοσιεύοντο πάντοτε. Οι δε χρησμολόγοι των Αθηνών είχον μυστικά υπομνήματα χρησμών και αποφάσεων περί νομικών ή ηθικών ζητημάτων. Οι δε Δελφοί και τάλλα κέντρα, όπου η παράδοσις ήτο μακροτέρα, είχον γραπτά υπομνήματα των θρύλων, όσους οι υπηρέται του θεού επεθύμουν να διατηρήσωσι. Εννοείται δε ότι πλην των επισήμων ναών σημειώματα είχον και οι ιδιωτικοί και ανεπίσημοι χρησμολόγοι, οι μάντεις, οι κάτοχοι μυστηρίων, οι πωληταί χρησμών, οι λύται παραπτωμάτων, άνθρωποι καθώς ο Ονομάκριτος, ο Τισαμενός ο Ιαμίδης, ο Λάμπων και οι διάφοροι Βάκιδες, των οποίων τους αορίστους και ρωμαντικούς θρύλους συχνά βλέπομεν εις τα αφηγήματα του Ηροδότου [Η' 20, 77, 96. Θ' 43]. Πλην τούτων υπήρχον αι γενεαλογίαι των ευγενών οίκων. Και συνήθως μεν αύται ήσαν έμμετροι εις τρόπον ώστε να προβάλλωνται αμέσως και ν' απομνημονεύωνται ευκόλως υπό του κοινού. Αλλ' επειδή και περί τούτων άλλοι του οίκου κλάδοι προχείρως ηδύναντο να αντιπροβάλλωσιν άλλας των στίχων παραλλαγάς, έπειτα δε βίοι και πράξεις ηδύναντο να λησμονηθώσιν ή κακώς να παρασταθώσιν, αι οικογένειαι εφρόντιζον, να κρατώσιν αυθεντικά και αρμοδίως ελεγχόμενα υπομνήματα.
«ΛΟΓΟΣ»
Εδώ συναντώμεν την άλλην κλίσιν, την τείνουσαν εις παραγωγήν πεζογραφίας, την παλαιάν κατά το ρήμα του Γκαίτε Lust sum Fabuliren, ποθούσαν να γνωρίση τους χαρακτήρας των προσώπων και τους περί αυτών θρύλους. Ο «Λόγος» είναι νεώτερος και μικροτέρος αδελφός του Μύθου, και κατά τινας απόψεις δεν διακρίνεται απ' αυτού. Ούτως αδύνατον είναι ν' αναγνώσωμεν τα περί Σόλωνος, Κροίσου, Δημοκήδους, Πολυκράτους, Αμάσιος χωρίς να αισθανθώμεν ότι εισαγόμεθα εις τα βασίλεια της φαντασίας. Εντεύθεν βεβαίως είμεθα πλησιέστερον εις τα γεγονότα ή από του έπους· και η κρυπτομένη πράξις είναι πλέον ανθρωπίνη. Οι δε χαρακτήρες δεν είναι θεοί ή ήρωες, αλλά περιπλανώμενοι μάγοι και σοφοί και έκπτωτοι βασιλείς, ο δε πρώτος εξάγγελος δεν είναι η Μούσα, αλλά ο Ίων έμπορος. Δύναται επίσης να υποτεθή ότι υπάρχει και ολίγη αλήθεια εις τους χαρακτήρας, ή και εις άλλα. Αλλά έως εκεί δεν έχομεν δικαίωμα να προχωρήσωμεν π. χ. Ο σερ Τζων Φάλσταφ του Σαιξπήρου δεν είναι πιστή ψυχολογία του Oldcastle the Lollard, δεν υπάρχει δε λόγος να υποθέσωμεν ότι ο κωμικός βασιλεύς Άμασις ομοιάζει προς οιονδήποτε Αιγύπτιον Aahmes ή ν' αποδώσωμεν την όψιμον σύνεσιν του Κροίσου εις τον αληθινόν κατακτητήν της Ιωνίας. Είναι αλήθεια, ότι αφού άπας σχηματισθή ο χαρακτήρ, καθόλου παραμένει· αλλά τούτο συμβαίνει και περί των επικών προσώπων.
Ο θρύλος ενωρίς απέβη λογοτέχνημα. Οι περίφημοι *_Μιλήσιοι_ και *_Συβαριτικοί λόγοι_ βεβαίως ήσαν του έκτου π. Χ. αιώνος, πριν η Σύβαρις καταστραφή και ερειπωθή η Μίλητος. Τοιαύτα δε δείγματα, οποία διεσώθησαν υπό μεταγενεστέρων λογογράφων — η Χήρα της Εφέσου του Πετρωνίου και πολλά μέρη του Απουληίου — είναι καθαρά μυθοπλαστία, διηγήματα κατά το είδος του Βοκκακίου μετά πλαστών χαρακτήρων. Αλλά τα πάντα μηνύουσιν ότι αρχικώς απεδίδοντο εις ωρισμένα ονόματα, καθώς τα ανέκδοτα του Ηροδότου· πράγματι δε το πρώτον απόσπασμα γνωστού ελληνιστί πεζού μυθιστορήματος έχει ως ήρωα και ηρωίνην τον Νίνον και την Σεμίραμιν. (172)
ΟΡΟΙ
Αι πρώται κατά την στενωτέραν έννοιαν πεζαί ιστορίαι είναι οι «ώροι», τα χρονικά των ιωνικών πόλεων, μεθ' ούς αμέσως έπονται οι της Σικελίας. Τοιούτων ώρων ουδεμία σειρά σώζεται, εκτός εάν θεωρήσωμεν το Πάριον μάρμαρον ως επιτομήν των ώρων όλης της Ελλάδος. Αλλ' ο σπουδαστής της αρχαιότητος έχει ακόμη να εξετάση ποίαι των σωζομένων ειδήσεων πηγάζουσιν εκ των χρονικών εκάστης πόλεως. Τοπικαί τινες γενεαλογίαι — πολλαί, λόγου χάριν, των εν τοις σχολίοις του Απολλωνίου — προφανώς ήσαν ώροι. Επίσης υπό ώρου θα ανεφέρετο και ο αερόλιθος, ο πεσών εις τους Αιγός ποταμούς κατά την 78ην Ολυμπιάδα, και η λευκή εκείνη χελιδών, της οποίας την εν Σάμω εμφάνισιν μαρτυρεί στρατιά μαρτύρων (173). Συρακόσιον χρονικόν φαίνεται ότι ήτο η πηγή των ειδήσεων, όσας παρέχει ο Θουκυδίδης (ΣΤ' 1-5) περί της ιδρύσεως των ιταλικών και σικελικών πόλεων διότι χρονολογούνται από της ιδρύσεως των Συρακουσών, ήτις θεωρείται ως η μεγάλη χρονολογία του κόσμου, η μη έχουσα ανάγκην άλλου προσδιορισμού. Η καταγωγή παντός χρονικού, εννοείται, είναι σκοτεινή. Καθώς κατ' αρχάς μεν το έπος, έπειτα δε αι ιστορίαι και τα σχόλια και τα φιλοσοφικά κείμενα των σχολών της αρχαιότητος και καθώς οι κώδικες των μητροπόλεων των μέσων χρόνων, ούτω και ταρχαία χρονικά εσυνεχίζοντο, μετεβάλλοντο και επεξετείνοντο υπό αλληλοδιαδόχων εκδοτών.
Τα ονόματα των παλαιοτάτων χρονογράφων έχουσιν ήχον μυθικόν. Ούτω το μεν χρονικόν της Κορίνθου έγραψεν αυτός ο «Εύμηλος», ο Κορίνθιος Όμηρος· το δε Εφέσιον ο «Κρεώφυλος», το δε Κρητικόν ο «Επιμενίδης», το δε της Μιλήτου, το γενικώς αναγνωριζόμενον ως το παλαιότατον, ήτο το πρώτον σύγγραμμα του «Κάδμου» αφού ηύρε το αλφάβητον. Όθεν ονομάζεται ΚΑΔΜΟΣ ο Μιλήσιος, καίτοι εκ γενετής ήτο Φοίνιξ. Ομοίως και ο χρονογράφος του Άργους ονομάζεται «ΑΚΟΥΣΙΛΑΟΣ ο Αργείος», γεννηθείς, ως ο Ησίοδος, εν μικρώ χωρίω της Βοιωτίας. Το χρονικόν αυτού ελέγετο έργον του Ησιόδου, μεταφρασμένον εις πεζόν λόγον και «διωρθωμένον». Αλλά και αυτός ο Ακουσίλαος δεν ενομίζετο αρκετά μυθικός, ώστε να θεωρηθή πραγματικός αυτού συγγραφεύς· το είχε μόνον αντιγράψει από χαλκών πινάκων, ούς ο πατήρ αυτού ανέσκαψεν εκ της γης! Το δε χρονικόν των Αθηνών, όπερ κατόπιν επεξειργάσθησαν πολλοί ευδόκιμοι άνδρες, ως ο Κλείδημος, ο Ανδροτίων, ο Φιλόχορος δεν αναφέρεται πόθεν επήγαζεν. Κάποιος Μελησαγόρας [Ελευσίνιος] όστις έλεγεν ότι ποτέ δεν πετά κορώνη προς την Ακρόπολιν, φαίνεται ως αντιπρόσωπος του ιερού χρονικού της Ελευσίνος και επομένως κατά μέρος και των Αθηνών. (174)
Πολλά δε σπουδαία αποσπάσματα αναφέρονται εις τον ΦΕΡΕΚΥΔΗ· και ο μεν Σουίδας διακρίνει τρεις ομωνύμους, Σύριον, Λέριον και Αθηναίον, οι δε νεώτεροι λόγιοι παραδέχονται δύο μόνους — ένα φιλόσοφον εκ Σύρου κατά τον έβδομον αιώνα, και ένα Αθηναίον ιστορικόν γεννηθέντα εν Λέρω κατά τον πέμπτον, (175) αλλ' ίσως κριτικωτέρα μελέτη των πηγών δύναται να ελαττώση τον αριθμόν εις ένα Φερεκύδη — του οποίου το χρονικόν ήρχιζεν από της γενέσεως των θεών και περιείχε τα Ορφικά λόγια, δηλαδή άνθρωπον κατά το ήμισυ μυθικόν, «φέροντα κύδος» και παράλληλον προς τον Αργείον εκείνον Ακουσίλαον, τον «ακουστήν των λαών». (176)